Έρασμος του Ρόττερνταμ, Ο Ιούλιος αποκλεισμένος από τον Παράδεισο [1/2]

*

Μετάφραση-Σχόλια-Επιμέλεια στήλης
ΦΩΤΗΣ ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ

Τον Φεβρουάριο του 1513 πεθαίνει ο πάπας Ιούλιος Β΄, ο πιο διαβόητος και κακόφημος ποντίφικας μιας εποχής περικλεούς παπικής παντοκρατορίας. Έναν χρόνο μετά τον θάνατο του αρειμάνιου πάπα, άρχισαν να κυκλοφορούν στα κρυφά, χειρόγραφα αντίτυπα ενός ανώνυμου διαλόγου πρωτοφανούς ανευλάβειας απέναντι στο πρόσωπο του. Ο ξεκαρδιστικός διάλογος κατέληξε να φέρει παραδοσιακά τον τίτλο «Ο Ιούλιος αποκλεισμένος από τον παράδεισο». Στο έργο, ο Ιούλιος λογομαχεί με τον Άγιο Πέτρο μπροστά στις πύλες του παραδείσου, διότι ο πρώτος βικάριος του Χριστού δεν είναι ούτε στο ελάχιστο διατεθειμένος να επιτρέψει σε έναν τόσο διεφθαρμένο διάδοχό του να εισέλθει στους ουρανούς.

Το 1517 εμφανίζεται η editio princeps, και το έργο γνωρίζει έντεκα εκδόσεις μέσα σε διάστημα μόλις τριών ετών. Για το έργο μιλά σύσσωμη η ανθρωπιστική Ευρώπη και οι εικασίες, φυσικά, για την ταυτότητα του συγγραφέα πληθαίνουν. Το ευρύ αναγνωστικό κοινό, όμως, υιοθετεί σχεδόν άμεσα την πιο εύλογη υπόθεση. Ο συγγραφέας δεν ήταν άλλος από τον πιο πολυδιαβασμένο και επιδραστικό διανοούμενο της εποχής: τον Έρασμο του Ρόττερνταμ. Ο ίδιος ο Έρασμος, πάντως, αποκηρύσσει επανειλημμένως και δημοσίως το έργο και διατυμπανίζει όπου σταθεί κι όπου βρεθεί ότι δεν το έχει συντάξει εκείνος. Σε χρόνους κατά τους οποίους η dictio erasmica αποτελούσε το απόλυτο πρότυπο πρόζας σε όλη την Ευρώπη, θα ήταν εύκολο να πιστέψει κανείς ότι το έργο γράφτηκε κατά μίμηση του Έρασμου, και όχι από την ίδια την πένα του Ολλανδού ανθρωπιστή. Ωστόσο, αν και η συζήτηση περί της πατρότητας του έργου συνεχίζεται έως και σήμερα, ελάχιστοι είναι πια εκείνοι που αμφισβητούν -ιδίως μετά την κριτική έκδοση του 2013- ότι η διαίσθηση των πρώτων αναγνωστών ήταν απολύτως ορθή: το έργο το συνέταξε πράγματι ο Έρασμος από το 1513 έως το 1514 στην Αγγλία, προορίζοντάς το για έναν πολύ στενό και έμπιστο κύκλο φίλων ανθρωπιστών. Eίναι δε βέβαιο ότι δεν επιμελήθηκε ο ίδιος την πρώτη του έκδοση, τρία χρόνια αργότερα. Το διάστημα πάντως αυτό ήταν αρκετό για να μεταβάλει ριζικά την πρόσληψη και ερμηνεία του διαλόγου. Ένα έργο που γράφτηκε με εμφανώς κωμική διάθεση και με σκοπό να αποτυπώσει ανάγλυφα -και ακραία- τα ιδεώδη του χριστιανικού ανθρωπισμού και της επιστροφής στην ecclesia primitiva, τυπώνεται τελικά όταν άρχεται η άνοδος του προτεσταντισμού και φθάνει να ερμηνεύεται και να αξιοποιείται ως ανελέητο σφυροκόπημα της Ρώμης και του παπισμού.

Στον διάλογο λαμβάνουν μέρος τρεις μορφές: ο Πέτρος, ο Ιούλιος και το «Πνεύμα»-προστάτης του Ιουλίου. Το Πνεύμα παρεμβάλλει κυρίως σκωπτικά σχόλια εναντίον του Ιουλίου, αλλά δεν μετέχει ουσιαστικά στον διάλογο. Τούτος αναπτύσσεται ως αυστηρός «έλεγχος» του Ιουλίου από τον Πέτρο, με τον Έρασμο να μας χαρίζει μια πρώτης τάξης ανάλυση των κινήτρων και των ενεργειών ενός πάπα που οδήγησε όλη την Ευρώπη σε πόλεμο. Η αναπαράσταση των διαφορών των δύο ανδρών μέσα στον διάλογο είναι ανεπανάληπτη και καταλήγει στο μόνο δυνατό αποτέλεσμα: την απολάκτιση του Ιουλίου από τη βασιλεία των ουρανών.

Η μετάφραση του έργου θα δημοσιευθεί στο ΝΠ σε δύο συναπτές αναρτήσεις, στις 7 και 8 Δεκεμβρίου.

~.~

ΕΡΑΣΜΟΣ ΤΟΥ ΡΟΤΤΕΡΝΤΑΜ

Ο Ιούλιος αποκλεισμένος από τον Παράδεισο [1]

 

Μέρος Α΄

Ιούλιος. Μα τι στο διάβολο συμβαίνει; Δεν ανοίγουν οι πύλες; Κάποιος πρέπει να άλλαξε την κλειδαριά, ή να τη χάλασε.

Πνεύμα. Για κοίτα καλύτερα μήπως έφερες λάθος κλειδί. Το κλειδί για το θησαυροφυλάκιό σου δεν πρόκειται να ανοίξει αυτήν την πόρτα. Και, τέλος πάντων, γιατί δεν τα έφερες και τα δύο μαζί σου; Αυτό που κρατάς στο χέρι σου είναι το κλειδί της εξουσίας, όχι της γνώσης.

Ιούλιος. Μα αυτό είναι το μόνο που κρατούσα πάντα. Και δεν βλέπω σε τι θα μας χρησίμευε το άλλο, όταν αυτό που έχω είναι τούτο δω.

Πνεύμα Ούτε εγώ, πέρα από το ότι δεν μπορούμε να μπούμε μέσα χωρίς εκείνο.

Ιούλιος. Βράζω από θυμό. Θα βαρέσω τις πύλες. Ακούει κανείς; Ακούει κανείς; Κάποιος ν’ ανοίξει αυτήν την πόρτα αμέσως! Μα τι συμβαίνει; Δεν είναι κανείς εδώ; Γιατί καθυστερεί ο θυρωρός; Θα ροχαλίζει, φαντάζομαι, καλομεθυσμένος.

Πνεύμα. Κρίνει εξ ιδίων τα αλλότρια!

Πέτρος. Ευτυχώς που η πύλη μας είναι γερή, αλλιώς θα την είχε σμπαραλιάσει αυτός που στέκει απ’ έξω, όποιος κι αν είναι. Φαντάζομαι, βέβαια, πως θα ’ναι κάνας γίγαντας ή κανένας δυνάστης, από αυτούς που ισοπεδώνουν πόλεις ολόκληρες. Θεέ και Κύριε! Σαν καταβόθρα μου βρωμάει εδώ. Δεν θα ανοίξω απευθείας, αλλά θα κοιτάξω πρώτα μέσα από τα κάγκελα του παραθύρου για να δω τι κακό μας περιμένει. Ε, εσύ! Ποιος είσαι; Τι γυρεύεις;

Ιούλιος. Άντε ν’ ανοίξεις την πύλη και γρήγορα. Αν έκανες σωστά τη δουλειά σου, θα είχες βγει να με προϋπαντήσεις -και μάλιστα στήνοντας πανουράνια πομπή.

Πέτρος. Πολύ αφεντικό μας το παίζει τούτος δω. -Πες μου πρώτα: ποιος είσαι;

Ιούλιος. Και σάμπως δεν μπορείς να το διαπιστώσεις αυτό κι από μόνος σου;

Πέτρος. Από μόνος μου; Λοιπόν, περίεργο και πρωτόγνωρο είναι το θέαμα -για να μην πω: το τέρας ετούτο.

Ιούλιος. Εκτός κι αν είσαι εντελώς τυφλός, αναγνωρίζεις, φαντάζομαι, αυτό το κλειδί, ακόμα κι αν αγνοείς τη χρυσή βελανιδιά[2]. Και βλέπεις την τριπλή μου τιάρα, καθώς και τον μανδύα μου που αστράφτει από τα πετράδια και το χρυσάφι.

Πέτρος. Πράγματι, το ασημένιο κλειδί μου είναι κάπως γνωστό, όμως υπάρχει μόνον ένα και είναι πολύ διαφορετικό από εκείνο που ο Χριστός, ο αληθινός ποιμένας της εκκλησίας, μου εμπιστεύτηκε προ πολλού. Όσο για τούτη τη λουσάτη σου τιάρα, από πού κι ως πού να την αναγνωρίσω; Ούτε βάρβαρος τύραννος δεν τόλμησε ποτέ να φορέσει κάτι τέτοιο, πόσο μάλλον κάποιος που προσπαθεί να εισέλθει εδώ. Και καθόλου δεν με συγκινεί ο μανδύας σου, αφού πάντα περιφρονούσα χρυσάφια και κοσμήματα και τ’ απαξίωνα σαν σκουπιδολόι[3]. Αλλά, για στάσου μια στιγμή. Τι είναι όλα αυτά; Βλέπω στο κλειδί και στο στέμμα και στον μανδύα σου τα σημάδια εκείνου του γυρολόγου και απατεώνα που είχε ίδιο όνομα με μένα, αλλά όχι και ίδια φύση, του Σίμωνα, τον οποίο ταπείνωσα πριν από πολύ καιρό με τη βοήθεια του Χριστού[4].

Ιούλιος. Θα πάψεις αυτές τις ανοησίες, αν σου κόβει έστω και λίγο. Άμα θες να ξέρεις, είμαι ο Ιούλιος από τη Λιγουρία. Κι αν δεν είσαι εντελώς αγράμματος, θα αναγνωρίσεις βέβαια αυτά τα δύο γράμματα: Μ.Π[5].

Πέτρος. Φαντάζομαι πως σημαίνουν: Μέγιστη Πανούκλα.

Πνεύμα. Χα χα χα! Φοβερός μάντης είναι αυτός. Πέτυχε διάνα!

Ιούλιος. Φυσικά και όχι! Μέγιστος Ποντίφικας!

Πέτρος. Λοιπόν, ακόμα κι αν είσαι μέγιστος, μεγαλύτερος ακόμα κι από εκείνον τον Ερμή τον Τρισμέγιστο, εδώ δεν θα μπορούσες να εισέλθεις παρά μόνον εάν ήσουν άριστος, δηλαδή, άγιος.

Ιούλιος. Α, καλά… Αν η προσφώνηση «άγιος» σχετίζεται με αυτό που συζητάμε, τότε η καθυστέρησή σου να μου ανοίξεις τις πύλες συνιστά θράσος δίχως όρια. Γιατί συ βέβαια αξιώθηκες να σε αποκαλούν όλους αυτούς τους αιώνες απλώς «άγιο», ενώ εμένα δεν με αποκαλούσαν ποτέ τίποτε λιγότερο από «αγιότατο». Ως προς αυτό, είναι στη διάθεσή σου χιλιάδες βούλες…

Πνεύμα. …φοριούνται πράγματι πολύ οι βούλες!

Ιούλιος. …στις οποίες προσδιορίζομαι συχνότατα ως «Αγιότατος Κύριος». Πρόσεξε: όχι απλώς «άγιος». Διότι, ό,τι κι αν έκανα…

Πνεύμα. …συνήθως έκανε κεφάλι…

Ιούλιος. …οι άνθρωποι έλεγαν ότι το είχε κάνει «η Αγιότης του Αγιοτάτου Κυρίου μας Ιουλίου».

Πέτρος. Γύρεψε, λοιπόν, από τους κόλακές σου να σου επιτρέψουν να εισέλθεις στους ουρανούς, αφού αυτοί σε κατέστησαν «Αγιότατο», κι ας σου χαρίσουν, καλέ μου, την ευδαιμονία εκείνοι που έσπευσαν να σου αποδώσουν την αγιότητα. Μα, τώρα, είσαι με τα σωστά σου; Στα αλήθεια δεν βλέπεις καμία διαφορά ανάμεσα στο να σε αποκαλούν «άγιο» και στο να είσαι;

Ιούλιος. Α, αυτό καταντάει πολύ ενοχλητικό. Αν μου είχε επιτραπεί να συνεχίσω να ζω, δεν θα ζήλευα ούτε αυτήν την αγιότητα, ούτε και την ευδαιμονία σου.

Πέτρος. Πόσο ταιριαστά τα λόγια σου φανερώνουν την αγιότητα του νου σου! Εν πάση περιπτώσει, εσένα σε παρακολουθώ στενά εδώ και καιρό, και έχω διακρίνει πάμπολλα σημάδια ασέβειας, αλλά ούτε ίχνος αγιοσύνης. Και, για να ’χουμε καλό ερώτημα, γιατί μας έσυρες εδώ μια τόσο πρωτάκουστη συνοδεία, ολωσδιόλου παράταιρη για έναν ποντίφικα; Έχεις φέρει κοντά είκοσι χιλιάδες άνδρες μαζί σου, μα μέσα σ’ αυτόν τον όχλο ούτε ένας τους δεν μου φαίνεται να είναι Χριστιανός. Είναι, θαρρείς, τα χειρότερα αποβράσματα της κοινωνίας, και περιφέρουν παντού μια δυσωδία από μπορντέλα, πιώμα και μπαρούτι. Πιο πολύ φέρνουν σε πληρωμένους τραμπούκους, ή σε δαιμόνια που το έσκασαν από τον κάτω κόσμο για να τα βάλουν με τις δυνάμεις τ’ ουρανού. Κι όσο πιο προσεκτικά σε παρατηρώ εσένα, τόσο λιγότερο μου είναι δυνατόν να εντοπίσω έστω κι ένα ίχνος αποστόλου. Καταρχάς, τι τερατώδης συνήθεια είναι αυτή να φοράς από πάνω τα ρούχα του ιερέα κι από κάτω να τρίζει τέτοια τρομερή κι αιματοβαμμένη πανοπλία; Κι επιπλέον, τα μάτια σου είναι μάτια αγροίκου, το στόμα σου μονοκόκαλο, φρικαλέα έχεις όψη και τόσο υψωμένο κι αλαζονικό είναι το φρύδι σου! Σχεδόν ντρέπομαι που το λέω, μα και λυπάμαι που βλέπω ότι, δεν υπάρχει ούτε ένα μέρος του σώματός σου που να μην είναι παραμορφωμένο από τα σημάδια των τερατωδών και αποτρόπαιων ορέξεών σου, για να μην αναφέρω ότι μας έχεις φλομώσει στο ρέψιμο κι ότι βρωμάς ποτό και μεθύσι. Άσε που δείχνεις λες και μόλις προ ολίγου ξερνοβολούσες. Όλο σου το σώμα δείχνει να έχει πατσαβουριαστεί και ρυτιδιάσει όχι από τα γηρατειά και τις ασθένειες, μα από την ασωτία.

Πνεύμα. Πολύ παραστατικός!

Πέτρος. Αν και βλέμμα βλοσυρό στρέφεις εδώ και ώρα πάνω μου, δεν μπορώ και να σου κρύψω αυτό που σκέφτομαι. Υποψιάζομαι, λοιπόν, ότι είσαι εκείνος ο απεχθέστατος εθνικός, ο Ιούλιος[6], που το έσκασε από την κόλαση μεταμφιεσμένος για να με παραπλανήσει -τόσο, μα τόσο πολύ του μοιάζεις σε όλα.

Ιούλιος. Δυο άκρες έχει το μπαστούνι…

Πέτρος. Τι είπες;

Πνεύμα. Είναι φουρκισμένος. Όποτε το ξεστόμιζε αυτό, όλοι οι καρδινάλιοι την έκαναν με ελαφρά, από φόβο μήπως γευθούν το μπαστούνι της Αγιότητάς του, ιδίως μετά από φαγοπότι.

Πέτρος. Απ’ ό,τι φαίνεται, εσύ είσαι καλά εκπαιδευμένος στο να βγάζεις νόημα από όσα λέει αυτός. Πες μου, λοιπόν, ποιος είσαι;

Πνεύμα. Είμαι το πνεύμα του Ιουλίου, το τρανό.

Πέτρος. Το «τρομερό», έπρεπε να πεις.

Πνεύμα. Ό,τι κι αν είμαι, είμαι το πνεύμα του Ιουλίου.

Ιούλιος. Επιτέλους, δεν σταματάς όλες αυτές τις ανοησίες και να ανοίξεις τις πύλες; Ή προτιμάς να τα κάνω όλα ρημαδιό; Προς τι όλη αυτή η φλυαρία; Βλέπεις, θαρρώ, τους άντρες που έχω υπό τις διαταγές μου…

Πέτρος. Μα και βέβαια τους βλέπω τους ξεσκολισμένους σου τραμπούκους. Αλλά, σε περίπτωση που σου διαφεύγει, σε τούτες τις πύλες πρέπει να εφορμήσεις με διαφορετικά όπλα.

Ιούλιος. Φτάνουν οι κουβέντες, είπα! Αν δεν με υπακούσεις αμέσως, θα αμολήσω το αστροπελέκι του αφορισμού, ακόμα και καταπάνω σου. Το ’χα συνήθειο να φοβερίζω τους ισχυρότερους βασιλιάδες μ’ αυτό, για να μην πω ολόκληρες αυτοκρατορίες. Και για δες αυτήν τη βούλα που έχει συνταχθεί για τον σκοπό αυτό.

Πέτρος. Μα τι στο διάτανο είναι αυτές οι υπερφίαλες κουβέντες για αστροπελέκια τρομερά, και κεραυνούς, και βούλες; Για τίποτε από όλα αυτά δεν έκανε ποτέ λόγο ο Χριστός.

Ιούλιος. Κάνε ό,τι σου λένε, αλλιώς θα πάθεις και θα μάθεις.

Πέτρος. Μπορεί να φοβέρισες κάποιους με αυτά τα φούμαρα, αλλά δεν πιάνουν αυτά εδώ. Εδώ μετράει μόνο η αλήθεια. Το οχυρό αυτό πορθείται με καλές πράξεις, κι όχι με κακά λόγια. Και για να ’χουμε καλό ερώτημα, ήρθες εδώ να απειλήσεις εσύ εμένα με το αστροπελέκι του αφορισμού; Με ποιο δικαίωμα;

Ιούλιος. Με το ύψιστο. Συ δεν κατέχεις πια κάποιο αξίωμα, και δεν είσαι τίποτε άλλο από ένας κοινός ιερέας. Ιερέας! Τι λέω; Ούτε καν ιερέας δεν είσαι, αφού δεν έχεις το προνόμιο να καθαγιάζεις.

Πέτρος. Επειδή είμαι νεκρός, υποθέτω;

Ιούλιος. Ακριβώς.

Πέτρος. Μα με αυτήν τη λογική δεν έχεις περισσότερη δύναμη πάνω μου -αφού κι εσύ νεκρός είσαι.

Ιούλιος. Κι όμως, όσο οι καρδινάλιοι φαγώνονται για το ποιος θα με διαδεχθεί, παραμένω επικεφαλής.

Πνεύμα. Τώρα τι να πεις; Τούτος ονειρεύεται ακόμα όνειρα ζωής…

Ιούλιος. Άνοιξε επιτέλους, είπα!

Πέτρος. Κι εγώ σου λέω ότι δεν έχεις να πας πουθενά προτού εκθέσεις τα προτερήματά σου.

Ιούλιος. Ποια προτερήματα;

Πέτρος. Θα σου εξηγήσω. Ήσουν διαπρεπής στη θεολογία;

Ιούλιος. Σίγουρα όχι: δεν είχα χρόνο, ήμουν πολύ απασχολημένος με τους πολέμους μου. Υπάρχουν, όμως, πολλοί μοναχοί που ασχολούνται με τέτοια πράγματα, αν αυτό σε ενδιαφέρει.

Πέτρος. Χάρισες μήπως πολλές ψυχές στον Χριστό με την αγιότητα του βίου σου;

Πνεύμα. Σίγουρα έστειλε πολλούς στα Τάρταρα.

Πέτρος. Ήσουν διάσημος για τα θαύματά σου;

Ιούλιος. Όλα αυτά είναι τόσο παλιομοδίτικα.

Πέτρος. Προσευχόσουν τακτικά και με αγνότητα;

Ιούλιος. Μα τι κοτσάνες πετάει αυτός τώρα;

Πέτρος. Απονέκρωσες τη σάρκα σου με νηστεία κι αγρυπνίες;

Πνεύμα. Θα τα παρατούσα, αν ήμουν στη θέση σου. Δεν έχει νόημα. Χάνεις τον χρόνο σου με δαύτον.

Πέτρος. Εγώ δεν ξέρω άλλες ιδιότητες που να καθιστούν έναν πάπα εξαιρετικό. Αν τον διέπουν άλλα αποστολικά χαρίσματα, ας μου τα πει ο ίδιος.

Ιούλιος. Είναι αναξιοπρεπές για τον αήττητο Ιούλιο να υποχωρεί μπροστά στον Πέτρο, ο οποίος ήταν, για να το θέσω ήπια, ένας απλός ψαράς -αν όχι ένας ζητιάνος. Σε κάθε περίπτωση, θα στα πω εν συντομία για να συνειδητοποιήσεις τι ισχυρό ηγεμόνα έχεις βάλεις σκοπό ν’ απαξιώσεις. Καταρχάς, εγώ κατάγομαι από τη Λιγουρία, και δεν είμαι κάνας Εβραίος σαν του λόγου σου. Βέβαια, με λύπη ομολογώ ότι έχουμε και κάτι κοινό: υπήρξα κι εγώ κάποτε ναυτικός.

Πνεύμα. Α, μην το φέρεις βαρέως. Η διαφορά είναι τεράστια. Ο Πέτρος ψάρευε για να εξασφαλίσει τροφή, ενώ εσύ τραβούσες το κουπί για ένα ψωροκάματο.

Ιούλιος. Κατά δεύτερο, ήμουν ανιψιός, από την πλευρά της μητέρας μου, του Σίξτου, ενός στ’ αλήθεια Μέγιστου Ποντίφικα…

Πνεύμα. Μέγιστου στην κακία, θα εννοεί.

Ιούλιος. … με την ιδιαίτερη εύνοια του οποίου, μα και χάρις στις δικές μου προσπάθειες, απέκτησα για πρώτη φορά κεφάλαιο στην εκκλησία και στη συνέχεια, βήμα-βήμα, έφθασα ν’ αξιωθώ το γαλέρο του καρδινάλιου. Κατόπιν τραμπαλίστηκα από πολλά γυρίσματα της τύχης, και μία πάνω μία κάτω μ’ έφερναν οι αναποδιές. Κι ανάμεσα σε πολλές ασθένειες υπέφερα από επιληψία, και γέμισα ολόκληρος με τα σημάδια της Γαλλικής νόσου[7]. Και σαν να μην έφθαναν όλα αυτά, ύστερα εξορίστηκα, μισήθηκα, κι όλοι με είχαν ξεγραμμένο. Κι όμως ποτέ δεν έχασα την ελπίδα να γίνω μια μέρα ο Μέγιστος Ποντίφικας. Αυτό δείχνει το ψυχικό μου σθένος, ενώ εσύ, γονάτισες από φόβο στα λόγια μιας υπηρετριούλας[8]. Μια γυναίκα σου κλάδεψε εσένα το θάρρος, ενώ σε μένα μια γυναίκα, προφήτισσα ή μάντισσα, μου το εμφύσησε. Ενώ με θέριζαν οι αναποδιές, εκείνη μου ψιθύρισε κρυφά στο αυτί: «Βάστα γερά Ιούλιε! Μην λιποψυχήσεις μπροστά σε καμία πράξη και κανένα πάθημα, και μια μέρα θα αξιωθείς το τριπλό στέμμα. Θα γίνεις εσύ βασιλεύς των βασιλέων και κυρίαρχος των κυρίαρχων![9]» Λοιπόν, ούτε η δική μου απαντοχή, μα ούτε κι η προφητεία της γυναίκας διαψεύστηκαν. Προς απογοήτευση πολλών πάλεψα σκληρά για να κατακτήσω αυτό το αξίωμα, εν μέρει με τη βοήθεια των Γάλλων, που με περιέθαλψαν όσο ήμουν εξόριστος, κι εν μέρει χάρις σε πλούτο αμύθητο, τον οποίο συγκέντρωσα πληρώνοντας υψηλό τόκο αλλά και χρησιμοποιώντας την ευρηματικότητά μου…

Πέτρος. Τι σημαίνει αυτό;

Ιούλιος. Σημαίνει ότι υποσχέθηκα ιερή εύνοια σε αντάλλαγμα για μετρητά, και φρόντισα να βρω τους κατάλληλους εγγυητές, κι έφτασα να έχω τόσο ρευστό που θα το ζήλευε κι ο Κράσσος. Αλλά τι ωφελεί να σου τα λέω όλα αυτά, τη στιγμή που δεν τα καταλαβαίνουν ούτε και τραπεζίτες; Τώρα τουλάχιστον ξέρεις πώς έφτασα εκεί που έφτασα. Κι από τότε, ως ποντίφικας, έχω διαχειριστεί τις υποθέσεις τόσο επιτήδεια ώστε η εκκλησία, μα κι ο ίδιος ο Χριστός, μου οφείλουν περισσότερα από όσα οφείλουν σε κάθε πρόσφατο προκάτοχό μου. Αφήνω δε στην άκρη τους αρχαιότερους οι οποίοι δεν ήταν αληθινοί ποντίφικες, κατά τη γνώμη μου, παρά έφεραν μόνον τον τίτλο.

Πνεύμα. Τι ωραία που υποδύεται τον Θράσωνα![10]

Πέτρος. Ανυπομονώ να δω πού το πας.

Ιούλιος. Λοιπόν, επινόησα πολλές νέες «υπηρεσίες», όπως λέγονται, κι ενίσχυσα σημαντικά το παπικό ταμείο. Μετά βρήκα τρόπο να διαθέτω επ’ αμοιβή το επισκοπικό αξίωμα δίχως να μπορεί να μας καταλογιστεί σιμωνία. Είχε καθιερωθεί ήδη από τους προκατόχους μου ότι, όποιος διορίζεται σε επισκοπικό αξίωμα οφείλει να παραιτείται από όποιες άλλες θέσεις κατείχε. Τούτο εγώ το ερμήνευσα ως εξής: «Επιβάλλεται να παραιτηθείς, αλλά δεν μπορείς να παραιτηθείς από θέση που δεν κατέχεις. Γι’ αυτό, λοιπόν, πρέπει να εξαγοράσεις μια θέση από την οποία θα παραιτηθείς». Με αυτή τη μέθοδο, κάθε επισκοπική έδρα απέφερε έξι ή εφτά χιλιάδες δουκάτα, χώρια όλα τα χρήματα που λαμβάναμε για να διεκπεραιωθούν τα διαδικαστικά. Επιπλέον, εισέπραξα μεγάλα κέρδη από το νέο νόμισμα με το οποίο κατέκλυσα την Ιταλία. Καμία ευκαιρία δεν έχανα να συγκεντρώνω περισσότερα χρήματα, γιατί, όπως καταλαβαίνεις πολύ καλά, τίποτε, μα τίποτε, είτε εντός είτε εκτός της εκκλησίας, δεν μπορεί να γίνει σωστά χωρίς χρήματα. Μα ας πάμε τώρα σε μεγαλύτερα επιτεύγματα. Η Μπολόνια, η οποία είχε υποταγεί στους Μπεντιβόλιο, επανήλθε στην έδρα της Ρώμης. Έσπασα το αήττητο των Βενετών στη μάχη. Αποδυνάμωσα με διαρκή πόλεμο τον δούκα της Φεράρας, ενώ μετά βίας γλίτωσε την παγίδα που του είχα στήσει στη Ρώμη. Τη σχισματική συνοδική πρωτοβουλία εναντίον μου αντιπερίσπασα πετυχημένα με μια άλλη σύνοδο, αφαιρώντας, όπως λέει η παροιμία, το καρφί με άλλο καρφί[11]. Τελικά, έδιωξα τους Γάλλους -τον φόβο και τρόμο ολόκληρου του κόσμου- από κάθε γωνιά της Ιταλίας, και θα είχα καταφέρει το ίδιο με τους Ισπανούς εάν δεν με είχαν αρπάξει οι Μοίρες από τη γη. Και πρόσεξε εδώ πόσο αδάμαστο στάθηκε το πνεύμα μου. Όσο οι Γάλλοι είχαν το πάνω χέρι, άρχισα να ψάχνω μέρος να κρυφτώ. Η κατάσταση ήταν σχεδόν απελπιστική -άσε που άρχισε να μου φυτρώνει άσπρη γενειάδα- και, άξαφνα, έφεραν τη χρυσή είδηση ​​ότι χιλιάδες Γάλλοι είχαν σκοτωθεί στη Ραβέννα[12]. Ο Ιούλιος μπορούσε να ανασάνει! Μια άλλη φορά δε, με είχαν όλοι για νεκρό, ακόμα κι εγώ ο ίδιος, για τρεις μέρες. Να όμως που ξαναζωντάνεψα ενάντια σε όλες τις πιθανότητες, ακόμα κι εκείνες που έδινα εγώ στον εαυτό μου. Τόσο μεγάλο είναι το κύρος μου ή η καπατσοσύνη μου, ώστε σήμερα δεν υπάρχει ούτε ένας Χριστιανός βασιλιάς που να μην τον έχω υποκινήσει σε μάχη. Κάθε συμφωνία που είχαν συνάψει μεταξύ τους με περισσή σύννοια ακυρώθηκε, διαλύθηκε, ανατράπηκε· τη δε συμμαχία του Καμπρέ, μεταξύ εμού, του βασιλιά της Γαλλίας, του αυτοκράτορα και άλλων ηγεμόνων, την κατέλυσα και κανείς πια δεν αναφέρεται σε αυτήν. Και πρέπει να θαυμάσεις το ανώτατο κατόρθωμά μου: παρόλο που συντηρούσα έναν τόσο μεγάλο στρατό, παρόλο που έστησα τόσο φανταχτερούς θριάμβους κι οργάνωσα τόσα θεάματα, παρόλο που ανήγειρα κτίσματα σε τόσα πολλά μέρη, εντούτοις, την ώρα του θανάτου μου παρέδωσα πέντε εκατομμύρια δουκάτα. Και θα είχα παραδώσει ακόμα περισσότερα εάν εκείνος ο Εβραίος γιατρός μου[13], ο οποίος είχε κατορθώσει να επιμηκύνει με την τέχνη του τη ζωή μου, της έδινε κι άλλο μάκρος. Πόσο εύχομαι να μπορούσε κάποιος μάγος να με επαναφέρει στη ζωή ώστε να φθάσω στον κολοφώνα[14] της επιτυχίας και να εκπληρωθούν όλα τα σχέδια που είχα θέσει σε εφαρμογή! Ακόμα και την ώρα που ξεψυχούσα, μέλημά μου ήταν να διαιωνιστούν οι διαμάχες που είχα προκαλέσει σε όλη τη γη, κι είχα μάλιστα εξασφαλίσει τους πόρους και τα χρήματα για να επιτευχθεί αυτός ο σκοπός. Αυτά παρήγγελλα όσο άφηνα την τελευταία μου πνοή. Επιτέλους, λοιπόν! Εξακολουθείς να κρατάς κλειστές τις πύλες του παραδείσου σε έναν πάπα που υπηρέτησε τόσο άξια την εκκλησία και τον Χριστό; Ίσως με θαυμάσεις ακόμα περισσότερο όταν συνειδητοποιήσεις ότι όλα αυτά τα κατάφερα μόνο με το ψυχικό μου σθένος, χωρίς να στηριχθώ ούτε στο ελάχιστο σε κάποιο από τα συνήθη προγεφυρώματα. Καθόλου δεν ευνοήθηκα από την καταγωγή μου, αφού ούτε κι εγώ δεν ήξερα ποιος ήταν ο πατέρας μου (πράγμα για το οποίο υπερηφανεύομαι). Καθόλου δεν ευνοήθηκα από την εμφάνισή μου, αφού όλοι έφριτταν με το στυγερό μου παρουσιαστικό. Καθόλου δεν ευνοήθηκα από τη μόρφωση, με την οποία δεν τα πήγαινα ποτέ καλά. Καθόλου δεν ευνοήθηκα από τη σωματική ρώμη -μίλησα ήδη αρκετά για αυτό το ζήτημα πιο πριν. Καθόλου δεν ευνοήθηκα από τη νεότητα, αφού όλα όσα κατάφερα, τα κατάφερα σε προχωρημένη ηλικία. Καθόλου δεν ευνοήθηκα από τη δημοφιλία, αφού όλοι με απεχθάνονταν. Καθόλου δεν ευνοήθηκα από την επιείκεια, αφού στάθηκα αδίστακτος ακόμα κι απέναντι σ’ εκείνους στους οποίους άλλοι τείνουν να δίνουν άφεση για τα πάντα…

Πέτρος. Τι σχέση έχει τώρα αυτό;

Πνεύμα. Ακούγεται ακλόνητος, αλλά είναι στην πραγματικότητα κουνιστός[15].

Ιούλιος … αλλά παρά τις ατυχίες, τα γηρατειά μου, τη σωματική μου αδυναμία, και χωρίς τη βοήθεια θεών και ανθρώπων, με μόνη τη γενναιοψυχία και τα χρήματά μου, τα κατάφερα όλα αυτά μέσα σε λίγα χρόνια, ενώ άφησα και πολλά έργα ημιτελή για να ’χουν να ασχολούνται οι διάδοχοί μου για καμιά δεκαριά χρόνια. Αυτή είναι όλη η αλήθεια για το άτομό μου, αν και τη διηγήθηκα με υπερβολική σεμνότητα. Αν ένας από τους ρήτορες στη δούλεψή μου στη Ρώμη πλούμιζε ταιριαστά την ιστορία μου, τότε θα νόμιζες πως μιλούν για έναν θεό και όχι για έναν άνθρωπο.

Πέτρος. Πρωτάκουστα και απίστευτα είναι όλα όσα μου διηγείσαι, ανίκητε πολεμιστή μου. Για αυτό και θα σου ζητήσω να συγχωρήσεις εμένα που είμαι τόσο ανυποψίαστος και αδαής και να μην δυσανασχετήσεις αν σου θέσω κάποια συγκεκριμένα ερωτήματα. Και, πρώτα από όλα, ποιοι είναι αυτοί οι αιθέριοι και σγουρομάλληδες νεαροί[16];

Ιούλιος. Α, τούτους τους είχα σπιτώσει για να με συντροφεύουν.

Πέτρος. Και ποιοι είναι αυτοί οι σκοτεινοί και αυλακωμένοι;

Ιούλιος. Α, αυτοί είναι οι στρατιώτες και οι αξιωματικοί μου, που πέθαναν πολεμώντας θαρραλέα για χάρη μου και για χάρη της εκκλησίας, κάποιοι αλώνοντας την Μπολόνια, πολλοί στη μάχη εναντίον της Βενετίας, αλλά οι περισσότεροι στη Ραβέννα. Αυτοί έρχονται τώρα δικαιωματικά στον παράδεισο, αφού πριν από καιρό τους έταξα, με βούλα ακλόνητη, ότι όλοι όσοι πολεμούν με τα λάβαρα του Ιουλίου θα πετάξουν γοργά στους ουρανούς, όποιος κι αν ήταν ο βίος τους πρωτύτερα.

Πέτρος. Ώστε, για να καταλάβω, μερικοί από αυτούς ήταν που με έκαναν να δεινοπαθήσω πριν φτάσεις εσύ, επιχειρώντας να ορμήσουν με βία εδώ μέσα, κραδαίνοντας βαρύτιμες βούλες;

Ιούλιος. Μην μου πεις ότι δεν τους άφησες να μπουν;

Πέτρος. Να τους αφήσω να μπουν; Ούτε έναν, σε διαβεβαιώ. Διότι ο Χριστός μου παρήγγειλε τούτες οι πύλες να ανοίγονται όχι σε εκείνους που φέρνουν μαζί τους βαρύτιμες βούλες, αλλά σε εκείνους που έντυσαν γυμνούς, που τάισαν πεινασμένους, που έδωσαν νερό στους διψασμένους, που παραστάθηκαν στους φυλακισμένους και καλοδέχτηκαν τους ξένους[17]. Αν εκείνος ήταν έτοιμος να αφήσει απ’ έξω ακόμα κι ανθρώπους που προφήτευσαν, εξόρκισαν διαβόλους κι έκαναν θαύματα στο όνομά του, πιστεύεις πραγματικά ότι πρέπει να αφήσω να εισέλθουν κάποιοι μόνο και μόνο επειδή κουβαλούν μια βούλα που φέρει το όνομα του Ιουλίου;

Ιούλιος. Ε, ρε, και να το ’ξερα αυτό…

Πέτρος. Δηλαδή, αν κάποιος από δαύτους το έσκαγε απ’ την κόλαση και σου πρόφταινε τα νέα, συ θα μου κήρυττες πόλεμο;

Ιούλιος. Κι ακόμα χειρότερα: θα σε αφόριζα!

Πέτρος. Σε κάθε περίπτωση, ας συνεχίσουμε: γιατί είσαι αρματωμένος;

Ιούλιος. Μην προσποιείσαι ότι δεν ξέρεις πως ο ανώτατος ποντίφικας έχει δύο ξίφη[18]· ή μήπως θα προτιμούσες να πολεμάω ξαρματωμένος;

Πέτρος. Όταν εγώ κατείχα τη θέση σου, δεν ήξερα για κανένα ξίφος παρά μόνο για το ξίφος του πνεύματος, τον λόγο του Θεού[19].

Ιούλιος. Δεν νομίζω ότι θα δήλωνε το ίδιο και ο Μάλχος. Άραγε του έκοψες το αυτί δίχως να χρησιμοποιήσεις ξίφος[20];

Πέτρος. Και το θυμάμαι και το παραδέχομαι. Αλλά τότε εγώ μαχόμουν για τον δάσκαλό μου, τον Χριστό, κι όχι για τον εαυτό μου. Μαχόμουν για τη ζωή του Κυρίου, κι όχι για χρήματα ή κοσμικές εξουσίες. Και μαχόμουν πριν γίνω ποντίφικας. Μου είχε υποσχεθεί τα κλειδιά, αλλά δεν τα είχα λάβει ακόμη. Κι ούτε είχα δεχθεί μέσα μου το άγιο πνεύμα. Ακόμη και τότε, ο Κύριος με διέταξε να βάλω το σπαθί στο θηκάρι, καθιστώντας σαφές σε όλους ότι τέτοιες πράξεις δεν ταιριάζουν σε έναν ιερωμένο, πολύ δε λιγότερο σε έναν χριστιανό. Ας το αφήσουμε όμως αυτό στην άκρη προς το παρόν. Μπορείς να μου πεις γιατί επιμένεις τόσο πολύ στο να αποκαλείσαι Λιγούριος; Θαρρείς πως παίζει κάποιο ρόλο από πού κατάγεται ο βικάριος του Χριστού;

Ιούλιος. Φυσικά και παίζει. Θεωρώ ύψιστη μορφή φιλοπατρίας να χαρίζεις ευγένεια και αρχοντιά στο έθνος σου. Και γι’ αυτόν τον λόγο έβαλα να χαράξουν «Λιγούριος» σε νομίσματα, αγάλματα, αψίδες και τείχη.

Πέτρος. Τούτος δω αναγνωρίζει, λοιπόν, την πατρίδα του, αλλά όχι τον πατέρα του! Προς στιγμήν φαντάστηκα ότι μιλούσες για την ουράνια Ιερουσαλήμ, την πατρίδα όλων των πιστών και για τον επικεφαλής της, του οποίου το όνομα όλοι επιθυμούν να αγιαστεί[21], δηλαδή να δοξαστεί. Τώρα, εξήγησέ μου γιατί προσθέτεις «ανιψιός του Σίξτου από την πλευρά της μητέρας μου»; Σαστίζω, διότι δεν θυμάμαι να έγινε ποτέ δεκτός στον παράδεισο άνθρωπος με αυτό το όνομα που να ήταν ανώτατος ποντίφικας και συγγενής ενός τόσο σπουδαίου στρατηγού όπως εσύ. Πες μου, λοιπόν, σε παρακαλώ, τι άνθρωπος ήταν; Ιερέας;

Ιούλιος. Ναι, μα πάνω από όλα ήταν σπουδαίος στρατιώτης. Και προερχόταν από ένα διακεκριμένο μοναστικό τάγμα[22], και μιλώ για εκείνο που ίδρυσε ο Φραγκίσκος.

Πέτρος. Α, μα βέβαια. Συνάντησα κάποτε έναν Φραγκίσκο, τον καλύτερο λαϊκό, αλλά εκείνος έτρεφε απόλυτη περιφρόνηση για τα πλούτη και τις απολαύσεις και αποστρεφόταν κάθε φιλοδοξία. Αυτός, λοιπόν, ο φτωχούλης, βάζει τώρα στη δούλεψή του τέτοιους δυνάστες;

Ιούλιος. Απ’ όσο μπορώ να καταλάβω, δεν βλέπεις με καλό μάτι να καλυτερεύουν οι συνθήκες. Φτωχός ήταν κι ο Βενέδικτος, αλλά οι ακόλουθοί του είναι τώρα τόσο πλούσιοι που ακόμα κι εμείς τους ζηλεύουμε.

Πέτρος. Καλέ, τι μου λες! Αλλά, για να επιστρέψω τώρα σε αυτήν την ιστορία -στο ότι είσαι ανιψιός του Σίξτου…

Ιούλιος. Επίτηδες το τονίζω πάντα αυτό, για να κλείνω τα στόματα όσων ισχυρίζονται ανοιχτά ότι είμαι γιος του.

Πέτρος. Το ισχυρίζονται ανοιχτά, μα μήπως έχουν δίκιο;

Ιούλιος. Ενδεχομένως, αλλά κάτι τέτοιο δεν συνάδει με την αξιοπρέπεια του παπικού αξιώματος, και αυτό πρέπει κανείς πάντοτε να το λογαριάζει.

Πέτρος. Νομίζω ότι η αξιοπρέπεια της παποσύνης μπορεί να υπηρετηθεί καλύτερα, αν δεν γίνονται ποτέ πράγματα ικανά να επισύρουν δικαιολογημένη κριτική. Σε κάθε περίπτωση, στο όνομα της παπικής μεγαλοπρέπειας, μπορείς να μου πεις τώρα ειλικρινά εάν ο τρόπος με τον οποίο απέκτησες το αξίωμα -όπως τώρα δα περιέγραφες- είναι κοινός κι αποδεκτός;

Ιούλιος. Εδώ κι εκατοντάδες χρόνια αυτός ήταν ο κανόνας, εκτός κι αν ο διάδοχός μου εκλέχτηκε με άλλο τρόπο. Βλέπεις, μόλις ανήλθα στο ύψιστο αξίωμα, εξέδωσα βούλα που απαγορεύει στον οποιοδήποτε να κατακτήσει το αξίωμα με παρόμοιο τρόπο. Ανανέωσα, μάλιστα, τη βούλα, λίγο πριν πεθάνω. Πόσο αυτό θα ισχύσει, θα το κρίνουν άλλοι.

Πέτρος. Φαντάζομαι ότι δεν υπάρχει άνθρωπος που θα μπορούσε να περιγράψει αυτό το έγκλημα καλύτερα από σένα. Αλλά αυτό που με εκπλήσσει είναι ότι μπορεί να βρεθεί άνθρωπος πρόθυμος να αναλάβει αυτήν τη θέση, ιδίως αφού, όπως με πληροφορείς, περιλαμβάνει τόσα ενοχλητικά καθήκοντα και μπορεί να κατακτηθεί μόνο μετά από τόσο κόπο. Όταν ήμουν εγώ ποντίφικας, κανένας δεν χρειαζόταν να ζοριστεί τόσο πολύ για να τιμηθεί ως πρεσβύτερος ή διάκονος.

Ιούλιος. Δεν εκπλήσσομαι καθόλου. Εκείνη την εποχή, η μόνη ανταμοιβή για τους επισκόπους ήταν οι κακουχίες, η στέρηση ύπνου, η νηστεία, το κήρυγμα και, τις περισσότερες φορές, ο θάνατος. Τώρα έχουν την εξουσία ενός μονάρχη. Και ποιος άνθρωπος δεν θα τα ’δινε όλα για να κατακτήσει τέτοια εξουσία;

Πέτρος. Εντάξει. Για να πάμε όμως τώρα στην Μπολόνια. Είχε η πόλη αποσχιστεί από τη χριστιανική πίστη, ώστε να χρειάζεται να τεθεί υπό τον έλεγχο της Ρώμης;

Ιούλιος. Ωραία που τα λες! Όχι, καμία σχέση.

Πέτρος. Μήπως η πολιτεία κυβερνιόταν άσχημα από τον Μπεντιβόλιο;

Ιούλιος. Κάθε άλλο! Ευημερούσε και μάλιστα πολύ. Η πολιτεία είχε επεκταθεί και λαμπρυνθεί με πολλά νέα κτίρια. Για αυτό κι εγώ την είχα βάλει τόσο πολύ στο μάτι.

Πέτρος. Μάλιστα. Κυβερνιόταν μήπως παράνομα;

Ιούλιος Ούτε στο ελάχιστο. Ο Μπεντιβόλιο ήταν ο αναγνωρισμένος ηγεμόνας.

Πέτρος. Μήπως, όμως, οι πολίτες υπέφεραν υπό την ηγεμονία του;

Ιούλιος. Αντιθέτως, ήταν πεισματικά δεμένοι μαζί του· ενώ εμένα με εχθρεύονταν οι πάντες.

Πέτρος. Γιατί λοιπόν επιτέθηκες στην πόλη;

Ιούλιος. Μα για τον απλούστατο λόγο ότι, αν και υπό τη διακυβέρνησή του συγκέντρωνε τεράστια ποσά από τους πολίτες του, απέδιδε στο ταμείο μας μόνο μερικές ψωροχιλιάδες. Και, σε κάθε περίπτωση, τούτο εξυπηρετούσε τα σχέδια που είχα καταστρώσει εκείνη την εποχή. Με τη βοήθεια των Γάλλων, οι οποίοι είχαν κατατρομοκρατηθεί από τα «αστροπελέκια» μου, ανέτρεψα τον Μπεντιβόλιο και έβαλα καρδιναλίους και επισκόπους να διοικούν την πόλη, ώστε και το παραμικρό έσοδο να πηγαίνει υπέρ της εκκλησίας της Ρώμης. Επιπλέον, ενώ προηγουμένως ήταν αυτός που απολάμβανε όλους τους τίτλους και τις τιμές της εξουσίας, σήμερα βλέπεις αγάλματά μας σε όλη την πόλη, διαβάζεις τις δικές μας επιγραφές, αποτίνεις τιμή στα δικά μας μνημεία. Ένας Ιούλιος από πέτρα ή από μπρούντζο βρίσκεται σε κάθε γωνιά. Αν έβλεπες δε τι βασιλικό θρίαμβο έστησα όταν μπήκα στην Μπολόνια, είμαι σίγουρος ότι θα περιφρονούσες τους θριάμβους των Οκταβίων και των Σκιπιώνων, και θα καταλάβαινες ότι είχα κάθε λόγο να αγωνιστώ τόσο σκληρά για να κατακτήσω την Μπολόνια. Πραγματικά, θα είχες την ευκαιρία να θαυμάσεις τότε την εκκλησία μαχόμενη και θριαμβεύουσα.

Πέτρος. Απ’ όσο καταλαβαίνω, λοιπόν, εκπλήρωσες αυτό που ο Χριστός μας είχε παραγγείλει να προσευχόμαστε: «Ελθέτω η βασιλεία σου»! Οι Βενετοί από την άλλη τι κακό διέπραξαν;

Ιούλιος. Πρώτα απ’ όλα ελληνίζαν[23], ενώ με είχαν καταντήσει περίγελο και μου είχαν προσάψει κάθε δυνατή κατηγορία.

Πέτρος. Οι κατηγορίες αυτές είχαν βάση ή όχι;

Ιούλιος. Μα τι σημασία έχει αυτό; Είναι ιεροσυλία ακόμα και να ψιθυρίζεις οτιδήποτε για τον ποντίφικα της Ρώμης, πέρα από τον έπαινο του. Κι ύστερα, τούτοι ήθελαν να ορίζουν τα εκκλησιαστικά αξιώματα μόνοι τους. Δεν ανέχονταν δε να παραπεμφθεί στη Ρώμη ούτε μια δικαστική υπόθεση, ενώ δεν αγόραζαν ποτέ καμία απαλλαγή. Χρειάζεται να πω περισσότερα; Προκαλούσαν αφόρητες ζημίες στην Αγία Έδρα, ιδίως αφού κατείχαν επίσης ένα σημαντικό τμήμα της κληρονομιάς σου.

Πέτρος. Της κληρονομιάς μου; Τι εννοείς «κληρονομιά μου»; Εγώ τα παράτησα όλα και γυμνός ακολούθησα τον γυμνό Χριστό[24].

Ιούλιος. Αναφέρομαι στις πόλεις που ανήκουν δικαιωματικά στην Αγία Έδρα. Τούτο τον όρο επέλεξαν οι αγιότατοι πατέρες για να υποδηλώσουν εκείνη την περιουσία που ανήκει αποκλειστικά σε αυτούς.

Πέτρος. Δηλαδή, εσύ φροντίζεις να αυξήσεις τον πλούτο σου ατιμάζοντας τη μνήμη μου; Κι αυτό το αποκαλείς αφόρητη ζημία;

Ιούλιος Φυσικά.

Πέτρος Μα είχαν διαφθαρεί τα ήθη τους; Είχε σβήσει η ευσέβειά τους;

Ιούλιος. Έλα τώρα, μην ασχολείσαι με ανούσια πράγματα! Το θέμα ήταν ότι αυτοί μας στερούσαν αμέτρητα δουκάτα, αρκετά για να συντηρήσουν μια ολόκληρη λεγεώνα.

Πέτρος. Ε ναι, βέβαια, ακούγεται πολύ επιζήμιο αυτό για έναν τοκογλύφο. Και για πες μου τώρα, τι κακό έκανε ο ηγεμόνας της Φερράρας;

Ιούλιος. Α, μιλάμε για τον πιο αχάριστο άνθρωπο στη γη! Ο βικάριος του Χριστού Αλέξανδρος τον είχε σε τόση υπόληψη, ώστε του έκανε την τιμή να τον παντρέψει με τη δεύτερη κόρη του. Μάλιστα, έδωσε σε αυτόν τον ασήμαντο άνθρωπο μια αμύθητη περιουσία σαν προίκα. Όμως, λησμονώντας αυτήν την ευεργεσία, ο δούκας με προσέβαλλε συνέχεια, κατηγορώντας με για σιμωνία, παιδεραστία, ακόμα και παραφροσύνη. Κι από πάνω, έβαλε χέρι σε ορισμένα έσοδα, όχι πολύ σημαντικά, για να λέμε την αλήθεια, αλλά όχι κι ευπαράγραπτα για έναν προσεκτικό ποιμενάρχη.

Πνεύμα. …Για έναν πραματευτή θα έπρεπε να πει…

Ιούλιος. Στην πραγματικότητα, πάντως, εξυπηρετούσε τα σχέδιά μου να ενώσω την επικράτειά του, η οποία βρισκόταν σε στρατηγική θέση, με τη δική μας. Μετά την ανατροπή του, λοιπόν, σχεδίαζα να παραχωρήσω τα εδάφη του σε έναν δικό μου άνθρωπο, εξαιρετικά αποφασιστικό και πρόθυμο να ρισκάρει τα πάντα για τη δόξα της εκκλησίας -όπως είχε αποδείξει λίγο πρωτύτερα όταν, με τα ίδια του τα χέρια, μαχαίρωσε τον καρδινάλιο της Παβίας για χάρη μου[25]. Πολύ χάρηκε με αυτήν την εξέλιξη ο γαμπρός μου.

Πέτρος Μα τι είναι αυτά τα πράγματα που ακούω; Ανώτατοι ποντίφικες κι έχουν γυναίκες και παιδιά;

Ιούλιος. Γυναίκες δεν έχουν, αλλά πού είναι το περίεργο να έχουν παιδιά, αφού είναι άντρες, όχι ευνούχοι;

Πέτρος. Τώρα, θα μου πεις ποια ήταν η αφορμή που προκάλεσε εκείνη τη σχισματική σύνοδο[26];

Ιούλιος. Θα έπαιρνε πολύ χρόνο να διηγηθώ τα πάντα από την αρχή. Θα σου τα πω εν συντομία. Υπήρχαν κάποιοι που είχαν απαυδήσει με τη Ρωμαϊκή Κουρία. Έλεγαν ότι η εξουσία μας ήταν μολυσμένη από φιλαργυρία, από τερατώδη και ανίερα πάθη, μαγεία, ιεροσυλία, δολοφονίες, δωροδοκίες και σιμωνία. Ισχυρίζονταν ότι εγώ ο ίδιος διέπραττα σιμωνία, ότι ήμουν μεθύστακας, σιχαμερός, παραδομένος στα εγκόσμια, και πως ήμουν τόσο ανάξιος να κυβερνώ τη Χριστιανική πολιτεία που θα την οδηγούσα στην καταστροφή. Ήταν απαραίτητη μια Γενική Σύνοδος για να αντιμετωπιστούν τα δεινά. Πρόσθεσαν, μάλιστα, ότι εγώ ο ίδιος είχα δεσμευτεί να συγκαλέσω Γενική Σύνοδο εντός δύο ετών από την ανάδειξή μου στο αξίωμα, και πως είχα εκλεγεί υπό αυτόν τον όρο.

Πέτρος. Ήταν αλήθεια αυτό που είπαν;

Ιούλιος. Πράγματι ήταν. Αλλά αποδεσμεύθηκα από τον όρκο όταν μου φάνηκε κατάλληλη η ώρα. Υπάρχει μήπως κάποιος που θα δίσταζε να ορκιστεί οτιδήποτε προκειμένου να κατακτήσει την εξουσία; Όπως το έθεσε κομψότατα το alter ego μου ο Ιούλιος: «Ας είναι θεοσεβής κανείς σε όλα τα άλλα»[27]. Δες όμως θράσος, άκου μέχρι πού έφθασαν. Με εγκαταλείπουν εννέα καρδινάλιοι, μου ανακοινώνουν ότι θα πραγματοποιήσουν Σύνοδο, με προσκαλούν και με παρακαλούν να προεδρεύσω. Όταν αρνούμαι, συγκαλούν Γενική Σύνοδο, θεμελιώνοντάς την στο κύρος του Μαξιμιλιανού[28] ως αυτοκράτορα αφού, σύμφωνα με αυτούς, η ιστορία διδάσκει πως οι σύνοδοι συγκαλούνταν κατά κανόνα από τους Ρωμαίους αυτοκράτορες, καθώς και υπό το κύρος του βασιλιά των Γάλλων Λουδοβίκου ΙΒ’[29] -ανατριχιάζω όταν τους σκέφτομαι[30]! Και με αυτόν τον τρόπο προσπαθούν να σκίσουν τον μονοκόμματο χιτώνα του Χριστού, τον οποίο είχαν αφήσει ακέραιο ακόμη κι εκείνοι που τον σταύρωσαν[31].

Πέτρος Μα ήσουν, λοιπόν, τόσο άθλιος όσο ισχυρίζονταν αυτοί;

Ιούλιος. Και τι σημασία έχει αυτό; Ήμουν ο ανώτατος ποντίφικας. Ας υποθέσουμε ότι ήμουν πιο φαύλος και από τους Κέρκωπες[32], πιο μωρός κι απ’ τον Μόρυχο[33], ξύλο απελέκητο, σιχαμερότερος κι από τη Λέρνα. Σε κάθε περίπτωση, κείνος που κατέχει το κλειδί αυτό της εξουσίας, πρέπει να περιβάλλεται με σεβασμό ως βικάριος του Χριστού και να εκλαμβάνεται ως αγιότατος.

Πέτρος. Ακόμα κι αν είναι εμφανώς κακός;

Ιούλιος. Ναι, ακόμα κι αν είναι εμφανέστατα κακός. Γι’ αυτό και είναι αδιανόητο, ο άνδρας που αντιπροσωπεύει τον Θεό στη γη, κι αποτελεί μάλιστα κάτι σαν Θεό ανάμεσα στους ανθρώπους, να πρέπει ν’ ασχολείται με τις κατηγορίες που του απευθύνουν ανθρωπάκια, ή να αποτελεί αντικείμενο χλευασμού.

Πέτρος. Όμως, η κοινή λογική δεν μας επιτρέπει να αντιμετωπίζουμε καλοπροαίρετα εκείνον που λογαριάζουμε ξεκάθαρα για απατεώνα, ή να επαινούμε εκείνον που πιστεύουμε ότι είναι κακός.

Ιούλιος. Οι άνθρωποι μπορούν να σκέφτονται ό,τι τους αρέσει, αρκεί να μιλούν καλά για εμάς ή, τουλάχιστον, να προσέχουν τη γλώσσα τους. Ο Ρωμαίος ποντίφικας δεν μπορεί να επικριθεί, ακόμη και από γενική σύνοδο.

Πέτρος. Εγώ πάλι, για ένα πράγμα είμαι σίγουρος: ο άνδρας που καταλαμβάνει τη θέση του Χριστού στη γη, πρέπει να καταβάλλει κάθε δυνατή προσπάθεια να αποδειχθεί όμοιός του, και να διεξάγει όλη του τη ζωή με τρόπο τέτοιο ώστε να μην μπορεί να του προσαφθεί το παραμικρό, ούτε να μπορεί να μιλήσει άσχημα, μα δίκαια, γι’ αυτόν κανείς. Δεν είναι και πολύ καλό για έναν πάπα να επιβάλλει να μιλούν καλά γι’ αυτόν οι άλλοι με απειλές, αντί με τις καλές του πράξεις. Ούτε να τον επαινούν λέγοντας ψέματα. Ούτε να αποτελεί το πιο ένδοξο επίτευγμά του ότι επέβαλε σιωπή στους επικριτές του. Και, για απάντησέ μου σε παρακαλώ: δεν υπάρχει τρόπος να απομακρυνθεί ένας αμαρτωλός και ελεεινός πάπας;

Ιούλιος. Ας γελάσω! Πώς θα μπορούσε να απομακρυνθεί εκείνος που είναι ανώτατος;

Πέτρος. Μα ακριβώς επειδή είναι ο ανώτατος, θα έπρεπε και να μπορεί να απομακρυνθεί. Όσο πιο ισχυρός είναι κανείς, τόσο πιο επικίνδυνος μπορεί να γίνει. Εάν οι εγκόσμιοι νόμοι επιτρέπουν όχι μόνον να απομακρυνθεί, μα ακόμα και να επιβληθεί θανατική ποινή σε έναν αυτοκράτορα για τον φαύλο τρόπο με τον οποίο διακυβέρνησε, λυπάμαι βαθιά την εκκλησία εάν δεν έχει το παραμικρό δικαίωμα να εκδιώξει έναν ποντίφικα που προκάλεσε τόση αναστάτωση και έχει καταντήσει μάστιγα για όλους.

Ιούλιος. Μα αν πρέπει να συνετιστεί ο ποντίφικας της Ρώμης, τούτο πρέπει να λάβει χώρα μέσω μιας συνόδου. Φυσικά, καμία σύνοδος δεν μπορεί να συγκληθεί χωρίς τη θέληση του ποντίφικα, αλλιώς δεν είναι σύνοδος, μα σκευωρία. Ακόμα κι αν μια σύνοδος συγκληθεί, και πάλι τίποτε δεν μπορεί να αποφασιστεί χωρίς τη σύμφωνη γνώμη του ποντίφικα. Τούτο είναι το ακρότατο ανάχωμα, η απόλυτη εξουσία: ο ποντίφικας, ένας και μόνος, είναι απολύτως ανώτερος ακόμα και μιας οικουμενικής συνόδου. Άλλωστε, δεν υπάρχει και έγκλημα για το οποίο μπορεί να απομακρυνθεί ο ποντίφικας από το ιερατικό του αξίωμα.

Πέτρος. Δηλαδή, ούτε για φόνο;

Ιούλιος. Ούτε για πατροκτονία.

Πέτρος. Ούτε για ακολασία;

Ιούλιος. Άκου τι λέει! Ούτε για αιμομιξία.

Πέτρος. Ούτε για μία πράξη μιαρής σιμωνίας;

Ιούλιος. Ούτε καν για εκατοντάδες πράξεις σιμωνίας.

Πέτρος. Ούτε για μαγγανεία;

Ιούλιος. Ούτε για ιεροσυλία.

Πέτρος. Ούτε για βλασφημία;

Ιούλιος. Όχι βέβαια.

Πέτρος. Κι ούτε ακόμα αν ένας άνθρωπος, ωσάν τη Λερναία Ύδρα, συγκεντρώνει όλα αυτά τα κακά;

Ιούλιος. Για να μην κουράζεσαι: ακόμα κι αν αναφέρεις εκατοντάδες εγκλήματα, απεχθέστερα κι από τα παραπάνω, ο ποντίφικας της Ρώμης δεν μπορεί να καθαιρεθεί από το αξίωμά του αν τα διαπράξει.

Πέτρος. Δίνεις οπωσδήποτε μια νέα διάσταση στο αξίωμα του ποντίφικα της Ρώμης, όταν μου λες ότι μπορεί να τη βγάζει καθαρή ακόμα κι αν είναι παγκάκιστος. Ακόμα πιο πολύ σαστίζω με τούτη τη νέα κακοτυχία της εκκλησίας, η οποία δεν μπορεί να βρει κανέναν τρόπο να απαλλαγεί από ένα τέτοιο τέρας, μα πρέπει να αναγκάζεται να προσκυνεί για Πάπα έναν άνθρωπο που δεν θα μπορούσε να ανεχθεί κανείς ούτε για σταβλάρχη.

Ιούλιος. Κάποιοι λένε ότι μπορεί να καθαιρεθεί μόνον για ένα πράγμα…

Πέτρος. Και ποιο να ’ναι αυτό; Μια καλή πράξη ίσως; Αφού προφανώς δεν μπορεί να καθαιρεθεί συνεπεία όσων ανέφερα.

Ιούλιος. Μπορεί να καθαιρεθεί εάν έχει κριθεί αιρετικός. Αλλά και τούτο ισχύει μόνον αν καταδικαστεί οικουμενικά γι’ αυτό. Κι ακόμα κι αυτό είναι αμελητέο και δεν μπορεί να απειλήσει ούτε στο ελάχιστο τη μεγαλοπρέπεια του ποντίφικα. Ούτως ή άλλως, είναι στο χέρι του να ακυρώσει το ψήφισμα εάν δεν είναι της αρεσκείας του. Κι ύστερα, ποιος είναι εκείνος που θα τολμούσε ποτέ να απαγγείλει κατηγορία εναντίον του ανώτατου ποντίφικα, όταν τούτος προστατεύεται από τόσα αναχώματα; Σε κάθε περίπτωση, ακόμα κι αν εξαναγκαστεί από μια Σύνοδο, μπορεί εύκολα να πάρει πίσω όσα είχε πει -ακόμα κι αν δεν μπορεί να αρνηθεί τις κατηγορίες. Σε τελική ανάλυση, υπάρχουν πάντα χίλιες δυο έξοδοι διαφυγής μέσω των οποίων μπορεί να ελιχθεί, εάν βέβαια είναι άνθρωπος και όχι κούτσουρο.

Πέτρος. Μα για το όνομα του ποντίφικα, πες μου ποιος ήταν εκείνος που θέσπισε όλους αυτούς τους αξιοθαύμαστους νόμους;

Ιούλιος. Ποιος άλλος από την πηγή όλων των νόμων, τον ποντίφικα της Ρώμης; Επαφίεται σε αυτόν να ακυρώνει, να ερμηνεύει, να διευρύνει ή να περιορίζει κάθε νόμο καταπώς του φαίνεται χρήσιμο.

Πέτρος. Μα τι τυχερός θα ήταν ο πάπας, αν μπορούσε να εκδώσει νόμο με τον οποίο θα μπορούσε να ξεγελά όχι μόνον τις συνόδους, αλλά και τον ίδιο τον Χριστό! Ωστόσο, ενάντια σε ένα τέτοιο ποντίφικα όπως μόλις περιέγραψες, έναν διαβόητο εγκληματία, μπεκρούλιακα, δολοφόνο, βυθισμένο στη σιμωνία, τέτοιον μάγο, ψεύδορκο, ληστή, έναν στιγματισμένο τόσο ξεκάθαρα από κάθε είδους διαστροφή, απέναντι, λοιπόν, σε έναν τέτοιο άνθρωπο, δεν αρκεί μια γενική σύνοδος, αλλά θα έπρεπε να εξεγερθεί ολόκληρος ο λαός, να τον πάρει με τις πέτρες και να δώσει πόδι σε αυτήν τη μάστιγα για χάρη του κοινού καλού. Πες μου, όμως, για ποιον λόγο συ ως ποντίφικας της Ρώμης φοβάσαι τόσο πολύ τη γενική σύνοδο;

Ιούλιος. Για τον ίδιο λόγο που οι μονάρχες αντιπαθούν τη σύγκλητο και τα συμβούλια εξεχόντων προσώπων. Προφανώς, μια συγκέντρωση τόσο πολλών διακεκριμένων ανδρών απειλεί την ολκή του βασιλικού αξιώματος. Οι μορφωμένοι αντλούν αυτοπεποίθηση και θάρρος από την ευρυμάθειά τους. Οι έντιμοι, με καθαρή τη συνείδησή τους, ​​μιλούν πολύ πιο ελεύθερα από όσο είναι επιθυμητό. Όσοι δε κατέχουν ένα υψηλό αξίωμα, αξιοποιούν το κύρος τους. Και περιλαμβάνονται ανάμεσά τους κι ορισμένοι οι οποίοι φθονούν τη δόξα μας και το βάζουν σκοπό να μειώσουν τόσο τον πλούτο όσο και το κύρος του ποντίφικα. Στην πραγματικότητα, κανείς δεν προσέρχεται σε μία σύνοδο χωρίς να θεωρεί ότι εκεί του παρέχεται έδαφος να ασκήσει κριτική στον πάπα, ο οποίος υπό άλλες συνθήκες φαντάζει αήττητος. Αυτός είναι κι ο λόγος που ουσιαστικά καμία σύνοδος δεν εξελίχθηκε απολύτως ευνοϊκά για τον ανώτατο ποντίφικα. Πάντοτε δεχόταν κάποιο πλήγμα στη μεγαλοπρέπειά του και εξερχόταν κάπως ζημιωμένος. Τούτο μπορείς να το βεβαιώσεις κι ο ίδιος, εκτός κι αν η μνήμη σου έχει εξασθενήσει. Βέβαια, στις μέρες σου, αυτό που διακυβευόταν ήταν η τήρηση ορισμένων λευιτικών νόμων, κι όχι ολόκληρες επικράτειες και βασιλικά ταμεία, όπως τώρα, όμως ακόμα και τότε ο Ιάκωβος τόλμησε να προσθέσει κάτι δικό του στην ομιλία σου. Αν και συ είχες απαλλάξει απολύτως τους εθνικούς από την τήρηση των μωσαϊκών νόμων, ο Ιάκωβος εξαίρεσε την ακολασία, την προσφορά θυσιών στα είδωλα και την αιμοποσία, ωσάν να διόρθωνε τη βουλή σου[34]. Αυτό είχε ως συνέπεια να υπάρχουν ακόμα και σήμερα ορισμένοι οι οποίοι θεωρούν ότι η αυθεντία του ανώτατου ποντίφικα ανήκει στον Ιάκωβο και όχι σε σένα.

Πέτρος. Θεωρείς, λοιπόν, ότι βασική σου προτεραιότητα είναι να προστατεύεις τη βασιλική υπόσταση του ανώτατου ποντίφικα, και όχι το συμφέρον σύσσωμης της χριστιανικής πολιτείας;

Ιούλιος. Κάθε άνθρωπος φροντίζει για τα συμφέροντά του. Κι εγώ κοιτάζω τα δικά μου.

[ συνεχίζεται ]

~.~

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ Α΄ ΜΕΡΟΥΣ
[1] «Iulius exclusus e coelis». Η μετάφραση βασίζεται στην κριτική έκδοση (μα και την ανεφάμιλλη σχολιαστική εργασία) της Silvana Seidel Menchi εις Opera Omnia Desiderii Erasmi, I-8, Λέιντεν, 2013, 223-297. Στο εξής: SM.
[2] Έμβλημα του οίκου των della Rovere.
[3] Πρβλ. Πραξ. 3:6, Α Πε. 1:18.
[4] Πρβλ. Πραξ. 8:9-24.
[5] P.M. Pontifex Maximus.
[6] Ο Ιούλιος Καίσαρας.
[7] Εννοεί τη σύφιλη.
[8] Πρβλ. Μτ, 26: 69-72.
[9] Πρβλ. Α Τιμ, 6:15.
[10] Η αναφορά είναι στον χαρακτήρα του καυχησιάρη Θράσωνα στον Ευνούχο του Τερέντιου.
[11] Πρβλ. Adag. 104.
[12] Ο Έρασμος εδώ κάνει λάθος, αφού στη μάχη της Ραβέννας (1512) τα παπικά στρατεύματα υπέστησαν σφοδρή ήττα. Για την εξήγηση ίδ. SM, 38 κ.ε., 236-237.
[13] Ο Samuel Zarfati.
[14] Πρβλ. Adag. 1245.
[15] Φήμες για τις ομοφυλόφιλες διαθέσεις του Ιουλίου κυκλοφορούσαν στην Ιταλία το αργότερο από το 1485. Ιδ. SM, 239.
[16] Comatuli. Πρβλ. Nullus comatus qui non idem cynoedus, «οὐδεὶς κομήτης ὅστις οὐ περαίνεται». Ιδ. Collectanea, 394.
[17] Πρβλ. Μτ. 25: 34-45.
[18] Πρβλ. Λκ. 22: 38.
[19] Πρβλ. Εφ. 6: 17.
[20] Πρβλ. Ιω. 18: 10.
[21] Πρβλ. Μτ. 6: 9.
[22] Ο Francesco della Rovere ήταν γενικός διάκονος των Μινοριτών πριν ανέλθει στον παπικό θρόνο το 1471.
[23] Ο Heath (CWE, 28, 499) ερμηνεύει αυτήν την αναφορά ως υποδηλωτική της προδιάθεσης των Βενετών να αμφισβητήσουν το πρωτείο του Πάπα και την διαδοχή από τον Πέτρο, όπως οι Έλληνες.
[24] Πρβλ. Μτ. 19: 27.
[25] Είναι ανακριβές ότι τη δολοφονία την παρήγγειλε ο Ιούλιος.
[26] Η Σύνοδος της Πίζας-Μιλάνου (1511-1512).
[27] Πρβλ. Κικέρων, De officiis, 3, 21, 82 και Σουητώνιος, Jul., 30, 5. Τα λόγια προέρχονται από τις Φοίνισσες, 524-525.
[28] Ο Έρασμος αναφέρεται στον Μαξιμιλιανό Α΄(1459 – 1519).
[29] Λουδοβίκος ΙΒ’, 1462 – 1515.
[30] Πρβλ. Αινειάδα, ΙΙ, 204.
[31] Πρβλ. Ιω. 19: 23-24.
[32] Πρβλ. Adag. 1635.
[33] Πρβλ. Σώφρων, Fr. 74. 1.
[34] Πρβλ. Πραξ. 15: 5-29.

~.~

*

*

*