*
Στις 2 του Δεκέμβρη 1944 «γεννήθηκε στη Σαλονίκη» ο Διονύσης Σαββόπουλος. Μνεία τιμητική στην επέτειο, ένα απόσπασμα για τον ποιητή από παλιότερο δοκίμιο του Κ. Κουτσουρέλη.
~.~
Ο Διονύσης Σαββόπουλος επηρέασε την εξέλιξη του ελληνικού τραγουδιού όσο κανείς άλλος τις τελευταίες δεκαετίες. Για να μην παρεξηγηθώ: δημιουργούς πληρέστερους, πλατύτερους, καθολικότερους εκείνου, η μουσική μας προφανώς διαθέτει. Και μόνο το όνομα του Μίκη εδώ θ’ αρκούσε. Όμως ο Σαββόπουλος δεν είναι ένας απλώς από τους πρωταγωνιστές του ελληνικού τραγουδιού μισόν αιώνα τώρα. Όπως έχει ειπωθεί, είναι ο άνθρωπος που φέρνει στην Ελλάδα τον τύπο του βάρδου της ροκ, που με τη σειρά του αναβιώνει τον παμπάλαιο τύπο του ραψωδού ή του τροβαδούρου. Συνενώνοντας στο πρόσωπό του και τις τρεις ιδιότητες που συνδιαμορφώνουν το τραγούδι, και τη σύνθεση και τη στιχουργική και την ερμηνεία, ο Σαββόπουλος επηρεάζει τους νεώτερούς του τραγουδοποιούς σε βαθμό ανώτερο από κάθε άλλον ομότεχνό του.
Για τους στίχους του Σαββόπουλου μπορεί να μιλάει κανείς για ώρες. Μπορεί να σταθεί στην πολιτική, την κριτική τους πλευρά, λ.χ. αυτήν που σαρκάζει τη δομική ανισορροπία της σύγχρονης ζωής:
σ’ ευχαριστώ ω εταιρία
εν αφθονία μου παρέχεις
στέγη τροφή και προστασία
σ’ ευχαριστώ ω εταιρία
Ή που διεκτραγωδεί τα εθνικά μας πάθη, όπως στο τραγούδι του 1974 για την Κύπρο:
Σ’ αυτό το σχήμα που ξεβάφει αίμα και δάκρυ
δεν έχεις τίποτ’ ακριβό να παραδώσεις
μόν’ τη φλογίτσα που τσιρίζει στις κλειδώσεις
και κάνα φράγκο στο κουτί που ’ναι στην άκρη. […]
Κι αν λέω ψέματα κι αν λέω παραμύθια
κι η ζητιανιά τα δυο χεράκια μου στραβώνει
μη με μαλώνεις, μόνο δώσε μια βοήθεια
το άδειο μας πρόσωπο η Κύπρος το πληρώνει.
Ή μπορεί πάλι να σταθεί στην ερωτική του πλευρά, στον ποιητή που υμνεί τη γυναικεία μορφή όταν παραδίδεται, θροΐζοντας στην κυριολεξία μέσα από τις αλεπάλληλες συνηχήσεις του θήτα και του ρο, στο αμίμητο λίκνισμα ενός ταγκό:
Όργανα βρεγμένα υπαίθρια
ολέθρια τα όργανα
σαν όρθια γροθιά
του έρωτα ανθρώπινα κι άναρθρα
σχεδόν υπέρυθρα
μας σπρώχναν βαθιά
Δε μιλά,
θροΐζουν οι κάλτσες της
η μέση της πάμφωτη
η σάλα πετάει
Όμως εδώ θέλω να σας μιλήσω για τον ελεγειακό και μαζί στοχαστικό Σαββόπουλο, που είναι συγχρόνως κι ένας από τους κορυφαίους λυρικούς αυτής της χώρας που ποτέ δεν της έλειψαν οι σπουδαίοι λυρικοί ποιητές. Το τραγούδι που έχω διαλέξει είναι βέβαια το «Καλοκαίρι» – ύμνο του αιώνιου ελληνικού θέρους το έχουν πει.
Το ποίημα όπως είπα είναι απόλυτα λυρικό. Ο Σαββόπουλος επιστρατεύει εδώ έναν από τους πιο αρχαίους τρόπους του λυρισμού, παραθέτει σε σύνταξη ασύνδετη μια σειρά από εντυπωτικές εικόνες, που όλες τους περιγράφουν και ανακαλούν το θέρος. Κάθε στίχου, σαν σε προσφώνηση, προσεπίκληση ή προσευχή, προηγείται ή έπεται πάντα η λέξη καλοκαίρι. Κι επειδή είμαστε στην καρδιά της Μεγάλης Σαρακοστής, κι ανεβαίνουμε την κλίμακα των Χαιρετισμών, καταλαβαίνουμε πόσο παλιά και ένδοξη είναι η μορφή αυτή η ποιητική.
Χαῖρε, τὸ τῶν ἀγγέλων πολυθρύλητον θαῦμα,
χαῖρε, τὸ τῶν δαιμόνων πολυθρήνητον τραῦμα,
χαῖρε, τὸ Φῶς ἀρρήτως γεννήσασα,
χαῖρε, τὸ πῶς μηδένα διδάξασα
Με τον τρόπο του, ο Σαββόπουλος κι αυτός απευθύνει στο καλοκαίρι, την πλατυτέρα των εποχών, ένα πολλαπλό, πληθυντικό αειθαλές Χαίρε. Στην πρώτη του στροφή το ποίημα φτάνει ώς εμάς κυριολεκτικά πάνω στους ώμους του καλοκαιριού, το φέρνει η θάλασσα κι η προκυμαία, το αεράκι του νοτιά ή του ανεμιστήρα, η γεύση της βανίλιας σε ένα ποτήρι παγωμένο νερό. Οι εικόνες είναι εκείνες της απόλυτης οικειότητας. Αυτός ο κόσμος, ο γύρω μας, μας ξέρει, είναι ο δικός μας, καταδικός μας κόσμος.
Καλοκαίρι, η γαλάζια προκυμαία θα σε φέρει
καλοκαίρι, καρεκλάκια, πετονιές μέσ’ το πανέρι
μες στη βόλτα αυτού του κόσμου που μας ξέρει
καλοκαίρι, πλάι στα μέγαρα, στις τέντες με τ’ αγέρι
καλοκαίρι, με χρυσούς ανεμιστήρες μεταφέρει
την βανίλια με το δίσκο του στο χέρι
την κοψιά μιας προτομής μέσ’ το παρτέρι
καλοκαίρι, μ’ ανοιχτό πουκαμισάκι στα ίδια μέρη
Στη δεύτερη στροφή, μεσημεριάζει. Ο ήλιος πια ουρανοκρατεί. Όμως ο οικείος μας κόσμος μάς προστατεύει, στους κόλπους του, κάτω από τα αντικαθρεφτίσματα του νερού στους τοίχους μιας κάμαρας παρά θιν’ αλός, τελούνται τα μεγάλα μυστήρια, γεύεται κανείς τους καρπούς της τροφής και του έρωτα.
Καλοκαίρι, με μισόκλειστες τις γρίλιες μεσημέρι
καθρεφτάκια και μια θάλασσα που τρέμει
στο ταβάνι και τους γύψους μεσημέρι
με τον κούκο μέσ’ στα πεύκα και στ’ αμπέλι
στόμα υγρό, μικροί λαγόνες, καλοκαίρι
με τη φέτα το καρπούζι στο ’να χέρι
με φιλιά μισολιωμένα, καλοκαίρι
λίγες φλούδες στης κουζίνας το μαχαίρι
Εικόνες ειδυλλιακές, τίποτα δεν μοιάζει ικανό να ταράξει την ευδαιμονία της φύσης και των ανθρώπων, ούτε καν το μαχαίρι της κουζίνας, που όμως έχει τη θέση του εδώ, κάτι σημαίνει, για κάτι θέλει να μας προϊδεάσει. Γιατί στην τρίτη στροφή όλα αλλάζουν, το μαύρο εισβάλλει απ’ όλες τις μεριές, ακόμη και το ζείδωρο αεράκι γίνεται ρόγχος μηχανικός. Είναι η στιγμή που το Θέρος της ζωής συναντά τον δυσώνυμο Θεριστή της.
Καλοκαίρι, του σκυμμένου θεριστή του τυφλοχέρη
καλοκαίρι, με βαριά μοτοσικλέτα μες τα σκέλη
τους φακούς του ανάβει μέρα μεσημέρι
καλοκαίρι, όλο πίσσα και κατράμι καλοκαίρι
καλοκαίρι, με τον ρόγχο του air condition μεσημέρι
φαλακροί μέσ’ τις σακούλες μας σαν γέροι
εκεινού με τ’ άσπρο κράνος που μας ξέρει
καλοκαίρι, μια οσμή νεκροθαλάμου καλοκαίρι
Η βαριά μοτοσυκλέτα, το άσπρο κράνος, οι θήκες των πτωμάτων και η οσμή των νεκροθαλάμων. Το νήμα της νεότητας που το κόβει η τυφλή μοίρα σε μια στροφή της ασφάλτου μες στο κατακαλόκαιρο, όταν όλα γύρω γιορτάζουν. Ο θάνατος είναι μεγάλος, γράφει σ’ ένα ποίημα του ο Ρίλκε.
Εκεί που θαρρούμε πως είμαστε
καταμεσής της ζωής
τολμάει να κλάψει
καταμεσής της καρδιάς μας.
Ο Σαββόπουλος κάνει ακριβώς αυτό, βάζει τον θάνατο να κλάψει μες στην καρδιά της ζωής. Το γιατί θα το φανερώσει στην επόμενη και τελευταία του στροφή. Τα εκτυφλωτικά χρώματα τα ρουφάει η σκιά, τα καύματα του ήλιου φανερώνουν τι είναι στ’ αλήθεια: προτυπώσεις απ’ τα εγκαύματα του Άδη. Όμως όπως τ’ αστέρια σβήνουν μες σε μια έκρηξη φωτός, έτσι και η ζωή. Η πτώση της γεννά την πλησμονή και την αφθονία.
Καλοκαίρι, στην αρχή σαν έγχρωμο έργο στην Ταγγέρη
αλλά εν τέλει με του κάτω κόσμου το έγκαυμα στο χέρι
την λαχτάρα του στον κόσμο περιφέρει
καλοκαίρι, στον χαμό του οδηγημένο και το ξέρει
καλοκαίρι, τόσο ώριμο που πέφτοντας προσφέρει
μια πλημμύρα των καρπών, στάρι και μέλι
στον σπασμό του το απόλυτο το αστέρι
καλοκαίρι, μες στα κόκκινα της δύσης του ανατέλλει
Καταλαβαίνουμε ίσως τώρα γιατί η μουσική αυτού του τραγουδιού είναι λυπημένη. Όχι παιχνιδιάρικη ή νοσταλγική ή ρεμβαστική, όπως νομίσαμε στην αρχή. Ούτε πένθιμη, με την έννοια τη δραματική, του τελετουργικού, δημόσιου θρήνου. Λυπημένη, μ’ εκείνη την ήρεμη ευγένεια της θλίψης εμπρός στην επίγνωση του αναπόφευκτου, που εδώ την επικυρώνει ο παιωνικός ρυθμός (υ υ – υ) και η ελεγειακή ατμόσφαιρα των στίχων. Πράγματι, είναι ο σκοπός της καταλλαγής που ηχεί εδώ, ο σκοπός της συμφιλίωσης με το αναπότρεπτο και το οριστικό. Και κανείς δονείται στο άκουσμά του ακόμη και όταν μισοκαταλαβαίνει, ακόμα κι όταν απωθεί το βαρύθυμο μήνυμα που κομίζει.
ΚΩΣΤΑΣ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗΣ
~.~
Από το βιβλίο Τι είναι και τι δεν είναι η ποίηση. Δώδεκα ομόκεντρα δοκίμια, Μικρή Άρκτος 2020.
*
*
*
