Ο προπομπός της υποχώρησης

*

«Ψηφίστε για να βάλετε τέλος στην Εποχή Τραμπ». Το εντιτόριαλ των Τάιμς της Νέας Υόρκης για τις μεθαυριανές προεδρικές εκλογές στην Αμερική δεν θα μπορούσε να διατυπωθεί πιο οξύμωρα. Εποχή Τραμπ; Μα εδώ και τέσσερα σχεδόν χρόνια κυβερνούν ο Μπάιντεν και η Χάρρις. Και επί οχτώ χρόνια πριν απ’ τον Τραμπ, κυβερνούσε τις ΗΠΑ ο Μπαράκ Ομπάμα. Όσο για τα τέσσερα χρόνια που έμεινε στην εξουσία ο ίδιος, και για τα άλλα τόσα αφότου την άφησε, βρισκόταν διαρκώς υπό απηνή διωγμό, μηντιακό, κοινοβουλευτικό, δικαστικό, φυσικό. Δύο απόπειρες καθαίρεσης, τέσσερις ποινικές διώξεις για καμιά εκατοστή αδικήματα που είναι δυνατόν να τον κλείσουν ισοβίως στη φυλακή, δύο αστικές προσφυγές που αν τελεσιδικήσουν θα τον φέρουν στα πρόθυρα της οικονομικής εξόντωσης, δύο απόπειρες δολοφονίας.

Ελάχιστα από αυτά που προσπάθησε να κάνει, ιδίως στην εξωτερική πολιτική, δεν υπονομεύθηκαν εκ των έσω από το κράτος που υποτίθεται ότι διηύθυνε, δεν διαστρεβλώθηκαν γελοιογραφικά από τα ΜΜΕ, δεν κατασυκοφαντήθηκαν ακόμη κι από αυτούς που αργότερα ερχόμενοι στην εξουσία τα μιμήθηκαν κυνικά. Γίνεται πότε την ιστορία να τη σφραγίζει ο αποσυνάγωγος, ο δακτυλοδεικτούμενος, ο κυνηγημένος;

Παρ’ όλα, βγάζει νόημα αυτός ο παράδοξος τίτλος. Είναι το νόημα της απόγνωσης. Είναι ένα συγχρόνως θρασύ και κατατρομαγμένο «φτάνει, επιτέλους!» από τις ιθύνουσες τάξεις της Δύσης, που η ανέλπιστη κατάρρευση της ΕΣΣΔ τους χάρισε για λίγα χρόνια την κοσμοκρατορία, και νόμισαν στα σοβαρά ότι από εδώ κι εμπρός τίποτε και κανείς δεν θα προβάλλει αντίσταση στα θέλω τους. Είναι μια κραυγή αυτός ο τίτλος, μια έκκληση από τους πρώην νικητές να τους επιστραφούν τα κέρδη που τα είχαν για αναπαλλοτρίωτα, να σταματήσει η ιστορία και να γυρίσει πίσω στο 1989, στο 1999, στο 2003.

Μάταιη έκκληση. Χάσει-κερδίσει ο Τραμπ (και το πιθανότερο αυτή τη στιγμή είναι να κερδίσει, ίσως και άνετα), η ιστορία δεν πάει αναπόταμα. Η εποχή που εκπνέει δεν είναι η εποχή Τραμπ. Είναι η εποχή των αντιπάλων του, η εποχή των Ομπάμα, των Μπους και των Τσέινυ, των Κλίντον. Ο καιρός που όλοι αυτοί και οι όμοιοί τους ισοπέδωναν ανενόχλητοι χώρες ολόκληρες, που ανέτρεπαν κατά το δοκούν κυβερνήσεις, που εκβίαζαν με κυρώσεις τους πάντες και τα πάντα, που απαιτούσαν γην και ύδωρ, έχει παρέλθει.

Νέοι ανταπαιτητές έχουν προβάλει στον ορίζοντα. Το κέντρο ισχύος του πλανήτη έχει μετατεθεί στην Ευρασία και η αγγλόσφαιρα, εξαντλημένη από την αποτυχία της να παγιώσει την τυχερή μεταψυχροπολεμική της ηγεμονία, αφενός μεν αναδιπλώνεται στη φυσική της θέση της, στην περιφέρεια, αφετέρου δε σπαράσσεται από ιδεολογικούς εμφυλίους και νεοζηλωτικές φαντασιώσεις.

Ο Τραμπ είναι απλώς ο εκφραστής αυτής της εξάντλησης, ο προπομπός της υποχώρησης. Είναι το παιδί που λέει ότι ο βασιλιάς είναι γυμνός. Και το απερχόμενο καθεστώς τον απεχθάνεται όχι τάχατε για την χυδαία αισθητική και την ωμή ρητορική του (οι ίδιοι ακριβώς άνθρωποι τον υμνούσαν δέκα χρόνια πριν γι’ αυτήν!), αλλά επειδή το ξυπνάει από το όνειρο του εαυτού του.

Μια μεγάλη δύναμη δεν συμφιλιώνεται εύκολα με την παρακμή της. Οι κρατικοί μηχανισμοί και τα ιδιωτικά συμφέροντα που απομυζούν τους βασάλους του ιμπέριουμ στο εσωτερικό και το εξωτερικό, δεν αποχωρίζονται αμαχητί τα κεκτημένα τους. Παλεύουν όσο γίνεται για να τα παρατείνουν, έστω και για λίγο, ακόμη και διακυβεύοντας μια εκκωφαντική κατάρρευση όλου του συστήματος που τους τρέφει. Τότε όμως προκαλούν αντιδράσεις. Απονομιμοποιούνται, ο τυχοδιωκτισμός τους τρομάζει τις ώς τότε παθητικές μάζες, όσοι δεν θέλουν να τους πάρουν στον λαιμό τους συσπειρώνονται για να αποφύγουν τα χειρότερα.

Για όλους αυτούς ο Τραμπ είναι μια υπόσχεση, είναι η ελπίδα ότι, ίσως, τα χειρότερα θα τ’ αποφύγουν τελικά. Γι’ αυτό και συναθροίζει γύρω τόσους απρόσμενους ώς χθες συμμάχους, που το 2016 δεν τους είχε. Γι’ αυτό και η δημοτικότητά του σήμερα, και οι θετικές γνώμες για την προεδρία του, είναι πιο ψηλά από ποτέ. Ως σωσίβιο τον βλέπουν οι οπαδοί του, ως ανάχωμα στην επερχόμενη πλημμυρίδα.

Βάσιμα ή μη, θα φανεί στη δεύτερη τετραετία του αν όντως νικήσει. Ό,τι και να γίνει ωστόσο, το πολιτικό κίνημα που εν μέρει ηθελημένα και εν μέρει αθέλητα ίδρυσε, ο «τραμπισμός» ως μαρκίζα πολιτική δεν θα πάει πουθενά. Ήρθε για να μείνει.

ΚΩΣΤΑΣ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗΣ

*

*

*