Ἐμίλ Σιοράν, Οἱ κίνδυνοι τῆς σοφίας

*

Ἐπιμέλεια στήλης-Μετάφραση
ΤΕΤΟΣ ΣΟΥΡΔΟΣ

Ὁ Ἐμίλ Σιοράν (ρουμανιστί Τσοράν) γεννήθηκε στίς 8 Ἀπριλίου τοῦ 1911 στό Ρασινάρι της Ρουμανίας. Ριζοχώρι των Καρπαθίων. Θά ἀναπολεῖ πάντοτε τίς παλιές καλές ἡμέρες πού ἔζησε ἐκεῖ. Ὁ πατέρας του, ὁ Ἐμιλιάν, ὀρθόδοξος ἱερέας. Ἡ μητέρα του, ἡ Ἐλβίρα, ἔκλινε πρός τήν ἀθεΐα. Τό 1922, ἕντεκα χρονῶν φοιτᾶ στό γερμανόφωνο Λύκειο τοῦ Σιμπίου, παρακείμενης πόλης. Περιφέρεται ἀσκόπως στά στενά σοκάκια. Πρῶτες κρίσεις ἀυπνίας. Πιθανῶς ἐκεῖ, στίς ροῦγες, «ἅρπαξε γιά πρώτη φορά τήν κακιά ἀρρώστια, τόν ἰό τῆς ἀλήθειας»… (Ἡ συνέχεια τοῦ εἰσαγωγικοῦ σημειώματος τῆς σειρᾶς, ἐδῶ).

 

Δέν θά μπορούσαμε, ἄν λογαριάσουμε τό βαθύτερο νόημα πού ἐμπεριέχουν οἱ φανερώσεις γιά μιά φυσιολογική συνείδηση, νά προσυπογράψουμε τή βεδαντική ρήση ὅτι «ἡ μή-διάκριση εἶναι ἡ φυσική κατάσταση τῆς ψυχῆς». Μέ τόν ὅρο «φυσική κατάσταση» ἐννοεῖται ἐδῶ μιά κατάσταση ἐγρήγορσης, ἡ ὁποία σέ καμιά περίπτωση ὅμως δέν εἶναι φυσική. Ὁ ζωντανός ἄνθρωπος ἀντιλαμβάνεται τήν ὕπαρξη παντοῦ ὁλόγυρα. Εὐθύς μόλις ἀφυπνισθεῖ, μόλις πάψει νά εἶναι φύση, πιάνει νά ἀνακαλύψει τό ψευδές στό φαινομενικό, τό φαινομενικό στό πραγματικό, καταλήγοντας νά ὑποπτεύεται ἀκόμα καί τήν ἴδια τήν ἰδέα τῆς πραγματικότητας. Ὅλες οἱ διακρίσεις ἐξαλείφονται, καί μαζί μέ αὐτές χάνεται ἡ ἔνταση καί τό δρᾶμα. Ἐξ ἀπόπτου ἰδωμένο, τό βασίλειο τῆς διαφορετικότητας καί τῆς πολυμορφίας χάνεται∙ σ’ ἕνα ὁρισμένο ἐπίπεδο τῆς γνώσης μονάχα τό μή-εἶναι διασώζεται ἀκόμα.

Ζοῦμε ἐρήμην τῆς γνώσεως. Ὅταν τελοῦμε ἐν γνώσει, δέν ἔχουμε καλή ἐφαρμογή μέ τίποτα γύρω μας. Ὅσο ἔχουμε ἄγρια μεσάνυχτα, οἱ φανερώσεις ἀκμάζουν καί ἀποπνέουν μιά αἴσθηση ἀτρωσίας, πού μᾶς ἐπιτρέπει νά τίς ἀγαπᾶμε καί νά τίς μισοῦμε, νά ἐρχόμαστε σέ ἐπαφή μαζί τους. Μποροῦμε ὅμως νά τά βάλουμε μέ τά φαντάσματα; Διότι σέ φαντάσματα αὐτές μεταπίπτουν, ὅταν διαλυθεῖ ἡ πλάνη ὅτι θά μποροῦσαν τάχατες νά ἀνέλθουν στήν τάξη τῶν οὐσιῶν. Ἡ γνώση, ἀλλιῶς ἡ ἀφύπνιση, δημιουργεῖ ἀνάμεσα σέ μᾶς καί σέ ἐκεῖνες τίς φανερώσεις ἕνα χάσμα πού, δυστυχῶς, δέν ἐξελίσσεται σέ σύγκρουση∙ ἄν ἐρχόμασταν σέ σύγκρουση, ὅλα θά ἔβαιναν καλύτερα∙ αὐτό ὅμως πού συμβαίνει εἶναι ἡ σίγαση ὅλων τῶν συγκρούσεων, ἡ ὀλέθρια κατάργηση τοῦ τραγικοῦ. Ὅλως ἀντιθέτως πρός τήν ἀποφθεγματική φράση της Βεδάντα, ἡ ψυχή δείχνει μιά ἔμφυτη ἔφεση πρός τήν πολλαπλότητα καί τή διαφοροποίηση: θάλλει ἐν μέσῳ εἰδώλων καί ὁμοιωμάτων, ἐνῶ πέφτει σέ μαρασμό ὅταν τά ξεσκεπάζει καί ξεκόβει ἀπό αὐτά. Ἀφυπνισμένη, στερεῖται τίς δυνάμεις της, δέν μπορεῖ νά ἀπελευθερώσει κανενός εἴδους δημιουργικότητα ἤ, ἔστω, νά συμβάλει σέ μιά παραγωγική προσπάθεια. Γιά ἕναν συγγραφέα τό κυνήγι τῆς χειραφέτησης, γιά τήν ὁποία δεχόμαστε ὅτι βρίσκεται στόν ἀντίποδα τῆς ἔμπνευσης, ἰσοδυναμεῖ μέ παραίτηση, ἄν ὄχι μέ αὐτοχειρία. Ἄν ἔχει βλέψεις στήν παραγωγή ἑνός ἔργου, ἄς ἀκολουθήσει τίς κακές καί τίς καλές ἕξεις του∙ ὁπωσδήποτε τίς κακές – χειραφετούμενος ἀπό αὐτές, οὐσιαστικά ἀποξενώνεται ἀπό τόν ἑαυτό του: οἱ κακοδαιμονίες του εἶναι οἱ εὐκαιρίες του. Ἕνας σίγουρος τρόπος γιά νά πᾶνε στράφι τά χαρίσματά του εἶναι νά ἵσταται ὑπεράνω ὅλων τῶν καταστάσεων, νά ὑπερακοντίζει τήν ἐπιτυχία καί τήν ἀποτυχία, τήν εὐχαρίστηση καί τόν πόνο, τή ζωή καί τόν θάνατο. Ἄν ἡ προσπάθεια νά τά ξεφορτωθεῖ ὅλα αὐτά ἔδινε καρπούς, θά ἀνακάλυπτε τότε, μιά ὡραία ἡμέρα, ὅτι βρίσκεται ἔξω ἀπό τόν κόσμο καί τόν ἑαυτό του, κι ὅτι, ἐνῶ θά μποροῦσε ἐνδεχομένως νά συλλάβει κάποιο σχέδιο, θά τόν ἔπιανε σίγουρα πανικός στήν ἰδέα καί μόνο τῆς ἐκτέλεσής του. Πρόκειται γιά ἕνα φαινόμενο γενικῆς ἰσχύος, δέν τό συναντᾶμε μόνο στούς συγγραφεῖς: Ὅποιος θέλει νά ἀφήσει τό στίγμα του ὀφείλει νά διαχωρίσει αὐστηρά τή ζωή ἀπό τόν θάνατο, νά δυναμώσει τήν ἔνταση στά ποικίλα ζεύγη ἀντιθέσεων, νά πολλαπλασιάσει καταχρηστικά τή μή ἀναγώγιμη διαφορά τους, νά πάει καί νά στρογγυλοκαθίσει μέσα στήν ἀντινομία, νά παραμείνει, κοντολογίς, στήν ἐπιφάνεια τῶν πραγμάτων. Τό νά παράγω, νά δημιουργῶ, σημαίνει ὅτι ἀρνοῦμαι στόν ἑαυτό μου τή διαύγεια, σημαίνει ὅτι ἔχω τό σθένος ἤ τήν καλή τύχη νά μήν ἀντιληφθῶ τό ψεῦδος πού ἐνυπάρχει στήν ποικιλομορφία, τόν ἀπατηλό χαρακτῆρα τῆς πολλαπλότητας. Ἕνα ἔργο εἶναι ἐφικτό μονάχα στόν βαθμό πού ἐθελοτυφλοῦμε ἀπέναντι στήν ἐμφάνεια τῶν πραγμάτων· μόλις πάψουμε νά τῆς ἀποδίδουμε μιά μεταφυσική διάσταση, τότε μεμιᾶς μένουμε χωρίς ἐφόδια.

Τίποτα δέν μᾶς συναρπάζει τόσο πολύ ὅσο τό νά μεγαλοποιοῦμε τά πράγματα, νά δημιουργοῦμε ἀπό τό πουθενά ψευδεπίγραφες ἀντιθέσεις καί νά ἐφευρίσκουμε συγκρούσεις ἐκεῖ πού δέν ὑπάρχουν. Ἡ ἄρνηση γιά κάτι τέτοιο θά εἶχε ὡς ἐπακόλουθο τήν καθολική στειρότητα. Μόνο ἡ ψευδαίσθηση εἶναι γόνιμη∙ αὐτή εἶναι ἡ γενεσιουργός αἰτία. Ἕνεκα αὐτῆς καί μόνο μποροῦμε νά φέρουμε, νά γεννήσουμε (μέ ὅλες τίς σημασίες τῆς λέξης) κάτι στόν κόσμο, νά ἔχουμε μιά ἀνάμιξη σέ αὐτό τό ὄνειρο πού συνιστᾶ ἡ ποικιλομορφία. Ὅσο κι ἄν ἡ ἀπόσταση πού μᾶς χωρίζει ἀπό τό ἀπόλυτο θεωρεῖται φαντασιώδης, μή-πραγματική, ὡστόσο, ἡ ὕπαρξή μας σέ αὐτήν ἀκριβῶς τή μή-πραγματικότητα συνίσταται, καί γι’ αὐτό ἡ ἐν λόγῳ ἀπόσταση σέ καμιά περίπτωση δέν ἀποτελεῖ γιά τούς ἔνθερμους θιασῶτες τῆς πράξης μιά φρεναπάτη. Ὅσο περισσότερο ἀγκυρωνόμαστε στίς ἐμφάνειες, τόσο γονιμότεροι γινόμαστε: ἡ παραγωγή ἑνός ἔργου προϋποθέτει τόν ἐνστερνισμό, ἐκ μέρους τοῦ δημιουργοῦ, ὅλων ἐκείνων τῶν ἀσυμβατοτήτων, τῶν ἐπίπλαστων ἀντιθέσεων, πού εἶναι τόσο ἀγαπητές στά ἀνήσυχα πνεύματα. Συντρέχουν λόγοι νά γνωρίζει ὁ συγγραφέας, αὐτός πάνω ἀπ’ ὅλους, τήν ὀφειλή του σέ αὐτές τίς ὑποκρίσεις, προσποιήσεις καί δόλιες θαυματοποιίες, καθώς ἐπίσης νά προσέχει μήπως καί χάσει τό ἐνδιαφέρον του γιά ὅλες αὐτές. Διότι, ἄν τίς παραβλέψει ἤ τίς καταγγείλει, εἶναι σάν νά τραβάει τό χαλί κάτω ἀπό τά πόδια του, σάν νά καταστρέφει τό ὑλικό πάνω στό ὁποῖο πρέπει νά δουλέψει. Τί θά τοῦ ἔμενε τότε νά κάνει; Στρεφόμενος στό ἀπόλυτο, τό μόνο πού στήν καλύτερη περίπτωση θά συναντοῦσε ἐκεῖ θά ἦταν ἡ τέρψη μέσα στή χαύνωση.

Μόνο ἕνας θεός πού διψᾶ γιά τήν ἀτέλεια, τή δική του τήν ἐσώκοσμη ἀλλά καί τοῦ ἔξω κόσμου, μόνο ἕνας θεός ἀποκαμωμένος, σαλεμένος θά μποροῦσε νά πλάσει μέ τή φαντασία του τήν ὑπόθεση τῆς δημιουργίας καί μετά νά ἀρχίσει νά τήν ἐκτελεῖ· μόνο ἕνα ἐξίσου ἀχόρταγο ὄν θά ἀξίωνε τήν ἀνάληψη ἑνός ἀνάλογου ἐγχειρήματος. Ἄν ἡ σοφία κατέχει τά πρωτεῖα μεταξύ τῶν παραγόντων πού εὐθύνονται γιά τή στειρότητα ἑνός ἔργου, αὐτό πρέπει νά τό ἀποδώσουμε στήν προσπάθεια πού καταβάλλει νά μᾶς συμφιλιώσει μέ τόν κόσμο καί μέ τόν ἑαυτό μας· εἶναι μιά ἀνεπανόρθωτη συμφορά πλήττουσα τίς φιλοδοξίες καί τίς ἱκανότητές μας: τίς καταλαγιάζει, δαμάζει τό πάθος τους, ὅπερ σημαίνει ὅτι τίς ξεπαστρεύει, ὅτι ὑπονομεύει τά μύχια μυστικά μας καταδιώκοντας ἀπηνῶς τίς πιό ἀπειλητικές καί δυσοίωνες ποιότητες πού τύχῃ ἀγαθῇ διαθέτουμε· μᾶς ναρκοθετεῖ, μᾶς βουλιάζει, θέτοντας σέ κίνδυνο ὅλα μας τά ἐλαττώματα. Ἄν ἐξαπολύουμε ἐπίθεση στίς ἐπιθυμίες μας, καταπνίγουμε τά πάθη μας, κατακρίνουμε τίς ἐμμονές μας, θά πρέπει νά ἀναθεματίσουμε γι’ αὐτό ὅλους ἐκείνους πού μᾶς ἐνθάρρυναν νά τό κάνουμε, μέ πρῶτο καί καλύτερο τόν σοφό μέσα μας, τόν πιό φοβερό ἐχθρό μας, στόν ὁποῖο θά πρέπει νά ἐπιρρίψουμε τό σφάλμα ὅτι μᾶς θεράπευσε ἀπό τά πάντα, χωρίς ὅμως νά μᾶς ἀπαλλάξει ἀπό τή νοσταλγία τους.

Εἶναι ἀνείπωτη ἡ ἀπελπισία τοῦ ἀνθρώπου πού λαχταρᾶ τίς περασμένες δόξες τῶν παθῶν του, τίς ἀλλοτινές ἐξάρσεις του, καί πού τώρα νικημένος καί ἀπαρηγόρητος βλέπει τόν ἑαυτό του νά σβήνει ἀπό τό δηλητήριο τῆς γαλήνης. Ἅπαξ καί νιώσουμε τήν κενότητα τῶν ἐπιθυμιῶν μας, ἀπαιτεῖται ἡ ὑπεράνθρωπη προσπάθεια μιᾶς γενικῆς συσκότισης τοῦ νοῦ, χρειάζεται ἁγιότητα, γιά νά μπορέσουμε νά ἔχουμε μιά νέα βιωματική σχέση μέ αὐτές, γιά νά περιέλθουμε καί πάλι στήν ἐξουσία τους χωρίς ὑστερόβουλες σκέψεις. Ἄν τύχαινε ὁ ἐπικριτής τῆς σοφίας νά εἶναι καί πιστός, τότε θά ἔλεγε ξανά καί ξανά τά ἀκόλουθα: «Κύριε, βοήθησέ με νά ἐκπέσω τῆς χάρης Σου, νά κυλιστῶ στήν ἁμαρτία καί στή διαφθορά, ἐμφύσησέ μου τά λόγια πού Σοῦ βάζουν φωτιά καί πού μέ ἀναλώνουν, πού μᾶς κάνουν καί τούς δυό στάχτη». Δέν θά καταλάβουμε τή νοσταλγία γιά ξεπεσμό, ἄν δέν νιώσουμε πρῶτα μπουχτισμένοι καί φλομωμένοι μέ τήν ἔντονη ἐπιθυμία γιά ἁγνότητα. Ὕστερα ἀπό ὅλη αὐτή τή διανοητική ἔρευνα τοῦ Παραδείσου, ὅπου καλοσυνηθίσαμε στήν ὕπαρξη τοῦ Ἐπέκεινα, καταλήγουμε στόν ἐκνευρισμό καί στήν κούραση. Τελικά, ἀπό τήν ἀηδία γιά τόν ἄλλον κόσμο ὁδηγούμαστε σέ μιά ἐρωτική ἐμμονή μέ τήν κόλαση. Χωρίς αὐτήν τήν ἀκατανίκητη ἕλξη τῆς κόλασης, οἱ θρησκεῖες, σέ ὅ,τι πραγματικά τό ὑπόγειο ἐνυπάρχει σέ αὐτές, θά ἦταν ἀκατανόητες. Ἀπέχθεια πρός τούς ἐκλεκτούς, ἕλξη πρός τούς παρίες – μιά διπλῆ στάση ἐκ μέρους ὅλων ἐκείνων πού ὀνειρεύονται τίς παλιές τους τρέλες καί πού θά διέπρατταν κάθε εἴδους ἁμαρτία μόνο καί μόνο γιά νά ἀποφύγουν τό «μονοπάτι τῆς τελειότητας». Ὑπό τό κράτος τῆς ἀπελπισίας διαπιστώνουν τίς προόδους πού σημείωσαν στήν ἀποδραματοποίηση τῆς ζωῆς τους, ἐνῶ διαβάζουν στίς ἐνδιάθετες κλίσεις τους ὅτι ὁ προορισμός τους δέν ἦταν νά ἀριστεύσουν σέ αὐτή τήν τήρηση ἀποστάσεων. Στό ἔργο Οἱ ἐρωτήσεις του Μιλίντα ὁ βασιλιᾶς Μένανδρος ρωτᾶ τόν βουδιστή μοναχό Ναγκασένα σέ τί διαφέρει ἕνας παθιασμένος ἄνθρωπος ἀπό ἕναν ἀπαθῆ. «Ὁ παθιασμένος, βασιλιᾶ μου, ὅταν τρώει γεύεται τή γεύση καί τό πάθος τῆς γεύσης· ὁ ἀπαθής γεύεται τή γεύση ἀλλά ὄχι τό πάθος τῆς γεύσης». Τό μυστικό τῆς ζωῆς καί τῆς τέχνης, ὁλόκληρο τό ἐδῶ-κάτω, βρίσκεται σέ αὐτό τό «πάθος τῆς γεύσης». Ὅταν δέν μποροῦμε πλέον νά τό νιώσουμε, δέν μᾶς μένει παρά ἡ προσφυγή σέ ἕνα ἐξολοθρευτικό μειδίαμα.

Ἀκολουθῶντας τόν δρόμο τῆς ἀπόσπασης σημαίνει ὅτι ἀναχαιτίζουμε τή δράση μας, σημαίνει ὅτι δέν ὠφελούμαστε πλέον ἀπό τά λάθη καί τά ἐλαττώματά μας, ὅτι μᾶς πιάνει μιά ἀθυμία – εἶναι τό κενό πού βιώνουμε ὡς ἀποτέλεσμα τῆς ἐξάτμισης τῶν ἐνδιαφερόντων μας, εἶναι ἡ ἐκφυλισμένη σέ ἀδιαφορία ἀγωνία μας, ἡ βουτιά πού κάνουμε στήν οὐδετερότητα. Ἄν μέ τή σοφία ἀνυψωνόμαστε πάνω ἀπό τή ζωή καί τόν θάνατο, στήν ἀθυμία, ἐννοούμενη ὡς ἀποτυχημένη σοφία, γλιστρᾶμε ἀπό κάτω τους. Ἐκεῖ ἀκριβῶς, ὑποκάτω, συντελεῖται ἡ ἰσοπέδωση τῶν φανερώσεων καί ἡ ἀκύρωση τῆς ποικιλομορφίας. Οἱ συνέπειες, ἰδίως γιά ἕναν συγγραφέα, εἶναι τρομακτικές· διότι, ἄν ὅλες οἱ ὄψεις τοῦ κόσμου εἶναι ἰσότιμες, δέν θά ἤξερε ποῦ νά δείξει τήν προτίμησή του· ἐξ οὗ καί ἡ ἀδυναμία του νά ἐπιλέξει ἕνα θέμα: ποιό νά προκρίνει, ἄν τά ἴδια τά ἀντικείμενα εἶναι ἐναλλάξιμα καί ἀκαθόριστα; Ἀπό αὐτή τήν ἀτελείωτη ἔρημο ἀκόμα καί αὐτό τοῦτο τό εἶναι ἔχει ἐξοβελιστεῖ ὡς κάτι τό ὑπερβολικά γραφικό. Βρισκόμαστε στήν καρδιά τοῦ ἀδιαφοροποίητου, τοῦ ζοφεροῦ καί ἀψεγάδιαστου Ἑνός, ὅπου ἀντί γιά τήν ψευδαίσθηση βλέπουμε διάχυτο μπροστά μας ἕναν ἀδύναμο, ἀποσυρμένο φωτισμό πού ἐκκαλύπτει ὅλα τά λανθάνοντα. Τούτη ὅμως ἡ ἀποκάλυψη εἶναι ἐνάντια στή φύση μας, γι’ αὐτό καί σπεύδουμε νά τήν ξεχάσουμε. Κανείς δέν θά μποροῦσε νά προχωρήσει μπροστά ἐπί τῇ βάσει ὅσων ξέρει καί γνωρίζει, πόσω μᾶλλον ὁ ἄνθρωπος ἐκεῖνος πού τελεῖ σέ κατάσταση ἀθυμίας· τοῦτος ζεῖ ἐν τῷ μέσῳ μιᾶς μή-πραγματικότητας, τῆς πιό βαριᾶς, μάλιστα, μορφῆς: ἡ μή-ὕπαρξη τῶν πραγμάτων τόν βαραίνει. Γιά νά ἐκπληρώσει τόν ἑαυτό του, μόνο γιά νά ἀναπνεύσει, ἐπιβάλλεται νά χειραφετηθεῖ ἀπό τή γνώση του. Ἐννοεῖ πλέον καλά ὅτι ἡ σωτηρία του ἐπέρχεται διά τῆς μή-γνώσης, ὅτι θά κατορθώσει νά σωθεῖ μόνο ἄν στραφεῖ ἐνάντια στό πνεῦμα τῆς ἀμεροληψίας καί τῆς ἀντικειμενικότητας. Μιά κρίση «ὑποκειμενική», μεροληπτική, ἄν θέλετε, ἀστήρικτη καί ἀβάσιμη, εἶναι πηγή δυναμισμοῦ: στό ἐπίπεδο τῆς πράξης μόνο τό ψευδές εἶναι φορτισμένο μέ πραγματικότητα· τουναντίον, ὅταν εἴμαστε καταδικασμένοι νά ἔχουμε μιά εὐκρινῆ θέαση τοῦ ἑαυτοῦ μας καί τοῦ κόσμου, πάνω σέ τί τότε νά ἀγκιστρωθοῦμε, τί μένει ἀκόμα νά ὑποστηρίξουμε;

Κάποτε κρυβόταν μέσα μας ἕνας τρελός· ὁ σοφός τόν ἔδιωξε. Μαζί του χάθηκε ὅ,τι πολυτιμότερο εἴχαμε, ἐκεῖνο πού μᾶς ἔκανε νά ἀποδεχόμαστε τίς φανερώσεις χωρίς νά χρειάζεται σέ κάθε μας βῆμα νά κάνουμε τήν τόσο φθοροποιά γι’ αὐτές διάκριση ἀνάμεσα σέ πραγματικό καί ἀπατηλό. Ὅσο αὐτός ἦταν ἐκεῖ δέν εἴχαμε τίποτα νά φοβηθοῦμε∙ οὔτε καί τά φανερώματα σκιάζονταν καθόλου, τά ὁποῖα, σάν ἀπό ἕνα συνεχές θαῦμα, μεταμορφώνονταν μπροστά στά μάτια μας σέ πράγματα. Ἀφότου ὁ τρελός χάθηκε, τά φανερώματα κατέβηκαν στόν κόσμο, ἐξέπεσαν στήν ἀρχική τους φτώχεια. Εἶναι ἀλήθεια ὅτι ὁ τρελός καρύκευε τήν ὕπαρξη, ἄν δέν ἦταν ἡ ἴδια ἡ ὕπαρξη. Τώρα ξεμείναμε χωρίς ἐνδιαφέρον καί στήριξη. Καί πρόξενος τοῦ πραγματικοῦ ἰλίγγου πού μᾶς πιάνει εἶναι αὐτή ἡ ἀπουσία της τρέλας.

Ἡ ἐκπλήρωση τοῦ ἑαυτοῦ μας εὐοδώνεται ὑπό τή μεθυστική ἐπήρεια τοῦ πολλαπλοῦ. Στό Ἕνα τίποτα δέν μετράει, παρεκτός τό ἴδιο τό Ἕνα. Ἄς τελειώνουμε μαζί του, ἄν πραγματικά θέλουμε νά ἀπαλλαγοῦμε ἀπό τήν καθηλωτική δύναμη τῆς ἀδιαφορίας, ἄν θέλουμε νά βάλουμε ἕνα τέλος στήν μονοτονία ἔξω ἀπό ἐμᾶς ἀλλά καί μέσα μας. Ὅ,τι λάμπει στήν ἐπιφάνεια τοῦ κόσμου, ὅ,τι παρακολουθοῦμε μέ ἔμπρακτο ἐνδιαφέρον, εἶναι καρπός τῆς μέθης καί τῆς ἄγνοιας. Ξεμέθυστοι, γινόμαστε μάρτυρες τῆς ἐρήμωσης καί τῆς πλήξης. Ἡ ποικιλομορφία, γέννημα τῆς τύφλωσης, χάνεται ἐρχόμενη σέ ἐπαφή μέ τήν ἀθυμία, ἡ ὁποία εἶναι μιά ναυαγισμένη γνώση, μιά διεστραμμένη τρόπον τινά προτίμηση γιά τό ταυτόσημο καί ἕνας φόβος γιά τό καινούργιο. Ὅταν τοῦτος ὁ φόβος μᾶς κυριεύει, ὅταν ὅλα τά συμβαίνοντα μᾶς φαίνονται γελοῖα καί ἀκατάληπτα, ὅταν κάθε λογῆς ἀλλαγή, ὁποιασδήποτε κλίμακας, μοιάζει μέ γριφώδη φάρσα, δέν εἶναι τότε ὁ Θεός πού ἀπασχολεῖ τόν νοῦ μας, ἀλλά ἡ θεότητα, μιά ἀμετάβλητη οὐσία πού δέν καταδέχεται ὄχι νά δημιουργήσει, ἀλλά οὔτε κάν νά ὑπάρξει, καί ἡ ὁποία, ἐλλείψει καθορισμῶν, προμηνύει ἐκείνη τή στιγμή ὅπου ὅλα γίνονται ἀπροσδιόριστα καί ἀνυπόστατα, μιά στιγμή πού συμβολίζει τό ἀσυντέλεστο τῶν ἐγχειρημάτων μας. Ἄν, δίνοντας βάση στίς μαρτυρίες τῆς ἀρχαιότητας, ποῦμε ὅτι ἡ Μοῖρα δοκιμάζει μεγάλη εὐχαρίστηση νά γκρεμίζει κάτω ὅ,τι ὑπερίπταται, τότε ἡ ἀθυμία θά εἶναι τό τίμημα πού ὁ ἄνθρωπος πρέπει νά πληρώσει γιά τήν ἀνύψωσή του. Ὅμως, πλήν τοῦ ἀνθρώπου, ἀπό ἀθυμία καταλαμβάνεται, ἄν καί σέ μικρότερο βαθμό, καί κάθε ἄλλο ζωντανό πλάσμα πού μέ τόν ἕναν ἤ τόν ἄλλον τρόπο ἀπομακρύνεται ἀπό τήν ἀπαρχή του. Ἡ ἴδια ἡ Ζωή θά ἀρχίσει νά βαρυθυμεί εὐθύς μόλις νιώσει ὅτι βραδύνεται ἡ κίνησή της, ὅτι κοπάζει ἡ φρενίτιδα πού τήν ὑποβαστάζει καί τήν ἐμψυχώνει. Ἄλλωστε, ἡ ἴδια ἡ ζωή, τί ἄλλο εἶναι ἀπό ἕνα φαινόμενο μανιώδους ὁρμῆς; Μήπως δέν ἀξίζει κάθε κόπο νά παραδινόμαστε σέ αὐτή τήν εὐλογημένη μανία; Ἅπαξ καί μᾶς κυριεύσει, ξυπνοῦν μέσα μας παρορμήσεις πού διατηροῦνταν ἄσβεστες∙ κι ὅσο περισσότερο συγκρατημένες ἦταν, τόσο πιό βίαια ξεσποῦν. Ἡ παράσταση, δέ, πού δίνουμε ὡς συνέπεια αὐτῶν τῶν παρορμήσεων, παρά τίς ἐνίοτε θλιβερές της στιγμές, καταδηλώνει οὐσιαστικά μιάν ἐπιστροφή στήν πραγματική μας συνθήκη, ὅσο ἀπεχθής κι εἶναι. Εἶναι προτιμότερο νά εἶναι κανείς ἄθλιος ἁπλά καί ἀβίαστα, παρά «εὐγενής» μέσω μίμησης ἤ πειθοῦς. Καί ἀκριβῶς ἐπειδή μιά ἔμφυτη κακία εἶναι προτιμότερη ἀπό μιά ἐπίκτητη ἀρετή, δυσαρεστούμαστε ὁπωσδήποτε μέ ὅλους ἐκείνους πού δέν ἐγκρίνουν τόν ἑαυτό τους, βρισκόμαστε σέ ἀμηχανία μπροστά στόν μοναχό, στόν προφήτη, στόν φιλάνθρωπο, ἀπογοητευόμαστε ἀπό τόν φιλάργυρο πού ἀναγκάζεται νά γίνει γενναιόδωρος, ἀπό τόν φιλόδοξο πού ζητᾶ τήν ἀπαλλαγή του, ἀπό τόν ἀλαζόνα πού ὑποχρεώνεται νά φανεῖ καταδεκτικός, ἀπό ὅλους ἐκείνους πού μένουν ξάγρυπνοι πάνω ἀπό τόν ἑαυτό τους, δίχως βέβαια νά ἐξαιρέσουμε τόν σοφό, τόν ἄνθρωπο πού ὑποβάλλει σέ αὐστηρό ἔλεγχο τόν ἑαυτό του, πού αὐτοσυγκρατεῖται, πού δέν εἶναι ποτέ αὐτός ὁ ἴδιος. Ἡ ἐπίκτητη ἀρετή ἀποτελεῖ ξένο σῶμα∙ δέν μᾶς ἀρέσει οὔτε στούς ἄλλους οὔτε στόν ἑαυτό μας. Εἶναι ἕνας θρίαμβος ἐπί τοῦ ἑαυτοῦ πού δέν μᾶς ἀφήνει σέ ἡσυχία, ἕνα ἐπίτευγμα πού μᾶς καταθλίβει, πού μᾶς κάνει νά ὑποφέρουμε ἀκόμα κι ὅταν ὑπερηφανευόμαστε γι’ αὐτό. Τί καλύτερο ἀπό τό νά νιώθουμε εὐχαριστημένοι μέ αὐτό πού εἴμαστε; Καί μήπως, ἀντίθετα, ὅποιος μοχθεῖ νά καλυτερέψει τή ζωή του, τέρπεται ἀπό τή δυστυχία καί τά βάσανα;

Δέν ὑπάρχει διδακτικό καί ὠφέλιμο βιβλίο, ἀκόμα καί κυνικό, πού νά μήν ἐπισημαίνει τίς βλαβερές συνέπειες τοῦ θυμοῦ, αὐτοῦ τοῦ μεγαλειώδους θεάματος τῆς ὀργῆς. Φτάνει μιά στιγμή, ὅταν ἀνεβαίνει τό αἷμα στό κεφάλι μας καί ἀρχίζει νά τρέμει ἡ φωνή μας ἀπό τόν θυμό, πού ὅλη ἡ περιεσκεμμένη δουλειά τῶν προηγούμενων ἡμερῶν πάει περίπατο. Τίποτα γελοιότερο καί ποταπότερο ἀπό μιά τέτοια ἔκρηξη ὀργῆς, δυσανάλογη ἐκ τῶν πραγμάτων μέ τήν αἰτία πού τήν προκάλεσε· καί μόλο πού ἕνα τέτοιο ξέσπασμα μπορεῖ νά καταπαύσει καί τό ἔναυσμα ὀργῆς γρήγορα νά λησμονηθεῖ, ὡστόσο, ἕνας καταπιεσμένος θυμός θά σιγοκαίει μέσα μας ἴσαμε τήν τελευταία μας πνοή. Τό ἴδιο συμβαίνει καί μέ τίς μειώσεις ἤ ταπεινώσεις πού ὑφιστάμεθα, καί τίς ὁποῖες ὑπομένουμε μέ «ἀξιοπρέπεια». Ἄν, σκοπεύοντας νά ἀνταποδώσουμε τίς προσβολές πού δεχτήκαμε, ταλαντευόμαστε ἀνάμεσα στόν κόλαφο καί στόν φόνο, πρέπει τότε νά ποῦμε πώς τοῦτος ὁ κραυγαλέος ἐνδοιασμός, πού ἀφήνει σκόπιμα τόν πολύτιμο χρόνο μας νά κυλήσει, καθαγιάζει οὐσιαστικά τή δειλία μας. Μιά ἀμφίρροπη στάση αὐτοῦ τοῦ εἴδους ἔχει σοβαρές συνέπειες∙ εἶναι ἕνα ἀσυγχώρητο ὀλίσθημα, ὅταν μιά θύελλα ἀγανάκτησης, ὅσο γκροτέσκο κι ἄν εἶναι τό θέαμα πού προσφέρει, μᾶς ξαλαφρώνει τή ψυχή. Ἐπώδυνος ὅσο καί ἀναγκαῖος, ὁ θυμός μᾶς ἀποτρέπει ἀπό τό νά πέσουμε στήν παγίδα τῶν ἰδεοληψιῶν καί μᾶς γλιτώνει ἀπό τόν κίνδυνο σοβαρῶν ἐπιπλοκῶν: εἶναι μιά κρίση τρέλας πού μᾶς προφυλάσσει ἀπό τήν τρέλα. Ὅσο θά βρίσκουμε στήριγμα πάνω του, στήν ἀμείωτη παρουσία του, ἡ ἰσορροπία μας θά εἶναι ἐξασφαλισμένη, ὅπως καί ἡ ντροπή μας. Ὅτι ἀνακόπτει τήν πνευματική πρόοδο, κανείς βέβαια δέν θά τό ἀρνιόταν· ἕναν συγγραφέα ὅμως –τήν περίπτωση τοῦ ὁποίου συνεξετάζουμε ἐδῶ– δέν θά τόν ὠφελοῦσε, ἴσως, μάλιστα, καί νά τόν ἐξέθετε σέ σοβαρό κίνδυνο, ὁ αὐστηρός ἔλεγχος τῆς κατάστασης τῶν νεύρων του. Ἄς ἀφήσει τήν ἀγανάκτησή του νά κοχλάζει, ἄν δέν θέλει νά ἀπειληθεῖ μέ λογοτεχνικό θάνατο.

Ὅταν ξεχειλίζει ὁ θυμός, σφύζουμε ἀπό ζωή· δυστυχῶς ὅμως εἶναι βραχείας διάρκειας, ὁπότε τά βολεύουμε μέ τά ὑποπροϊόντα του, σάν τήν κακολογία καί τή συκοφαντία, οἱ ὁποῖες μᾶς παρέχουν σέ κάθε περίπτωση σημαντικότερες ὑπηρεσίες ἀπό τήν περιφρόνηση – τόσο ἀδύναμη καί ἀφηρημένη εἶναι αὐτή ἡ τελευταία, χωρίς ψυχική θέρμη καί πνοή ζωῆς, πού εἶναι ἐντελῶς ἀπίθανο νά συντελέσει στήν εὐεξία μας. Μόλις ὅμως τήν ξεφορτωθοῦμε, ἔκπληκτοι ἀνακαλύπτουμε τό ἡδονικό αἴσθημα πού μᾶς προξενεῖ ἡ ἀμαύρωση τῆς ὑπόληψης τῶν ἄλλων. Εἴμαστε, ἐπιτέλους, στήν ἴδια μοῖρα μαζί τους, κονταροχτυπιόμαστε, δέν εἴμαστε πιά μόνοι μας. Ἄν πρωτύτερα ἀντλούσαμε εὐχαρίστηση ἀπό τή διανοητική τους ἐξέταση, ἀπό τήν ἀνακάλυψη μιᾶς ἀδυναμίας τους, τώρα τούς μελετᾶμε μέ σκοπό νά τούς καταφέρουμε τό καίριο πλῆγμα. Ἴσως θά ἔπρεπε νά κοιτᾶμε τή δουλειά μας, ἀφοῦ εἶναι ἀτιμωτικό νά κρίνουμε τούς ἄλλους∙ ὡστόσο, αὐτό κάνουν ὅλοι: ἄν ἀπείχαμε, αὐτό θά ἰσοδυναμοῦσε μέ τόν ἐκτοπισμό μας ἀπό τήν τάξη τῆς ἀνθρωπότητας. Ὁ ἄνθρωπος εἶναι ζῶο μοχθηρό καί χολιασμένο, καί κάθε γνώμη πού διατυπώνει γιά τούς συνανθρώπους του εἶναι οὐσιαστικά καί ἕνας διασυρμός. Βεβαίως καί μπορεῖ νά καλομιλήσει γιά τούς ὁμοίους του, ὅταν ὅμως τούς γλωσσοτρώει ἀντλεῖ μιά πολύ πιό ζωηρή αἴσθηση εὐχαρίστησης καί δύναμης. Δέν ἐπιδιώκει νά τούς βλάψει ὅταν τούς εὐτελίζει καί τούς ἐπιτιμᾶ, ὅταν βάλλει ἐναντίον τους, ἁπλῶς πασχίζει νά διασώσει τά ἀπομεινάρια τοῦ θυμοῦ του, τά ἀπομεινάρια τῆς ζωτικότητάς του∙ σκοπός του εἶναι νά δραπετεύσει ἀπό τίς ἐξουθενωτικές συνέπειες μιᾶς μακροχρόνιας ἄσκησης στήν περιφρόνηση.

Ὁ συκοφάντης δέν εἶναι ὁ μόνος πού ἐπωφελεῖται ἀπό τή συκοφαντία· εἶναι ἐξίσου χρήσιμη, ἄν ὄχι περισσότερο, καί στόν συκοφαντούμενο, ὑπό τήν προϋπόθεση βέβαια ὅτι τή νιώθει στό πετσί του. Τοῦ δίνει ἄξαφνα μιά ἀναζωογονητική δύναμη, μέ εὐεργετικές συνέπειες τόσο γιά τίς ἰδέες ὅσο καί γιά τούς μύες του∙ τοῦ ἐνσταλάζει τό μῖσος, τό ὁποῖο δέν εἶναι συναίσθημα ἀλλά δύναμη, ἕνας οὐσιώδης παράγοντας πολυμορφίας πού καθιστᾶ τά ὄντα εὐτυχῆ σέ βάρος τοῦ εἶναι. Ὅποιος τρέφει μεγάλη ἀδυναμία στό ἄτομό του θά πρέπει νά καιροφυλακτεῖ περιμένοντας νά ἀδράξει τήν κατάλληλη εὐκαιρία γιά μῖσος. Δοθέντος ὅτι ἄλλη καλύτερη ἀπό τή συκοφαντία δέν θά βρεῖ, δέν δικαιολογεῖται νά ἀποκαλεῖ τόν ἑαυτό του θῦμα της καί νά παραγνωρίζει τά πλεονεκτήματά της. Τά ἄσχημα πού λένε γιά ἐμᾶς, ὅπως καί τό κακό πού μᾶς κάνουν, εἶναι ἄξιο λόγου μόνο ὅταν μᾶς καταλυπεῖ καί μᾶς φαρμακώνει, ἤτοι ὅταν μᾶς ἀφυπνίζει. Καί τί γίνεται ἄν, πές ἀπό μιά ἀναποδιά τῆς τύχης, μείνουμε ἀναίσθητοι καί ἀπαθεῖς; Πέφτουμε τότε σέ μιά κατάσταση καταστροφικῆς ἀπροσβλησίας, χάνουμε τά συνυφασμένα μέ τά χτυπήματα τῆς μοίρας καί τῶν ἀνθρώπων προνόμια πού ἀπολαμβάναμε – αὐτός πού ἀνυψώνεται πάνω ἀπό τή συκοφαντία εὔκολα θά ἀνυψωθεῖ καί πάνω ἀπό τόν θάνατο. Κι ἄν δέν ἱδρώνει τό αὐτί μας ἀπό τίς κακές γλῶσσες, ποιός ὁ λόγος τότε νά φθείρουμε ὅλες μας τίς δυνάμεις χάριν ἑνός ἔργου πού διεκδικεῖ τήν ἔξωθεν καλή μαρτυρία; Θά μπορούσαμε μήπως νά συλλάβουμε τήν ἰδέα ἑνός ἔργου πού νά εἶναι τό ἀποκλειστικό προϊόν μιᾶς ἀπόλυτης αὐτονομίας; Μένω ἀνεπηρέαστος σημαίνει ὅτι σφαλίζομαι ἀπέναντι σέ ὅλες σχεδόν τίς ἐντυπώσεις τοῦ περιρρέοντος κόσμου. Ὅσο περισσότερο μυούμαστε στή μοναξιά, τόσο πιό πρόθυμα ἐκφράζουμε τήν εὐχή νά ἀφήσουμε τήν πένα μας κάτω. Ποῖος ὁ λόγος νά λύσω τή σιωπή μου; Περί τινος θέματος νά ὁμιλήσω καί σέ ποιόν νά ἀπευθύνω τόν λόγο, ἄν ὅλοι οἱ ἄλλοι στεροῦνται ἐνδιαφέροντος, ἄν ἔχουν χάσει κάθε ἐκτίμηση, ἄν κανείς τους δέν περισώζει τό γόητρο ἑνός ἐχθροῦ; Τό νά σταματήσουμε νά ἀντιδροῦμε στή διατυπωμένη γνώμη τους εἶναι ἕνα ἀνησυχητικό σύμπτωμα, μιά ἐπιζήμια ἀνωτερότητα πού κατακτήθηκε σέ βάρος τῶν ἀντανακλαστικῶν μας, καί ἡ ὁποία μᾶς φέρνει στή θέση μιᾶς ἀτροφικῆς, παραλυτικῆς θεότητας, ἐνθουσιασμένης πού δέν σαλεύει γιατί δέν βρίσκει τίποτα πού νά ἀξίζει ἔστω καί μιά χειρονομία της. Στόν ἀντίποδα, ὁ ἄνθρωπος νιώθει ζωντανός, πάλλεται ἀπό ἐνθουσιασμό, ὅταν ψαύει πράγματα πού εἶναι καταφανῶς θνητά καί ἐφήμερα, ὅταν μεγαλύνει τήν ἀσημαντότητα, ὅταν ἀστράφτει καί βροντάει μέσα στή ματαιότητα, ὅταν χωρίς λόγο πνίγεται ἀπό ὀργή.

Ὅσοι ἀφήνονται στά πάθη καί στίς ἰδιοτροπίες τους, ὅσοι διατελοῦν συνεχῶς ἐν βρασμῷ ψυχῆς, εἶναι προστατευμένοι ἀπό σοβαρές διαταραχές. (Οἱ Ἀγγλοσάξονες καί οἱ Σκανδιναβοί ἔχουν γιά λόγους εὐπρέπειας σέ ἐκτίμηση τήν ψυχανάλυση∙ ἐνῶ δέν ἀσκεῖ μεγάλη ἕλξη στούς λατινικούς λαούς.) Προκειμένου νά εἴμαστε φυσιολογικοί καί νά διατηροῦμε τήν ὑγεία μας, θά πρέπει νά παραδειγματιζόμαστε ὄχι ἀπό τόν σοφό ἀλλά ἀπό τό παιδί, πού κυλιέται καταγῆς καί ὀδύρεται ὅποτε τό τραβάει ἡ ὄρεξή του. Τί πιό ἀξιοθρήνητο ἀπό τό νά σοῦ ’ρχεται νά κλάψεις καί νά μήν τό τολμᾶς! Ἔχοντας ξεμάθει τά δάκρυα, εἴμαστε ἀβοήθητοι∙ τά μάτια μας, καρφωμένα, ἀκινητοῦν ἀμεταχείριστα. Στήν ἀρχαιότητα οἱ ἄνθρωποι ἀναλύονταν σέ δάκρυα∙ ὁμοίως στόν Μεσαίωνα, ἀλλά καί στήν ἐποχή τοῦ Grand Siècle ὅπου, σύμφωνα μέ τόν Σαίν-Σιμόν, ὁ Λουδοβίκος ΙΔ΄, ὁ «Βασιλιᾶς Ἥλιος», εἶχε τά δάκρυα πρόχειρα. Ἔκτοτε, ἐξαιρουμένου τοῦ ρομαντικοῦ ἰντερμέδιου, ἕνα ἀπό τά πιό ἀποτελεσματικά φάρμακα πού διέθετε ὁ ἄνθρωπος περιέπεσε σέ ἀνυποληψία. Ἄραγε, ἡ δυσμενής αὐτή διάθεση ἐναντίον τῶν δακρύων εἶναι περαστική ἤ ἔχουμε νά κάνουμε μέ μιά καινούργια περί τιμῆς ἀντίληψη; Ἀπ’ ὅ,τι φαίνεται πολλές ἀπό τίς βλάβες τῆς ὑγείας πού μᾶς τυραννοῦν, αὐτές οἱ διαδεδομένες, ὕπουλες, ἀνεξακρίβωτες ἀσθένειες, προέρχονται ἀπό τήν ὑποχρέωση πού μᾶς δεσμεύει νά μήν ἐξωτερικεύουμε τούς θυμούς καί τίς ὀδύνες μας. Νά μήν ἐνδίδουμε στά πιό ἀρχαῖα μας ἔνστικτα.

Θά πρέπει νά μποροῦμε νά οὐρλιάζουμε γιά τουλάχιστον ἕνα τέταρτο τῆς ὥρας κάθε ἡμέρα· θά χρειαζόταν γιά τόν σκοπό αὐτό νά φτιάχναμε ἕνα «οὐρλιαχτήριο». Θά μᾶς ἀντιτείνουν: «δέν μᾶς προσφέρουν, μήπως, οἱ λέξεις ἐπαρκῆ ἀνακούφιση; Γιατί νά ἐπιστρέψουμε σέ τόσο ξεπερασμένες συνήθειες;». Συμβατικός ἐξ ὁρισμοῦ, ξένος πρός τίς ἐπιτακτικές μας ἀνάγκες, ὁ λόγος εἶναι κενός, ξεζουμισμένος, ἀσυναφής μέ τά βάθη μας. Καμιά λέξη του δέν πηγάζει ἀπό αὐτά οὔτε καί ποντίζεται μέσα τους. Ἄν στήν ἀρχή, ὅταν πρωτοεμφανίστηκε, θεράπευε ἀνάγκες τῆς ζωῆς, τώρα τό πρᾶγμα ἔχει διαφορετικά: οὔτε μία λέξη, οὔτε κἄν ἐκεῖνες μέ τίς ὁποῖες ἐξαπολύουμε τίς ὕβρεις μας, δέν περιέχει πλέον τονωτικές ἰδιότητες. Ἁπλῶς, μέσα στήν παρατεταμένη καί ἀξιοθρήνητη ἀχρηστία του, καταφέρνει καί ἐπιζεῖ. Ἡ βασική ἀρχή τῆς ἀτονίας πού κρυφίως τόν διέπει συνεχίζει, μολοταῦτα, νά ἀσκεῖ βλαπτική ἐπίδραση πάνω μας. Ἡ κραυγή, ὅλως ἀντιθέτως, εἶναι ἕνας τρόπος ἔκφρασης τοῦ αἵματος πού μᾶς πυργώνει, μᾶς κραταιώνει, καί καμιά φορά μᾶς θεραπεύει. Ἄν, γιά καλή μας τύχη, βγάλουμε ἀπό μέσα μας ἕνα οὐρλιαχτό, ἀμέσως τότε νιώθουμε κοντά στούς μακρινούς μας προγόνους, οἱ ὁποῖοι θά πρέπει μέσα στά ἄντρα καί στίς σπηλιές τους νά ὠρύονταν ἰσοβίως, συμπεριλαμβανομένων καί ἐκείνων πού μουτζούρωναν τούς τοίχους. Στόν ἀντίποδα ἐκείνων τῶν εὐτυχισμένων ἡμερῶν, ἐμεῖς καταντήσαμε νά ζοῦμε σέ μιά τόσο κακοστημένη πολιτεία, ὥστε τό μόνο μέρος ὅπου ἀκόμα μποροῦμε νά οὐρλιάξουμε ἀτιμώρητα εἶναι τό φρενοκομεῖο. Μᾶς ἀπαγορεύεται ἔτσι ὁ μόνος ἑλιγμός πού διαθέτουμε γιά νά ἀπαλλαγοῦμε ἀπό τή φρίκη τῶν ἄλλων καί τοῦ ἑαυτοῦ μας. Ἄς ὑπῆρχαν τουλάχιστον κάποια βιβλία τῆς παρηγοριᾶς! Ὑπάρχουν ἐλάχιστα, γιά τόν λόγο ὅτι δέν ὑπάρχει παραμυθία, κι οὔτε μπορεῖ νά ὑπάρξει, ὅσο δέν ἀνακτοῦμε τήν ἐλευθερία μας ἀπό τά δεσμά τῆς φώτισης καί τῆς ἀξιοπρέπειας. Ὁ ἄνθρωπος πού ἐπιβάλλεται ἐπί τῶν παθῶν του, πού φροντίζει σέ κάθε περίσταση τῆς ζωῆς του νά ἐμφανίζεται κύριος τοῦ ἑαυτοῦ του, ὁ «διαπρεπής», κοντολογίς, ἄνθρωπος, εἶναι ἕνας ἐν δυνάμει παράφρονας. Τό ἴδιο ἰσχύει καί γιά ὅποιον «ὑποφέρει σιωπηλά». Ἡ ἐπίτευξη ἑνός ἐλάχιστου αἰσθήματος ἰσορροπίας ἀπαιτεῖ τήν ἐπιστροφή μας στήν κραυγή∙ ἀνάγκη πᾶσα νά ἁρπάζουμε ὅσες εὐκαιρίες βρίσκουμε γιά νά κραυγάζουμε, νά διατρανώνουμε τόν ἐπείγοντα χαρακτῆρα της. Θά μᾶς βοηθήσει ἡ ὀργή, πού δέν εἶναι διόλου ἀβαθής, ἀλλά ριζώνει στά βαθύτερα στρώματα∙ δέν εἶναι ἄξιο ἀπορίας πού φερόμαστε μέ ἐσωτερική ὁρμή, ὀργιζόμαστε, κυρίως σέ ἐποχές ὅπου ἡ ὑγεία εἶναι ὁμόλογη μέ τούς σπασμούς καί τό χάος, σέ περιόδους θρησκευτικοῦ ἀναβρασμοῦ. Ἡ θρησκεία καί ἡ σοφία εἶναι ἐντελῶς ἀσύμβατες: ἡ θρησκεία εἶναι κατακτητική, ἐπιθετική καί ἀδίστακτη∙ ἐπελαύνει ἀντρόπιαστα. Τό ἀξιοθαύμαστο σέ αὐτήν εἶναι ὅτι διάκειται εὐμενῶς ἀπέναντι στά πιό ταπεινά μας ἐλατήρια. Εἰδάλλως, δέν θά μποροῦσε νά μᾶς ἔχει ἀδράξει τόσο γερά ἀπό τά βάθη μας. Μέ τή θρησκεία μποροῦμε, ὁμολογουμένως, νά φτάσουμε ὅσο μακριά θέλουμε καί πρός ὁποιαδήποτε κατεύθυνση. Ἀκάθαρτη, ἐπειδή στέκεται ἀλληλέγγυα πρός τή ζωτικότητά μας, μᾶς προσκαλεῖ σέ παντός εἴδους ὑπερβολές καί δέν μετριάζει τήν εὐφορία μας οὔτε καί μᾶς συγκρατεῖ ὅταν παίρνουμε τήν κατρακύλα πρός τόν Θεό.

Ἡ σοφία, ἐπειδή δέν παρουσιάζει αὐτά τά πλεονεκτήματα, ἐπενεργεῖ ἄκρως βλαπτικά στά ἄτομα πού φιλοδοξοῦν νά ξεδιπλώσουν τά χαρίσματά τους. Εἶναι μιά προσπάθεια ριζικῆς ἀποκαθήλωσης, στέρησης τοῦ ἀνθρώπου ἀπ’ ὅλα του τα ὑπάρχοντα, ἀπ’ ὅ,τι τό ἀναντικατάστατο καλό ἤ κακό ἔχει∙ δέν ὁδηγεῖ πουθενά, εἶναι ἕνα ἀδιέξοδο πού ἀναγορεύεται σέ πειθαρχία. Τί θά μποροῦσε νά ἀντιτάξει στήν ἔκσταση, ἡ ὁποία ξεπλένει τίς ντροπές ὅλων τῶν θρησκειῶν; Ἡ σοφία μεθοδεύει τήν ἄνευ ὅρων παράδοσή μας: εἶναι ἡ αὐτοσυγκράτηση, ἡ ἀποχή, ἡ ἀπόσυρση ἀπ’ ὅλους τούς κόσμους, κτιστούς καί ὑπερκόσμιους· ἡ σοφία εἶναι μιά ἠρεμία πού θά ταίριαζε μόνο στά ὀρυκτά∙ δείχνει μιά προτίμηση –ἀπό φόβο βέβαια γιά τόν πόνο καί τήν ἡδονή– πρός τήν ἀπολίθωση. Δίπλα στόν Ἐπίκτητο ἕνας ὁποιοσδήποτε ἅγιος, χριστιανός ἤ ἄλλος, μοιάζει μέ ἀλλόφρονα. Οἱ ἅγιοι ἔχουν φλογερό ταμπεραμέντο, εἶναι θεατρινίστικες ἰδιοσυγκρασίες, προσωπικότητες ἰστριονικές πού σέ σαγηνεύουν, σέ τραβᾶνε πρός τό μέρος τους: κολακεύουν τίς ἀδυναμίες μας μέ τή βία πού τίς καταγγέλλουν. Πάντως, κοντά στ΄ ἄλλα, ἀποκομίζει κανείς τήν ἐντύπωση ὅτι μποροῦμε καί συνεννοούμαστε μαζί τους: λίγη τρέλα καί λίγη μαεστρία θά ἀρκοῦσε. Οἱ σοφοί, ἀπό τήν ἄλλη, δέν δέχονται συμβιβασμούς καί δέν βάζουν τό κεφάλι τους στόν ντορβᾶ: ἀποστρέφονται τήν ὀργή, ἀπεχθάνονται κάθε μορφή της θεωρῶντας την πηγή ἐκτροχιασμοῦ. Ὁ ἄθυμος ἄνθρωπος τή φαντάζεται σάν μιά πηγή ἐνέργειας, θετικότητας καί δύναμης, γι’ αὐτό καί τήν ἐνστερνίζεται ἀκόμα κι ὅταν πέφτει θῦμα της.

Δέν ὁδηγούμαστε σέ ἑκούσιο θάνατο ἀπό ἀδράνεια, ἀλλά ἀπό καταστροφικό μένος ἐνάντια στόν ἑαυτό μας (ὁ Αἴας παραμένει ἕνας ὑποδειγματικός αὐτοκτόνος), ἀπό τήν ἐκτράχυνση ἑνός συναισθήματος πού θά τό προσδιορίζαμε ὡς ἑξῆς: «Δέν ἀντέχω ἄλλη ἀπογοήτευση ἀπό τόν ἑαυτό μου». Ἡ ἔσχατη ἐκείνη ἀναλαμπή στό σκοτεινό βάθος μιᾶς ἀπογοήτευσης τῆς ὁποίας τό ἀντικείμενο εἴμαστε ἐμεῖς οἱ ἴδιοι, ἄν καί σπάνια τήν προαισθανόμαστε, θά συνέχιζε νά στοιχειώνει τίς ζωές μας, ἀκόμη κι ἄν εἴχαμε τελεσίδικα ἀποφασίσει νά μήν βάλουμε τέρμα στή ζωή μας. Ἄν γιά χρόνια ὁλόκληρα μιά καθησυχαστική «φωνή» μᾶς διαβεβαίωνε ὅτι δέν θά ἐπιχειρήσουμε ἐν τέλει τό ἀπονενοημένο διάβημα, ὅσο περνάει ὁ καιρός, ὅσο παλιώνουμε, αὐτή ἡ φωνή ἀρχίζει νά σβήνει, μόλις πού γίνεται ἀντιληπτή. Ἔτσι, ὅσο προχωροῦμε στή ζωή, τόσο περισσότερο εἴμαστε στό ἔλεος μιᾶς ἐπικείμενης ἐκθαμβωτικής σιωπῆς.

Ἀποδεικνύεται περιτράνως ὅτι αὐτός πού ἀφαιρεῖ θεληματικά τήν ἴδια του τή ζωή θά μποροῦσε ἐξίσου καλά νά εἶχε, ἀντ’ αὐτοῦ, κόψει τό νῆμα τῆς ζωῆς ἑνός ἄλλου· δέν χωράει ἀμφιβολία ὅτι ἔνιωσε τήν παρόρμηση νά τό κάνει, ὅτι μπῆκε σέ πειρασμό, ἀλλά ἐπιτέθηκε τελικά στόν ἑαυτό του. Κι ἄν κάτω ἀπό τή φαινομενική συμπεριφορά του κρύβεται δολιότητα, εἶναι ἐπειδή ἀκολουθεῖ πιστά τούς μαιάνδρους τοῦ μίσους γιά τόν ἑαυτό του καί στοχάζεται μέ ραδιούργα σκληρότητα τό πλῆγμα πού θά τόν ἐξουδετερώσει – καί πάντως, ὄχι δίχως πρῶτα νά ἔχει σκαλίσει τό παλιό κατάστιχο τῆς γέννησής του, τήν ὁποία θά σπεύσει νά στείλει στ’ ἀνάθεμα. Αὐτήν πρέπει πρωτίστως νά ἀναδεχτοῦμε, ἄν θέλουμε νά χτυπήσουμε τό κακό στή ρίζα του. Μοιάζει λογικό νά μᾶς ἀποτροπιάζει ἡ γέννηση∙ ταυτόχρονα ὅμως τοῦτο τό συναίσθημα τῆς ἀποστροφῆς εἶναι δυσβάσταχτο καί παράδοξο. Εὐλόγως ἐξεγειρόμαστε ἐνάντια στόν θάνατο, ἐνάντια σέ ὅ,τι μέλλεται νά μᾶς συμβεῖ∙ τή γέννηση ὅμως, τό κατεξοχήν ἀνήκεστο συμβάν, τήν ἀφήνουμε στήν ἄκρη, τῆς δίνουμε ἐλάχιστη σημασία. Μοιάζει σέ ὅλους μας τόσο μακρινή καί ἀπλησίαστη ὅσο ἡ πρώτη ἀρχή τοῦ κόσμου. Καί μόνο ὅποιος σκέφτεται νά αὐτοκτονήσει ἀναπλέει τή διαδρομή γιά νά φτάσει ἴσαμε ἐκεῖ· σάμπως νά μήν καταφέρνει νά ρίξει στή λήθη τόν ἄφατο μηχανισμό τῆς δημιουργίας του καί νά προσπαθεῖ, μέσῳ μιᾶς ἀναδρομικῆς φρίκης, νά καταστρέψει τόν ἴδιο τόν σπόρο ἀπό τόν ὁποῖο ξεπήδησε.

Ἐπινοητική καί πολυμήχανη, ἡ μανία αὐτοκαταστροφῆς δέν ἀρκεῖται στό νά ξυπνᾶ τά ἄτομα ἀπό τόν λήθαργό τους. Κυριεύει ἐπίσης καί τά ἔθνη, τά ἀνακαινίζει, τά ἀναγκάζει νά κάνουν πράγματα πού ἔρχονται σέ κατάφωρη ἀντίθεση μέ τίς παραδόσεις τους. Ἕνα κάποιο ἔθνος πού φαίνεται νά κινεῖται πρός μιά στάση σκλήρυνσης, στήν πραγματικότητα ἀποδεικνύεται ὅτι ὁδεύει πρός τήν καταστροφή του· μάλιστα, ἡ ἀλλαξοδρόμηση αὐτή συνεπικουρεῖται ἀπό τήν ἴδια τήν ὑψηλή ἀποστολή του. Τό νά ἀμφισβητήσουμε τήν ἀδήριτη ἀνάγκη τῆς καταστροφῆς θά σήμαινε ὅτι πτοούμαστε ἀπό ἕνα ἄρρητο αἴσθημα φόβου, ὅτι ἀδυνατοῦμε νά κατανοήσουμε τή ζήτηση πού ὑπάρχει σέ ὁρισμένες περιόδους γιά τό μοιραῖο. Τό κλειδί γιά νά ἑρμηνεύσουμε τό ἀδιαπέραστο μυστήριο τῆς ἱστορίας θά μποροῦσε κάλλιστα νά βρίσκεται στή ὀργή ἐνάντια στόν ἑαυτό μας, στόν τρόμο πού ἔχουμε γιά τόν κορεσμό καί τήν ἐπανάληψη, στό γεγονός ὅτι ὁ ἄνθρωπος πάντοτε θά προτιμᾶ τήν ἀνασκίρτηση ἀπό τήν ἀνία. Τό φαινόμενο αὐτό ἀφορᾶ ὅλα τά εἴδη. Στα σοβαρά τώρα, θά μπορούσαμε νά ἀποδώσουμε τήν ἐξαφάνιση πλείστων ὅσων εἰδῶν στήν παραξενιά τοῦ κλίματος; Δέν εἶναι, ἄραγε, ἀληθοφανέστερο τό σενάριο ὅτι τά μεγάλα θηλαστικά βαρέθηκαν νά περιπλανῶνται ἐπί ἑκατομμύρια χρόνια στήν ἐπιφάνεια τοῦ πλανήτη, ὅτι ὑπάρχει ἕνας κρίσιμος βαθμός πλήξης καί ἀτερψίας ὅπου τό ἔνστικτο, ἀπό ἀνταγωνισμό πρός τή συνείδηση, ἔμαθε νά αὐτοεξοντώνεται; Ὅ,τι ζεῖ αὐτοεπιβεβαιώνεται ἤ αὐτοακυρώνεται μέσα σέ μιά κατάσταση φρενίτιδας. Ἀφήνομαι στόν θάνατο εἶναι σημάδι ἀδυναμίας. Ἐκμηδενίζομαι, εἶναι σημάδι δύναμης. Ἄν κάτι πρέπει νά μᾶς ἀνησυχεῖ εἶναι μήπως καί σωριαστοῦμε σέ μιά κατάσταση ὅπου δέν εἶναι κάν νοητή ἡ ἐπιθυμία τῆς ὁλοσχεροῦς αὐτοκαταστροφῆς μας.

*

Εἶναι παράδοξο καί ἴσως ἀνέντιμο νά διώκεται ἡ Ἀδιαφορία ὅταν τόσο καιρό τῆς ζητούσαμε νά μᾶς χαρίσει τήν εἰρήνη καί τήν ἀπεριέργεια ἑνός πτώματος. Πρός τί αὐτή ἡ παλινωδία τώρα πού, ἐπιτέλους, ἄρχισε νά ἐκτελεῖ πρόθυμα τίς ἐντολές μας· δέν ἐξακολουθεῖ μήπως νά διατηρεῖ τή γοητεία της; Δέν εἶναι προδοσία νά ἐναντιωθοῦμε τώρα στό εἴδωλο πού κάποτε τιμούσαμε περισσότερο ἀπ’ ὅλα;

Ὑπάρχει ἕνα ἀδιαμφισβήτητο στοιχεῖο εὐτυχίας σέ κάθε μεταστροφή· ἡ ἀθέτηση ἀναζωογονεῖ. Καθώς ἡ δύναμή μας ἰσοῦται μέ τό ἄθροισμα τῶν πεποιθήσεων πού ἔχουμε ἀποκηρύξει, ὁ καθένας μας θά ὄφειλε νά κλείσει τή σταδιοδρομία του ὡς λιποτάκτης ἀπό ὅλες γενικά τίς ὑποθέσεις. Ἄν ἡ Ἀδιαφορία, παρά τόν ζῆλο πού μᾶς ἐνέπνευσε, καταλήγει ἐπίφοβη καί ἀνυπόφορη, αὐτό συμβαίνει ἐπειδή ἀναστέλλοντας τήν πορεία τῶν λιποταξιῶν μας πλήττει τήν οὐσία τῆς ὕπαρξής μας, διακόπτει τήν ἐπέκτασή της. Μήπως ἐγκρύπτεται σέ αὐτήν ἕνα οὐσιῶδες ἀρνητικό στοιχεῖο ἀπό τό ὁποῖο δέν φροντίσαμε νά προφυλαχθοῦμε ἐγκαίρως; Υἱοθετῶντας την ὁλόψυχα ὑποβαλλόμαστε στά βάσανα μιᾶς ριζικῆς ἀπεριέργειας καί ἀπραγμοσύνης, μιᾶς ἀβύσσου στήν ὁποία κανείς δέν βουτάει χωρίς νά βγεῖ ἀγνώριστος. Μιά μόνο φευγαλέα ματιά στά βάθη αὐτά θά ματαίωνε τήν ἐπιθυμία μας νά μοιάσουμε στούς νεκρούς, νά κοιτᾶμε, ὅμοια μέ αὐτούς, πρός κάτι ἄλλο, πρός ὁτιδήποτε ἄλλο ἐκτός ἀπό τίς φανερώσεις. Θά θέλαμε νά ἐπιστρέψουμε στούς ζωντανούς, νά ξαναβροῦμε ἀναμεσά τους τίς παλιές μας δυστυχίες, τίς ὁποῖες ἄστοργα ποδοκλοτσήσαμε ὅταν ἀνοίγαμε δρόμο στήν τήρηση ἀποστάσεων.

Ὁ ἄνθρωπος πού δέν εἶναι σοφός πιάνεται κορόϊδο ὅταν ἀκολουθεῖ τά χνάρια τοῦ σοφοῦ. Ἀργά ἤ γρήγορα θά ἀρχίσει νά κουράζεται· θά τόν ἐγκαταλείψει, θά ἔρθει σέ ρήξη μαζί του, ἀπό ἀγάπη καί μόνο γιά τήν ρήξη· θά τοῦ κηρύξει τόν πόλεμο, ὅπως κάνει μέ τά πάντα, πρῶτα καί κύρια μέ τά μισοτελειωμένα ἰδανικά. Δέν γινόμαστε ὅμως παράσπονδοι ὅταν ἐπί χρόνια ὁλόκληρα ἐπικαλούμαστε τόν Πύρρωνα καί τόν Λαό Τσέ, ὅταν εἴμαστε τόσο πολύ ἐμποτισμένοι μέ τή διδασκαλία τους, καί τώρα θέλουμε νά τούς παρατήσουμε στήν τύχη τους; Μποροῦμε ὅμως ὄντως νά τούς προδώσουμε, θεωροῦμε πράγματι τόν ἑαυτό μας θῦμα τους, ὅταν τό μόνο πού ἔχουμε νά τούς προσάψουμε εἶναι ὅτι βγῆκαν ἀληθινοί; Δέν θά τήν λέγαμε βολική καί ἄνετη τή θέση ἐκείνου πού, ἀφοῦ ζήτησε ἀπό τήν σοφία νά τόν ἀπελευθερώσει ἀπό τόν ἑαυτό του καί τόν κόσμο, τώρα τήν κατακρίνει βλέποντας ὅτι τοῦ ἔγινε βραχνάς.

 

 

**

*