*
του ΗΛΙΑ ΜΑΛΕΒΙΤΗ
Ο Ηπειρώτης ποιητής, μεταφραστής και πεζογράφος Γιώργος Κοτζιούλας από την άνοιξη μέχρι και τις αρχές του φθινοπώρου του 1939 μετέφραζε σε συνέχειες μια βιογραφία του Μπέρναρ Σω από τον Φρανκ Χάρρις, στο περιοδικό Νεοελληνικά Γράμματα του Δημήτρη Φωτιάδη. Στα τέλη του Σεπτεμβρίου εκείνης της χρονιάς κι ενώ η μεταφραστική συνεργασία του με το περιοδικό συνεχιζόταν απρόσκοπτα, η Διεύθυνση του περιοδικού λαμβάνει ένα περίεργο γράμμα από έναν στενό φίλο του ποιητή, το οποίο και συνοδεύει με ένα σύντομο εισαγωγικό κείμενο. Κείμενο, που φανερώνει με τον πλέον έκδηλο τρόπο το ξάφνιασμα και την αμηχανία του ίδιου του διευθυντή του περιοδικού για τα όσα αναφέρει ο εξίσου ξαφνιασμένος κι έκπληκτος επιστολογράφος φίλος του Κοτζιούλα. Παραθέτω ευθύς αμέσως την επιστολογραφία, όπως δημοσιεύτηκε στο φύλλο υπ. αριθ. 148 (Σάββατο 30/9/1939).
(Δημοσιεύουμε παρακάτω, με κάθε επιφύλαξη, ένα γράμμα που πήραμε από τον κ. Αντ. Φιλ. Κατσουρό, που είναι καθηγητής στο Βαθύ της Σάμου.
Ο εκλεχτός συνεργάτης μας κ. Γ. Κοτζιούλας, που το περιοδικό μας τώρα δημοσιεύει τη μετάφρασή του της εξαιρετικής βιογραφίας του Μπέρναρ Σω από τον Φρανκ Χάρρις, αναχώρησε πριν δυο μήνες περίπου για ένα ταξίδι στα νησιά, καθώς μας είχε πει, κι’ αφού πριν μας παράδωσε όλα τα χειρόγραφα της παραπάνω μετάφρασής του. Στο αναμεταξύ πληροφορηθήκαμε πώς πήγε στο Άγιον Όρος. Η μόνη πληροφορία που έχουμε πως έγινε καλόγερος εκεί, είναι αυτή που μας έρχεται με το παρακάτω γράμμα.
Ο ποιητής Κοτζιούλας έχει ως τώρα αφήσει σ’ όσους τον γνώρισαν την πιο εξαιρετική εντύπωση για την πνευματική και ψυχική εντιμότητά του. Τη ζωή, που στάθηκε σκληρή γι’ αυτόν, την αντιμετώπισε με τον πιο ηθικό τρόπο).
19 Σεπτεμ. 39.
Αξιότιμε κ. Φωτιάδη,
Ένα γράμμα απ’ το γνωστό ποιητή των Εφήμερων και της Σιγανής Φωτιάς έφθασε προχτές ―αργά το βράδυ― εδώ, στο Λιμένα Βαθέος. Όταν το πήρα στα χέρια μου δοκίμασα αφάνταστα μεγάλη χαρά, γιατί με ξαναθυμήθηκε έπειτα από πολλά χρόνια, ένα παλαιός και καλός φίλος. Το περιεχόμενο όμως του γράμματος με κατέπληξε. Σας το αντιγράφω πιστά:
Άγ. Όρος, 29 Αυγούστου 1939
(παλ. ημερ.)
Αγαπητέ Αντώνι,
Από την Ιεράν Μονήν Καρακάλου πέμπω Υμίν τας φιλικάς μου προσρήσεις, επερωτών συνάμα Υμάς περί του αισίου της υγείας Σας. Εγώ ευρίσκομαι, θεία συνάρσει, εις το θεοβάδιστον Όρος και αγωνίζομαι να επιρρώσω εμαυτόν εν τη πίστει μου· πολλαί γαρ αι του Πονηρού πλεκτάναι και άνευ της πίστεως ωσεί λέμβος εν πελάγει ο άνθρωπος. Νυν δε, ότε εύρον τον δρόμον της αληθείας, παρακαλώ εξ όλης καρδίας και τους εμούς φίλους όπως αποθώνται τας βιοτικάς αυτών μερίμνας και επιδοθώσιν εις την σωτηρίαν του πολυτίμου αυτων θησαυρού, όσπερ εστίν η ψυχή. Καιρούς και ζαμάνια, όπως λέγουσιν οι απλούστεροι των εν τω κόσμω, έχομαν να ιδωθώμεν Αντώνι. Μη στενοχωρήσαι όμως: ο Θεός των Χριστιανών είναι μέγας και οσονούπω οψόμεθα.
Τα δέοντα τη σεβαστή μητρί και αδελφή Σοφία.
Ο σος πιστός φίλος
και πάλαι ποτέ κοσμικός
νυν δε ιερομόναχος Γαβριήλ
Γεωρ. Κοτζ.
Ο Κοτζιούλας καλόγερος! Σαν απίστευτο φαίνεται. Συλλογίζομαι όμως πως δεν αποκλείεται νάναι κι αληθινό. Όσοι παρακολούθησαν και γνώρισαν το ψυχικό του δράμα θα συμφωνήσουν πως η φυγή του απ’ τον κόσμο είναι μια λύση. Ζούσε πάντα κάτω απ’ το βάρος μιας καταθλιπτικής πραγματικότητος και αδιάκοπα ζητούσε την απολύτρωση. Νόμιζε πως θα ’βρισκε τη σωτηρία στην Τέχνη. Και προσπάθησε να ξεχαστεί στα γοητευτικά της είδωλα και στους κόσμους της φαντασίας. Μα, φαίνεται, δεν το κατόρθωσε. Και γι’ αυτό δεν εδίστασε να αρνηθεί τον εαυτό του, να τον αποδοκιμάσει και να ζητήσει στην απώθηση των βιοτικών μεριμνών και στην επίρρωση της πίστεώς του την αληθινή σωτηρία.
Ευεξήγητη, όπως βλέπετε, η στάση που πήρε ο φίλος μου μπροστά στα προβλήματά του. Μα δε μπορώ ακόμα να πιστέψω πως ο Κοτζιούλας φόρεσε το καλογερίστικο ράσο. Σεις μπορείτε να ’χετε πιο πολλές πληροφορίες και σας παρακαλώ πολύ να μου τις ανακοινώσετε. Θα με υποχρεώσετε.
Με ξεχωριστή εκτίμηση
ΑΝΤ. ΚΑΤΣΟΥΡΟΣ
Καθηγητής―Βαθύ Σάμου.
~·~
Ο φίλος λοιπόν του Σάμιου καθηγητή Κατσουρού Γιώργος Κοτζιούλας, στην επιστολή που του στέλνει υπογράφει ως ιερομόναχος Γαβριήλ, ως μοναχός αγιορείτης δηλαδή. Δίκαιη η σαστιμάρα και το ξάφνιασμα από την απρόσμενη είδηση για τον Κατσουρό, κεραμίδα κατακέφαλα, που σπεύδει να το μοιραστεί διερωτητικά με το περιοδικό. Κι αντί να πάρει μια καθαρή απάντηση από το περιοδικό πληροφορείται κι αυτός, όπως κι οι υπόλοιποι αναγνώστες, πως η Διεύθυνση του περιοδικού παραμένει εξίσου σαστισμένη από την επιστολιμαία είδηση. Δεν γνωρίζουν τίποτα απολύτως. Το μόνο που κατορθώνουν να ψελλίζουν είναι η έντιμη και ηθική στάση του Κοτζιούλα απέναντι στις δυσκολίες του βίου του. Εκείνο που θα ξάφνιασε και θα υποψίασε όμως αρκετούς από τους αναγνώστες ―σε αντίθεση με τον Φωτιάδη― είναι αφενός ο ταχύτατος χρόνος της ενδεχόμενης κουράς (εισδοχής δηλαδή στην μοναχική κοινότητα) χωρίς το ελάχιστο διάστημα δοκιμαστικής περιόδου, και αφετέρου της διττής (σε διάκονο και ιερέα), χειροτονίας ενός μέχρι προ μηνός λαϊκού. Κι οι υποψίες αυτές θα ήταν παντελώς βάσιμες, όπως άρκεσε μια άλλη επιστολή, από τον ίδιο τον αγνοούμενο ποιητή-μεταφραστή, φερόμενο ως αγιορείτη καλόγερο, Κοτζιούλα, να καταδείξει εντός της επόμενης κιόλας εβδομάδας. Στο αμέσως επόμενο φύλλο 149 (Σάββατο 7/10/1939) των Νεοελληνικών Γραμμάτων, δημοσιεύεται η ειστολή του Κοτζιούλα που καθησυχάζει ανακουφιστικά τα αναστατωμένα και σαστισμένα ―κοσμικά― πνεύματα. Ακολουθεί η δημοσίευση:
(Πήραμε και δημοσιεύουμε το παρακάτω γράμμα):
Αθήνα, 1.10.39.
Αγαπητέ κ. Φωτιάδη,
Λυπήθηκα πολύ που η πρόσφατη περιοδεία μου στο Άγιον Όρος και μια πετυχημένη, φαίνεται, απομίμηση ύφους έγιναν αιτία να φτάσει στη δημοσιότητα ένας απλός αστεϊσμός και να πιστευτεί ή να μισοπιστευτεί από φίλους μου πως έγινα καλόγερος!
Όλα φυσικά γίνουνται σ’ αυτόν τον κόσμο, και τα πιο απίθανα πράγματα. Εγώ όμως δε σκέφτηκα ποτέ μου ν’ ακολουθήσω το μοναχικό βίο κι εξακολουθώ να είμαι εκείνος που ήμουν. Θα μεταφράζω λοιπόν πάντα Φρανκ Χάρρις, θα γράφω στίχους και θα διατηρώ τ’ όνομά μου.
Ζητώ οπωσδήποτε συγγνώμη από τον καλό μου φίλο Αντώνη Κατσουρό, που άδικα ανησύχησε, καθώς και από τους αναγνώστες του περιοδικού, που τους απασχόλησα άθελά μου.
Πολύ φιλικά
Γ. ΚΟΤΖΙΟΥΛΑΣ
(από το γράμμα αυτό φαίνεται πως ο φίλος ποιητής πήγε στο Άγιον Όρος, αλλά δεν παρέμεινε. Βρίσκεται πάλι ανάμεσά μας. Το γράμμα προς τον κ. Κατσουρό, που δημοσιέψαμε, ήταν μάλλον μια φευγαλέα διάθεση, παρά απόφαση του κ. Κοτζιούλα).
~·~
Δεν έγινε καλογεράκι στ’ Αγιονόρος τελικά ο Κοτζιούλας! Ταξίδεψε όμως και περιηγήθηκε το Περιβόλι της Παναγίας για ένα μήνα και όλη αυτή της εμπειρία που αποκόμισε ο παρ’ ολίγον ιερομόναχος Γαβριήλ ξεκίνησε να την καταγράφει πάλι στις φιλόξενες στήλες του περιοδικού σύντομα, όπως ανακοινώθηκε στο φύλλο 155 (Σάββατο 18/11/1939):
ΑΠΟ ΤΟ ΕΡΧΟΜΕΝΟ ΦΥΛΛΟ
Θ’ αρχίσουμε τη δημοσίευση μιας σειράς εντυπώσεων του συνεργάτη μας κ. Γ. Κοτζιούλα
Από την πρόσφατην επίσκεψή του στο ΑΓΙΟΝ ΟΡΟΣ.
Στο επόμενο κιόλας φύλλο ξεκινούσε την ―επί δεκαέξι συνέχειες― καταγραφή της αγιορείτικης εμπειρίας του (ΠΕΡΙΔΙΑΒΑΖΟΝΤΑΣ ΤΟ ΑΓΙΟΝ ΟΡΟΣ) ο ποιητής Γιώργος Κοτζιούλας:
«Το Άγιον Όρος είναι κάτι ασύλληπτο. Θέλω να πω με τούτο πως, όσα και να έχει ακούσει κανείς ή διαβάσει σχετικά, με κανέναν τρόπο δε μπορεί ν’ αναπλάσει το μέρος αυτό στην πραγματική του υπόσταση. Τον περασμένο χειμώνα είχα γείτονα στην εξοχή μου έναν καλόγερο Αγιορείτη και τις ατέλειωτες ώρες, όπου η κακοκαιρία δεν επιτρέπει περιπάτους, τον έβανα να μου διηγηθεί κάτι από την αλησμόνητη πατρίδα του. Οι μοναχοί, όσο αποφεύγουν να μιλήσουν ― τουλάχιστον σε κοσμικούς― για πράγματα έξω του κύκλου τους, άλλο τόσο ευχαριστιούνται να κάνουν λόγο για ζητήματα της δικαιοδοσίας των. Είχα μάθει λοιπόν πλήθος λεπτομέρειες για τη μακρινή εκείνη γλώσσα της στεριάς που τη διάλεξαν οι άνθρωποι του Θεού για κατοικία τους. Όταν όμως πρωτοαντίκρυσα από το καράβι τη γη που λαχταρούσα να πατήσω, αναγκάστηκα να ομολογήσω στον εαυτό μου πως δεν ήξερα τίποτε γι’ αυτήν· η εικόνα που είχα πλάσει με τη φαντασία μου είταν κάτι ολότελα απροσέγγιστο με την πραγματικότητα.
Μα είναι και αναπόδοτο συνάμα το Άγιον Όρος. Πέρασα πεζός όλη τη περιοχή του, επισκέφτηκα και τα είκοσί του μοναστήρια, το είδα και το χάρηκα και το μελέτησα έναν ολόκληρο μήνα. Μα τώρα που θα χρειαστεί να καταφύγω στις σκόρπιες, τις ασύνδετες κι’ αυθαίρετες αναμνήσεις μου (γιατί βρίσκω πως είναι καθαρή ματαιοπονία να κρατεί κανείς σημειώσεις στα ταξίδια του) για να δώσω έναν πίνακα συνολικό του περίφημου εκείνου τόπου, φοβάμαι πολύ πως δε θα καταφέρω ν’ αποδώσω παρά τις πιο ασήμαντες πλευρές του».
Η περιδιάβασή του στο Άγιον Όρος εκδόθηκε μαζί με άλλα πεζά έργα του (αρχικά το 2014 και κατόπιν πάλι το 2016), στον μεταθανάτιο τόμο: Πικρή ζωή και άλλα πεζογραφήματα– επιλογή από το έργο του, εισαγωγή-επιμέλεια-σχόλια Σωτηρία Μελετίου, εκδόσεις Δρόμων, Αθήνα 2016.
*
*
*
