*
ΙΔιανύονται οι αιώνες
Αφουγκράσου∙
–Τόσοι νεκροί–
–Τόσοι κεκοιμημένοι–
Μα η χαρά ολοένα στα κλαδιά
Πετάει
Μια αύρα λεπτή φέρνει
Αρχαία μηνύματα
Ο ερωδιός περπατάει αργά.Καθημερινά ένας αχός
Κατακλύζει πόλεις και ανθρώπους
Βουητό ανελέητο
βραχνάς ανομολόγητος.
Το γένος των ανθρώπων σε πορεία
«Αμαθίας» πλατωνικής,
Αμετρίας αριστοτελικής,
Ασυδοσίας επίκαιρης.Το χριστουγεννιάτικο δέντρο
Στολίστηκε στη μέση
Αναβοσβήνουν φώτα
Παιδικά βλέμματα
Χεράκια
Τα κρατούν αμήχανοι γονείς.
Μουσικές νότες στον αέρα
Αλλά Εκείνος απουσιάζει.
Ποιός νάναι άραγε;
Μήπως ήταν κρυμμένος μέσα σε φάτνη;
Μήπως τον κατασκέπασαν τα χιόνια
Οι βροχές, οι καταιγίδες,
Ο στρόβιλλος απατηλών αισθημάτων
Οι μάταιοι συλλογισμοί
Οι εκκωφαντικές αγοραπωλησίες;Λάμπει ένα κερί εδώ
Μπροστά σε εικονοστάσι.
Ένα καντήλι καίει και τσιτσιρίζει
Καθώς πάει να σβήσει.
Σβήνουν φώτα κάθε τόσο
Και ξανανάβουν.
Όλα είναι ηλεκτρικά
Χωρίς ηλεκτρισμό ο «πολιτισμός»
Σβήνει.Αλλά το Πρόσωπο της Γιορτής
Άφαντο.
Κάτι κόκκινα φουσκωτά πλάσματα
Στη θέση του
Οι πολυποίκιλες γιρλάντες
Ο ορυμαγδός των τροχοφόρων
Και των σπιτιών
Η εγκόσμια θαλπωρή.Μα κάτι ανεπαίσθητο
Σκιρτά ακόμη,
Ένα αδιόρατο αεράκι,
Μια στιγμή περισυλλογής,
Ένα παιδάκι που παίζει μ’ ένα φύλλο,
Μια ραγισματιά στο θώρακα του κόσμου.
Η χαραγμένη φωτεινή γραμμή
Σε ορίζοντα που ξημερώνει
Αστέρι που ανάβει νυχτερινό.ΙΙ
Ρέουσα μουσική μας γαληνεύει.
Στάλες νερού, στάλες βροχής,
Χτυπάει λοξά ο ήλιος
Και μια φωνή ακούεται
Νάρκισσου φωνή
Και αναφέρεται το όνομα «Συλβέστρο»!Πως ανεβοκατεβαίνει η φωνή
Πως ανεβοκατεβαίνουν τα νοήματα.
Ο κόσμος άνοιξε τόσο
Που χάνονται τα όρια
Το ένα μπαίνει μέσα στο άλλο
Και γίνεται πολτός.Κάθονται και αναλύουν
Αγνοώντας την «πανουργία του λόγου»,
Θρεμένες ανθρωπαρέσκειες περιφέρονται
Γεννοβολούν τα είδωλά τους,
Ποδοπατούν λαούς.
Ανάλγητοι εξουσιαστές,
Ανταλλάσσουν ασπασμούς,
Πολιτικάντηδες γραβατωμένοι,
Στήνουν τον ιστό τους
Αράχνες άγρυπνες,
Ποιάς οικονομικής ψευδολογίας συνεργάτες;
Άψυχες μηχανές που τις λένε «έξυπνες»
αχολογούν αδιάκοπα.Πέφτει χαμηλά ο έρωτας,
Κάθε λογής λαγνεία καμαρώνει,
Συρφετός δικαιωμάτων
Αδικαίωτων,
Σ’ ένα παζάρι ηθικής,
Με δημοκράτες νάνους
Βαλτομένους,
Σήμαντρα γλώσσας απρεπούς,
Ερήμην Λόγου σαρκωμένου.Μα Εκείνος φέγγει και λάμπει
Κρουνοί δακρύων χαράς
Για μια Ύπαρξη θεόρατη, θεόσταλτη,
Καταδυόμενη στα ερέβη
Αλλά ουράνια, σελασφόρα,
Θωριάς αναστάσιμης.Σπρώξε πέρα τα προσωπεία,
Τους θεατρινισμούς,
Τα αισθητικά καμώματα,
Την περιφερόμενη νεκροφάνεια.Δες∙ μικρά παιδιά παίζουν με τον χρόνο
Τον αψηφούν, τον προσπερνάνε.
«Παιδός η βασιλίη» ο Ηράκλειτος.
«Παιδίον νέον» ο Προαιώνιος.ΣΩΤΗΡΗΣ ΓΟΥΝΕΛΑΣ
14, 19, 23 και 24 Δεκεμβρίου 2024
*
*
*
