*
Κακοτράχαλος τόπος το χτές
Κακοτράχαλος τόπος το χτές.
Ξεκινάω με τα πρώτα κοκόρια
την ανάβαση. Μόνος-μου. Λές
εγώ να μήν ξέρω απο ζόρια;
Ζωντανεύει, γλιστράει το ραβδί
σάν φίδι, μου φεύγει απ’ το χέρι
κι απο μόνο-του πιά μ’ οδηγεί
στο κρυφό μονοπάτι που ξέρει.
Μα στο τέλος του δρόμου, ψηλά,
στη σιγή που γεννάει παγετώνες
κάποιο ακούραστο χέρι κυλά
μία μία τις μεγάλες κοτρώνες
προς το μέρος-μου. Βοήθεια! Ξανά
και ξανά με σβελτάδα στην άκρη
πηδάω, κι απο δίπλα περνά
του βουνού το πέτρινο δάκρυ.
Πόνος ξάφνου. Αγωνία. Κραυγές
και στα μέλη ενα αβάσταχτο βάρος.
Τα παπούτσια-σου δέσε και βγές
να με σώσεις. Ή σου λείπει το θάρρος;
///
Το κουκλί
Σάν να μήν έφταναν όλα,
νά το κλαμένο κουκλί.
«Σπάσε το κρύσταλλο κι έλα»
μοιάζει να παρακαλεί,
«έλα να παίξουμε ξύλο.»
«Ξύλο; Μαζί-σου; Τί λές;
Με σένα, γλυκούλι-μου, θέλω
χάδια, φιλιά κι αγκαλιές.»
Πάνω στο γυάλινο ράφι
κλαίει, όλο κλαίει το κουκλί
κι η ταμπελίτσα-του γράφει:
«Γιατί να με λέν Ηρακλή;»
///
Άχ, πολυλογού!
Το τρέμουλο. Το τρέμουλο. Βραχιόλι στον καρπό,
φουρτούνα στο φλιτζάνι. Καλημέρα.
Πόσα κομμάτια απόμειναν στη μαγική σκακιέρα,
και τί μας ξημερώνει; Σ’ αγαπώ
δίπλα στον πάγκο, ολόρθη, με την τρύπια νυχτικιά
ν’ ανακατεύεις μέσα στο φλιτζάνι
εκείνα που ξεχάσαμε κι εκείνα που δέν κάνει
να θυμηθούμε. Αγάπη-μου γλυκιά,
κρατάς το κουταλάκι του τσαγιού
σάν νά ’θελες μόνο μ’ αυτό, μόνο μ’ αυτό να σκάψεις
ενα μακρύ λαγούμι απο της σκέψης
το κάστρο ώς την κουζίνα. Τρέμεις; Άχ, πολυλογού!
///
Ποιός ξέρει;
Και μ’ άρπαξε και μ’ έριξε στου μίσους
τον χείμαρρο το αγγελικό-σου χέρι.
Βρήκα την όχθη κολυμπώντας, κι ίσως
αυτό να μ’ έκανε άτρωτο – ποιός ξέρει;
Αλίμονο! σφυρίζει κάποια βέργα
δίπλα στ’ αυτί-μου μόλις κάνω να
σηκώσω το κεφάλι, και το δέρμα
παγώνει, ιδρώνει, τρέμει και πονά
προτού το αγγίξει κάν η κρύα λεπίδα,
το ανήσυχο νυστέρι, το αυστηρό,
και τρέξει πάλι απ’ την πληγή την ίδια
φλύαρο πύο κι αμίλητο νερό.
Με βούτηξε ολοτσίτσιδο στου μίσους
τ’ απόνερα το τρυφερό-σου χέρι.
Βγήκα στην όχθη κολυμπώντας, κι ίσως
γι’ αυτό να φαίνομαι άτρωτος – ποιός ξέρει;
///
Υπερβολές
Να ξεπροβάλλουν γύρω οι απειλές
σάν καρχαρίες μές στη νηνεμία.
Κατάρτι; Πουθενά. Στεριά; Καμία.
– Υπερβολές, υπερβολές!
Να σε κυκλώνει γελαστή: Μήν κλαίς!
Να κλώθει την κλωστή-της και ν’ αδράχνει
τον σβέρκο-σου της συφοράς η αράχνη.
– Υπερβολές, υπερβολές!
Στο δάσος της σιωπής το αειθαλές
αλλοτινά κι αλλόκοτα συμβάντα
να σε κρατάν αιχμάλωτο για πάντα.
– Υπερβολές, υπερβολές!
Κι άν ξεχαστείς κι αρχίσεις να τα λές,
ν’ ακούσεις απ’ τον φίλο – όχι απ’ τον ξένο –
το σχόλιο το φτηνό, το τετριμμένο:
– Υπερβολές, υπερβολές!
ΓΙΑΝΝΗΣ ΚΑΚΡΙΔΗΣ
///
*
*
*
