Είναι ο συμβολισμός το αντίθετο του ρεαλισμού;

*

Δεν είναι λίγα τα εγχειρίδια για τη θεωρία των λογοτεχνικών ρευμάτων που, στην προσπάθειά τους να ταξινομήσουν, να μελετήσουν και τελικά να ερμηνεύσουν τη λογοτεχνία, υποκύπτουν στην παρακάτω απόλυτη αντιδιαστολή: ο συμβολισμός είναι το αντίθετο του ρεαλισμού. Στα περισσότερα λήμματα που αφορούν στον ρεαλισμό επαναλαμβάνεται (είτε άμεσα είτε έμμεσα) η λέξη πραγματικότητα. Σε κείνα που αναφέρονται στον Συμβολισμό η γλώσσα γίνεται πιο εγκρατής και τελικά συμβιβάζεται: υποκειμενικότητα, ιδεατός κόσμος κ.ά. Συγχωρήστε με αν κάνω λάθος, αλλά νομίζω ότι ο όρος που κρύβεται εδώ, αν λάβουμε υπόψη και την παραπάνω αντίθεση, αυτό που θέλει να ειπωθεί, αλλά μάλλον μεταμφιέζεται, είναι η μη πραγματικότητα. Και είναι πολύ λογικό, όταν η εποχή που διανύουμε μας έχει πείσει ότι πραγματικό είναι μονάχα ό,τι μπορεί να εξηγηθεί και ν’ αποδειχθεί, ό,τι έχει μια κατανοητή, χειροπιαστή αιτία και τελικά γίνεται αντικείμενο των αισθήσεων. Η αλήθεια του υποκειμένου, η αλήθεια του ανθρώπου, έχει μάλλον παραγκωνιστεί από την αλήθεια του εργαλείου, της τεχνολογίας. Άραγε το εργαλείο δεν είναι και ένα αισθητήριο όργανο;

Όμως, το θέμα μας είναι ο συμβολισμός και το κατά πόσο είναι ορθό να ισχυριζόμαστε ότι αποτελεί το αντίθετο του ρεαλισμού. Μια διαμάχη αληθειών… Ας ξεκινήσουμε από το παρελθόν αυτού του δυϊσμού, γιατί πραγματικά μετράει αιώνες. Πλάτωνας και Αριστοτέλης. Ποιος λέει την αλήθεια; Έχει ένας από τους δύο δίκιο; Κι ο άλλος; Μήπως τόσος πόνος τόση ζωή / πήγαν στην άβυσσο / για ένα πουκάμισο αδειανό για μιαν Ελένη; Χιλιετίες μετά δύο είναι ουσιαστικά οι πυρήνες της ανθρώπινης σκέψης: πλατωνισμός και αριστοτελισμός. Κι αν και η αφαιρετικότητα εδώ θα γίνει πολύ γαλαντόμα (όχι, όμως, και απλοϊκή), νομίζω ότι δικαίως θα μπορούσε κανείς να δει το έργο του Πλάτωνα ως μακρινό πρόγονο του συμβολισμού (αν και μάλλον δε θα τον χαροποιούσαν και πολύ οι στίχοι ενός Μπωντλαίρ ή ενός Ρεμπώ…) και τον Αριστοτέλη ως πρόγονο του ρεαλισμού (που μάλλον θα ήταν λίγο περισσότερο περήφανος για τα παιδιά του). Πέρα, όμως, από τους αστεϊσμούς, νομίζω ότι κανείς δε θα διαφωνούσε με την άποψη ότι και οι δύο σχολές σκέψης πρόσφεραν τα μέγιστα στον πολιτισμό, γιατί αμφότερες είναι όψεις της αλήθειας· είναι πραγματικότητες ή καλύτερα οι δύο κύριες εκπτύξεις της μίας πραγματικότητας.

Ας εξετάσουμε τώρα τι κάνει ο συμβολισμός. Διαβάζοντας κανείς συμβολιστική ποίηση, αλλά και θεωρητικά κι επιστημονικά κείμενα, πιστεύω ότι αξίζει κυρίως να σταθεί (γιατί τα υπόλοιπα είναι περισσότερο ποιητικοί τρόποι ή έννοιες που περιέχονται στις βασικές) σε δύο όρους: υπαινιγμός και αποκάλυψη. Με μία λέξη το σύμβολο. Στον (γνήσιο) συμβολισμό το σύμβολο είναι το ποίημα. Ένα σύμβολο που δε ζητάει να εξηγήσει ούτε να εξηγηθεί, αλλά ν’ αποκαλύψει. Κι αυτό το καταφέρνει με τον υπαινιγμό. Όταν υπαινίσσομαι, κρύβω, γιατί θέλω να υποβάλω. Και το κάνω αυτό για να βοηθήσω τον δέκτη να «δει» αυτό που δε βλέπει με τα μάτια του. Ο υπαινιγμός στον συμβολισμό είναι αίσθηση, αλλά μια αίσθηση που υπερβαίνει. Και πρέπει να πατάω γερά στην πραγματικότητα, αν θέλω να την αποκαλύψω: με λίγα λόγια, κρύβω για να φανερώσω το κρυμμένο. Πού συναντάμε αυτήν τη λειτουργία; Μα φυσικά στο όνειρο (και στο όραμα): ο συνειδητός κόσμος «κρύβεται», ώστε ν’ αποκαλυφθεί η άλλη όψη, η κρυμμένη: η αλήθεια του ασυνειδήτου. Είναι το όνειρο αλήθεια, πραγματικότητα; Ασφαλώς και είναι. Αποκαλύπτει; Πολλά. Τα παράπονά σας στον Φρόυντ (και στην ανατροπή της καρτεσιανής αντίληψης για τον ονειρικό κόσμο και τη φύση της πραγματικότητας).

Επιτρέψτε μου εδώ να πω ότι όλ’ αυτά δεν είναι «φυγή από την πραγματικότητα», όπως τόσοι έχουνε γράψει. Ούτε είναι υποκειμενικότητα (όπως την εννοούν οι πολλοί), για κάποιον τουλάχιστον που δέχτηκε το μήνυμα του Κίρκεγκωρ (κι όχι μόνο): μια αλήθεια βαθιά υποκειμενική, μια αλήθεια πραγματικά δική μου, είναι αντικειμενική. Μήπως ο ρεαλισμός έκανε κάτι διαφορετικό; Μήπως πρέπει να πιστέψουμε ότι είναι κάποια μορφή επιστήμης; Η λογοτεχνία (όταν υπήρξε νηφάλια) έκανε κάτι άλλο απ’ το να προσφέρει μια αλήθεια βαθιά υποκειμενική; Δεν είναι πραγματικότητα αυτό; Δε συγκινηθήκαμε εξίσου με τον Μπωντλαίρ και τον Ντοστογιέφσκι (ή με τον καβαφικό ρεαλισμό, αν επιμένετε να σταθώ στην ποίηση); Ζητάμε από τον λογοτέχνη να αρνηθεί τη φύση του και να γίνει επιστήμονας, πιθηκίζοντας με τον πιο αστείο τρόπο; Δεν είναι λίγες οι φορές που ένιωσα ότι η αγωνία του Ρεμπώ είναι περισσότερο χειροπιαστή, ανάγλυφη, υλική, ρεαλιστική, πραγματική από εκείνη των ηρώων ενός Τολστόι. Και είμαι βέβαιος ότι σ’ αυτό το σημείο μόνος δε στέκομαι.

Μέχρι στιγμής, όμως, έχω κι εγώ σταθεί στις διαφορές, σαν πατέρας που απλώς παρακολουθεί τα δύο αδέλφια να τσακώνονται. Πρέπει να φανερώσω ομοιότητες· ακόμη περισσότερο, πρέπει ν’ αποδείξω ότι ο πυρήνας είναι κοινός. Νομίζω ότι όλοι –ή τουλάχιστον οι πιο πολλοί– φιλόλογοι θα συμφωνούσαν ότι το άτομο εμφανίζεται στη λογοτεχνία περίπου τον 19ο αιώνα (δηλαδή, την εποχή που μας απασχολεί εδώ). Προηγουμένως είχαμε κυρίως τύπους ανθρώπων. Από τους ήρωες του Σοφοκλή μέχρι εκείνους του Μπάιρον (βλ. π.χ. τον Μάνφρεντ), οι χαρακτήρες των λογοτεχνικών έργων δεν έχουν ακόμη τη βαρύτητα της καθημερινότητας (γι’ αυτό και στερούνται το γελοίο). Όμως, ο τύπος ανθρώπου δεν είναι ένα σύμβολο; Η Αντιγόνη, ο Διγενής, ο Φάουστ, ο σολωμικός Κρητικός (αναφέρομαι στους ήρωες κι όχι στα έργα) δεν είναι σύμβολα; Κάποιος καλοπροαίρετος κριτής θα μου απαντούσε: «αναπαριστούν, δε συμβολίζουν». Ναι, αλλά νομίζω ότι απ’ αυτό το σημείο θα ξεκινούσαμε να παίζουμε με τις λέξεις, αξιοποιώντας λίγο πολύ τη γλώσσα των δικηγόρων. Δε λέω «τι Γιάννης, τι Γιαννάκης»· υποστηρίζω απλώς ότι η μία θέση δεν αναιρεί την άλλη.

Το άτομο, λοιπόν, γίνεται το κέντρο της λογοτεχνίας γύρω στα μισά του 19ου αιώνα. Και συνήθως τα πνευματικά δικαιώματα αποδίδονται στον ρεαλισμό (αστειεύομαι). Μάλιστα… Από τη μία ο συμβολισμός κατηγορείται για υποκειμενικότητα, από την άλλη στερείται την ίδια την προϋπόθεσή της, τον ατομικό κόσμο… Μια κωμωδία! Ρωτώ, λοιπόν: το «λυρικό εγώ» στο Μια εποχή στην κόλαση είναι σύμβολο, ένας τύπος, ή άτομο; Στα ποιήματα των Λωτρεαμόν, Μαλλαρμέ, Μπωντλαίρ, Βερλαίν και τόσων άλλων, τι ισχύει; Δεν είναι η εμπειρία που εκφράζεται; Και πώς αποσυνδέουμε τον εμπειρικό κόσμο από τον ατομικό; Θα μου πείτε «έτσι κερδίζεις μια δίκη». Ναι, αλλά θα ήταν καλό να ζητήσουμε κάτι παραπάνω. Ας συμφωνήσουμε μπροστά στο αναπόφευκτο: και ο ρεαλισμός και ο συμβολισμός έγραψαν για το άτομο. Αυτός είναι ο κοινός πυρήνας, αυτό είναι το αδελφικό αίμα. Αλλάζει μονάχα ο τρόπος. Σε μία υπόθεση εσύ θα έχεις τη δική σου πλευρά κι εγώ τη δική μου. Όμως, και οι δύο θα μιλήσουμε για το ίδιο: την πραγματικότητα. «Κι αν είσαι τρελός;», απαντάτε. Μολονότι οι προκλήσεις πάντα με κέντριζαν, θα σωπάσω, αλλά θα σας παραπέμψω στον Φρόυντ, τον Λακάν κ.ά. με μία ερώτηση: ποια είναι η πραγματικότητα, η αλήθεια της ψύχωσης; Δεν είμαι ο κατάλληλος να το απαντήσω κι ούτε ζητώ να έχω γνώμη για όλα. Αυτοί, όμως, έχουν κάποιες απαντήσεις.

Θα ζητήσω και την υπονόμευση της παραπάνω θέσης: είναι άτομο ο πρίγκιπας Μίσκιν; Είναι άτομο ο Βαλτάσαρ Κλας (αν και το κατά πόσο ο Μπαλζάκ πατάει και με τα δύο πόδια στη γη του ρεαλισμού είναι μια άλλη συζήτηση); Είναι άτομα τα «ποιητικά υποκείμενα» (δυσάρεστος όρος, αλλά πρακτικός…) των Γάλλων συμβολιστών; Νομίζω ότι η σωστή απάντηση είναι σχεδόν. Πράγματι αυτή η λογοτεχνία έφτασε πολύ κοντά στη σύλληψη της ατομικότητας. Ωστόσο, η ίδια η φύση και ο στόχος των τεχνών δεν επιτρέπουν την ταύτιση. Δε θα χρειαζόμασταν την τέχνη τότε. Θα μας αρκούσε η καθημερινότητα. Συνεπώς, οι όροι που χρησιμοποιώ εδώ δεν είναι απόλυτοι. Ακριβώς γιατί αυτό καταδικάζω.

Ας αναφερθεί και το εξής: η επιστήμη της Ιστορίας συχνά αντιμετωπίζει τη λογοτεχνία και ως ιστορικό τεκμήριο. Αυτό τι σημαίνει; Ότι θα διαβάζουμε τον Βερλαίν για να μάθουμε πώς διεξήχθη ο Γαλλοπρωσικός πόλεμος; Προφανώς και όχι. Από τη λογοτεχνία κάποτε μαθαίνουμε πληροφορίες για γεγονότα. Αλλά η πραγματική ιστορική της αξία, κατ’ εμέ τουλάχιστον, είναι ότι μας επιτρέπει να καταλάβουμε το κλίμα μιας εποχής. Είναι άλλο πράγμα, για παράδειγμα, ο έρωτας στον 19ο αιώνα κι άλλο αυτό που εννοούμε σήμερα μ’ αυτήν τη λέξη. Κι όσο πιο πίσω πάμε, τόσο θα αυξάνεται η διαφορά, όχι, όμως, πάντα με γραμμικό τρόπο. Αν, λοιπόν, το λογοτεχνικό κείμενο είναι ένα ιστορικό τεκμήριο (ειδικά όταν μελετηθεί μαζί με άλλα της εποχής του, ή διαφορετικών εποχών αν μας ενδιαφέρει η διαχρονία ενός φαινομένου), αμέσως αντιλαμβανόμαστε ότι είναι και πραγματικότητα.

Δε γράφω ως φιλόλογος εδώ (και πώς θα μπορούσα, όταν ακόμη βρίσκομαι στο στάδιο της εκκόλαψης;), ούτε ασκώ κριτική στο έργο λαμπρών επιστημόνων ή στο αντικείμενο που επέλεξα να σπουδάσω, ακριβώς επειδή το αγαπώ. Για να είμαι ειλικρινής, πιστεύω ότι αυτά τα εγχειρίδια κάποιες φορές φοβούνται μήπως μπερδέψουν τον αναγνώστη και γι’ αυτό κάπως απλοποιούν τα πράγματα, για να γίνουν κατανοητά. Άλλωστε αυτή είναι η φύση τους: μια εισαγωγή, μια προπαιδεία. Δεν μπορώ, λοιπόν, να αδικήσω τους φιλολόγους, αλλά αυτό δε θα γίνει σε βάρος της ποίησης. Η συνεισφορά του συμβολισμού είναι τεράστια. Έσπασε τα δεσμά μ’ έναν τρόπο ωριμότερο και πιο συνειδητοποιημένο απ’ τον ρομαντικό. Και δε θα ήταν άτοπο, αν κάποιος ισχυριζόταν ότι οι μοντερνιστές, ακόμη και στην ακμή τους, δεν έπαψαν να είναι συμβολιστές. Μια ματιά σε έργα όπως η Έρημη χώρα, ο Οδυσσέας, το Μυθιστόρημα, το Αναζητώντας τον χαμένο χρόνο αρκεί για να μας πείσει πάνω στον (νέο) τρόπο με τον οποίο οι μοντερνιστές χειρίστηκαν το κληροδότημα του συμβολισμού, την υπαινικτική γλώσσα που ζητά ν’ αποκαλύψει, την ιμπρεσιονιστική εντύπωση, τη συναισθησία και τόσα άλλα. Άραγε η «σκοτεινότητα του νοήματος» στη μοντέρνα ποίηση, για την οποία έκανε λόγο ο κύριος Βαγενάς, δεν οφείλει αρκετά στον συμβολισμό; Είναι κι αυτό «φυγή απ’ την πραγματικότητα»;

Το ακραίο σημείο αυτών των συλλογισμών θα ήταν να ισχυριστώ ότι όλη αυτή η φιλολογική «ταξινόμηση» σε ρεύματα και κινήματα είναι λάθος. Ότι δεν υπάρχουν όρια, δεν υφίστανται συλλογικές ταυτότητες, ότι κάθε καλλιτέχνης είναι απόλυτα μοναδικός. Να το, ξεφύτρωσε με θράσος: το απόλυτο. Κάτι τέτοιο είναι μηδενισμός. Η αλήθεια δε βρίσκεται στα άκρα. Όποιος γράφει «κράτησα τη ζωή μου» στη μέση πορεύεται. Κι αυτή η οδός είναι περισσότερο άρνηση παρά κατάφαση. Αυτό δε σημαίνει η κριτική σκέψη; Το να στέκεσαι με θάρρος και να βρίσκεις τον δρόμο σου ανάμεσα στις συμπληγάδες που γυρεύουν να σε καταπιούν. Δεν είναι τα άκρα αυτοί οι βράχοι; Δεν είναι το απόλυτο; Και τι σημαίνει άραγε απόλυτο στην κλίμακα των καθημερινών και άθλιων βίων, που κάποτε χωράνε το φως; Δεν είναι η μάζα; Να στέκεσαι ανάμεσα, να πορεύεσαι στη μέση, κι όμως, να λαχταράς όσο τίποτα την ένωση με τον κόσμο, που φωνάζει, χειρονομεί, ζητάει από τα δεξιά και τ’ αριστερά. Ολόκληρος να ποθείς ν’ αγγίξεις, ολόκληρος ν’ ακούσεις, να μυρίσεις, να δεις, να γευτείς. Αλλά να ξέρεις ότι είναι λάθος. Ότι άλλος είναι ο δρόμος σου, ενώ μια φωνή μέσα σου διαρκώς υπενθυμίζει: χρέος. Η ευθύνη βρίσκεται πάντοτε στη μέση… Δεν είναι όλοι οι ποιητές, όλοι οι καλλιτέχνες, άλλος πολύ κι άλλος λιγότερο, δεν είμαστε όλοι έτσι; Ακούμε διαρκώς το τύμπανο του χρέους, δίνει ρυθμό στο βήμα μας, και προχωράμε σαν μονάδες ενός άγνωστου στρατού. Δεν ξέρουμε πού πάμε, τι αφήσαμε πίσω, δεν ξέρουμε. Μονάχα νιώθουμε. Η καρδιά λέει ότι είναι σωστό. Και η καρδιά αυτή είναι κοινή κι ας διάλεξε καθένας άλλο δρόμο. Είναι κοινή και είναι πραγματική.

Είναι λάθος, λοιπόν, να κάνουμε τέτοιους ακραίους διαχωρισμούς για χάρη της μελέτης μας και να ονομάζουμε αντίθετα πράγματα που στην ουσία είναι Ένα. Δεν είναι αντίθεση η διαφορά και δεν αναιρεί την ομοιότητα. Όσον αφορά στον κόσμο που αισθανόμαστε και στον άλλο, δηλαδή τον φυσικό και τον μεταφυσικό, ας θυμόμαστε ότι κι ο δεύτερος έγινε για πολλούς εμπειρία. Κι ότι τόσο μελάνι και τόσο αίμα όχι, δεν ξοδεύτηκαν για μιαν Ελένη.

ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΣΑΝΤΟ ΤΙΧΟΜΙΡ

*

*

*