*
τοῦ ΓΙΩΡΓΗ ΜΑΝΟΥΣΑΚΗ
Ἐπιλογὴ ‒Ἐπιμέλεια Ἀγγελικὴ Καραθανάση
~.~
Σᾶς προσκαλῶ σ’ ἕνα ταξίδι. Δὲν πειράζει πού ’ναι μέρα Χριστουγέννων. Θὰ πᾶμε νὰ ἐπσκεφτοῦμε κάποιους παλιοὺς κι ἀγαπημένους φίλους. Σήμερο εἶναι ἡ πιὸ κατάλληλη μέρα γιὰ μιὰ τέτοια ἐπίσκεψη. Μὴ ξαφνιαστεῖτε ἂν σᾶς πῶ πὼς βρίσκουνται στὴ Σκιάθο, στὴν Ἀγγλία ἢ στὴ Σουηδία. Μὴ φοβηθεῖτε τὴν ἀπόσταση, τὴν ταλαιπωρία ἢ τὰ ἔξοδα τοῦ ταξιδιοῦ. Τὸ μέσο ποὺ θὰ χρησιμοποιήσομε εἶναι τὸ γρηγορότερο καὶ τὸ πιὸ οἰκονομικό. Τρέχει μὲ τὴν ταχύτητα τῆς σκέψης καὶ δὲ στοιχίζει ἄλλο ἀπὸ τὸ ξόδεμα λίγης φαντασίας μαζὶ μὲ λίγη ἀγάπη. Καὶ ξέρω πὼς ἐσεῖς τά ’χετε ἄφθονα καὶ τὰ δυὸ καὶ πὼς δὲν τσιγκουνεύεστε. Ἂς ξεκινήσομε λοιπόν.
***
Φτάσαμε κιόλας στὸν πρῶτο σταθμὸ τοῦ ταξιδιοῦ μας. Βρίσκετε πὼς σᾶς εἶναι γνωστὸ τὸ μέρος; Καθόλου ἀπίθανο νά ’χετε κάποτε ξανάρθει. Εἴμαστε ψηλὰ στὸ Κάστρο τῆς Σκιάθος.[1] Στὰ πόδια τοῦ «ἁλίκτυπου» βράχου ἀφρίζει τὸ κῦμα. Γλάροι φτερουγίζουνε πάνω ἀπ’ τὰ κεφάλια μας. Μὰ ἐκεῖ πιὸ πέρα εἰρηνικό, γελαζούμενο, μ’ ὅλη τὴ χιονένια κάπα ποὺ τοῦ σκεπάζει τὴ στέγη, μᾶς καλεῖ τὸ ἐκκλησάκι «τῆς τοῦ Χριστοῦ Γεννήσεως». Καθαρό, φροντισμένο, μ’ ἀναμμένα τὰ καντήλια μπροστὰ στὶς μαυρισμένες βυζαντινές του εἰκόνες, μὲ τὰ κεριὰ ν’ ἀργοκαίγουνται στὰ μανουάλια του. Δὲν εἶναι πολλὴ ὥρα ποὺ τέλειωσε ἡ χριστουγεννιάτικη λειτουργία.
Ἀκοῦτε κάποιες χαρούμενες φωνές, γέλια, ἀστεῖα πίσω ἀπὸ τοὺς τοίχους ἑνὸς μισογκρεμισμένου σπιτιοῦ τῆς «ἀρχαίας πολίχνης»; Σᾶς ἔρχεται στὴ μύτη ἡ μυρωδιὰ ψητοῦ «ἐριφίου»; Ἐκεῖ εἶναι μαζωμένοι οἱ πανηγυριῶτες κι ἑτοιμάζουνε τὸ πλούσιο χριστουγεννιάτικο γεῦμα τους. Νά ὁ παπά Φραγκούλης μὲ τὴν παπαδιά του καὶ μὲ τὸ μικρὸ Λαμπράκη. Ὁ μπάρμπα Στεφανὴς κι ὁ κύρ Ἀλέξανδρος, ὁ ψάλτης. Νά ἡ θειὰ τὸ Μαλαμὼ κι οἱ δυὸ βοσκοὶ ποὺ τοὺς εἶχε ἀποκλείσει τὸ χιόνι. Κι ὁ καπετὰν Κωνσταντὴς μὲ δυὸ ναῦτες του πού ’ρχεται κουβαλώντας δυὸ ἀσκιὰ γεμᾶτα κρασί, «αὐγὰ καὶ κασκαβάλι[2] τῆς Αἴνου, καὶ ἡμίσειαν δωδεκάδα ὄρνιθας καὶ μικρὸν βυτίον μὲ σκομβρία». Ὅλα τοῦτα τ’ ἀγαθὰ τὰ φέρνουν ἀπὸ τὸ γολετὶ ποὺ κιντύνεψε μέσα στὴ νύχτα μὰ ποὺ τώρα βρίσκεται ἀσφαλισμένο στὸν «ὑπήνεμον ὅρμον». Θὰ τὰ φᾶνε ὅλοι μαζὶ νὰ γιορτάσουνε τὴ μεγάλη μέρα.
Τὸ «ἐρίφιον» ψήνεται στὴν ἄφθονη φωτιὰ κι ἡ ζέστα της μαζὶ μὲ τὴν προσμονὴ τοῦ γενναίου φαγοποτιοῦ, τὰ χωρατὰ καὶ τὶς εὔθυμες ἱστορίες κάνουνε χαρούμενους τοὺς Σκιαθίτες ποὺ κάθονται γύρω στ’ ἀναμμένα κάρβουνα τυλιγμένοι στὰ ζεστά τους ροῦχα. Μπορεῖ νὰ ξεπαγιάσανε καὶ νὰ βραχήκανε, ἀκόμη καὶ νὰ κιντυνέψανε γιὰ νά ’ρθουν ἴσαμε τούτη τὴν ἐρημιά. Μὰ μποροῦσε νὰ γίνει ἀλλιῶς; Μπορούσανε νὰ ἀφήσουν ἀλειτούργητη τέτοια μέρα τὴν ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ καὶ ν’ ἀφήσουν ἀποκλεισμένους τὸ Γιάννη Νυφιώτη καὶ τὸν Ἀργύρη τῆς Μυλωνοῦς ἐκεῖ πέρα στὸ Στοιβωτό; Ὅμως τώρα ὅλες οἱ δυσκολίες περάσανε, ὅλα εἴχανε καλὸ τέλος. Οἱ εὐλαβικοὶ προσκυνητὲς τοῦ Χριστοῦ στὸ Κάστρο νιώθουνε μιὰ ἱκανοποίηση στὴν καρδιὰ νὰ τοὺς ζεσταίνει πιὸ πολὺ κι ἀπὸ τὴ φωτιὰ πού ’χαν ἀνάψει ἀνάμεσα στὰ χαλάσματα τῆς παλιᾶς πολιτείας. Ἔχουνε κάμει τὸ καθῆκον τους καὶ στὸ Θεὸ καὶ στοὺς συνανθρώπους τους. Τί ἄλλο θέλουνε γιὰ νά ’ναι εὐτυχισμένοι;
Πολὺ θὰ θέλαμε νὰ κάτσομε μαζὶ μὲ τοὺς ἁπλούς, χαρούμενους Σκιαθίτες, νὰ διασκεδάσομε μαζί τους, ὅμως πρέπει νὰ δοῦμε κι ἄλλους χριστουγεννιάτικους φίλους.
***
Θὰ πᾶμε τώρα μακριά, κατὰ τὸ Βοριά. Βλέπετε τὴν ἀπέραντη πολιτεία ποὺ ξετυλίγεται μπροστά μας ὣς ἐκεῖ ποὺ φτάνει τὸ βλέμμα μας; Ἴσως νὰ μὴ σᾶς εἶναι γνώριμη ὅσο ἡ νησιώτικη, ἡ αἰγιοπελαγίτικη πατρίδα τοῦ Παπαδιαμάντη. Τούτη ἡ μεγάλη σταχτιὰ πολιτεία εἶναι τὸ Λονδίνο τοῦ Ντίκενς. Ὅμως παράξενο. Τέλος τοῦ Δεκέμβρη καὶ ὁμίχλη μήτε καταχνιά. Μόνο «ἕνα κρύο καθάριο, ἀστραφτερό, ἕνα ἀπὸ κεῖνα τὰ κρύα ποὺ σ’ εὐφραίνουν καὶ σὲ καρδαμώνουν· ἕνα ἀπὸ κεῖνα τὰ κρύα ποὺ σφυρίζουν κάνοντας νὰ χορεύει τὸ αἷμα στὶς φλέβες σου· ἕνας ἥλιος χρυσαφένιος· ἕνας οὐρανὸς θεῖος· ἕνας ἀγέρας φρέσκος κι ἁπαλός· χαρούμενες καμπάνες».[3] Δὲν εἶναι μιὰ συνηθισμένη ἰγγλέζικη χειμωνιάτικη μέρα. Εἶναι Χριστούγεννα. Εἶναι τὰ πρῶτα εὐτυχισμένα Χριστούγεννα τοῦ κ. Σκρούτζ. Κι ἐκεῖνο τὸ γεροντάκι μὲ τὰ κοκκινισμένα ἀπὸ τὸ κρύο μάγουλα ποὺ περπατᾶ στοὺς δρόμους μὲ τὰ χέρια πίσω, στὴν πλάτη, κι ἔχει ἕνα μόνιμο παιδιάστικο χαμόγελο στὰ χείλια καὶ γυαλίζουνε τὰ μάτια του σὰ δυὸ καρβουνάκια ἀναμμένα, καὶ χαιρετᾶ ὅποιον συναντᾶ μ’ ἕνα «Καλημέρα, κύριε. Καλὰ Χριστούγεννα, κύριε»[4] δὲν εἶν’ ἄλλος ἀπὸ τὸν ἴδιο τὸν κ. Σκρούτζ, τοῦ ἐμπορικοῦ οἴκου «Σκροὺτζ καὶ Μάρλεϋ». Οἱ γνωστοί του παραξενεύονται γιὰ τὴν ἀπρόσμενη ἀλλαγή του. Χρόνια καὶ χρόνια τώρα τὸν ἤξεραν σὰν ἕνα κατσούφη καὶ σκληρόκαρδο ἐπιχειρηματία, ἕνα τσιγκούνη καὶ στριμμένο γέρο ποὺ ποτέ του δὲν ἄλλαξε χαρούμενο λόγο μ’ ἄλλον ἄνθρωπο. Καὶ ποῦ νὰ ξέρανε…
Ποῦ νὰ ξέρανε πὼς αὐτὸς ὁ ἄνθρωπος πρὶν ἀπὸ λίγο ἀγόρασε τὴν πιὸ μεγάλη γαλοπούλα ἀπὸ τὸ μαγαζὶ τῆς γωνιᾶς καὶ τὴν ἔστειλε μ’ ἕνα παιδὶ στὸ σπίτι τοῦ Μπὸμπ Κράτσιτ, τοῦ φτωχοῦ ὑπαλλήλου του, πὼς ἔκαμε μιὰ δωρεὰ γιὰ τοὺς ἀπόρους ποὺ ἄφησε ἄναυδο τὸν κύριο τοῦ φιλανθρωπικοῦ ἐράνου καὶ πὼς τραβοῦσε τώρα γιὰ τὸ σπίτι τοῦ ἀνηψιοῦ του νὰ συμφιλιωθεῖ μαζί του καὶ νὰ περάσει κοντά του τὴν ἅγια μέρα. Γιατὶ τὴ νύχτα ποὺ πέρασε, στὴ σημαδιακὴ νύχτα τῆς Γέννησης, τὸν ἐπισκεφτήκανε τὰ τρία πνεύματα τῶν Χριστουγέννων τὸν κ. Σκρούτζ καὶ τοῦ δείξανε τὴν περασμένη ζωή του καὶ τὴν τωρινὴ καὶ τὴ μελλούμενη, τοῦ δείξανε ἀπὸ κοντὰ τὴ ζωὴ τῶν γνωστῶν του καὶ τῶν δικῶν του μὲ τὶς χαρὲς καὶ τὶς λύπες της ποὺ ἀγνοοῦσε. Κι ὁ ἀδιάφορος φιλάργυρος, ὁ ἀπάνθρωπος ἐρημίτης, ἔνιωσε νὰ μπαίνει μέσα του ἕνας φόβος: ὁ φόβος τῆς μοναξιᾶς του καὶ μιὰ ζεστασιά: ἡ ζεστασιὰ τῆς ἀνθρωπιᾶς τῶν ἄλλων καὶ νὰ ξυπνοῦνε τὴν ὣς τότε σφιχτοκλειδωμένη, τὴ ναρκωμένη καρδιά του. Κι ὁ κ. Σκροὺτζ ἔγινε κι ἐκεῖνος ἕνας Ἄνθρωπος.
***
Ἀπομένει ὁ τελευταῖος σταθμὸς τοῦ ταξιδιοῦ μας. Βρίσκεται πιὸ μακριὰ κι ἀπὸ τὸ Λονδίνο, πέρ’ ἀπὸ τὴ βορινὴ θάλασσα, στὴ Σκανδιναβία.
Τὸ σκοτεινὸ δάσος τοῦ Γαίιγκε εἶναι χιονισμένο. φορτωμένα χιόνια τὰ πανύψηλα δέντρα του, στρωμένο χιόνι στὸ χῶμα. Καὶ μέσα στὴν ἄσπρη ἐρημιὰ προχωρεῖ ἕνας μοναχικὸς ἄνθρωπος. Εἶν’ ὁ νεώτερος ἀπὸ τοὺς καλογέρους τοῦ μοναστηριοῦ τοῦ Ἄιβεντ καὶ πηγαίνει στὴ σπηλιὰ ὅπου κατοικεῖ χρόνια τώρα ὁ ληστὴς μὲ τὴ φαμίλια του. Τοῦ φέρνει τὸ εὐχάριστο μήνυμα πὼς συχωρέθηκε γιὰ τὰ παλιά του ἐγκλήματα καὶ πὼς μπορεῖ πιὰ νὰ καταβεῖ κάτω στὸν κάμπο, νὰ ζήσει ἐπὶ τέλους σὰν ἄνθρωπος ἀνάμεσα στοὺς ἀνθρώπους. Γιατὶ τὴν περασμένη νύχτα γίνηκε τὸ θάμα. Ὁ βολβὸς ποὺ βρέθηκε νὰ σφίγγει στὸ χέρι του ὁ ἀββᾶς Χάνς ὅταν ξεψύχησε, ἐδῶ, στὸ δάσος τοῦ Γκαίιγκε, καὶ ποὺ τὸν εἶχε φυτέψει στὸν κῆπο τοῦ μοναστηριοῦ ὁ ἴδιος ὁ νεαρὸς καλόγερος, ἄνοιξε καταμεσῆς τοῦ χειμῶνα, τὴ νύχτα τῶν Χριστουγέννων, καὶ πέταξε πράσινους βλαστοὺς καὶ λευκοπέταλα λουλούδια. Ἦταν ἀλήθεια λοιπὸν πὼς τὸ χιονισμένο δάσος λουζόταν ἀπὸ φῶς κάθε τέτοια νύχτα καὶ πὼς ἕνας μυστικὸς κῆπος ἀνθοῦσε γιὰ λίγες ὧρες ἐκεῖ ποὺ πρὶν ἁπλώνουνταν τὸ ἄσπρο σεντόνι τῆς παγωνιᾶς. Καὶ τοῦτος ὁ βολβὸς ἦταν ἀπὸ κεῖνο τὸ θαυμαστὸ κῆπο ποὺ ἀξιώθηκε νὰ δεῖ καὶ ν’ ἀπολάψει τὴν ἀπερίγραφτη ὀμορφιά του ὁ γέρο ἀββᾶς λίγο πρὶν νὰ κλείσει τὰ μάτια του γιὰ πάντα. Ὅπως τὸν εἴχανε δεῖ κι ὁ ληστὴς κι ἡ γυναίκα του καὶ τὰ παιδιά του κι ἂς μὴν ἠθέλανε νὰ τὸ πιστέψουν οἱ καλόγεροι τοῦ Ἄιβαντ κι ὁ ἴδιος ὁ ἐπίσκοπος. Ὅμως ὁ ἀββᾶς Χὰνς εἶχε κρατήσει τὸ λόγο του νὰ φέρει σὰν ἀπόδειξη γιὰ τοὺς ἄπιστους ἕν’ ἀπὸ τὰ λουλούδια τοῦ Κήπου τῶν Χριστουγέννων. Κι ὁ ἐπίσκοπος ἀναγνώριζε τώρα πὼς ὁ ληστὴς εἶχε πιὸ πολλὴ πίστη κι ἀπὸ τὸν ἴδιο καὶ τοῦ ’δινε τὴ συχώρεση ποὺ θὰ τόνε ξανάφερνε στὴν κοινωνία τῶν ἀνθρώπων. Μόνο ποὺ ὁ κῆπος τοῦ δάσους στὸ Γκαίιγκε δὲν ξανάνθισε ἄλλα Χριστούγεννα. Μὰ δὲν πειράζει. Βρίσκεται σ’ αἰώνια ἄνθηση μέσα στὶς γεμάτες γοητεία σελίδες τοῦ διηγήματος τῆς Σέλμα Λάγκερλαιφ.[5]
Τὸ χριστουγεννιάτικο ταξίδι μας τελείωσε. Ξαναγυρίσαμε ἐκεῖ ἀπ’ ὅπου ξεκινήσαμε. Γύρω μας κινοῦνται πάλι καὶ μιλοῦν οἱ ἄνθρωποι ποὺ συναντοῦμε κάθε μέρα. Ὅμως προσέχετε κάτι; Σὰ νά ’χουνε πάρει κάτι ἀπὸ τὴν καλωσύνη καὶ τὴν εὐγένεια τῶν χριστουγεννιάτικων ἀνθρώπων τοῦ Παπαδιαμάντη, τοῦ Ντίκενς ἢ τῆς Λάργκερλαιφ. Νά ’ναι τάχα γιατὶ ἔχουνε κλείσει στὴν ψυχή τους μιὰ μικρὴ ἀνταύγεια ἀπὸ τὸ φῶς τῆς Μεγάλης Μέρας, ἢ γιατὶ τοὺς βλέπομε τώρα μὲ τὰ μάτια τῶν τριῶν ποιητῶν τῶν Χριστουγέννων;
~.~
ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ ΤΗΣ ΕΠΙΜΕΛΗΤΡΙΑΣ
Πρώτη δημοσίευση: ἐφ. Κῆρυξ Χανίων, 24.12.1961.
[1] Παπαδιαμάντη, «Στὸ Χριστὸ στὸ Κάστρο».
[2] Κασκαβάλι: εἶδος τυριοῦ.
[3] Καρόλου Ντίκενς Χριστουγεννιάτικες ἱστορίες, (Christmas carol) ἀπόδοση Μ. Λίλλη, ἐκδ. Α. Μαρή, Ἀθῆναι 1948, σ. 98.
[4] Ὅ.π., σ. 99.
[5] Σέλμα Λάγκερλεφ, «Τὸ ρόδο τῶν Χριστουγέννων» («Legenden om julrosorna»), στὸ Ἀνθολογία ξένων διηγημάτων, (δὲν ἀναφέρεται μεταφραστής), μὲ εἰκονογράφηση Π. Σ. Βλάχου, ἔκδοσις «Ἑκλογῆς» χ.χ. σ. 81‒96.
~.~
*
**
