*
τοῦ ΔΗΜΗΤΡΗ ΑΓΑΘΟΚΛΗ
.~.
CRASH-TEST
Καὶ ἐπανέρχομαι στὸ θέμα λέγοντας τὸ ἑξῆς.
Ὅτι πρὶν συναντηϑοῦν δύο ἄνϑρωποι
κι ἑνώσουν τὶς ζωές τους καὶ προχωρήσουν
δὲν γνώριζαν τίποτα ὁ ἕνας γιὰ τὸν ἄλλον
ἀμήχανα τὰ σώματα κυκλοφοροῦσαν
σπὸρ-ἁμάξια τρέχοντας μανικὰ στὶς λεωφόρους
παρ’ ὅλα αὐτὰ μ’ ἕναν τρόπο μεταφυσικὸ
οἱ ψυχὲς ἐπικοινωνοῦσαν κρυφίως
συντονίζονταν ὥστε ὑπὸ κατάλληλες συνϑῆκες
ἐλλιπὴ σήμανση κι ὁδόστρωμα ὀλισϑηρὸ
νὰ χτυπήσουν βίαια μετωπικὰ μὲ ϕόρα
πόδια χέρια σπάζοντας τὰ ὀχήματα σμπαράλια
κι ἔτσι ἐπιτέλους νὰ λάϐει χώρα τὸ συμϐὰν
ν’ ἀνταλλαγοῦν διευϑύνσεις τηλέφωνα
καὶ τὸ πράγμα νὰ πάρει ὁμαλὰ τὸν δρόμο του
ϕταίω ἐγὼ συγγνώμη ναὶ μὰ δὲν σᾶς εἶδα
καὶ προσκολληϑήσεται ἄνϑρωπος πρὸς ἄνϑρωπον
καὶ ἔσονται αἱ δύο ϕεράρι εἰς λαμαρίνα μίαν.
Ἂν τηρηϑοῦν πιστὰ οἱ ἀρχὲς τοῦ ὁδικοῦ κώδικα
τὸ ἀτύχημα δὲν μεταπίπτει σὲ δυστύχημα
καὶ ἡ ἀμηχανία ὡς ἐκ θαύματος διὰ μαγείας παύει
δρώμενο τροχαῖο ἱλαροτραγικῆς πλοκῆς
ὅτι κάπου κυκλοφορεῖ ἕνας ἀσυνείδητος ὁδηγὸς
μὲ καφὲ στὸ χέρι ἀφηρημένος στὸ τιμόνι
ποὺ τρέχει ἀντίϑετα παραϐιάζει ϕανάρια στὸπ
ἕτοιμος μὲ ὁρμὴ κι ἀκάϑεκτος νὰ πέσει πάνω μας.
.~.
ΕΥΚΟΛΙΑ
Δύσκολα σὲ πλησίασα
καὶ δύσκολα ἀπέσπασα τὸ ναί
ὅσο δύσκολα σὲ ἔπεισα
νὰ μπαρκάρουμε
νὰ κωπηλατήσουμε
σὲ καιρὸ δύσκολο ἀργοναυτία
δύσκολη ὑπὸ συνϑῆκες δύσκολες
ὅσο δὲν πάει ἄλλο
δὲν ἀντέχω νὰ κολυμπήσω
δυσκολεύομαι
ἔχεις δίκιο πνίγομαι κι ἐγὼ
ἀλλὰ ξέρεις
δύσκολα ξεδύσκολα
στὴ μανιασμένη τούτη θάλασσα
τὴ γεμάτη Συμπληγάδες
γενικὰ
δύσκολα τὰ πράγματα,
μὰ καὶ εὔκολα.
.~.
ΡΑΝΤΕΒΟΥ
Ὅτι μᾶς ἑνώνει τὸ ἀχαλίνωτο σὲξ
τὰ βογγητὰ μέσα στὴ νύχτα
οἱ κραυγὲς τῆς ἀπόλαυσης τῆς ἡδονῆς
ἡ ἠχὼ στοὺς ἄδειους διαδρόμους
ἀπὸ παιδιὰ καὶ ἔπιπλα ―
ὅπως κυλιόμαστε λυσσασμένα
σὰν τὰ σκυλιὰ ἀδύναμοι
νὰ ξεκολλήσουμε ἀπ’ τὰ ἔνστικτά μας
μιὰ ἀγωνία μᾶς διατρέχει
περνάει ἀπὸ μέσα μας σὰν ρεῦμα ἠλεχτρικὸ
τινάσσει καὶ τὴν πιὸ μικρὴ ἐλπίδα
νὰ σταϑοῦμε γνήσιοι
γυμνοὶ ὁ ἕνας ἀπέναντι στὸν ἄλλον
πρὶν πέσουμε ἐξαντλημένοι καὶ σιωπήσουμε
ὁ ἕνας δίπλα στὸν ἄλλον
μετανιωμένοι
μὲ τὸν μορφασμὸ τῆς προδοσίας
ὅτι δὲν ἀφεϑήκαμε
δὲν προσφέραμε χρυσὰ νὰ λάϐουμε χάλκινα
ὅταν γλείφοντας τὶς πληγὲς
σὰν τ’ ἄγρια ζῶα
δίνουν ραντεϐοὺ τὰ σώματά μας
μ’ ἕνα ξεφτισμένο γαρύφαλλο στὸ πέτο
νὰ ξεσχίσουν τὶς σάρκες τους
νὰ ξεσχίσουν τὶς καρδιές τους.
.~.
ΥΠΟΛΟΙΠΟ
Ἐκεῖ ποὺ ἄρχιζαν κάποτε τὰ ϕιλιὰ
ἐπιστρέφω τὰ βράδια
—στὸν λαιμὸ στὰ χέρια—
κάτι, μήπως, παρ’ ἐλπίδα
ἔχεις ἀφήσει.
Τὸ πρωὶ μοῦ ψιϑύριζες
θὰ μείνω.
Ψεύτη. Ἡ ἀναπόληση
τελειώνει πάντα μὲ τὸν ἴδιο τρόπο
—στοὺς μηροὺς στὴν κοιλιά—
μ’ ἕνα σου γράμμα
στὸ κομοδίνο τῆς μνήμης.
Φεύγω καὶ τὰ παίρνω ὅλα.
Λυποῦμαι.
.~.
ΓΥΝΑΙΚΑ
Νέα καὶ ὄμορφη
θ’ ἀναζητήσει κι αὐτὴ ἕνα σῶμα
νὰ τὴ ζεστάνει.
Τὸν χειμώνα
ὅταν ὁ σπόρος κρυώνει βαϑιὰ στὴ γῆ
τὸ ἀλέτρι μένει στὸ χωράφι.
Ἡ ϕύση ρίχνει τοὺς παλμούς της
ἀναπνέει ἀργά… Παγώνουν οἱ σωλῆνες
καὶ οἱ καμινάδες ἀχνίζουν.
Ὁ καπνὸς ποὺ βγαίνει
εἶναι τὸ προϊὸν μιᾶς τέλειας καύσης
μιᾶς τριϐῆς.
Δύο σώματα στὴ ϕωτιὰ
τὸν χειμώνα ὅταν ὁ σπόρος κοχλάζει
μέσα της, νέα καὶ ὄμορφη —
Γυναίκα.
.~.
Ο ΕΡΧΟΜΟΣ
Ἔρχεται πάλι ἡ βροχὴ
ραγδαία νὰ θυμίσει
ὅσα εἶχα νὰ σοῦ πῶ,
μὰ τῆς ἀγάπης τὸν σκοπὸ
πρόδωσαν τὰ μίση.
Ἔρχεται πάλι ἡ ἐποχὴ
―μιμόζα τοῦ Φλεϐάρη!―
π’ ἄνϑιζε σὰν πυρετὸς
τοῦ ἐγωισμοῦ ὁ τοκετὸς
λόγιομο ϕεγγάρι.
Ἦρϑε ἀργὰ κι ἡ ἐνοχὴ
ποὺ μείναμε δύο ξένοι,
ἄνεμοι τὰ χρόνια μας
(δὲν ἄντεξαν τὰ λόγια μας)
ϕύσηξαν θλιμμένοι.
.~.
ΧΡΥΣΗ ΟΧΙΑ
( all season )
Περνῶντας ἀπ’ τὰ μέρη μας σὲ εἶδα
τὰ βάρη ν’ ἀλαφραίνεις ἑνὸς Μίδα.
Κράτησε ἡ στιγμὴ αἰῶνες…
Τὸ μάλαμα στὰ μπὰρ ἐξαργυρώνω
τῆς μνήμης σου. Πῶς μοῦ θυμίζει ϕόνο
καλοκαίρια ἢ χειμῶνες!
Χρυσὴ γυναίκα, πάντοτε εἶχες
τέσσερεις σ’ ἕνα σῶμα ἐποχές.
Μὰ ἔλιωσε ἡ μπογιά σου κι ἀφηγήσεις
νεόπλουτες μοῦ λὲς γιὰ νὰ ρωτήσεις
νὰ γυρίσω ἂν μπορῶ.
Κάλπικό μου, δὲν πλήρωσα τὴ ϕάρσα;
Τοῦ ἔρωτά μας κόπηκε ἡ ἀνάσα
ἄνοιξη-ϕϑινόπωρο.
Χρυσὴ γυναίκα, πάντοτε εἶχες
τέσσερεις σ’ ἕνα δάγκωμα ὀχιές.
.~.
ΙΣΟΡΡΟΠΙΑ
Εἶμαι αὐτὸ ποὺ βλέπεις. Ὅ,τι ϕαίνομαι.
Τί νιώϑω, ἄλλη ὑπόϑεση.
Ἄσκοπες οἱ ἀναλύσεις.
Ἂν εὐϑύνεται ὁ κοινωνικὸς περίγυρος, τὰ γονίδια
πῶς διορϑώνεται. Ὅ γέγονε, γέγονε.
Μήπως ὁ Ἀλέξανδρος κατάφερε νὰ λύσει
τὸν γόρδιο δεσμό;
Πιάσε μιὰ πέτρινη πλάκα καὶ τὴ σμίλη.
Οἱ δυό μας, δημιουργήματα
ἀπ’ τὸ ἴδιο χῶμα ποὺ γίνεται λάσπη μὲ τὴ βροχή,
ἂς ἀνηφορήσουμε χέρι-χέρι τὸ ὄρος Σινὰ
κι ἂς χαράξουμε τὴ Νέα Διαϑήκη
χωρὶς μεσάζοντες Προφῆτες καὶ ἑρμηνεῖς Γραφῶν.
Ἐγὼ νὰ σταματήσω νὰ ἐκφωνῶ
ϕιλιππικοὺς στὴν Ἐκκλησία τοῦ Δήμου,
κι ἐσὺ νὰ μὲ ἀγαπήσεις ὅπως ἀγαπάει ὁ Θεὸς
ὅλα τὰ πλάσματα τοῦ Κόσμου.
.~.
ΦΙΛΟΣΟΦΕΙΝ
Προτρεπομένη δὲ τὸν ἄνδρα Λεωνίδαν
ἐξιόντα εἰς Θερμοπύλας ἄξιον τῆς Σπάρτης ϕανῆναι,
ἠρώτα τί χρὴ πράττειν.
Θὰ τὸ πῶ λακωνικά.
Νὰ εἶσαι καλὴ μητέρα· αὐστηρὴ μὰ δίκαιη.
Καὶ ν’ ἀγκαλιάζεις τὰ παιδιὰ νὰ γίνουν ἄνϑρωποι.
Μὴ βιάζεσαι νὰ τὰ σηκώσεις ὅταν πέφτουν.
Ἄστα νὰ κλάψουν.
Νὰ γνωρίσουν τὸ χάδι, νὰ γνωρίσουν καὶ τὸν πόνο.
Γιὰ τὰ ὑπόλοιπα ὅ,τι διατάσσει ἡ Πόλη:
ἀγαϑὸν γαμεῖν, ἀγαϑὰ τίκτειν.
Ἡ ἀπώλεια ὡς μέρος τῆς ζωῆς μας.
Ἀλλὰ ἂς ἀφήσουμε τὰ δράματα.
Τὸ ἀντίο ϕλερτάρει μὲ τὶς συγκινήσεις
ὅπως ἡ ποίηση ἀποστρέφεται τὸ πεδίο τῆς μάχης
(ἂν καὶ ἡ ἀσπίδα μου ϕέρει τὸ λάμϐδα).
Ἕνας στίχος μονάχα προοικονομεῖ τὴν κάϑαρση
στὴν ἐπερχόμενη τραγωδία ―
τὸ λέω ψιϑυριστὰ ἀϑόρυϐα νὰ πάρει τὴ θέση του.
Σ’ ἀγαπῶ. Πιὸ λακωνικὰ δὲν γίνεται.
.~.
*
Tamara de Lempicka, Self-Portrait in the Green Bugatti (1928)
*
*
*

