Ἐμίλ Σιοράν, Τό δένδρο τῆς ζωῆς

*

Ἐπιμέλεια στήλης-Μετάφραση
ΤΕΤΟΣ ΣΟΥΡΔΟΣ

Ὁ Ἐμίλ Σιοράν (ρουμανιστί Τσοράν) γεννήθηκε στίς 8 Ἀπριλίου τοῦ 1911 στό Ρασινάρι της Ρουμανίας. Ριζοχώρι των Καρπαθίων. Θά ἀναπολεῖ πάντοτε τίς παλιές καλές ἡμέρες πού ἔζησε ἐκεῖ. Ὁ πατέρας του, ὁ Ἐμιλιάν, ὀρθόδοξος ἱερέας. Ἡ μητέρα του, ἡ Ἐλβίρα, ἔκλινε πρός τήν ἀθεΐα. Τό 1922, ἕντεκα χρονῶν φοιτᾶ στό γερμανόφωνο Λύκειο τοῦ Σιμπίου, παρακείμενης πόλης. Περιφέρεται ἀσκόπως στά στενά σοκάκια. Πρῶτες κρίσεις ἀυπνίας. Πιθανῶς ἐκεῖ, στίς ροῦγες, «ἅρπαξε γιά πρώτη φορά τήν κακιά ἀρρώστια, τόν ἰό τῆς ἀλήθειας»… (Ἡ συνέχεια τοῦ εἰσαγωγικοῦ σημειώματος τῆς σειρᾶς, ἐδῶ).

Δέν εἶναι καλό γιά τόν ἄνθρωπο νά θυμᾶται συνεχῶς ὅτι εἶναι ἄνθρωπος. Τό νά ἐγκύπτει κανείς στόν ἑαυτό του εἶναι ἀρκούντως κακό∙ πόσω μᾶλλον νά ἐγκύπτει καί στό ἴδιο τό εἶδος μέ ἐμμονικό ζῆλο. Εἶναι σάν νά προσδίδει στίς αὐθαίρετες κακομοιριές τῆς ἐνδοσκόπησης μιά ἀντικειμενική βάση, μιά φιλοσοφική δικαιολόγηση. Ὅσο μασουλᾶμε τό ἐγώ μας, μποροῦμε νά προβάλλουμε τή δικαιολογία ὅτι ἔχουμε ὑποκύψει σέ μιά παραξενιά∙ ἀφ’ ἧς στιγμῆς ὅμως ὅλα τά ἐγώ ἀποβαίνουν τό ἐπίκεντρο μιᾶς ἀτέρμονης φλυαρίας, τότε ἁπλῶς γενικεύουμε, διά τῆς πλαγίας ὁδοῦ, τίς μειονεξίες τῆς δικῆς μας κατάστασης, ἀναδεικνύουμε σέ κανόνα, σέ καθολική περίπτωση, τό συμβεβηκός τῆς ὕπαρξής μας.

Πρῶτα ἀντιλαμβανόμαστε τήν ἀνωμαλία πού συνιστᾶ τό γυμνό γεγονός τοῦ ὑπάρχειν καί μόνο μετά ἐκείνη τῆς δικῆς μας συγκεκριμένης κατάστασης: ἡ ἔκπληξη πού δοκιμάζω ὅτι εἶμαι, προηγεῖται τῆς ἔκπληξης ὅτι εἶμαι ἄνθρωπος. Ὡστόσο, ὁ ἀσυνήθης χαρακτῆρας τῆς κατάστασής μας θά ἔπρεπε νά ἀποτελεῖ τό πρωταρχικό δεδομένο τῆς ἀμηχανίας μας: εἶναι λιγότερο φυσικό νά εἶσαι ἄνθρωπος παρά, ἁπλῶς, νά εἶσαι. Εἶναι κάτι πού τό αἰσθανόμαστε ἐνστικτωδῶς· ἐξ οὗ καί αὐτό τό ἡδονικό αἴσθημα πού βιώνουμε κάθε φορά πού στρεφόμαστε σέ ἄλλη ἀπό τόν ἑαυτό μας κατεύθυνση γιά νά συνταυτιστοῦμε μέ τόν μακάριο ὕπνο τῶν ἀντικειμένων. Εἴμαστε ἀληθινά ὁ ἑαυτός μας μόνο ὅταν δέν βρίσκουμε τίποτα γιά νά ταυτιστοῦμε, οὔτε κάν μέ τήν ἡμέτερη ἐξοχότητά μας. Ἡ κατάρα πού ἔχει πέσει πάνω μας βάρυνε κιόλας τόν πρῶτο μας πρόγονο, πολύ πρίν αὐτός στραφεῖ στό δένδρο τῆς γνώσης. Ἦταν δυσαρεστημένος μέ τόν ἑαυτό του, ἀκόμα ὅμως περισσότερο μέ τόν Θεό, τόν ὁποῖο ἀνεπίγνωστα ζήλευε· ἡ ἐπίγνωση ἦρθε χάρη στίς καλές ὑπηρεσίες τοῦ πειρασμοῦ, βοηθοῦ καί ὄχι δημιουργοῦ τῆς πτώσης. Πρό τῆς στιγμῆς αὐτῆς, ζοῦσε μέσα στήν προαίσθηση τῆς γνώσης, σέ μιά γνώση πού δέν εἶχε συναίσθηση τοῦ ἑαυτοῦ της, σέ μιά κίβδηλη ἀθωότητα πρόσφορη μόνο γιά τήν ἐκκόλαψη τῆς ζήλειας, αὐτῆς τῆς κακίας πού γεννᾶ ἡ συναναστροφή μέ ἐκείνους πού εἶναι καλύτεροι ἀπό ἐμᾶς· νά ὅμως πού τώρα ὁ πρόγονός μας πιάνει σχέσεις μέ τόν Θεό, τόν παρακολουθεῖ κρυφίως καί παρακολουθεῖται ἀπό αὐτόν. Τίποτα καλό δέν θά μποροῦσε νά προκύψει ἀπό κάτι τέτοιο.

Ἀπό παντὸς ξύλου τοῦ ἐν τῷ παραδείσῳ βρώσει φαγῇ, ἀπὸ δὲ τοῦ ξύλου τοῦ γινώσκειν καλὸν καὶ πονηρόν, οὐ φάγεσθε ἀπ᾿ αὐτοῦ· ᾗ δ᾿ ἂν ἡμέρᾳ φάγητε ἀπ᾿ αὐτοῦ, θανάτῳ ἀποθανεῖσθε. Ἡ ἄνωθεν παραίνεση ἀποδεικνύεται λιγότερο ἀποτελεσματική ἀπό τίς κάτωθεν ὑποδείξεις: καλύτερος ψυχολόγος, τό φίδι θριάμβευσε. Ὁ ἄνθρωπος, ἐξάλλου, δέν εἶχε κάτι ἐναντίον τοῦ θανάτου· γυρεύοντας νά ἰσοφαρίσει τόν Δημιουργό του στό πεδίο τῆς γνώσης, καί ὄχι νά ἐξομοιωθεῖ μαζί του μέσω τῆς ἀθανασίας, καμιά ὄρεξη δέν εἶχε νά προσεγγίσει τό δένδρο τῆς ζωῆς, τοῦ ἦταν ἀδιάφορο· κι αὐτό φάνηκε νά τό ἀντιλαμβάνεται ὁ Γιαχβέ, ἀφοῦ δέν τοῦ ἀπαγόρευσε κάν τήν πρόσβαση σέ αὐτό: ποῖος ὁ λόγος ἄλλωστε νά φοβᾶται τήν ἀθανασία ἑνός ἀδαοῦς; Τό πρᾶγμα ἄλλαξε ὅταν ὁ ἀδαής στράφηκε καί στά δυό δένδρα, ἐποφθαλμιῶντας τόσο τήν ἀθανασία ὅσο καί τή γνώση. Εὐθύς μόλις ὁ Ἀδάμ δοκίμασε τόν ἀπαγορευμένο καρπό, ὁ Θεός, ἀντιλαμβανόμενος μέ ποιόν ἄνοιξε δοσοληψίες, ἔχασε τήν ψυχραιμία του. Τοποθετῶντας τό δένδρο τῆς γνώσεως στό μέσον τοῦ παραδείσιου κήπου τῆς Ἐδέμ, ἐξαίροντας τά ὠφελήματά του, κυρίως ὅμως ἐπισημαίνοντας τούς κινδύνους, διέπραξε μιά σοβαρή ἀπρέπεια: προανήγγειλε τήν ἐνδόμυχη περιπέτεια τοῦ δημιουργήματός του. Ἡ ἀπαγόρευση τοῦ ἄλλου δένδρου θά συνιστοῦσε μιά καλύτερη πολιτική. Δέν τό ἔκανε, ἐπειδή ἀσφαλῶς ἤξερε ὅτι ὁ ἄνθρωπος, ἐμφορούμενος ἀπό τήν ἐπιθυμία νά ἀποκτήσει μιά τεράστια ἀξιότητα, δέν θά ἄφηνε τόν ἑαυτό του νά γοητευτεῖ ἀπό τήν προοπτική τῆς ἀθανασίας ὡς τέτοιας, τόσο εὐαπόκτητης καί τετριμμένης: μήπως ἐξάλλου δέν ἀποτελοῦσε αὐτή τόν νόμο, τό ἰσχῦον καθεστώς τοῦ παραδείσιου τόπου; Διαφέρει τό πρᾶγμα μέ τόν θάνατο: εἰδυλλιακός, ἐπενδυμένος μέ τό κῦρος τῆς καινοτομίας, θά μποροῦσε ἀντίθετα νά ἐξάψει τήν περιέργεια ἑνός τυχοδιώκτη, πρόθυμου νά διακυβεύσει γιά χάρη του τήν εἰρήνη καί τήν ἀσφάλεια. Εἶναι ἀλήθεια πώς ἡ εἰρήνη καί ἡ ἀσφάλεια εἶναι σχετικές, ἀπό τήν ἀφήγηση τῆς πτώσης διαφαίνεται ὅτι ἀκόμα καί στήν καρδιά τοῦ κήπου τῆς Ἐδέμ ὁ πρωτεργάτης τοῦ εἴδους μας αἰσθανόταν μιά κάποια δυσφορία, ἐλλείψει τῆς ὁποίας δέν θά μπορούσαμε νά ἑρμηνεύσουμε τήν εὐκολία μέ τήν ὁποία ὑπέκυψε στόν πειρασμό. Ὅμως, ὄντως ὑπέκυψε σέ αὐτόν; Μᾶλλον τόν κλήτευσε! Δέν ἄργησε νά δείξει τήν ἀνικανότητά του γιά εὐτυχία· τήν ἀδυναμία του, δέ, νά τήν ὑπομείνει τήν κληροδότησε σέ ὅλους μας. Τή βαστοῦσε γερά, θά μποροῦσε νά τήν οἰκειοποιηθεῖ γιά πάντα, ὅμως τήν ἀπέστερξε. Ἔκτοτε συνεχῶς τήν ἀποζητοῦμε, δίχως ὅμως νά τή βρίσκουμε· ἀλλά κι ἄν τή βρίσκαμε, δέν θά ξέραμε τώρα πιά τί νά τήν κάνουμε. Τί ἄλλο ἄραγε νά ἐλπίζουμε ἀπό μιά σταδιοδρομία πού ξεκίνησε μέ τήν ἀθέτηση μιᾶς σοφίας καί μέ τήν ἀπεμπόληση τοῦ δώρου τῆς ἄγνοιας πού μᾶς παραχώρησε ὁ Δημιουργός; Γκρεμισμένοι ἀπό τή γνώση μέσα στόν χρόνο, προικιστήκαμε συνάμα καί μέ ἕνα πεπρωμένο. Διότι μόνο ἔξω ἀπό τόν Παράδεισο ποριζόμαστε ἕνα πεπρωμένο.

Ἄν εἴχαμε ἐκπέσει ἀπό μιά συνθήκη πλήρους ἀθωότητας, ὁλοκληρωτικῆς, πραγματικά ἀληθινῆς, θά ἦταν τόσο μεγάλη ἡ πίκρα στήν ψυχή μας πού τίποτα δέν θά μποροῦσε νά σταθεῖ ἐμπόδιο στήν ἐπιθυμία μας νά τήν ξανακερδίσουμε∙ ὅμως τό δηλητήριο ἦταν ἤδη μέσα μας ἀπό τήν ἀρχή, ἕνα ἀδιόρατο ἀκόμα κακό πού στή συνέχεια γίνεται ὅλο καί πιό εὐδιάκριτo, ὥσπου νά μᾶς σφραγίσει καί νά μᾶς ἐξατομικεύσει γιά πάντα. Ἄραγε, οἱ στιγμές ἐκεῖνες ὅπου μιά ριζική ἀρνητικότητα ἀρχηγεύει τίς πράξεις καί τίς σκέψεις μας, ὅπου τό μέλλον λήγει πρίν κάν γεννηθεῖ, ὅπου ἕνα κατεστραμμένο αἷμα μᾶς ἐπιβάλλει ἐκβιαστικά τή βεβαιότητα ἑνός σύμπαντος ἀπομαγευμένων πλέον μυστηρίων, ἀπηλιθιωμένου, ἀναιμικοῦ, καταρρέοντος ἐντός του, καί ὅπου ὅλα πλέον διαλύονται μέσα σ’ ἕναν φασματικό ἀναστεναγμό δίκην ἀπόκρισης σέ χιλιετίες μάταιων προσπαθειῶν, αὐτές λοιπόν οἱ στιγμές δέν ἀποτελοῦν ἄραγε τήν προέκταση καί ἐπιδείνωση ἐκείνης τῆς ἀρχικῆς δυσφορίας, χωρίς τήν ὁποία ἡ ἴδια ἡ Ἱστορία δέν θά ἦταν δυνατή, οὔτε κάν νοητή, ἀφοῦ (ὅπως ἀκριβῶς καί ἡ Ἱστορία) αὐτή συνίσταται σέ μιά δυσανεξία πρός κάθε μορφή ἀκίνητης εὐδαιμονίας; Τούτη ἡ δυσανεξία, ἄν ὄχι τοῦτος ὁ ἀληθινός τρόμος ἔναντι τῆς εὐδαιμονίας, δέν μᾶς ἀφήνει νά βροῦμε μέσα μας τόν λόγο τῆς ὕπαρξής μας, γι’ αὐτό καί μᾶς ἐκβάλλει ἀπό τήν ταυτότητά μας καί, κατά μία ἔννοια, μᾶς ἀναγκάζει νά βγοῦμε ἔξω ἀπό τή φύση μας. Ὄντας σέ ἀπόσταση ἀπό τόν ἑαυτό μας, ἀφιστάμεθα ἐπίσης καί ἀπό τόν Θεό: πῶς νά μήν τρέφουμε μιά τέτοια φιλοδοξία, διανοητή ἤδη στήν ἀθωότητα τοῦ πρώτου ἐκείνου καιροῦ, τώρα ἀκριβῶς πού οἱ ὑποχρεώσεις μας πρός ἐκεῖνον ἔχουν πλέον ἀρθεῖ; Εἶναι ἀλήθεια, ὅλες μας οἱ προσπάθειες καί γνώσεις τείνουν νά τόν ἀποδυναμώσουν, νά τόν ἀμφισβητήσουν, νά ὑπονομεύσουν τήν ἀκεραιότητά του. Ὅσο περισσότερο ἐμφορούμαστε ἀπό τήν ἐπιθυμία γιά γνώση, διακριτικό γνώρισμα διαστροφῆς καί διαφθορᾶς, τόσο ἀνικανότεροι γινόμαστε νά κατοικοεδρεύσουμε ἐντός μιᾶς ὁποιασδήποτε πραγματικότητας. Ὁ κυριευμένος ἀπό τήν ἐπιθυμία αὐτή ἐνεργεῖ ὡς βεβηλωτής, ὡς προδότης, ἀποβαίνει παράγοντας διάλυσης· πάντοτε παρακείμενος ἤ ἐξωτερικός ὡς πρός τά πράγματα, ἄν παρ’ ὅλα αὐτά καταφέρει καί εἰσχωρήσει μέσα τους, τό κάνει ὅπως τό σκουλήκι στό φροῦτο. Ἄν ὁ ἄνθρωπος εἶχε τήν παραμικρή ἔφεση πρός τήν αἰωνιότητα, ἀντί νά βαδίζει δρομαίως πρός τό ἄγνωστο καί τό νεοφανές, πρός τόν ὄλεθρο πού συνεπάγεται ἡ δίψα γιά ἀνάλυση, θά τοῦ ἦταν ἀρεστός ὁ Θεός, πλησίον τοῦ ὁποίου κάποτε εὐδοκιμοῦσε. Τόν κατέλαβε ὅμως ἡ φιλοδοξία τῆς χειραφέτησής του ἀπό τόν Θεό, τῆς ἀπαγκίστρωσής του, καί τά κατάφερε μιά χαρά παρά πᾶσαν προσδοκίαν. Ἀφοῦ διέλυσε τήν ἑνότητα τοῦ Παραδείσου, βάλθηκε νά διαλύσει καί ἐκείνη τῆς γῆς, εἰσάγοντας μιάν ἀρχή κατακερματισμοῦ πού θά κατέστρεφε τήν τάξη καί τήν ἀνωνυμία της. Βεβαίως καί πέθαινε ὁ ἄνθρωπος πρωτύτερα, ὁ θάνατός του ὅμως, ὑπό τύπον ἀποπεράτωσης μέσα σέ μιά ἀρχέγονη ἀδιαφοροποίηση, δέν εἶχε γι’ αὐτόν τό νόημα πού προσέλαβε ὑστερότερα, δέν εἶχε ἀκόμα βαρυνθεῖ μέ μιά ἀνεπανόρθωτη ἀπώλεια. Ἀφ’ ἧς στιγμῆς ὅμως ὁ ἄνθρωπος, χωριζόμενος ἀπό τόν Δημιουργό καί τήν κτίση, ἀπέβη ἄτομο, ἤτοι ἕνα σχίσμα καί μιά ρωγμή τοῦ εἶναι, ἀφ’ ἧς στιγμῆς ἐπίσης, ἀναδεχόμενος τό ὄνομά του κατά τρόπο προκλητικό, ἔμαθε ὅτι ἦταν θνητός, τότε ἡ ἔπαρσή του αὐξήθηκε, ὅπως καί ἡ ταραχή του. Ἦταν περήφανος πού πέθαινε ἐπί τέλους μ’ ἕναν προσίδιο τρόπο, ἀλλά πέθαινε ἐντελῶς, κι αὐτό ἦταν ταπεινωτικό. Ἀπρόθυμος πλέον νά συμφιλιωθεῖ μέ μιάν ἔκβαση πού κάποτε διακαῶς ἐπιθυμοῦσε, στράφηκε μετανιωμένος στά ζῶα, τούς παλιούς του συντρόφους: ὅλα τους, τά πιό ἄθλια ἀλλά καί τά πιό εὐγενῆ, δέχτηκαν τή μοῖρα τους, εὐαρεστοῦνται ἤ συμβιβάζονται μέ αὐτήν∙ οὔτε ἕνα ἀπό αὐτά δέν ἀκολούθησε τό παράδειγμά του οὔτε μιμήθηκε τήν ἐξέγερσή του. Τά φυτά, περισσότερο κι ἀπό τά ζῶα, ἀγάλλονται πού δημιουργήθηκαν: ἡ τσουκνίδα ζεῖ καί ἀναπνέει ἐν Θεῷ, σέ Αὐτόν ἐγκαταλείπεται∙ ὁ ἄνθρωπος μόνο ἀσφυκτιᾶ ἐν Θεῷ – μήπως δέν ἦταν ἀκριβῶς αὐτή ἡ αἴσθηση πνιγμοῦ πού τόν παρακίνησε νά ξεχωρίσει ἀπό τήν ὑπόλοιπη κτίση, πού τόν ἔκανε νά ἀναφανεῖ μέ τή μορφή ἑνός ἐθελούσιου παρία, ἑνός αὐτόβουλου ἀποσυνάγωγου; Ὅλα τά ἄλλα ἔμβια ὄντα, ἐπειδή εἶναι ταυτόσημα μέ τήν κατάστασή τους, διατηροῦν τήν ὑπεροχή ἀπέναντι στόν ἄνθρωπο. Θά συλλάβει ἐντελέστερα τή σοβαρότητα τῆς συνθήκης του ὅταν θά ἀρχίσει νά τά φθονεῖ, νά νοσταλγεῖ τήν ἀπρόσωπη αἴγλη τους. Ματαίως πειρᾶται νά ξανακερδίσει τή ζωή ἀπό τήν ὁποία ἀπέδρασε ἐπειδή ὁ θάνατος τοῦ κίνησε τήν περιέργεια: δέν θά βρεθεῖ ποτέ ἰσόπεδος μέ αὐτήν, ἀλλά πάντοτε ἐντεῦθεν ἤ ἐκεῖθεν. Ὅσο αὐτή γλιστράει μακριά, τόσο αὐτός ἐπιποθεῖ νά τή συλλάβει καί νά τήν αἰχμαλωτίσει∙ ἀποτυχών νά τό κάνει, κινητοποιεῖ τό σύνολο τῶν πόρων τῆς ἀνήσυχης καί τυραννισμένης του βούλησης· τούτη εἶναι τό μοναδικό του ἔρεισμα: εἶναι ἐξουθενωμένος ἀλλά καί ἀκαταπόνητος, ἀνεγκλιμάτιστος, δέν ἑδράζεται κάπου, εἶναι ξεριζωμένος καί γι’ αὐτό τόν λόγο κατακτητικός· ἕνας πλανόβιος, συντετριμμένος καί συνάμα ἀδάμαστος, πού διακατέχεται ἀπό τό ἀκατάσβεστο πάθος νά ἀναπληρώσει ὅλες του τίς ἀδυναμίες καί πού μπροστά στήν ἀποτυχία βιαιοπραγεῖ ἐνάντια σέ ὅλα ὅσα τόν περιστοιχίζουν· ἕνας ὀλετῆρας πού σωρεύει τό ἕνα ἀδίκημα μετά τό ἄλλο ἀπό τήν ὀργή πού νιώθει βλέποντας ἕνα ἔντομο νά κερδίζει ἀμοχθήτως αὐτό πού ἐκεῖνος, μέ τόση προσπάθεια, δέν μπόρεσε νά ἀποκτήσει. Ἔχοντας ἀπωλέσει τό μυστικό τῆς ζωῆς καί ἀκολουθῶντας μιά μακρά παρακαμπτήριο ὁδό μήπως καί τό ξαναβρεῖ καί ξαναπιάσει τό νῆμα τῆς ζωῆς, ἀπομακρύνεται ὅλο καί περισσότερο ἀπό τήν πρότερη ἀθωότητά του, ἐκπίπτει διηνεκῶς ἀπό τήν αἰωνιότητα. Ἡ διάσωσή του πιθανῶς νά ἦταν κατορθωτή ἄν καταδεχόταν νά συναγωνιστεῖ τόν Θεό μόνον σέ λεπτότητα, σέ ἐπιτονισμό καί σέ ὀξυδέρκεια∙ τουναντίον, ἀξίωσε τήν ἀπόκτηση μιᾶς ἰσόβαθμης δύναμης. Αὐτοῦ τοῦ εἴδους ἡ καύχηση μόνο στή διάνοια ἑνός ἐκφυλισμένου θά μποροῦσε νά γεννηθεῖ, ἐφοδιασμένου μ’ ἕνα περιορισμένο φορτίο ὕπαρξης καί τοῦ ὁποίου ἡ μειονεξία τόν παρακινεῖ νά διευρύνει τεχνηέντως τά μέσα δράσης του καί νά ἀντισταθμίσει τά συμβιβασμένα του ἔνστικτα μέ ἐργαλεῖα πού θά τόν καταστήσουν δεινό. Κι ἄν πράγματι ἔχει γίνει φοβερός, τοῦτο ὀφείλεται στό ὅτι ἡ ἱκανότητά του νά ἐκφυλίζεται δέν γνωρίζει ὅρια. Ἐνῶ θά ἔπρεπε νά εἶχε ἀρκεστεῖ στόν πυριτόλιθο καί στή χειράμαξα, ἔστω μέ κάποιες τεχνικές βελτιώσεις, αὐτός ἔχει ἐφεύρει καί χειρίζεται ἐργαλεῖα πού διατρανώνουν τήν παράδοξη ὑπεροχή ἑνός μειονεκτοῦντος ὄντος, ἑνός ξεπεσμένου βιολογικά δείγματος πού κανείς δέν φανταζόταν ὅτι θά μποροῦσε νά ἀρθεῖ στό ὕψος μιᾶς τόσο εὐφυοῦς βλαπτικότητας. Ὄχι ὁ ἄνθρωπος, ἀλλά τό λιοντάρι ἤ ἡ τίγρη θά ἔπρεπε νά βρίσκονται στή θέση πού αὐτός καταλαμβάνει στήν κλίμακα τῆς Δημιουργίας. Ὅμως, δέν εἶναι ποτέ οἱ δυνατοί, εἶναι οἱ ἀδύναμοι ἐκεῖνοι πού στοχεύουν στήν ἐξουσία, καί τήν ὁποία, κάτω ἀπό τή συνδυασμένη ἐπήρεια τῆς πανουργίας καί τοῦ παραληρήματος, στό τέλος τήν κατακτοῦν. Ἕνα ἄγριο θηρίο δέν αἰσθάνεται τήν ἀνάγκη νά αὐξήσει τή δύναμή του, οὖσα πραγματική· δέν ὑποβιβάζεται σέ ἐργαλεῖο. Ἐπειδή σέ ὅλα τά πράγματα ὁ ἄνθρωπος ἦταν ἕνα παρά φύσιν ζῶο, ἀπαράσκευος ὡς πρός τό ζῆν, δίχως μεγάλη αὐτοπεποίθηση, βίαιος ἀπό λιγοψυχία καί ὄχι λόγω σθένους, ἀδιάλλακτος ἀπό θέση ἀδυναμίας, ἐπιθετικός καθότι ἀνεξοικείωτος μέ τό περιβάλλον του, χρειαζόταν ἔτσι νά μηχανευτεῖ τά κατάλληλα μέσα μιᾶς ἐπιτυχοῦς ἔκβασης, πού ὁ ἴδιος δέν θά μποροῦσε νά τήν κατορθώσει ἤ ἔστω νά τή φανταστεῖ, ἄν ἡ κράση του ἦταν σύστοιχη μέ τίς ἐπιταγές τοῦ ἀγῶνα γιά ὕπαρξη. Ἄν ὑπερβαίνει τό μέτρο σέ κάθε τι, ἄν γι’ αὐτόν ἡ ὑπερβολή εἶναι ζωτική ἀνάγκη, εἶναι ἐπειδή ὄντας ἐξ ἀρχῆς ἔκκεντρος καί ἀχαλίνωτος, τοῦ εἶναι δύσκολο νά ἀγκυρωθεῖ σέ αὐτό πού ὑπάρχει, νά διαπιστώσει ἤ νά ὑπομείνει τήν πραγματικότητα χωρίς νά θελήσει νά τή μεταμορφώσει καί νά τή μεγαλοποιήσει. Χωρίς λεπτότητα στούς τρόπους, στερούμενος αὐτήν τήν ἔμφυτη γνώση τῆς ζωῆς, καί ἀνίκανος σύν τοῖς ἄλλοις νά διακρίνει τό ἀπόλυτο μέσα στό ἄμεσο, ἐμφανίζεται σέ ὁλόκληρη τή φύση σάν ἕνα ἐπεισόδιο, ἕνα εἶδος παρέκκλισης ἤ αἵρεσης, ἕνας ἀναποδιάρης, ἕνας ἀλλοπρόσαλλος, ἕνας πεπλανημένος πού τά πάντα ἀδιακρίτως τά ἔχει περιπλέξει, ἀκόμα καί τόν φόβο του, ὁ ὁποῖος συνεχῶς ἐπιδεινούμενος ἔχει καταντήσει φόβος γιά τόν ἑαυτό του, τρόμος ἐνώπιον μιᾶς ἐξουθενωμένης μοίρας πού θέλγεται ἀπό τό ἀχανές· εἶναι, κοντολογίς, ἐκτεθειμένος σέ ἕνα πεπρωμένο πού θά τρόμαζε καί θεό ἀκόμα. Ὄντας προνομιοῦχος τοῦ τραγικοῦ, αἰσθάνεται ὅτι ἔχει παραπάνω πεπρωμένο ἀπό τόν Δημιουργό του· ἔτσι ἐξηγεῖται ἡ ἔπαρσή του, ὁ φόβος του, κι αὐτή ἡ πιεστική ἀνάγκη πού νιώθει νά ξεφύγει ἀπό τόν ἑαυτό του∙  κοιτάζει πῶς νά ἑτοιμάσει τήν ἔξοδό του σέ περισπασμούς μέ σκοπό νά κρύψει τόν πανικό του, μέ σκοπό νά γλιτώσει ἀπό μιά συνάντηση μέ τόν ἑαυτό του. Προτιμᾶ νά ἀφεθεῖ στίς πράξεις, παραδιδόμενος ὅμως σέ αὐτές συμμορφώνεται οὐσιαστικά μέ τίς ὑποδείξεις ἑνός φόβου πού τόν ἐξεγείρει καί τόν κεντρίζει, καί πού θά τόν παρέλυε ἄν δοκίμαζε νά τόν ἀναλογιστεῖ, νά ἀποκτήσει πλήρη ἐπίγνωσή του. Κι ὅταν, νηφάλιος, μοιάζει νά ὁδεύει πρός τήν ἀδράνεια, τότε ὁ φόβος βγαίνει στήν ἐπιφάνεια καί τοῦ χαλάει τήν ἰσορροπία. Πιθανῶς ἡ δυσφορία πού αἰσθανόταν ἐν μέσῳ τοῦ Παραδείσου νά ἦταν ἕνας δυνητικός φόβος, τό πρῶτο σύμπτωμα, τό ἀρχικό στάδιο μιᾶς «ψυχῆς». Δέν μπορεῖς νά ζεῖς μέσα στήν ἀθωότητα καί στόν φόβο ταυτόχρονα, πόσω μᾶλλον ὅταν ὁ τελευταῖος ἀπεργάζεται συμφορές, ὄντας διαθέσιμος στόν ὄλεθρο, καί ἔχει αὐτό τό ἔμμονο πάθος γιά τό ἄγνωστο. Ὑποθάλπουμε τό ρῖγος καθ’ αὐτό, προεξοφλοῦμε τήν ἔλευση τοῦ βλαβεροῦ, τοῦ ἀμιγοῦς κινδύνου, σέ ἀντίθεση μέ τά ζῶα πού ἀρέσκονται νά τρέμουν μόνο μπροστά σέ ἕναν καθορισμένο κίνδυνο, τή μόνη ἄλλωστε στιγμή ὅπου, γλιστρῶντας ἀθόρυβα στή θέση τοῦ ἀνθρώπου, μᾶς μοιάζουν· διότι ὁ φόβος –ἕνα εἶδος ψυχικοῦ ρεύματος πού διατρέχει αἰφνιδιαστικά τήν ὕλη τόσο γιά νά τή ζωοποιήσει ὅσο καί γιά νά τήν ἀποδιοργανώσει– ἀναφαίνεται ὡς προτύπωση, ὡς δυνατότητα τῆς συνείδησης, ἤ καλύτερα, ὡς συνείδηση τῶν ὄντων πού τή στεροῦνται… Ὁ φόβος μᾶς καθορίζει σέ τέτοιο βαθμό πού δέν σημειώνουμε πλέον τήν παρουσία του, παρά μόνο ὅταν ἀτονεῖ ἤ ἀποσύρεται, ὅπως σέ ἐκεῖνα τά γαλήνια μεσοδιαστήματα, τά ὁποῖα ὡστόσο τά διαπερνᾶ, τρέποντας ἔτσι τήν εὐτυχία σέ μιά ἤπια, εὐχάριστη ἀνησυχία. Στέκεται βοηθός τοῦ μέλλοντός μας, ἀφοῦ μᾶς κεντρίζει, καί καθώς μᾶς ἐμποδίζει νά ζήσουμε σέ ἀγαστή συμφωνία μέ τόν ἑαυτό μας, μᾶς ὑποχρεώνει νά ἐπιβεβαιωθοῦμε διά τῆς φυγῆς. Εἶναι δέ ὁ φόβος τέτοιας λογῆς, ὥστε κανείς, ἄν θέλει νά ἀναπτύξει κάποια δράση, δέν θά μποροῦσε νά τόν ἀντιπαρέλθει· μόνο ὅποιος λυτρώνεται ἀπό αὐτόν θραύει τά δεσμά πανηγυρίζοντας ἕναn διπλό θρίαμβο: ἐπί τοῦ φόβου καί ἐπί τοῦ ἑαυτοῦ του· κι αὐτό ἐπειδή ἀπεμπολῶντας τήν ἀνθρώπινη ἰδιότητα, καθώς καί τό καθῆκον πού ἀπορρέει ἀπό αὐτήν, δέν συμμετέχει πλέον σέ αὐτή τήν παραγεμισμένη μέ τρόμο ἀνθρώπινη διάρκεια, σέ αὐτόν τόν καλπασμό ἀνά τούς αἰῶνες πού σπέρνει πάνω μας μιά μορφή φόβου, τοῦ ὁποίου, ἐν κατακλεῖδι, εἴμαστε ἐμεῖς οἱ ἴδιοι τό ἀντικείμενο καί ἡ αἰτία.

Ἄν ὁ Θεός ἀνήγγειλε ὅτι εἶναι «αὐτός πού εἶναι», ὁ ἄνθρωπος, ὅλως ἀντιθέτως, δύναται νά προσδιοριστεῖ ὡς «αὐτός πού δέν εἶναι». Ἡ ἐν λόγῳ ἔλλειψη, τοῦτο τό ἔλλειμμα ὕπαρξης, ξυπνῶντας μέσα του, ἀπό ἀντίδραση, τήν ἀλαζονική ὑπερηφάνεια, τόν σπρώχνει πρός τήν πρόκληση ἤ τήν ἀγριότητα. Ἀφοῦ ἐγκατέλειψε τή γενέθλια γῆ του, ἀντάλλαξε τήν αἰωνιότητα μέ τό γίγνεσθαι καί κακοποίησε τή ζωή προβάλλοντας πάνω της τή νεανική του παράνοια, βγαίνει τώρα ἀπό τήν ἀνωνυμία μέσω μιᾶς ἀλληλουχίας ἀρνήσεων πού τόν καθιστοῦν τόν μεγάλο λιποτάκτη τοῦ εἶναι. Παράδειγμα ἀντι-φύσης, ἡ ἀπομόνωσή του εἶναι ὁμόλογη μέ τήν ἐπισφάλειά του. Τό ἀνόργανο εἶναι αὔταρκες∙ τό ὀργανικό εἶναι ἐξαρτημένο, ἐπαπειλούμενο, εὐμετάβλητο∙ τό ἐνσυνείδητο ὅμως εἶναι τό κατ’ ἐξοχήν πτώσιμο. Πάλαι ποτέ χαιρόμασταν μέ τό ὅλον, εἴχαμε τά πάντα πλήν τῆς συνείδησης∙ τώρα πού τήν κατέχουμε καί πού μᾶς κατατρύχει, πού τήν ἀντιλαμβανόμαστε ὡς τόν ἀντίποδα ἀκριβῶς τῆς ἀρχέγονης ἀθωότητας, ἀδυνατοῦμε τόσο νά τήν ἀποδεχτοῦμε ὅσο καί νά τήν ἀποκηρύξουμε. Θά ὁμολογούσαμε τήν ἀποτυχία μας, ὅτι σφάλαμε, ὅτι μᾶς ἀξίζει πού εἴμαστε πεπτωκότες, ἄν ἀνακαλύπταμε ὁπουδήποτε ἀλλοῦ ἐκτός ἀπό τόν ἑαυτό μας περισσότερη πραγματικότητα.

Ὅταν ἐκδιώχθηκε ἀπό τόν Παράδεισο, ὁ ἄνθρωπος ἔπαψε νά εἶναι ἐρασιτέχνης: μήπως δέν προέβη, μέ τό πρῶτο, στήν κατάκτηση τῆς γῆς; Μάλιστα, δέν τόν θεωρούσαμε ἱκανό νά ἐπιδείξει τέτοια σοβαρότητα καί ἐπιμέλεια στό ἔργο αὐτό. Ὡστόσο, κάτι πάνω του, ἀλλά καί μέσα του, φέρει τό σημάδι τοῦ μή-πραγματικοῦ, τοῦ μή-γήινου. Τοῦτο διαφαίνεται στίς παύσεις τοῦ πυρετοῦ του. Συνεπεία τῆς ἀσάφειας καί τῆς ἀμφισημίας, ἄλλοτε εἶναι πέραν τοῦ κόσμου τούτου καί ἄλλοτε ὄχι, ἔνθεν κακεῖθεν. Ὅταν τόν συλλαμβάνουμε ἀπόντα, ὅταν κατοπτεύουμε ἐκεῖνες τίς στιγμές ὅπου ἡ πορεία του ἐπιβραδύνεται ἤ ἀναστέλλεται, μήπως δέν διακρίνουμε τότε στό βλέμμα του τήν ἀγανάκτηση ἤ τίς τύψεις ὅτι κατερείπωσε ὄχι μόνο τή γενέτειρά του, ἀλλά καί αὐτόν ἀκόμα τόν τόπο τῆς ἐξορίας του, ἔναντι τοῦ ὁποίου εἶχε ἐκδηλώσει τήν ἀνυπομονησία του καί τίς ἄπληστες διαθέσεις του; Μιά σκιά πού κονταροχτυπιέται μέ ἀπεικάσματα, ἕνας ὑπνοβάτης πού βλέπει τόν ἑαυτό του νά βαδίζει, πού θεᾶται τίς κινήσεις του χωρίς νά διακρίνει τήν κατεύθυνση ἤ τόν σκοπό τους. Ἀποφάσισε ὑπέρ μιᾶς μορφῆς γνώσης πού συνιστᾶ ἀδίκημα, ἁμάρτημα ἄν θέλετε, ἐγκληματική ἀδιακρισία κατά τῆς Δημιουργίας, τήν ὁποία ἔχει ἀναγάγει σέ σωρό ἀντικειμένων, μπροστά στά ὁποῖα στέκεται ὡς ὁ αὐτοανακηρυγμένος καταστροφέας τους, ἀξιότητα πού τή βασίζει ὄχι στό θάρρος του ἀλλά σέ μιά ἐπίδειξη γενναιότητας, σέ ἕναν κομπασμό, ὅπως καταμαρτυρεῖ ἡ ἀμήχανη ταραχή πού τόν κυρίεψε στήν ὅλη ὑπόθεση μέ τό φροῦτο∙ ὅπερ σημαίνει, ὅτι αἰσθάνθηκε μοναξιά στήν Ἐδέμ, καί τοῦ μέλλει νά τήν αἰσθανθεῖ ἀκόμα περισσότερο κάτω στή Γῆ, ὅπου λόγω τῆς ἰδιάζουσας κατάρας πού τόν πλήττει προώρισται νά ἀποτελέσει μιάν «αὐτοκρατορία μέσα σέ μιάν αὐτοκρατορία». Ὀξυδερκής καί ἐλαφρόνους, δέν ἔχει ὅμοιό του: ὄντας γνήσια παραφωνία στούς νόμους τῆς φύσης, τίποτα δέν προδίκαζε τήν ἐμφάνισή του. Ἦταν ἄραγε ἀπαραίτητος, αὐτός πού ἀπό πλευρᾶς ἠθικῆς εἶναι πιό δύσμορφος ἀπ’ ὅ,τι οἱ δεινόσαυροι ἀπό πλευρᾶς σωματικῆς; Ἄν τόν ἐξονυχίσουμε, ἐγκύψουμε πάνω του, χωρίς προσπάθεια ὡραιοποίησης, γίνεται τότε φανερό ὅτι δέν καθίσταται ἀτιμώρητα ἀντικείμενο ἀναστοχασμοῦ. Ὅταν ἕνα τέρας πιέζει μέ τό βάρος του ἕνα ἄλλο, τό ἀποτέλεσμα εἶναι διπλᾶ τερατῶδες: ἡ παράδοση τοῦ ἀνθρώπου στή λήθη, ἀλλά καί τῆς ἰδέας πού ἐνσαρκώνει, πρέπει νά ἀποτελεῖ τό προοίμιο κάθε θεραπείας. Ἡ σωτηρία ἔρχεται ἀπό τό εἶναι, ὄχι ἀπό τά ὄντα, διότι οὐδείς θεραπεύεται ἀπό τήν ἐπαφή μέ τίς ἀσθένειές τους.

Ἡ ἀνθρωπότητα προσκολλήθηκε ἐπί μακρόν στό ἀπόλυτο ἐπειδή δέν μποροῦσε νά βρεῖ μέσα της ἕναν γνώμονα ὑγείας. Ἡ ὑπερβατικότητα διαθέτει θεραπευτικές ἀρετές: ἕνας Θεός, ὅποιο σχῆμα κι ἄν περιβληθεῖ, ἐμφαίνει ρητά τήν προοπτική μιᾶς θεραπείας. Ἀκόμα καί ὁ διάβολος ἀντιπροσωπεύει γιά μᾶς μιά λυσιτελέστερη σέ σχέση μέ τούς ὁμοίους μας καταφυγή σέ βοήθεια. Ἤμασταν πιό ὑγιεῖς ὅταν καθικετεύοντας ἤ ἀναθεματίζοντας μιά ἀνώτερη δύναμη πέρα ἀπό ἐμᾶς μπορούσαμε νά κάνουμε χρήση τῆς προσευχῆς ἤ τῆς βλασφημίας χωρίς ὑπονοούμενα καί εἰρωνεῖες. Ἀφ’ ἧς στιγμῆς ὅμως ἐσωκλειστήκαμε καί ὁ ἑαυτός ἀπέβη ἡ καταδίκη μας, ἡ ἀνισορροπία μας ἐντάθηκε. Ἐφεξῆς, ἐπείγει τά μέγιστα νά ἀπελευθερωθοῦμε ἀπό τήν ἐμμονή μέ τόν ἑαυτό. Μπορεῖ ὅμως ἕνας σακάτης νά ἀποδράσει ἀπό τήν ἀναπηρία του, ἀπό τήν προσίδια στήν οὐσία του μειονεξία; Προαχθέντες στήν τάξη τῶν ἀνιάτων, εἴμαστε μιά κακουχημένη, πονεμένη ὕλη, βρυχώμενη σάρκα, ραγισμένα ἀπό τίς οἰμωγές κόκκαλα, καί οἱ ἴδιες μας οἱ σιωπές ἄλλο δέν εἶναι ἀπό πνιγμένοι θρῆνοι. Ὑποφέρουμε, ἐμεῖς μόνο, πολύ περισσότερο ἀπό τά ὑπόλοιπα ὄντα καί τό μαρτύριό μας νοσφίζεται τήν πραγματικότητα, τήν οἰκειοποιεῖται, τήν ἀντικαθιστᾶ, ἔτσι ὥστε ὁ ἀπολύτως ὑποφέρων εἶναι ἀπολύτως συνειδητός, συνεπῶς, ὁλωσδιόλου ἔνοχος ἀπέναντι στό ἄμεσο καί στό πραγματικό, ὅροι σύστοιχοι, ὅπως ἀκριβῶς καί ὁ πόνος μέ τή συνείδηση.

Καί ἐπειδή οἱ δικές μας ἀσθένειες ξεπερνοῦν σέ ἀριθμό καί ὀξύτητα ἐκεῖνες ὅλων τῶν ἄλλων πλασμάτων μαζί, οἱ σοφοί κατέβαλαν κάθε προσπάθεια νά μᾶς διδάξουν τήν ἀπάθεια, ἕνα μάθημα στό ὁποῖο δέν σημείωσαν περισότερες ἀπό ἐμᾶς ἐπιτυχίες. Οὐδείς μπορεῖ νά καυχηθεῖ ὅτι συνάντησε ἔστω κι ἕναν τέλειο σοφό· οἱ δοσοληψίες πού ἔχουμε καθημερινά εἶναι μέ κάθε λογῆς ἀκρότητα, εἴτε πρός τό καλό εἴτε πρός τό κακό: μᾶς λαχαίνουν ὑψιπετεῖς, ἐξημμένοι καί γδαρμένοι, προφῆτες, κατά καιρούς καί ἅγιοι… Γεννημένοι ἀπό μιά πράξη ἀνυπακοῆς καί ἄρνησης, δέν προαλειφόμασταν γιά τήν ἀδιαφορία. Ἡ ἔλευση, στή συνέχεια, τῆς γνώσης μᾶς κατέστησε ἐντελῶς ἀπρόσφορους γιά κάτι τέτοιο. Ἡ κύρια μομφή πού ἀποδίδεται στή γνώση εἶναι ὅτι δέν μᾶς βοήθησε νά ζήσουμε. Ἦταν ὅμως αὐτή ἡ λειτουργία της; Μήπως δέν στραφήκαμε σέ αὐτή πρός ἐπίρρωση τῶν ὀλέθριων σχεδίων μας καί πρός ἐκπλήρωση τῶν ὀνείρων πού τρέφουμε γιά δύναμη καί ἀρνητικότητα; Ὑπό μία ὁρισμένη ἔννοια, τό πιό ἀχρεῖο ζῶο ζεῖ καλύτερα ἀπό ἐμᾶς. Χρειάζεται τάχα νά ψάχνουμε στούς ὑπονόμους συνταγές σοφίας, ὥστε νά ἀναγνωρίσουμε τά πλεονεκτήματα πού ἔχει ἕνας ἀρουραῖος σέ σύγκριση μέ ἐμᾶς, ἀκριβῶς ἐπειδή εἶναι ἀρουραῖος καί μόνο; Γινόμενοι συνεχῶς κάτι ἄλλο, εἴμαστε ὁ ἑαυτός μας στόν βαθμό πού διαφεύγουμε τή σύλληψη ἀπό τόν ὁρισμό μας· σύμφωνα μέ τόν Νίτσε, ἐξάλλου, ὁ ἄνθρωπος εἶναι das noch nicht festgestellte Tier, τό ζῶο πού ἡ φύση του δέν ἔχει ἀκόμα καθοριστεῖ. Κυριευμένοι ἀπό τήν ἔμμονη ἰδέα τῆς μεταμόρφωσης, τῆς δυνητικότητας, τελοῦντες ἐν ἀναμονῇ νέων σχηματισμῶν ἔκφρασης στό πρόσωπό μας, ἀποθησαυρίζουμε μή-πραγματικότητες καί ὀγκούμεθα μέσα στό ψευδές, διότι μέ τό πού θά μάθουμε καί νιώσουμε ὅτι εἴμαστε ἄνθρωποι, τείνουμε ἀμέσως πρός τό γιγαντιαῖο, καθώς θέλουμε νά φανοῦμε μεγαλύτεροι ἀπό τή ζωή. Τό ἔλλογο ζῶο εἶναι τό μόνο ξεστρατισμένο, τό μόνο πού, ἀντί νά παραμείνει στήν ἀρχική του συνθήκη, βάλθηκε νά σφυρηλατήσει μιάν ἄλλη, ἀμελῶντας τά συμφέροντά του καί δείχνοντας, κατά κάποιον τρόπο, ἀσέβεια πρός τήν ἴδια του τήν εἰκόνα. Λιγότερο ἀνήσυχος ἀπ’ ὅ,τι δυσαρεστημένος (ἡ ἀνησυχία ἀπαιτεῖ μιά διέξοδο, ὁδηγεῖ στήν παραίτηση) ἀπολαμβάνει μιά δυσαρέσκεια πού ἀγγίζει τά ὅρια τοῦ ἰλίγγου. Μιά καί οὐδέποτε εἶναι πλήρως ἐνσωματωμένος στόν ἑαυτό του ἤ στόν κόσμο, εἶναι τότε στό κομμάτι ἐκεῖνο τοῦ ἑαυτοῦ του πού ἀρνεῖται νά συμπέσει μέ ὅ,τι βιώνει ἤ ὅ,τι ἀναλαμβάνει νά ἐπιτελέσει, εἶναι σέ αὐτή τή ζώνη ἀπουσίας, σέ αὐτή τή χασμωδία μεταξύ τοῦ ἰδίου καί τοῦ ἑαυτοῦ του, μεταξύ τοῦ ἑαυτοῦ του καί τοῦ κόσμου ὅλου, πού φανερώνεται ἡ πρωτοτυπία του καί ἀσκεῖται ἡ ἱκανότητά του νά μένει διαρκῶς ἀσυνταύτιστος, πρᾶγμα πού τόν διατηρεῖ σέ μιά σχέση ἀνειλικρίνειας ὄχι μόνο πρός τά ἄλλα ὄντα, κάτι θεμιτό, ἀλλά καί πρός τά ἴδια τά πράγματα, λιγότερο θεμιτό. Εἶναι συνεσταλμένος καί συνάμα ἀχαλίνωτος, ἡ δέ διπροσωπία του, ὅπως ἡ συστολή καί ἡ ἀχαλινωσία του, εἶναι διφυής καί ἕλκει τήν καταγωγή της τόσο ἀπό τήν προσίδια ἔλλειψη ὕπαρξης ὅσο καί ἀπό τήν ἐλαττωματική του ὑπόσταση, πρᾶγμα πού τόν καταδικάζει στίς ὑπερβολές τῆς βούλησης. Ὅσο περισσότερο εἴμαστε, τόσο λιγότερο θέλουμε. Μᾶς ὠθεῖ πρός τήν πράξη τό μή-εἶναι μέσα μας, ἡ ἀδυναμία καί ἡ ἔλλειψη προσαρμογῆς. Προνόμιο καί δυστύχημα στόν ἄνθρωπο, τοῦ κατ’ ἐξοχήν ἀδύναμου καί δυσπροσάρμοστου ὄντος, εἶναι ἡ καταναγκαστική ἀνάληψη καθηκόντων ἀσύμμετρων πρός τίς δυνάμεις του, γινόμενος ἔτσι θῦμα τῆς βούλησής του, πρᾶγμα πού ἀποτελεῖ σημάδι τῆς ἀτέλειάς του, καί τό ἀσφαλέστερο μέσο ἐπιβεβαίωσης καί καταβαράθρωσης τοῦ ἑαυτοῦ του…

Ἀντί νά ἐπιδιώξει μιά συνάντηση μέ τόν ἑαυτό του, εὕρημα χαμένο, ἕνα ξανασμίξιμο μέ τά ἄχρονα βάθη του, ἔστρεψε τίς ἱκανότητές του πρός τά ἔξω, πρός τήν Ἱστορία. Ἄν τίς ἀσκοῦσε διαφοροτρόπως, τούς ἄλλαζε κατεύθυνση, τίς ἐσωτερίκευε, θά εἶχε ἐξασφαλίσει τή σωτηρία του. Γιατί δέν ἔκαμε μιά προσπάθεια ἀντίθετη πρός ἐκείνη πού ἀπαιτεῖ ἡ προσκόλληση στόν χρόνο; Τήν ἐνέργεια πού ἔχουμε μποροῦμε νά τήν ξοδέψουμε τόσο γιά τή σωτηρία μας ὅσο καί γιά τον χαμό μας. Χανόμενος ὁ ἄνθρωπος ἀπέδειξε μέ τήν ἐνδιάθετη κλίση του πρός τήν ἀποτυχία ὅτι εἶχε τήν ἀπαραίτητη δύναμη γιά νά τήν ἀποφύγει, ὑπό τήν προϋπόθεση ὡστόσο ὅτι θά προέβαλε ἀντίσταση στήν πλεκτάνη τοῦ γίγνεσθαι. Ὅταν ὅμως ἀπέκτησε ἐμπειρία τῆς σαγήνης του, περιῆλθε σέ μιά κατάσταση μέθης, τοῦ παραδόθηκε: μιά ἐρειδόμενη στή μέθη κατάσταση χάριτος πού μόνο ἡ συγκατάθεση στή μή-πραγματικότητα μπορεῖ νά προσφέρει. Ὅ,τι ἔκτοτε ἔχει ἀναλάβει ὡς ἔργο μετέχει σέ αὐτήν τήν καθ’ ἕξιν ἐνασχόλησή του μέ τό ἀνυπόστατο· ζεῖ ἐξάλλου μέ ἐπίκτητες ψευδαισθήσεις καί μέ τήν τάση νά θεωρεῖ ὑπαρκτό τό ἀνύπαρκτο. Εἰδικευμένος στό φαίνεσθαι καί ἀσκημένος στό τίποτα (μέ τί ἄλλο θά μποροῦσε νά ἱκανοποιήσει τή δίψα του γιά κυριαρχία;), στοιβάζει τή μία γνώση μετά τήν ἄλλη, ἤτοι τίς ἀντανακλάσεις του· γιά πραγματική γνώση οὔτε λόγος: ἡ κίβδηλη γνώση του, ἀντίγραφο τῆς ψευδοῦς ἀθωότητάς του, τόν ἀποσπᾶ ἀπό τό ἀπόλυτο καί ὅλα ὅσα γνωρίζει δέν τό ἄξιζαν νά γνωσθοῦν. Ὑπάρχει ἀγεφύρωτη ἀντινομία μεταξύ σκέψης καί διαλογισμοῦ, μεταξύ τοῦ μεταπηδῶ ἀπό τό ἕνα πρόβλημα στό ἄλλο καί τῆς ἐμβύθισης στή σπουδή ἑνός καί μόνο προβλήματος. Βουτῶντας διά τοῦ διαλογισμοῦ μέσα στό ἄπειρο τῆς στιγμῆς ἀντιλαμβανόμαστε ξεκάθαρα τήν κουφότητα τοῦ διαφορετικοῦ καί συμπτωματικοῦ, τοῦ παρελθόντος καί τοῦ μέλλοντος. Θά ἦταν χίλιες φορές προτιμότερο νά τάξει κανείς τόν ἑαυτό στήν τρέλα ἤ νά αὐτοκαταλυθεῖ στούς κόλπους τοῦ Θεοῦ, παρά νά ἀκμάσει ἐν μέσῳ ἀπεικασμάτων. Μιά ἄναρθρη προσευχή πού ἐνδομύχως ἐπαναλαμβάνεται σέ βαθμό ἀποχαύνωσης ἤ ὀργασμοῦ ἔχει μεγαλύτερη βαρύτητα ἀπ’ ὅ,τι μιά ἰδέα, ἀπ’ ὅ,τι ὅλες οἱ ἰδέες. Νά θηρεύσουμε ἕναν ὁποιονδήποτε πλήν τοῦ ἐνθαδικοῦ κόσμο, νά καταβυθιστοῦμε μέσα σ’ ἕναν σιωπηλό ὕμνο στήν κενότητα, νά θητεύσουμε στή μαθητεία τοῦ ὁπουδήποτε ἀλλοῦ

Γνωρίζω πραγματικά σημαίνει γνωρίζω τό οὐσιῶδες, ἐμπλέκομαι σέ αὐτό, εἰσχωρῶ μέσα του διά τοῦ βλέμματος, καί ὄχι μέσω τῆς ἀνάλυσης καί τοῦ λόγου. Αὐτό τό φλύαρο, ἐριστικό καί βροντερό ζῶο, πού χαίρεται μέσα στό πανδαιμόνιο (ὁ θόρυβος εἶναι ἄμεσο ἐπακόλουθο τοῦ προπατορικοῦ ἁμαρτήματος), θά ἔπρεπε νά σιγήσει, ἀφοῦ δέν πρόκειται ποτέ, ἐνόσω ἐξακολουθεῖ νά ἀσχολεῖται μέ τίς λέξεις, νά προσπελάσει τίς ἱερές πηγές τῆς ζωῆς. Καί ὅσο δέν ἀπαλλάσσεται ἀπό μιά μεταφυσικά ἐπιφανειακή γνώση, θά ἐξακολουθεῖ νά διάγει ἕναν πλαστογραφημένο βίο, δίχως ἔρεισμα καί συνοχή, ὅπου ὅλα γύρω του θά εἶναι ἀδιευθέτητα. Ξοδεύει τόσο πολύ ἀπό τό εἶναι του, που ἡ βούληση πού τόν κυριεύει ὑπερβαίνει τίς δυνατότητές του∙ βούλεται ἀπεγνωσμένα καί λυσσαλέα, καί ὅταν θά ἔχει ἐξαντληθεῖ ἀκόμα καί αὐτή ἡ ἐναπομείνασα ἐπίφαση πραγματικότητας, αὐτός θά συνεχίσει νά βούλεται ἀκόμα πιό παθιασμένα, μέχρι τελικῆς ἐκμηδένισης ἤ γελοιοποίησης. Ἀπαράσκευος ὡς πρός τό ζῆν, παριστάνει ὅτι ζεῖ∙ γι’ αὐτό, καθώς ἡ λατρεία του γιά τό ἐλευσόμενο ἀγγίζει τά ὅρια τῆς ἔκστασης, ἡττᾶται ἀπό τήν ὀλιγοψυχία μπροστά σέ ὅ,τι ἀγνοεῖ, γυρεύει νά βρεῖ ἤ φοβᾶται, μπροστά στήν ἀναμενόμενη στιγμή, αὐτήν ἀπό τήν ὁποία ἐξαρτᾶ τήν ὕπαρξή του καί ἀπό τήν ὁποία ἐν τέλει ἡ ὕπαρξή του θά ἐκπηγάσει τόσο λίγο ὅσο καί στήν πρότερη στιγμή. Δέν ὑπάρχει μέλλον γιά ὅποιον ζεῖ στήν εἰδωλολατρία τοῦ αὔριο. Τό μόνο πού τοῦ μένει, ἔχοντας στερήσει ἀπό τό παρόν τή διάσταση τοῦ διηνεκοῦς, εἶναι ἡ δύναμη τῆς θέλησης, ἤτοι μιά μεγαλειώδης καταφυγή ἀλλά καί μιά ὑπέρμετρη τιμωρία.

Ὁ ἄνθρωπος κατατάσσεται, μέ ὅρους ταξινομίας, σέ ἀσύμβατες καί ἀντιφατικές τάξεις, καί τό εἶδος μας, σέ ὅ,τι μοναδικό διαθέτει, καταλαμβάνει μιά θέση ἐκτός φυτικοῦ, ὀρυκτοῦ καί ζωϊκοῦ Βασιλείου. Ἄν καί, κρίνοντας μέ βάση τήν ἐξωτερική ὄψη, μοιάζουμε σέ ὅλα μέ τό θηρίο καί σέ τίποτα μέ τή θειότητα, ἡ θεολογία δίνει καλύτερη περιγραφή τῆς κατάστασής μας ἀπ’ ὅ,τι ἡ ζωολογία. Ὁ Θεός συνιστᾶ μιά ἀνωμαλία· τό ζῶο ὄχι· ὅθεν, σάν τόν Θεό κι ἐμεῖς, δέν ἀνήκουμε σέ κάποιον τύπο, ἀλλά ὑπάρχουμε χάρη στή μή ἀναγωγιμότητά μας. Ὅσο περισσότερο βρισκόμαστε στό περιθώριο τῶν πραγμάτων τόσο περισσότερο κατανοοῦμε Αὐτόν πού βρίσκεται στήν ἄκρη τοῦ παντός∙ ἴσως δέ καί νά κατανοοῦμε μόνο Αὐτόν. Ἡ περίπτωσή του μᾶς εὐφραίνει, μᾶς συναρπάζει, καί ἡ ὑπέρτατη ἀνωμαλία του παρουσιάζεται σέ μᾶς σάν ἡ ἐκπλήρωση, ἡ ἰδανική ἔκφραση τῆς δικῆς μας. Δέν θά λέγαμε ὡστόσο ὅτι οἱ σχέσεις μας μαζί του εἶναι ὁλότελα φιλικές. Καθώς δέν τόν ἀγαπᾶμε ἀναμφίλεκτα καί ἀνυστερόβουλα, τόν θέτουμε σέ ἀμφισβήτηση, τόν κατακλύζουμε μέ τίς ἐρωτήσεις μας. Ἡ γνώση, χτισμένη πάνω στά ἐρείπια τῆς ἐνατένισης, μᾶς ἔχει ἀποκόψει ἀπό τήν οὐσιαστική ἕνωση, ἀπό τό ὑπερβατικό βλέμμα πού καταργεῖ τήν ἔκπληξη καί τόν προβληματισμό.

Στό περιθώριο τοῦ Θεοῦ, τοῦ κόσμου, τοῦ ἑαυτοῦ… πάντα ἐκτός πλαισίου! Ἐρχόμαστε πιό κοντά στό ἀνθρώπινο ὅταν ξεκάθαρα συναισθανόμαστε τοῦτο τό παράδοξο, ὅταν τό συλλαμβάνουμε μέ τόν νοῦ μας, ὅταν ἀντιλαμβανόμαστε τήν ἐγγεγραμμένη στή μοῖρα μας ἔλλειψη προφάνειας∙ διότι εἶναι πραγματικά ἀπίστευτο ὅτι μποροῦμε νά εἴμαστε ἄνθρωποι… ὅτι μποροῦμε νά φορᾶμε χίλια πρόσωπα ἤ καί κανένα, ὅτι ἀλλάζουμε συχνά πυκνά ταυτότητες χωρίς ποτέ νά ξεμακραίνουμε ἀπό τή συνθήκη τῆς πτώσης μας. Χωρισμένοι ἀπό ἑαυτό καί πραγματικότητα, τίνι τρόπῳ θά μπορούσαμε νά βασιστοῦμε σέ μᾶς τούς ἴδιους ἤ στούς ἄλλους; Ἄν οἱ ἁγνοί καί οἱ ἀφελεῖς ἔχουν τόση λίγη ὁμοιότητα μέ μᾶς, ἄν δέν ἀνήκουν στό εἶδος μας, αὐτό συμβαίνει ἐπειδή ἀποτυγχάνοντας νά ἐξελιχθοῦν, νά ἐνδώσουν στίς κλίσεις τους, ἔμειναν στά μισά τοῦ δρόμου ἀνάμεσα στόν Παράδεισο καί στήν Ἱστορία. Ὁ ἄνθρωπος, ἔργο ἑνός δεξιοτέχνη τῆς παταγώδους ἀποτυχίας, συνιστᾶ ἕνα ἀστόχημα, ἀριστοτεχνικό ὅμως. Εἶναι ἐξαιρετικός κι ὅταν εἶναι μέτριος, καί δέν χάνει τό γόητρό του οὔτε κι ὅταν οἱ πάντες τόν βδελύσσονται. Ἄν ὅμως στρέψουμε καλύτερα τήν προσοχή μας πάνω του, καταλαβαίνουμε γιατί ὁ Δημιουργός διενοήθη [ἐλυπήθη] ὅτι ἐποίησε τὸν ἄνθρωπον ἐπὶ τῆς Γῆς. Ἄς συμμεριστοῦμε τήν ἀπογοήτευσή του, χωρίς ὅμως νά τό παρακάνουμε καί φτάσουμε στό σημεῖο νά μᾶς πιάσει ἀληθινή ἀηδία, ἕνα συναίσθημα πού μᾶς ἀποκαλύπτει τήν ἔξω μόνο μεριά τοῦ ἀνθρωπίνου ὄντος, καί ὄχι αὐτό πού ὑποκρύπτεται μέσα του, τή βαθύτερη πλευρά του, τήν ὑπεριστορική του διάσταση, κάτι τό θετικά μή-πραγματικό καί μή-γήινο, ἀνθιστάμενο στίς μυθοπλασίες το ξύλου τοῦ γινώσκειν καλόν καὶ πονηρόν. Πράγματι, μυθοπλασίες, διότι ἀφ’ ἧς στιγμῆς θεωρήσουμε μιά πράξη καλή ἤ κακή, αὐτή δέν ἀποτελεῖ πλέον μέρος τῆς ὑπόστασής μας, ἀλλά μέρος ἐκείνου τοῦ ἐπιπρόσθετου ὄντος πού μᾶς ἐπιδαψίλευσε ἡ γνώση, αἰτία τῆς μετατόπισής μας ἔξω ἀπό τά ὅρια τοῦ ἄμεσου καί τοῦ βιώματος. Τό νά χαρακτηρίζουμε καί νά ὀνομάζουμε τίς πράξεις σημαίνει ὅτι μᾶς κυριεύει ἡ μανία νά ἐκφράζουμε ἀπόψεις∙ ὅπως τό ἔλεγε ἕνας σοφός, οἱ γνῶμες εἶναι «νεοπλασίες» πού καταστρέφουν τήν ἀκεραιότητα τῆς φύσης μας, ἀλλά καί τή φύση καθαυτή. Ἄν ἦταν στό χέρι μας νά παραιτηθοῦμε ἀπό τήν ἔκφραση γνώμης, τότε θά ἐπιστρέφαμε σέ μιά κατάσταση ἀληθινῆς ἀθωότητας∙ ἄν μπορούσαμε ὀπισθοβατῶντας νά σβήσουμε τά ἴχνη μας, τότε χάρη σέ αὐτή τή σωτήρια παλινδρόμηση θά ξαναγεννιόμασταν κάτω ἀπό τό δένδρο τῆς ζωῆς. Ὄντας διαπλεγμένοι στίς ἀξιολογήσεις μας, πιό πρόθυμοι νά στερηθοῦμε τό ψωμί καί τό νερό παρά τό καλό καί τό κακό, τίνι τρόπῳ θά ἀνακτούσαμε τίς ρίζες μας, θά διατηρούσαμε ἄμεσους δεσμούς μέ τό εἶναι; Ἁμαρτήσαμε ἐναντίον του, καί ἡ Ἱστορία, παρακολούθημα τῆς ἀλλοφροσύνης μας, ἀποκτᾶ ἕνα νόημα μόνο ἄν τή θεωρήσουμε ὡς μιά μακρά ἐξιλέωση, μιάν ἀσθμαίνουσα καί κοπιαστική μετάνοια, ἕναν ἀγῶνα δρόμου στόν ὁποῖο διαπρέπουμε, χωρίς ὅμως νά πιστεύουμε τά βήματά μας. Κινούμαστε ταχύτερα ἀπό τόν χρόνο, τόν ξεπερνᾶμε, μιμούμενοι τίς μεθόδους του, τίς ἀπατεωνιές του. Ὁμοίως, ἀνταγωνιζόμενοι τόν Θεό, ὑποδυόμαστε τίς ἀμφίβολες ὄψεις του, μιμούμαστε τή δημιουργική του πλευρά, ἐκεῖνο τό στοιχεῖο πού τόν ὤθησε νά δημιουργήσει, νά συλλάβει ἕνα ἔργο πού ἐπρόκειτο νά Τόν ἀποδυναμώσει, νά Τόν μικρύνει, νά Τόν παρασύρει σέ μιά πτώση πού προεικονίζει τή δική μας. Ἔκαμε τήν πρώτη ἀρχή, ἀφήνοντας σέ μᾶς τή φροντίδα νά ἀποπερατώσουμε τό ἔργο πού ξεκίνησε, καί στή συνέχεια ἐπέστρεψε στήν αἰώνια ἀπάθεια, ἀπό τήν ὁποία θά ἦταν προτιμότερο νά μήν εἶχε φύγει ποτέ. Ὅμως ἔκρινε διαφορετικά· ἀπό ἐμᾶς τούς ὑπόλοιπους τί ἔχουμε νά περιμένουμε; Τό ἀδύνατο τῆς ἀμέτοχης θέας, ἡ ἐμμονή στό πράττειν, ἐμφαίνουν ρητά τήν παρουσία, σέ κάθε ἐπίπεδο, μιᾶς δαιμονικῆς ἀρχῆς. Ὅταν, εὑρισκόμενοι σέ δράση, φτάνουμε στά ἄκρα καί στήν ὑπερβολή, ὑπερβαίνουμε κάθε μέτρο, τότε βαδίζουμε, λίγο πολύ ἐνσυνείδητα, στά ἴχνη Ἐκείνου πού ἐφορμῶντας πάνω στό μή-εἶναι γιά νά τοῦ ἀποσπάσει τό ὄν καί νά μᾶς τό προσφέρει στό πιάτο, κατέστη ὁ ὑποκινητής τῶν μελλοντικῶν μας σφετερισμῶν. Πρέπει νά ὑπάρχει σέ Αὐτόν ἕνα πένθιμο φῶς ταιριαστό μέ τό δικό μας σκοτάδι. Ἡ Ἱστορία, ἀντανάκλαση μέσα στόν χρόνο αὐτῆς τῆς καταραμένης διαύγειας, ἀνασύρει στήν ἐπιφάνεια καί παρατείνει τή μή θεϊκή διάσταση τῆς θεότητας.

Καθώς εἴμαστε συγγενεῖς μέ τόν Θεό, θά ἦταν ἀνάρμοστο νά τόν ἀντιμετωπίζουμε σάν ἕναν ξένο, πόσω μᾶλλον ἄν συνυπολογίσουμε ὅτι ἡ μοναξιά μας, σέ μιά ταπεινότερη βέβαια κλίμακα, θυμίζει τή δική του. Ὅσο ταπεινή ὅμως κι ἄν εἶναι, δέν μᾶς συνθλίβει λιγότερο, κι ὅταν βαραίνει πάνω μας σάν τιμωρία αὐτή ἡ αἴσθηση τῆς μοναξιᾶς καί τῆς ἐρήμωσης, ἀπαιτῶντας ἀπό ἐμᾶς ὑπερφυσικές δυνάμεις καί ἀρετές γιά νά τήν ὑπομείνουμε, ποῦ θά μπορούσαμε νά καταφύγουμε ἄν ὄχι σέ Αὐτόν πού, ἄν ἐξαιρέσουμε τό ἐπεισόδιο τῆς Δημιουργίας, ἦταν πάντοτε ἀποκομμένος ἀπό ὅλα; Ὁ μόνος κλίνει πρός Αὐτόν πού εἶναι ἀκόμα πιό μόνος, πρός τόν παντέρημο, πηγαίνει σέ Ἐκεῖνον τοῦ ὁποίου οἱ ἀρνητικές πλευρές ἀποτελοῦν, ὕστερα ἀπό τήν περιπέτεια τῆς γνώσης, τη μόνη κοινή μας μοῖρα. Δέν θά ἦταν τό ἴδιο ἄν κλίναμε πρός τή Ζωή. Θά εἴχαμε γνωρίσει τότε μία ἄλλη ὄψη τῆς θεότητας καί πιθανῶς, σήμερα, τυλιγμένοι σ’ ἕνα καθαρό φῶς, ἀμόλυντο ἀπό τό σκοτάδι ἤ ὁποιοδήποτε ἄλλο διαβολικό στοιχεῖο, θά μέναμε ἀδιάφοροι ἀπέναντι στόν θάνατο, λυτρωμένοι, σάν τούς ἀγγέλους.

Ἐπειδή δέν ἀνταποκριθήκαμε στίς ὑψηλές προσδοκίες πού τέθηκαν στό ξεκίνημα, τρέχουμε, ἤ καλύτερα διαφεύγουμε, πρός τό μέλλον. Ἡ ἀπληστία καί ἡ ἐξαλλοσύνη μας δέν πηγάζουν ἄραγε ἀπό τίς τύψεις πού αἰσθανόμαστε ἐπειδή τήν ἀληθινή μας ἀθωότητα τήν παραπλεύσαμε, δέν σταθήκαμε ἐκεῖ; Μήπως ἡ ἀνάμνησή της δέν ἔχει στοιχειώσει τίς ζωές μας; Παρά τή μεγάλη μας σπουδή καί τόν σκληρό ἀνταγωνισμό μας μέ τόν χρόνο, δέν μποροῦμε νά καταπνίξουμε τίς ἐκκλήσεις πού ἀναδύονται ἀπό τά βάθη τῆς μνήμης μας, ἡ ὁποία εἶναι σημαδεμένη ἀπό τήν εἰκόνα τοῦ Παραδείσου, τοῦ ἀληθινοῦ, πού δέν εἶναι αὐτός τοῦ δένδρου τῆς γνώσης, ἀλλά τοῦ δένδρου τῆς ζωῆς, ἡ ὁδός τοῦ ὁποίου, ὡς ἀντίποινα γιά τήν ἁμαρτία τοῦ Ἀδάμ, φυλάσσεται ἀπό τὰ Χερουβὶμ καὶ τὴν φλόγίνην ρομφαίαν τὴν στρεφομένην. Τό δένδρο αὐτό μόνο ἀξίζει νά ξανακερδηθεῖ, αὐτό μόνο δικαιοῦται τήν προσοχή τῆς μεταμέλειάς μας. Εἶναι ἐξάλλου τό δένδρο πού μνημονεύει ἡ Ἀποκάλυψη (II,7), ὁ καρπός τοῦ ὁποίου προσφέρεται πρός βρώση τῷ νικῶντι, σέ κεῖνον δηλαδή πού ἡ πίστη του δέν ἔχει κλονιστεῖ. Νά λοιπόν πού τό συναντᾶμε στό πρῶτο καί τελευταῖο βιβλίο τῆς Βίβλου, ὡς σύμβολο ἀρχῆς καί τέλους τῶν αἰώνων.

Ἄν ὁ ἄνθρωπος ἐμφανίζεται ἀπρόθυμος νά παραιτηθεῖ ἀπό τήν ὑπόθεσή του, ἤ ἔστω νά τήν ἀναψηλαφήσει, αὐτό σημαίνει ὅτι δέν ἔχει ἀκόμα σταθμίσει τίς ἔσχατες συνέπειες τῆς γνώσης καί τῆς ἐξουσίας. Πεπεισμένος ὅτι ἡ ὥρα του θά ἔρθει, ὅτι εἶναι στό χέρι του νά φτάσει καί νά ξεπεράσει τόν Θεό, προσκολλᾶται ζηλόφθονα στήν ἰδέα τῆς ἐξέλιξης, λές καί τό γεγονός τῆς προόδευσης θά τόν ὁδηγοῦσε κατ’ ἀνάγκην στόν ὑψηλότερο δυνατό βαθμό τελειότητας. Θέλοντας νά γίνει ἕνας ἄλλος, θά καταλήξει στό τίποτα – εἶναι ἤδη τίποτα. Βεβαίως καί ἐξελίσσεται, ἐνάντια ὅμως στόν ἑαυτό του, ἐπὶ ζημίᾳ δική του· βαίνοντας πρός μιά περιπεπλεγμένη κατάσταση, ἄγεται συνάμα καί πρός τήν καταστροφή του. Γίγνεσθαι καί πρόοδος φαινομενικά μόνο εἶναι συναφεῖς ἔννοιες, κατά βάσιν εἶναι ἀποκλίνουσες. Ὅλα ἀλλάζουν, συμφωνοῦμε, ἀλλά μᾶλλον ἐπί τά χείρω. Τούτη ἡ πίστη μας στήν ἐξέλιξη, στήν ταυτότητα τοῦ γίγνεσθαι καί τῆς προόδου, ἀπότοκη μιᾶς εὐφορικής τροπῆς τῆς καταγωγικῆς μας δυσφορίας, ἐκείνης τῆς ψευδοῦς ἀθωότητας πού ξύπνησε στόν πρόγονό μας τήν ἐπιθυμία γιά τό καινούργιο, θά καταρρεύσει μόνο ὅταν ἡ ἀλλοφροσύνη τοῦ ἀνθρώπου ὑπερβεῖ κάθε ὅριο καί τότε αὐτός, στρεφόμενος ἐπί τέλους πρός τήν ὁδηγοῦσα στή λύτρωση καί ὄχι στήν ἐξουσία γνώση, προτάξει ἀμετάκλητα ἕνα ὄχι στούς ἄθλους του. Δέν χωράει ἀμφιβολία ὅτι συνεχίζοντας νά ἐνδιατρίβει ἀποκλειστικά μέ αὐτούς, θά ἔχει μπροστά του μιά λαμπρή καριέρα, ἐκείνη ἑνός καταγέλαστου θεοῦ ἤ ἑνός παλιομοδίτικου ζώου, μιά λύση βολική μέν, ἀλλά ἐξευτελιστική, τελικό στάδιο τῆς κακοπιστίας του. Ὅποια κι ἄν εἶναι ἡ ἐκλογή του, καί παρόλο πού δέν ἔχει ἐξαντλήσει ὅλες τίς ἀρετές τῆς πτώσης του, ἔχει ἐν τούτοις πέσει τόσο χαμηλά πού εἶναι δύσκολο νά καταλάβει κανείς γιατί δέν προσεύχεται ἀδιαλείπτως, μέχρι νά σβήσει ἡ φωνή του καί ὁ λόγος του.

Ἄν ὕστερα ἀπό τόν Ἀδάμ ὅ,τι ἔχουμε σκεφτεῖ νά φέρουμε σέ πέρας ἀποδείχτηκε ὕποπτο, ἐπίφοβο ἤ ἀνώφελο, τί μένει τότε νά κάνουμε; Νά ἀποσυσχετιστοῦμε ἀπό τό εἶδος; Τότε ὅμως θά ἔπρεπε νά ξεχάσουμε ὅτι εἴμαστε τόσο περισσότερο ἄνθρωποι ὅσο περισσότερο τό μετανιώνουμε πού εἴμαστε. Καί τούτη ἡ λύπη, ἔτσι καί σέ περιαδράξει, δέν ὑπάρχει τρόπος νά τῆς ξεφύγεις: γίνεται ἄφευκτη μοῖρα μας, βαριά σάν τόν ἀέρα πού ἀναπνέουμε… Φυσικά, οἱ πλεῖστοι ἄνθρωποι ἀναπνέουν χωρίς νά τό παίρνουν εἴδηση, χωρίς νά τό σκέφτονται· ἄν ὅμως μιά μέρα τούς λείψει ἡ ἀναπνοή, θά δοῦν τότε πώς ὁ ἀέρας, μεταστραφεῖς αἴφνης σέ πρόβλημα, θά τούς στοιχειώνει κάθε στιγμή. Ἀλίμονο σέ ἐκείνους πού γνωρίζουν ὅτι ἀναπνέουν, ἀλίμονο ἀκόμα περισσότερο σέ ἐκείνους πού γνωρίζουν ὅτι εἶναι ἄνθρωποι. Ἀνήμποροι νά σκεφτοῦν ὁτιδήποτε ἄλλο, παραδίδονται ψυχαναγκαστικά καί καταπιεστικά σέ αὐτήν τή σκέψη γιά ὅλη τους τή ζωή. Τό ἀξίζουν ὅμως τοῦτο τό βάσανο, ὄντας ἄπληστοι γιά τό ἀξεδιάλυτο, ἐπειδή ἀναζήτησαν ἕνα θέμα τυραννικό, χωρίς τέλος. Ὁ ἄνθρωπος δέν θά τούς δώσει οὔτε μιά στιγμή ἀνάπαυλας, ἔχει ἀκόμα πολύ δρόμο νά διανύσει… Καί καθώς κινεῖται ἀπό κεκτημένη ψευδαίσθηση, γιά νά διακόψει τήν πορεία του θά ἔπρεπε ἡ ψευδαίσθηση νά διαλυθεῖ, νά ἐξαφανιστεῖ∙ ἀλλά ὅσο ὁ ἄνθρωπος παραμένει συναυτουργός τοῦ χρόνου εἶναι ἀκατάστρεπτη.

///

*

*

*