*
του ΕΥΑΓΓΕΛΟΥ Ι. ΤΖΑΝΟΥ
«Πασίχαρο κελάηδαε το νερό στα μαγληνά χοχλάδια»[1]
Ν. ΚΑΖΑΝΤΖΑΚΗΣ, Οδύσσεια (Η 1120)
01. Ο Νίκος Καζαντζάκης (1883-1957) θεωρούσε την Οδύσσειά του (1938)[2] ως το κορυφαίο έργο του. Αν, λοιπόν, οι συγγραφείς αναγνωρίζουν τον εαυτό τους σε κάποιο από τα έργα τους, το καλύτερό τους γι’ αυτούς ή όχι, για τον Καζαντζάκη το έργο αυτό θα ήταν, ασφαλώς, η Οδύσσεια. Στη διάρκεια της επίσκεψής του στη Σοβιετική Ένωση, συμμετέχοντας στον εορτασμό των δεκάχρονων της Οκτωβριανής Επανάστασης, εξομολογήθηκε σε γράμμα του στον Παντελή Πρεβελάκη ότι διάγει τον βίο του σαν να είναι ένας από τους ναύτες του δικού του Οδυσσέα. Γράφει στον Πρεβελάκη:
«Το ξέρεις καλά, Παντελή, ο δικός μου αρχηγός δεν είναι κανένας από τους τρεις αρχηγούς των ανθρώπινων ψυχών· μήτε ο Φάουστ, μήτε ο Αμλέτος, μήτε ο Δον Κιχώτης· αλλά ο Δον Οδυσσέας! Μέσα στο καράβι του ήρθα στη Σοβιετική Ένωση. Δεν έχω την άσβηστη δίψα της δυτικής διάνοιας, μήδε ταλαντεύουμαι ανάμεσα στο ναι και στο όχι για να καταλήξω στην ακινησία, μήδε κατέχω πια τη γελοία και υπέροχη ορμή του ευγενικού αγωνιστή των ανεμόμυλων. Είμαι ένας ναύτης του Οδυσσέα, με καρδιά φλεγόμενη και πνέμα ανήλεο και λαγαρό· όμως όχι του Οδυσσέα που γυρίζει στην Ιθάκη, παρά του άλλου, που γύρισε, σκότωσε τους εχτρούς, αλλά πλάνταζε στην πατρίδα και πήρε μια μέρα τα πέλαγα. Είχε ακούσει στο Βορρά, μέσα στην υπερβόρεια καταχνιά, μια καινούρια Σειρήνα. Τη Σλάβα Σειρήνα. Ιδού εμείς τώρα μπροστά της, χωρίς να βουλώνουμε τ’ αυτιά μας, χωρίς να δενόμαστε στο κατάρτι, πηγαίνοντας πάνω-κάτω στο καράβι μας, λεύτεροι. Ακούμε το θαμαστό τραγούδι και κρατούμε την ψυχή μας ανέγγιχτη. Ο καπετάν Οδυσσέας, ασάλευτος στην πλώρη, φωνάζει: Ε, συντρόφοι! Ανοίχτε τα μάτια, τ’ αυτιά, τα ρουθούνια, το στόμα, τα χέρια· ανοίχτε το μυαλό· γεμίστε τα σπλάχνα σας!»[3].
Εδώ θα παρακολουθήσουμε τις εκδηλώσεις χαράς όπως περιγράφονται στις ραψωδίες Ε-Θ. Για διευκόλυνση του αναγνώστη, αντιγράφω την περίληψή τους που συνέταξε ο ίδιος ο Καζαντζάκης: Ο Οδυσσέας
«αράζει τώρα στην Κρήτη, που βρίσκεται στην παρακμή του μεγάλου πολιτισμού της. Οι βάρβαροι κι οι σκλάβοι, έχοντας τώρα το νέο όπλο, το Σίδερο, συνωμοτούν να ρίξουν το γερο-βασιλιά Ιδομενέα, κι ο Οδυσσέας γίνεται αρχηγός τους.
»Μια νύχτα, στο μεγάλο βασιλικό συμπόσιο, ο Οδυσσέας δίνει το σημάδι, κι οι συνωμότες ορμούν: ο βασιλιάς κι οι σαπημένοι αρχόντοι κι οι αρχόντισσες σκοτώνουνται, το Παλάτι της Κνωσού καίγεται, η Ελένη δένει έρωτα μ’ ένα ξανθό βάρβαρο, κι ο Οδυσσέας ξαναμπαίνει με τους συντρόφους στο καράβι κι απλώνει πάλι πανιά κατά νότου»[4].
02. Στις ραψωδίες Ε-Θ όλη η πλάση πλημμυρίζει από χαρά. Η αρχή γίνεται με τον ήλιο που χαίρεται να αναζωογονεί τον κόσμο: «Χαρά που νιώθει, Θε μου, να θωράει του ηλιού το λάβρο[5] μάτι/ κάθε πουρνό τον κόσμο σαν αυγό να φωτοξεπουλιάζει![6]» (Ζ 40-41) ή «Κι η μέρα ωστόσο ανοίγει τις αυλές, χύνεται ο μέγας ήλιος/ χαρούμενος στα φωτοπήγαδα, κι οι ζωγραφιές ξυπνούνε» (Ζ 274-275). Στη συνέχεια η χαρά μεταφέρεται στα στοιχεία της φύσης, τη φωτιά και το νερό, με διαφορετική, όμως, σημασία. Έτσι, στη φωτιά αποδίδονται θεϊκές ιδιότητες: «Κι η φλόγα πήδηξε χαρούμενη πα στην κορφή της Δίχτης» (Ε1105)[7], αλλά το νερό οριοθετείται εντός της φύσης:
«Στην αμμουδιά, σε απάνεμη γωνιά, το κρίνο βρήκε σκέπη·
γυαλοκοπούν τα φύλλα στην ελιά, νυχτόβρεξε, και τρέμουν
στάλες χαρούμενες τα κλάματα στα τσίνουρα του αγέρα» (Η 1-3).
Συναφώς, τα πρόσωπα της Οδύσσειας απολαμβάνουν τα ίδια τη βροχή, όπως, για παράδειγμα, ο Οδυσσέας που ευχαριστιέται να τη δέχεται πάνω του (Η 117-119 ή Η 129-131). Ομοίως, ο Οδυσσέας χαίρεται εξίσου τόσο τα πρωτοβρόχια (Η 150), όσο και την ώρα που η βροχή μόλις έχει σταματήσει: «Το αποβροχάρικο αγαθό ο μονιάς[8] ώρα πολλή χαιρόταν» (Η 164).
Εκτός από τους ανθρώπους, η χαρά αφενός κυριεύει την πανίδα, αφετέρου μπολιάζει τη χλωρίδα. Έτσι, στην τέλεση των ταυροκαθαψίων η χαρά συνδέεται με τον νιοσφαγμένο ταύρο (Ζ 808-810), στα φαγοπότια των αρχόντων της Κρήτης φωλιάζει στα κοράκια: «Ψηλά στης στέγης τα περίχειλα χουγιάξαν τα κοράκια,/ τι μύρισαν κι αυτά πασίχαρα του παλατιού την τσίκνα» (Ζ 1150-1151)[9], και, μετά τις ερωτικές περιπτύξεις των μαύρων κύκνων, συνεπαίρνει τα αρπακτικά ή όχι πτηνά:
«Ολονυχτού χορεύαν κι έπαιζαν κι ερωτεμένοι σμίγαν,
μα το πουρνό φανήκαν μες στο φως χιλιόφτερα κοπάδια
αϊτοί[10], βαλμάδες[11], νεροκότσυφοι, σύραν τραγούδι οι κύκνοι
κι όλοι χαρούμενοι λιχνίστικαν[12] κατανοτιάς στον ήλιο!» (Η 1191-1194)[13].
Η χαρά εντοπίζεται ακόμη και σε ένα ασήμαντο φτερό (Θ 280), όμως, και σε μια αμυγδαλιά που κάνει συντροφιά στην έγκυο Ελένη: «Πολληώρα οι δυο αναπαύουνταν πραγά[14] και μανάδες/ κρουφά κρουφά στον ήλιο το ζεστό να δένουν τον καρπό τους» (Η 914-915). Το τοπίο της χαράς ολοκληρώνεται με τα βουνά (Η 1040 ή Θ 447)[15], και με τα άψυχα αντικείμενα, εν προκειμένω, με τα παραδοσιακά πνευστά όργανα, τα «λαλούμενα» (Η 1112)[16].
Εκτός από το αναμενόμενο, η χαρά, δηλώνοντας ευτυχισμένες στιγμές, εκφράζεται και μέσα από το ανθρώπινο κορμί: Έτσι, του νέου: «Χαίρεται ο νους, στα δυο μελίγγια του γλυκό φυσάει αγεράκι» (Η 79)[17], και του Οδυσσέα: «Ετρίξαν τα μελίγγια, χάρηκαν» (Ε 791). Επίσης, ο Οδυσσέας ανακτά τις δυνάμεις του νιώθοντας τη ζωή να χαϊδεύει σαν κοριτσόπουλο το κορμί του (Η 60)[18] ή υποδέχεται περιχαρής στο πλοίο του την Ελένη: «Καλωσορίζει τη ο πολύπαθος και χαίρεται η καρδιά του» (Ε 83). Ακόμη, «Έτσι του ανθρώπου η σάρκα χαίρουνταν τη γαληνήν εσπέρα» (Η 1360). Όσο για την Ελένη, όταν ξεδιψάει, η χαρά παραπέμπει σε ερωτική ηδονή: «Και χάρηκαν οι φλέβες, φούσκωσαν, σα να τους διάβηκε άντρας» (Ε 767). Σχεδιάζοντας την επίσκεψη στο παλάτι της Κνωσού, ο Οδυσσέας απευθύνεται στην Ελένη και υποθέτει ότι ο Ιδομενέας θα ευχαριστηθεί με την παρουσία της: «Το ραχοκόκαλό του θα χαρεί ν’ αγγίξει την Ελένη» (Ε 671). Πράγματι, ο Ταύρος, δηλαδή ο Ιδομενέας, κάνει μεγάλη χαρά: «Μεγάλη ο Ταύρος γεύεται χαρά, μες στο φαρδύ του στόμα/ την άγια ετούτη νύχτα να δεχτεί τη λιόκαλην Ελένη» (Ε 1216-1217). Και η Δίχτεννα, η μια από τις κόρες του Ιδομενέα, καθισμένη διπλοπόδι στην πλώρη, τραγουδάει στον Οδυσσέα και στους συντρόφους του το πώς, δωδεκάχρονη, στο πρώτο της ταξίδι μακριά από την Κρήτη έγινε γυναίκα, και ότι στο πλοίο της επιστροφής ζήτησε να υψώσουν στο μεσαίο κατάρτι κόκκινο πανί για να το δει και να χαρεί η καρδιά του Ιδομενέα (Θ 1113-1115). Άλλοτε, χαίρεται η κοιλιά, η δυνατή σαν λιονταριού (Θ 146), άλλοτε, ο Οδυσσέας ποθεί τη σφριγηλή Δίχτεννα (Ζ 483)[19], και στον άδειο πια χώρο των Ταυροκαθαψίων οι γυναίκες παραμένουν εξαντλημένες: «Αναγερτοί οι χαρούμενοι λαιμοί των γυναικών στις πρώτες/ αχτίδες της αυγής κοκκίνησαν, μαχαίρι ως να τους διάβη» (Ζ 1062-1063)[20]. Ακόμη, διαβάζουμε ότι το αφτί μπορεί να ιδρώσει σε συνθήκες χαράς. Γράφει ο Καζαντζάκης για τον γέρο πραματευτή: «Κι απ’ την πολλή χαρά τ’ αυτιά του έχυσαν ίδρο» (Ε 445). Κι ακόμη, ο Καζαντζάκης ισχυρίζεται, αν και πιθανώς πρόκειται για ερμηνεία, ότι η φύση της γυναίκας είναι ασθενική: «Μα ’ναι λιγόχρονο κι ανήμπορο της γυναικός το σώμα·/ και πριν προφτάσει στάλα να χαρεί, πριν παίξει την αγκάλη,/ ο κλεισαχείλης Χάρος την αρπάει κι από τις δυο πλεξούδες!» (Ε 538-540).
Καμιά φορά τα πρόσωπα του έπους εκφράζουν την ικανοποίησή τους για τη συμπεριφορά του άλλου με την έκφραση: «Γεια και χαρά σου». Για παράδειγμα, ο Οδυσσέας, βλέποντας τον Καρτερό να μετανιώνει που πόθησε την Ελένη, λέει: «Γεια και χαρά σου, Καρτερέ! στη δύσκολη την ώρα ετούτη/ σα βασιλιάς σηκώθεις πέρφανος και πρόγκηξες το Χάρο!» (Ε 261-262), και του υπόσχεται ότι στην πρώτη στεριά που θα βγουν, θα τον κάνει βασιλιά της. Εντούτοις, ο Καρτερός, επηρεασμένος από την πρόσφατη τρικυμία που τους ταλαιπώρησε, είναι απαισιόδοξος: «Μωρέ, στεριά, ποτέ μας, έγνοια σου! δε θα ξαναχαρούμε» (Ε 266). Άλλοτε, πρόκειται για χαιρετισμό (Ε 439)[21], άλλοτε σημαίνει χαλάλι: «Τον κόσμο, αδέρφια, μοιραστήκατε, με γεια σας, με χαρά σας!» (Η 668) ή εκφράζει θαυμασμό (Θ 428) ή «Και τότε, αδέρφια, πια, χαράς τονε που θα ’ναι εκεί να ρίξει/ ψηλά στον ουρανό τη σκούφια του, να δώσει το σημάδι!» (Θ 707-708)[22] και άλλοτε σημαίνει τον τυχερό. Λέει ο Οδυσσέας στον καπετάν Στρειδά: «Εσένα η μαλλιασμένη αυτούκλα σου, χαράς τηνε! δε δρώνει» (Ε 352) ή λέει για την Κρήτη: «Χαρά στα μάτια, αδέρφια, που αξιωθούν στο πέλαο να τη δούνε!» (Ε 356) ή μνημονεύει την τύχη των τριών νέγρων που συνοδεύουν τη Δίχτεννα (Ε 822) ή μακαρίζει, μολονότι δεν γίνεται πιστευτός, απευθυνόμενος στον Καρτερό εκείνον που έρχεται σε επαφή με την καθημερινότητα των ανθρώπων:
«Καλή ’ναι, σύντροφε, η ζεστή αστραπή που ζουν, γελούν και κλαίνε
τα πλάσματα της γης και λιάζουνται στο μυρωμένο χώμα·
χαρά στον άξιο νου που προσπερνάει κι αγάλια τα χαδεύει!» ( Ζ 94-96).
Ακόμη, στις απελπισμένες προσπάθειες των ανθρώπων να βρουν τις πηγές του Νείλου, του αθάνατου νερού, μια φωνή από τα νερά του αποκαλύπτει τη ματαιότητα του εγχειρήματος: «Χαρά στα μάτια που είδανε το πιο πολύ νερό στον κόσμο·/ χαρά στο γαύρο νου που ξάμωσε την πιο μεγάλη ελπίδα» (Θ 1290-1291).
Ξεχωρίζοντας τέσσερις περιπτώσεις χαράς, των Μελιγάλων (Ε 814-817, Ζ 121, Ζ 771)[23], της δράκαινας (Ε 1081), της Μάνας (Ε 1085) και των κακών πνευμάτων (Θ 542), εστιάζω στη χαρά που εκδηλώνουν κάποια από τα πρόσωπα της Οδύσσειας. Έτσι, οι χορευτές της Κρήτης χορεύουν με «χαρούμενο σκοπό» (Ε 984), και οι Βουνοκυρές, δηλαδή οι ακόλουθες της Κρινώς, άλλης κόρης του Ιδομενέα, χαίρονται προσμένοντας την τελετή των Ταυροκαθαψίων (Ζ 133) Εξίσου εκδηλωτικοί στη χαρά είναι και οι μεθυσμένοι άρχοντες της Κρήτης (Θ 257)[24].
Εκτός από τους ευνούχους του Ιδομενέα (Ε 1244 και Θ 118), τη χαρά τους δείχνουν και κάποια από τα δευτερεύοντα πρόσωπα της Οδύσσειας, όπως είναι ο αλωνιστής: «Βάβω, προβάβω σκλάβες σκύβοντας μες στην αυλή το δείλι,/ τα λάσα[25], αδρά αντικνήμια ξέπλεναν του κουρασμένου αφέντη·/ κι αυτός χαιρόταν κι αναπαύουνταν θεός μες στην αυλή του» (Ζ 618-620), η «λιγνή μελαχρινούλα» με την αγιαστούρα (Ζ 667), η «άπονη νια αψηλόκορμη» (Ζ 677) και η «νιούτσικη χήρα» (Ζ 1167-1168). Στην αφήγηση του πρωτομάστορα του Κρητικού, η πέτρα που κατεργάζεται μεταμορφώνεται σε θείο κεφάλι (Η 830).
Από τα κύρια πρόσωπα της Οδύσσειας, ο Ιδομενέας υποπτεύεται ότι η τωρινή είναι η τελευταία άνοιξη που χαίρεται: «Τούτη η στερνή βολά που χαίρουμαι τον κόσμο στον ανθό του!» (Η 891), εντούτοις, παράλληλα, νιώθει υπερήφανος, νομίζοντας ότι το παιδί που θα φέρει στον κόσμο η Ελένη είναι δικό του, και, μάλιστα, αντίθετα από τις κόρες του, θα είναι γιος:
«Σηκώθη ο βασιλιάς, κι απ’ τον αρμό του άσπρου χεριού την πήρε
κι όλος περφάνια και χαρά την κορφοθρόνιασε δεξά του·
κι αγάλλουνταν το γιο του να νογάει στο σπλάχνο της να δένει» (Θ 200-202).
Από τις κόρες του, η Δίχτεννα και η Φίδα φανερώνουν τη χαρά τους. Η Δίχτεννα, προτού βρεθεί στην αγκαλιά του Οδυσσέα, χαίρεται να μερώνει την πείνα της (Θ 1212) ή μαζί με τις ακολούθους της μπαίνει με χαρά στην παλαίστρα των Ταυροκαθαψίων:
«Μες στη δροσούλα τα στηθάκια τους κουνιούντα ως λαγουδάκια
και ξεσγουραίναν με χαρά στο πρωτοβάρεμα του γήλιου·
βαθιά στα κατσαρά δαφνόλουστα τσουλούφια λαμπυρίζαν
χρουσά, ανοιχτά σα μεσοφέγγαρα, κέρατα ορθά δαμάλας» (Ζ 186-189),
και η Φίδα μιλάει για ξωτικά καράβια που κουβαλάνε «χαρωπό μαντάτο» (Η 716) ή χαίρεται καθώς φιλάει τη χούφτα του Οδυσσέα: «Πυρρό, χαρούμενο ν’ αντισπαθάει[26] το πρόσωπο της Φίδας» (Η 1303)[27].
Οι βλάμηδες του Οδυσσέα χαίρονται με τον ερχομό της Ελένης στο πλοίο τους (Ε 58), χαίρονται καθώς αναθυμούνται, σύμφωνα και με τον στίχο του δημοτικού τραγουδιού, τον βίο τους:
«Φάγαν τα συμπαλίκαρα, άψωσαν, θρονιούνται στα παγκιά τους·
σα δροσερό νερό στα σπλάχνα τους όλη η ζωή γελούσε
και ρόδο πορφυρό ξεφούντωσε το ριζικό στο νου τους·
κι αυτοί σαν μπούρμπουλοι[28] το χαίρουνταν και το μελοτρυγούσαν» (Ε 112-115),
ξεκουράζονται αφού πάτησαν τα χώματα της Κρήτης (Ε 305), και, ξεφαντώνοντας στις «λιμανοταβέρνες», χαίρονται όταν βλέπουν τον Οδυσσέα, που τους έχει ανακαλύψει, να έρχεται προς το μέρος τους (Η 551). Από τους συντρόφους του Οδυσσέα, στις ραψωδίες Ε-Θ, ο καπετάν Στρειδάς και ο Καρτερός συνδέονται με την ψυχική κατάσταση της χαράς. Ο καπετάν Στρειδάς παροτρύνει τους συντρόφους του στην ταβέρνα του λιμανιού, στην Κρήτη: «Γρήγορα χέρια, πιέτε, αδέρφια μου, χαρείτε να χαρούμε!/ στον πάτο πάτο ας παν της θάλασσας του ανθρώπου οι φαρμακίλες» (Η 542-543)[29], και ο Καρτερός, που θα γίνει, όπως του το έχει υποσχεθεί ο Οδυσσέας, βασιλιάς στην Κρήτη, δέχεται την παρατήρηση του καπετάνιου του ότι, αντίθετα από εκείνον (Ζ 488-490), δεν απολαμβάνει την ειρηνική ζωή (Ζ 81)[30]. Εντούτοις, ο Καρτερός, που χαίρεται να κάνει στον Οδυσσέα παρατηρήσεις (Ζ 1109), έχει τον λόγο του για κάτι τέτοιο:
«Σε σπίτι ξέσκεπο γεννήθηκα και δε μασώ τα λόγια·
όσο ανεβαίνει την κορφή η ψυχή, τόσο και σφιχτοδένει
σκληρό, χωρίς κρουφαγκαλιάσματα, χωρίς χαρά, το χρέος!» (Ζ 492-494)[31].
Ο Καρτερός, όπως είναι ευνόητο, χαίρεται υπερβολικά όταν ανακαλύπτει το εργαστήριο του σιδερά, σιδεράς άλλωστε και ο ίδιος, στην Κρήτη (Ζ 1006-1007), παρ’ όλο που η χαρά του, λόγω ξαφνικής εισόδου της Φίδας, βάστηξε ελάχιστα (Ζ 1028). Από εκεί και πέρα, χαίρεται με τα έντονα πάθη του Οδυσσέα (Η 166), όταν τον βρίσκει «στις καλές του» (Η 253) και όταν αποχαιρετιούνται:
«Του Καρτερού η καρδιά ξαλάφρωνε και χαίρουνταν το χάδι,
κι αναμαζώχτηκε ο λαός να δει το πώς ποχαιρετιούνται
και κανακίζουνται τα δυο θεριά στου μισεμού την ώρα» (Θ 762-764).
Η Ελένη, είτε βρίσκεται στη Σπάρτη είτε βρίσκεται στην Κρήτη είτε βρίσκεται στο πλοίο του Οδυσσέα, δεν αφήνει να πάει χαμένη η ευκαιρία για να χαρεί. Έτσι, στο πλοίο που την πήρε μακριά από τη Σπάρτη, απολαμβάνει το ταξίδι:
«Μα η Ελένη αμίλητη τ’ απόνερα τα πράσινα κοιτούσε
και τους σγουρούς λιγόχρονους αφρούς, και χαίρουνταν να νιώθει
τον πελαγίσιον άνεμο ν’ ανοιεί τον κόρφο της σαν άντρας
κι ως την αφράτη της ροδόφτερνα να τη δροσολογίζει» (Ε 93-96).
ή
«Κι η φιλαντρούσα χαίρουνταν κρουφά, ξαναγυρίζαν πάλε
τα χνότα τα βαριά τ’ αντρίστικα, ξανασαλεύα οι χώρες,
φυσούσε πάλε αγέρας λευτεριάς στα σγουρομέλιγγά της» (Ε 107-109),
χαίρεται που αντικρίζει την Κρήτη (Ε 338), ορκίζεται στον Ιδομενέα ότι με τη θέλησή της άφησε τη Σπάρτη (Ε 1309), χαίρεται που συναντά τον Ιδομενέα (Ε 1313), και χαίρεται που αυτός την πιστεύει (Ε 1313). Η Ελένη ρωτάει τον Οδυσσέα αν είναι αυτός που, εκτός από τις πίκρες της γης «και τις χαρές βαστάει» (Η 448), χαίρεται με τα κλάματά του (Η 480), αλλά δεν νιώθει ούτε θλίψη ούτε χαρά καθώς θυμάται τον Πάρη ή τον Μενέλαο (Η 946)[32], και παραδέχεται ότι ένιωσε το άγγιγμα της Κρινώς έτσι όπως ποτέ δεν είχε ξανανιώσει:
«Ποτέ τόσο γλυκά δε χάρηκα να με χαδεύει χέρι
σαν την παρθένα σου, Κρινώ, γιομάτη δύναμη απαλάμη·
θυμούμαι μόνο εφτά χρονών κι εγώ σαν άνθιζα κοράσο,
γενάτος άντρακλας στην ποταμιά με φίλησε μια μέρα.
Αχ, τούτη εστάθη η πιο βαθιά χαρά του ξακουστού κορμιού μου·
και τώρα, να, μου θύμισες, Κρινώ, το πρώτο πρώτο χάδι!» (Ζ 511-516).
Συχνή είναι η χαρά και για τον Οδυσσέα, που άλλοτε σημαίνει ευχαρίστηση: «Τον κόσμο, αδέρφια, γύρισα, πολλά τα μάτια μου χαρήκαν» (Ε 429)[33] και άλλοτε σημαίνει θαυμασμό (Η 465). Ο Οδυσσέας χαίρεται να απολαμβάνει το θέμα μιας τοιχογραφίας (Η 280), ευχαριστιέται με το παλάτι του Ιδομενέα (Θ 22) ή νιώθει ικανοποίηση με το γκρέμισμα του παλαιού σαπισμένου κόσμου (Η 583)[34], παραπέμποντας στη γνωστή θέση του Καζαντζάκη, το χρέος:
«Θαρρείς και στο μεγάλο πόνο αυτός πως ήταν πρωτοφταίχτης
για κι άλλος πια στη γης παργορητής και λυτρωτής δεν ήταν·
κι άφραστη πίκρα ξάφνου κα χαρά συνέπαρε το νου του –
τη γης ολάκερη νογάει κρατάει σαν κεφαλή στους ώμους!» (Ζ 432-435).
Ο Οδυσσέας χαίρεται όταν οι σύντροφοί του τον υποδέχονται με γέλια (Η 567), χαίρεται με την ήττα του Χάρου (Η 1141), κοροϊδεύει την απλοϊκότητα των ανθρώπων (Θ 571) και χαίρεται ν’ ακούει τον λυράρη να τραγουδά (Θ 640). Αντίθετα, του κακοφαίνεται που δεν θα ξαναδεί την Κρήτη:
«Είπε, κι απαλοσέρνει γύρα αργή ματιά ποχαιρετίστρα:
ποτέ του πια τους άντρες, τα βουνά, τον ποταμό, τη γλύκα
του αρχοντικού νησιού τα μάτια του δε θα ξαναχαρούνε·
περνάει και πέτρα ρίχνει πίσω του, κι ο απόχτυπος βρουχάται
στο νου του, λες και πέτρα σε άπατο γκρεμίστηκε πηγάδι» (Θ 898-902).
και ώρες ώρες αναρωτιέται: «Θε μου, κι ως πότε ακόμα, λες να ζω, να χαίρουμαι τον κόσμο!» (Η 1029), όπως πριν, που η Ελένη φοβόταν ότι δεν θα προφτάσει: «Όλη του κόσμου τη χαρά να πιει στα δυο μικρά χεράκια» (Η 331)[35].
03. Στις ραψωδίες Ε-Θ η χαρά προσδιορίζεται, καμιά φορά, κατά το είδος της. Έτσι, γίνεται λόγος για «γκρεμόχαρες ελπίδες» (Ε 483), για αταραξία ((Ε 616), για «ψιλή χαρά» (Ε 797), για «χαρά κρουφή» (Ζ 178), για τη «χαρά που δίνετε στους σερνικούς, νυχτανυγμένοι κόρφοι» (Ζ 817), για «ανάτρομη χαρά» (Ζ 848), για «άγια χαρά» (Η 765), για «άγρια χαρά» (Θ 406), για «βαριά χαρά» (Θ 468) και για την αδιαφορία στη χαρά μπροστά στο πένθος: «Μα πέρα από γυναίκες και χαρές τώρα η καρδιά του [του Οδυσσέα] αλύχταε[36]» (Θ 515). Ασφαλώς, εκτός από το είδος, διακρίνεται η ποσότητα της χαράς. Έτσι, γίνεται αναφορά στην πολύ μεγάλη χαρά:
«Καλά, συντρόφοι μου, φαΐ, φιλί καταχορτάσατε όλοι·
χαρά πολύ μεγάλη να πατάς το χαλασμένο κάστρο,
να το γυρνάς σαν περδικόπουλο στης λευτεριάς τη θράκα·
μα πιο τρανό και δύσκολο αγαθό, με ολαδειανές παλάμες
να κατεβαίνεις πάλε στο γιαλό και να χτυπού αφρισμένα,
σα δυο μακριά φτερά, τα δυο κουπιά του μισεμού στο νου σου·
σήκω, του αντρούς καρδιά, να σηκωθεί κι η γης όλη μαζί σου!» (Θ 718-724)[37].
*
*
ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
[1] μαγληνά χοχλάδια, λεία βότσαλα. Η εξήγηση, όποτε κρίθηκε απαραίτητο, των ιδιότυπων λέξεων του Καζαντζάκη έγινε με βάση το πολύτιμο γλωσσάρι του Γεώργα: Βασίλειος Α. Γεώργας, Γλωσσάρι στο έργο του Νίκου Καζαντζάκη, Πανεπιστημιακές εκδόσεις Κρήτης, Ηράκλειο 2024.
[2] Χρησιμοποιώ την επανεκτύπωση της Οδύσσειας με φιλολογική και τυπογραφική επιμέλεια του Ε. Χ. Κάσδαγλη, αλλά εδώ στο μονοτονικό: Νίκου Καζαντζάκη, Οδύσσεια, εκδ. Ελ. Καζαντζάκη, Αθήνα 1984.
[3] Τετρακόσια γράμματα του Καζαντζάκη στον Πρεβελάκη, εκδ. Ελένης Ν. Καζαντζάκη, Αθήνα 21984, σελ. 140-141· στη σελ. 140, αναφορά στην τύχη του γράμματος που ο Καζαντζάκης ονομάζει «η διαθήκη μου».
[4] Τετρακόσια γράμματα του Καζαντζάκη στον Πρεβελάκη, στο ίδιο, σελ. 477.
[5] λάβρο, πυρακτωμένο.
[6] φωτοξεπουλιάζει, επωάζει.
[7] Η φωτιά απαντάται και αλλού· βλ. Δ 1003, και, με θεϊκή υπόσταση, Β 1261-1271. Διευκρινίζω ότι στις σημειώσεις καταγράφονται οι στίχοι που δεν περιλήφθηκαν στην προηγούμενη εργασία μου: «Εκδηλώσεις χαράς στην Οδύσσεια του Καζαντζάκη. Ραψωδίες Α-Δ».
[8] μονιάς, μοναχικός.
[9] Για τη χαρά των κορακιών, πραγματικών ή συμβολικών, βλ. Β 490-492 και Β 526-528.
[10] Η χαρά περισσεύει στον αϊτό και αλλού: «Ο γερο-αϊτός στρηνιάει με μάνητα, και με χαρά περίσσια/ τα κλαπατάρια του χτυπάει κι ανοιεί τα κλαροπόδαρά του,/ κι ο νιος, ωχού! γκρεμίστη ανάσκελα στον αστροκαύτη αιθέρα!…» (Α 524-526).
[11] βαλμάδες, κουκουβάγιες.
[12] λιχνίστικαν, σκόρπισαν.
[13] Τη χαρά δοκιμάζουν και τα μικροπούλια προτού ασχοληθούν με τις έγνοιες του ζευγαρώματος: «Στα πρώτα αρραβωνιάσματα, πριχού πλακώσου οι μαύρες έγνοιες/ για τη φωλιά, πρι σμίξουν τα κορμιά και ξεθυμάνει ο πόθος,/ όλο χαρά φτεράκιζαν κλαρί κλαρί τα μικροπούλια» (Α 791-793). Παρεμπιπτόντως, η χαρά, με τη σημασία της ευχαρίστησης, περνά και στο σαμιαμίθι (Δ 209).
[14] πραγά, γλυκά.
[15] Για την ευχαρίστηση που δίνει στα πρόσωπα της Οδύσσειας το τοπίο και οι άνθρωποί του, βλ. Α 801 (ο Οδυσσέας χαίρεται να βλέπει από την κορυφή του βουνού τα νησί του)· Γ 682 (ο Κένταυρος χαίρεται να βλέπει τα στάχυα στον κάμπο της Σπάρτης)· Γ 697-700 (ο Κένταυρος θυμάται τη ζωή του στην Ιθάκη)· Γ 739 (ο Οδυσσέας με τους ξενομερίτες της Σπάρτης)· Δ 137 (ο Οδυσσέας χαίρεται με τον κάμπο της Σπάρτης)· Α 1230 (ο παππούς του Οδυσσέα, ο Αυτόλυκος, καθώς παίζει λύρα).
[16] Ομοίως, ξεχωρίζει η χαρά που κάνει ο Οδυσσέας όταν βλέπει τα εργαλεία στο ελαιοτριβείο του και στο πατητήρι του (Α 583). Ακόμη, γίνεται λόγος για «τάβλες της χαράς» (Β 686) ή για «δροσόχαρα σταμνιά» (Γ 783).
[17] Ο νους του Λαέρτη, στον στίχο Β 554.
[18] Αλλού, «ανοίγει ολόχαρες τις αγκαλιές και χαιρετάει το πλήθος» της Ιθάκης (Α 396).
[19] Και θυμάται τη συνεύρεσή του με την Κίρκη: «Πώς να ξεχάσω, Θε μου, τη χαρά που βόγκαε στα νεφρά μου» (Β 315).
[20] Τα μέλη του σώματος αναφέρονται και αλλού· βλ. το επεισόδιο με τον Λαέρτη που «πρόσχαρα χέρια απλώνει» για να αποχαιρετήσει, προτού κλείσει τα μάτια του, το περιβολάκι του (Β 505-506) ή τον μουσικό που κρατά με τα πόδια του τον ρυθμό καθώς παίζει φλογέρα:
Όντας ο δείπνος πια ξετέλεψε, προβάλαν δυο χορεύτρες
και κίνησαν στου αστέρευτου ουρανού τ’ αστέρια να χορεύουν,
κι απόπερα στο κεφαλόσκαλο θρονιάστη διπλοπόδι
λιγνός ολάσπρος γέρος και κινάει μακριά ν’ αχάει φλογέρα–
και τα γυμνά ποδάρια το σκοπό κρατούσαν και ραμφίζαν,
σαν περιστέρια ερωτικά, χαρούμενα αλαφριά το δώμα» (Γ 1138-1143).
Ακόμη, καθώς η Καλυψώ πλένει τα πόδια του, ο Οδυσσέας γελά με χαρά βλέποντάς τα, λασπωμένα, να μπλέκουν με τα δυνατά του καλάμια ( Β 82-89) ή το «πηγαδόστομα» του Κένταυρου (Γ 1390).
[21] Βλ. τον Οδυσσέα να μονολογεί αποφασισμένος ότι θα εγκαταλείψει την Αιαία (Β 369) ή να αποχαιρετάει τη «μαυρομάλλα κοπελιά» (Γ 545).
[22] Εκτός από θαυμασμό (Δ 294), πότε πότε σημαίνει ειρωνεία, όπως στην περίπτωση που οι χήρες της Ιθάκης ειρωνεύονται τη δειλία των παλικαριών: «Μωρέ, χαρά στ’ αντροπαλίκαρα που κλαψοσαλιαρίζουν!» (Α 180).
[23] Μελιγάλες, νεράιδες.
[24] Και στην Ιθάκη οι άρχοντες, μολονότι ξεμέθυστοι, χαίρονται το ίδιο· βλ. τον Αυτόλυκο και τον «τραγουδάρχοντα» που χαίρονται το δειλινό από το ψηλό δώμα του παλατιού (Α 1212-1215) ή χαίρονται με το θαύμα, όταν ο Ηρακλής, αντί για τη Μοίρα, επισκέπτεται τον Οδυσσέα που είναι βρέφος (Α 1280). Από τη μεριά της, η Ναυσικά χαίρεται με το στοιχειό του σπιτιού του Οδυσσέα (Β 1249). Όσο για τη χαρά του λαού της Ιθάκης, βλ. Α 1002, και για τη χαρά των βοσκών βλ. Δ 329.
[25] λάσα, δασύτριχα.
[26] αντισπαθάει, φεγγοβολάει.
[27] Σε αρκετές περιπτώσεις, χαρούμενες, με αίτιο τον Οδυσσέα, είναι και άλλες γυναίκες, λόγου χάρη, η Κίρκη που του λέει: «Έλα να παίξουμε στην κλίνη μου, καλέ, και να χαρούμε!» (Β 306).
[28] μπούρμπουλοι, σκαθάρια.
[29] Στον καπετάν Στρειδά είχε απευθυνθεί ο Οδυσσέας χαρωπός στον διάπλου για τη Σπάρτη (Γ 306), όπως και στον Κένταυρο καθώς πλησίαζαν το παλάτι του Μενέλαου (Γ 854 ή Γ 858).
[30] Ο Οδυσσέας είχε χαρεί που ο Καρτερός δέχτηκε μεμιάς να γίνει σύντροφός του (Β 820).
[31] Ο Οδυσσέας θεωρεί ότι και η χαρά και ο πόνος είναι για τον άνθρωπο· βλ. Β 154.
[32] Η χαρά του Μενέλαου είναι διάσπαρτη σε προηγούμενες ραψωδίες· βλ. τους στίχους: Γ 1122 (ο Μενέλαος, η Ελένη και ο Οδυσσέας σε φαγοπότι)· Γ 1214 και Δ 44 (ο Μενέλαος απευθύνεται στον Οδυσσέα)· Δ 58 (το όνειρο του Μενέλαου)· Δ 83 (ο Μενέλαος χαίρεται καθώς διαισθάνεται τον θαυμασμό του Οδυσσέα για το βιος του)· Δ 510 (ο ύπνος έχει ανανεώσει τον Μενέλαο και τον Οδυσσέα)· Δ 936 (ο Μενέλαος λυπάται που δεν θα ξαναδεί τον Οδυσσέα). Όσο για την Ελένη, οι προηγούμενες αναφορές ποικίλουν· βλ. Γ 1205 (η Ελένη χαίρεται να προκαλεί πόθο στους άντρες)· Δ 436 (η Ελένη απευθύνεται στις βάγιες της)· Δ 454 (η Ελένη μαζί με τις βάγιες της).
[33] Αλλού, ο Οδυσσέας, εννοώντας τη Ναυσικά, λέει στον Τηλέμαχο ότι τα μάτια του: «Κορμοστασιά πιο βεργολυγερή δε χάρηκαν ποτέ τους» (Α 329).
[34] Πρβλ. Γ 1130.
[35] Ομοίως, την ίδια ποικιλία διαθέτουν οι καταστάσεις από όπου προέρχεται η χαρά του Οδυσσέα και στις πρώτες τέσσερις ραψωδίες· βλ. Β 26-29 (όταν διστάζει να διηγηθεί το ταξίδι της επιστροφής του στην Ιθάκη)· Β 163 ( τη χαρά του για την κατασκευή της σχεδίας)· Β 1390 (την ευχαρίστησή του για τον αντίλογο του Τηλέμαχου)· Α 601 και Α 621 (όταν θυμάται τα ταξίδια του με προορισμό την Ιθάκη)· Β 1302 (όταν σχεδιάζει τα καινούργια ταξίδια του)· Β 1287 (όταν προσκαλεί τον λαό της Ιθάκης στις «χαρές του γιου του»)· Γ 878 (καθώς δεν αντιλαμβάνεται το νόημα του γέλιου της θεάς Αφροδίτης)· Γ 892 (όταν απολαμβάνει το ειρηνικό βράδυ)· Γ 1067 (όταν χαίρεται τις αγνές στιγμές που βλέπει και αγγίζει την Ελένη)· Δ 93 (καθώς ξεκινάει τη περιήγηση στα περίχωρα της Σπάρτης).
[36] αλύχταε, κραύγαζε.
[37] Πολύ μεγάλη χαρά συναντιέται και αλλού· βλ. Β 354, Γ 692 και Γ 1091. Για συγκεκριμένες περιπτώσεις, βλ. και Α 421 («αναπάντεχη χαρά») και Γ 1158 («εύκολες χαρές»).
///
*
*

