*
Εισαγωγή-Μετάφραση: ΝΑΝΣΥ ΑΓΓΕΛΗ
Τα Οικοποιήματα του Χιλιανού ποιητή Νικανόρ Πάρρα (1914-2018), τα Ecopoemas όπως τα τιτλοφορεί ο ίδιος, δεν αποτελούν απλώς μια κριτική στο σύχρονο οικοδόμημα του κοινωνικοπολιτικού συστήματος, μα μια σφοδρή καταγγελία κατά του Δυτικού κόσμου συλλήβδην. Ο Πάρρα, πάντα πρωτοπόρος, εξέθεσε από πολύ νωρίς τον προβληματισμό του για τη διαλεκτική σχέση ανθρώπου-φύσης ενσωμάτωντας την οικολογική ευαισθησία και την αγάπη για τη φύση στην ευρύτερη μεταμοντερνιστική προσέγγιση που χαρακτηρίζει το έργο του. Πολλά από τα σύγχρονα προβλήματα απορρέουν από την έλλειψη οικολογικής συνείδησης, μας λέει ο ποιητής, και η επιστήμη της οικολογίας προσφέρει ένα νέο πεδίο κριτικής θεώρησης όσων μαστίζουν τον πλανήτη.
Τα ποιήματα «Οι μάστιγες του σύγχρονου κόσμου» και «Μονόλογος του ατόμου» που ακολουθούν συμπεριλαμβάνονται στην περίφημη συλλογή Ποιήματα και Αντιποιήματα του Πάρρα που κυκλοφόρησε το 1954 και έθεσε τις βάσεις της «αντι- ποίησης». Ο όρος που έγινε ευρύτερα γνωστός υπαγορεύοντας τη ρήξη με την παραδοσιακή ποίηση, έχει τις ρίζες του στη διαμονή του ποιητή στην Οξφόρδη κατά την περίοδο 1949- 1952 και την επαφή του με το έργο των Πάουντ, Έλιοτ, Κάφκα, Μπλέηκ, με τη φροϋδιανή θεωρία και τον υπερρεαλισμό. Χρόνια μετά, το ποίημα «Ιδιωτικός εξακριβωτής» που δημοσιεύεται στον Τύπο το 1981 παρωδώντας τον εθνικό ύμνο της Χιλής, αποτελεί την πρώτη αποκλειστικά οικολογική διακήρυξη του ποιητή σε μια εποχή που η βιομηχανική ανάπτυξη βρίσκεται στο απόγειο της και το κίνημα της οικολογίας σε συνδυασμό με την επιστημονική κοινότητα εκπέμπουν τα πρώτα ανησυχητικά σήματα κινδύνου: Ο επερχόμενος θάνατος του πλανήτη δεν είναι μακριά.
///
Οι μάστιγες του σύγχρονου κόσμου
Οι σύχρονοι εγκληματίες
έχουν ελεύθερη πρόσβαση σε κήπους και πλατείες.
Εφοδιασμένοι με ισχυρά ματογυάλια και με ρολόγια τσέπης
μπουκάρουν σε πέργκολες όπου πλανιέται ο θάνατος
και εγκαθιστούν ανάμεσα στις ανθισμένες τριανταφυλλιές τα εργαστήρια τους.
Από κει εποπτεύουν τυχόν φωτογράφους και ζητιάνους που γυρνάνε στα πέριξ
φροντίζοντας να στήσουν ένα μικρό βωμό αφιερωμένο στην αθλιότητα
κι αν βρουν ευκαιρία κάνουν δικό τους κάποιον μελαγχολικό λουστράκο.
Η αστυνομία τρομοκρατημένη τρέχει μακριά απ’ αυτά τα τέρατα
με κατεύθυνση το κέντρο της πόλης
όπου μεγάλες πυρκαγιές ξεσπούν παραμονές πρωτοχρονιάς
και ένας γενναίος κουκουλοφόρος επιτίθεται σε δυο φιλάνθρωπες Μητέρες.
Οι μάστιγες του σύγχρονου κόσμου:
Τα τετράτροχα κι ο ομιλών κινηματογράφος,
οι φυλετικές διακρίσεις,
ο αφανισμός των ερυθρόδερμων
τα κόλπα του τραπεζικού συστήματος,
η εξόντωση των ηλικιωμένων,
το παράνομο εμπόριο λευκής σαρκός από σοδομιστές διεθνώς,
η αυτοέπαρση και η απληστία,
οι εργολάβοι κηδειών,
οι προσωπικοί φίλοι της Αυτού Μεγαλειότητος,
η ανύψωση του φολκόρ στην κατηγορία του πνεύματος,
η κατάχρηση των ψυχότροπων ουσιών και της φιλοσοφίας,
ο συμβιβασμός αυτών που απολαμβάνουν την εύνοια της τύχης,
ο αυτοερωτισμός και η σεξουαλική σκληρότητα,
η ανύψωση του ονειρικού και του υποσυνείδητου σε βάρος της κοινής λογικής.
Η υπερβολική εμπιστοσύνη σε ορούς και εμβόλια,
η θεοποίηση του φαλλού,
η διεθνής πολιτική τύπου «ανοίγω τα πόδια» πατροναρισμένη από τον συντηρητικό Τύπο
ο υπέρμετρος ζήλος για δύναμη και κέρδος,
ο πυρετός του χρυσού,
ο δυσοίωνος χορός των δολαρίων,
η κερδοσκοπία και η άμβλωση,
η κατάρρευση των ειδώλων,
η ανεξέλεγκτη ανάπτυξη της διαιτολογίας και της παιδαγωγικής ψυχολογίας,
ο εθισμός στο χορό, το τσιγάρο, τα τυχερά παιχνίδια,
οι σταγόνες αίματος που βρίσκει κανείς συνήθως ανάμεσα στα σεντόνια των νιόπαντρων,
η τρέλα για θάλασσα,
η αγοραφοβία και η κλειστοφοβία,
η αποσύνθεση του ατόμου,
η αιμοσταγής σάτυρα της θεωρίας της σχετικότητας,
το ντελίριο σχετικά με την επιστροφή στη μήτρα,
η λατρεία για το εξωτικό,
τα αεροπορικά δυστυχήματα,
οι αποτεφρώσεις, οι μαζικές εκκαθαρίσεις, η παρακράτηση διαβατηρίων,
όλα αυτά έτσι χωρίς λόγο,
γιατί προκαλεί ίλιγγο
η ερμηνεία των ονείρων
και η διάδοση της ραδιοφωνίας.
Όπως αποδεικνύεται,
ο σύγχρονος κόσμος απαρτίζεται από τεχνητά λουλούδια
που καλλιεργούνται μέσα σε κάτι καμπάνες γυάλινες που μοιάζουν με θάνατο,
αποτελείται από κινηματογραφικούς αστέρες
και αιμοσταγείς μποξέρ που παλεύουν υπό το σεληνόφως,
απαρτίζεται από άντρες-αηδόνια που ελέγχουν την οικονομική ζωή των χωρών
μέσω μερικών μηχανισμών απλών στην κατανόηση·
αυτοί σε γενικές γραμμές είναι ντυμένοι στα μαύρα σαν τους προπομπούς του φθινοπώρου
και τρέφονται με ρίζες και με άγρια χόρτα.
Στο μεταξύ οι σοφοί, φαγωμένοι από αρουραίους,
σαπίζουν στα υπόγεια των καθεδρικών ναών
κι οι ευγενείς ψυχές διώκονται αμείλικτα από την αστυνομία.
Ο σύγχρονος κόσμος είναι ένας μεγάλος οχετός:
Τα πολυτελή εστιατόρια σφύζουν από χωνευτικά πτώματα
κι από πουλιά που πετούν επικίνδυνα χαμηλά.
Και δεν είναι μόνο αυτό: Τα νοσοκομεία είναι γεμάτα απατεώνες,
χωρίς να αναφερθούμε στους κληρονόμους του πνεύματος που εγκαθίστανται
στο σβέρκο των πρόσφατα εγχειρισμένων.
Οι σύγχρονοι βιομήχανοι υπόκεινται καμιά φορά στην επίδραση της μολυσμένης ατμόσφαιρας,
πλάι στις ραπτομηχανές καταρρέουν συνήθως λόγω έλλειψης ύπνου
και μετατρέπονται με τον καιρό σε ένα είδος αγγέλων
αρνούνται την ύπαρξη του φυσικού κόσμου
και καχιούνται πως είναι τα φτωχά τέκνα του μνήματος.
Κι όμως, ο κόσμος ήτανε πάντα έτσι.
Την αλήθεια, όπως την ομορφιά, δεν τη δημιουργεί κανείς, ούτε και χάνεται
κι η ποίηση εδρεύει στα πράγματα ή είναι απλώς ψευδαίσθηση του νου.
Παραδέχομαι πως ένας σεισμός σωστά σχεδιασμένος
μπορεί να αφανίσει μέσα σε μερικά λεπτά μια πόλη πλούσια σε παραδόσεις
και ένας ενδελεχής βομβαρδισμός αέριος
κατεδαφίζει δέντρα, άλογα, θρόνους ή μουσική.
Τι σημασία έχουν όμως όλα αυτά
αν παρότι η πιο σημαντική μπαλαρίνα του κόσμου
πεθαίνει φτωχή και ξεχασμένη σ’ ένα μικρό χωριό του γαλλικού νότου
η άνοιξη δίνει πάλι πίσω στον άνθρωπο κάτι απ’ τα αφανισμένα άνθη;
Ας προσπαθήσουμε λοιπόν να είμαστε ευτυχισμένοι, προτείνω, γλείφοντας τα μίζερα ανθρώπινα παΐδια.
Ας βγάλουμε απ’ αυτά το υγρό της ανανέωσης,
καθείς σύμφωνα με την προσωπική του κλίση.
Ας πιαστούμε απ’ αυτό το θεϊκό απομεινάρι!
Ασθμαίνοντες και αποκρουστικοί
ας γλείψουμε τα χείλη αυτά που μας τρελαίνουν·
η τύχη έχει κριθεί.
Ας εισπνεύσουμε αυτό το διεγερτικό και καταστροφικό άρωμα
κι ας ζήσουμε μια μέρα ακόμα το βίο τούτο των εκλεκτών:
Απ’ τις μασχάλες του βγάζει ο άνθρωπος το απαραίτητο κερί με το οποίο διαμορφώνει την όψη των ειδώλων του.
Κι από το φύλο της γυναίκας το άχυρο και τη λάσπη που χτίζει τους ναούς του.
Για όλα τα παραπάνω
διατηρώ μια ψείρα στη γραβάτα μου
και χαμογελώ στους ανόητους γιατί κατέβηκαν από τα δέντρα.
///
Μονόλογος του ατόμου
Εγώ είμαι το Άτομο.
Στην αρχή έζησα σε μια σπηλιά
(εκεί χάραξα λίγες φιγούρες).
Στη συνέχεια έψαξα ένα πιο κατάλληλο μέρος.
Εγώ είμαι το Άτομο.
Πρώτα έπρεπε να εξασφαλίσω τροφή,
να βρω ψάρια, πουλιά, να βρω ξύλα
(άλλα ζητήματα θα με απασχολούσαν με τον καιρό).
Ν’ ανάψω φωτιά,
ξύλα, ξύλα, πού να βρω μερικά ξύλα,
λίγα ξύλα ν’ ανάψω φωτιά,
εγώ είμαι το Άτομο.
Παράλληλα αναρωτιόμουν,
στάθηκα μπρος σ’ ένα γκρεμό γεμάτο αέρα·
μια φωνή μου απάντησε:
Εγώ είμαι το Άτομο.
Έπειτα επιχείρησα ν’ αλλάξω σπηλιά,
χάραξα κι εκεί φιγούρες,
χάραξα ένα ποτάμι, βουβάλια,
χάραξα ένα φίδι,
Εγώ είμαι το Άτομο.
Του κάκου. Βαρέθηκα μ’ αυτά που έκανα,
η φωτιά με ενοχλούσε,
ήθελα να γνωρίσω περισσότερα,
Εγώ είμαι το Άτομο.
Κατέληξα σε μια κοιλάδα που έβρεχε ένα ποτάμι,
εκεί βρήκα αυτό που χρειαζόμουν,
βρήκα ένα χωριό παρθένο,
μία φυλή,
Εγώ είμαι το Άτομο.
Είδα πως εκεί έκαναν κάποια πράγματα,
φιγούρες χάραζαν στους βράχους,
άναβαν φωτιά, άναβαν κι αυτοί φωτιά!
Εγώ είμαι το Άτομο.
Με ρώτησαν από πού έρχομαι.
Απάντησα πως, ναι, πως δεν είχα σχέδια προγραμματισμένα,
απάντησα πως, όχι, πως από τώρα και στο εξής.
Καλώς.
Πήρα τότε ένα κομμάτι πέτρα που βρήκα σ’ ένα ποτάμι
και άρχισα να τη λαξεύω,
άρχισα να τη λειαίνω,
απ’ αυτή έφτιαξα μέρος της ίδιας μου της ζωής,
μα ας μη μακρυγορώ.
Έκοψα μερικά δέντρα για να εισπλεύσω,
έψαχνα ψάρια,
έψαχνα διάφορα πράγματα.
(Εγώ είμαι το Άτομο).
Μέχρι που άρχισα πάλι να βαριέμαι.
Οι καταιγίδες είναι ανιαρές,
οι κεραυνοί, οι αστραπές,
Εγώ είμαι το Άτομο.
Καλώς. Βάλθηκα να σκέφτομαι,
ανόητα ερωτήματα μου έρχονταν στο νου,
προβλήματα επίπλαστα.
Άρχισα τότε να περιπλανιέμαι σε κάτι δάση.
Έφτασα σ’ ένα δέντρο και σ’ άλλο δέντρο,
έφτασα σε μια πηγή,
σ’ ένα λάκκο που διακρίνονταν μερικοί αρουραίοι:
Να’ μαι, είπα τότε,
μήπως έχετε δει εδώ γύρω καμιά φυλή,
ένα παρθένο χωριό που ανάβουν φωτιά;
Κατ’ αυτόν τον τρόπο μετακινήθηκα προς τη δύση
συνοδευόμενος από άλλα πλάσματα,
ή ακριβέστερα μόνος.
Για να δεις πρέπει να πιστέψεις, μου έλεγαν,
Εγώ είμαι το Άτομο.
Μορφές έβλεπα μες στο σκοτάδι,
σύννεφα ίσως,
ίσως έβλεπα σύννεφα, έβλεπα αστραπές,
εντωμεταξύ είχαν περάσει πια μέρες,
εγώ με ένιωθα να πεθαίνω·
εφηύρα μηχανές,
κατασκεύασα ρολόγια,
όπλα, οχήματα,
Εγώ είμαι το Άτομο.
Μετά βίας είχα χρόνο να θάψω τους νεκρούς μου,
μετά βίας είχα χρόνο να σπείρω,
Εγώ είμαι το Άτομο.
Χρόνια μετά συνέλαβα κάποιες ιδέες,
κάποια σχήματα,
διέσχισα σύνορα,
και παρέμεινα ακούνητος σ’ ένα είδος κόγχης,
σ’ ένα πλοίο που ήταν εν πλω σαράντα μέρες,
σαράντα νύχτες,
Εγώ είμαι το Άτομο.
Αργότερα ήρθανε ξηρασίες,
ήρθανε πόλεμοι,
έγχρωμοι εισήλθαν στην κοιλάδα,
εγώ όμως έπρεπε να συνεχίσω,
έπρεπε να δημιουργήσω.
Δημιούργησα επιστήμη, αδιασάλευτες αλήθειες,
δημιούργησα Ταναγραίες,
γέννησα βιβλία χιλιάδων σελίδων,
πρήστηκε η μούρη μου,
κατασκεύασα ένα γραμμόφωνο,
τη ραπτομηχανή,
τα πρώτα τετράτροχα έκαναν την εμφάνιση τους,
Εγώ είμαι το Άτομο.
Κάποιος ταξινομούσε πλανήτες,
ταξινομούσε δέντρα!
Εγώ όμως ταξινομούσα εργαλεία,
έπιπλα, σύνεργα γραφείου,
Εγώ είμαι το Άτομο.
Χτίστηκαν και πόλεις,
οδοί,
θρησκευτικοί θεσμοί έγιναν αναχρονιστικοί,
αναζητούσαν τύχη, αναζητούσαν την ευτυχία,
Εγώ είμαι το Άτομο.
Ύστερα βάλθηκα να ταξιδεύω,
μάθετε, μάθετε γλώσσες,
γλώσσες,
Εγώ είμαι το Άτομο.
Κοίταξα από μια κλειδαρότρυπα,
ναι, κοίταξα, αυτό λέω, κοίταξα,
για να βγω απ’ την αμφιβολία κοίταξα,
πίσω από κάτι κουρτίνες,
Εγώ είμαι το Άτομο.
Καλώς.
Ίσως να ήταν καλύτερα να επέστρεφα σ’ εκείνη την κοιλάδα,
σ’ εκείνη τη σπηλιά που μου χρησίμευσε για σπίτι
και ν’ αρχίσω τα χαρακτικά απ’ την αρχή,
από πίσω προς τα μπρος να χαράξω
τον κόσμο ανάποδα.
Μα όχι, ο κόσμος δεν έχει λογική.
///
Ιδιωτικός εξακριβωτής
Τι είναι αυτό που φοβάστε περισσότερο στη ζωή;
‒ το θάνατο
του πλανήτη
ως επίγειο παράδεισο
ή τελειώνουμε με τη ρύπανση
πριν μας τελειώσει εκείνη
ή να αλλάξουμε τον Εθνικό μας Ύμνο
(η οικολογική αλήθεια πάνω απ’ όλα)
καθάριος Χιλή είναι ο γαλανός ουρανός σου;
καθάριο το αεράκι που σε διαπερνά;
όπως καταλαβαίνετε δεσποινίς
το επίθετο καθάριος δεν χρησιμεύει πια.
Εγώ προτείνω με όλο το σεβασμό…
αφήστε το καλύτερα να σωπάσω
7 Ιουνίου 1981
*
*
*

