*
Μπουρλέσκο σονέτο
Πώς στη μιζέρια θα ’βαζα τελεία
αν ήμουν δεξιοτέχνης στα πινέλα
και στον καμβά μου ηρώων μεγαλεία
ζωγράφιζα και καλλονές με βέλα.
Πώς πακτωλός σωστός θα μ’ ελεούσε
αν γνώριζα βιολί καλό ή πιάνο
κι ο πάσα εις που μ’ άκουγε επαινούσε
το παίξιμό μου το γλυκό και πλάνο.
Μα αλίμονο, στο δρόμο αυτόν που πήρα
τον Μαμωνά ποτέ δεν θα πετύχω,
μιας κι απ’ τις τέχνες όλες την πιο στείρα
διάλεξα για την τσέπη μου – τον στίχο !
Το θείο ποτό του Βάκχου άλλοι πίνουν,
διψώ, επαιτώ κι εγώ, μα δε μου δίνουν.
~.~
Παίρναν όλοι το τσάι τους παρέα…
Παίρναν όλοι το τσάι τους παρέα
κι όλο λέγαν για τα ερωτικά,
δεσποσύνες με αμφίεση ωραία,
καβαλιέροι με ήθη λεπτά.
«Ένας Έρως υπάρχει : ο αγνός»,
ο βαρώνος με ύφος δηλώνει.
Και (με στόνο κρυφό…) η βαρώνη
του πετάει σκωπτικά : «Ασφαλώς !»
«Α, η πείρα», λέει ο δούξ, «συμβουλεύει
η συνεύρεσις να ’ναι πραεία,
διότι βλάπτεται ειδάλλως η υγεία !»
Κι η μαμζέλ –που απορεί– : «Μα αληθεύει ;»
«Αχ ! τι φλόγα καυτή που ’ναι ο Έρως !»
τότε η πρέσβειρα κάνει αιφνιδίως.
«Φτάνει μόνον να μην είσαι… γέρος»,
παραδίπλα καγχάζει ο συμβίος.
Στο τραπέζι είχε ακόμη μια θέση,
μα, καλή μου, δεν ήσουν εκεί.
Για τα δυο μας, το ξέρω, με ζέση
θα μιλούσες, με πάθος κι εσύ.
~.~
Χίλια κομμάτια γύρω μας ο κόσμος κι η ζωή…
Χίλια κομμάτια γύρω μας ο κόσμος κι η ζωή !
Θα πάω να βρω έναν Γερμανό Καθηγητή.
Ξέρουν οι τέτοιοι τη ζωή να συμμαζεύουν
και σ’ ένα Σύστημα σαφώς να μας την ερμηνεύουν.
Του σύμπαντος τα χάσματα και τα κενά
βουλώνουν μ’ όνειρα γλυκά και με χασμουρητά.
~.~
Μια κόρη παρά θίν΄ αλός…
Μια κόρη παρά θίν’ αλός
όλο και στέναζε βαθιά.
Την συγκινούσε ασφαλώς
το γέρμα του ήλιου στα νερά.
«Ω δεσποινίς! προς τι οι λυγμοί !
Το έργο αυτό είναι παλιό·
νά : πάντα ο ήλιος δύει εκεί —
και ξαναβγαίνει από ’δω.»
~.~
Μια γυναίκα
Ήταν οι δυο τους τόσο ερωτευμένοι,
έκλεβε αυτός κι αυτή τσίλιες φυλούσε,
έστηνε κόλπα αυτός και ξαπλωμένη
εμπρός στα πόδια του αυτή γελούσε,
όλο γελούσε.
Τις μέρες πέρναγαν με γλέντι και χαρά,
στην αγκαλιά του κάθε νύχτα την κρατούσε.
Όταν του βάλανε στα χέρια σίδερα,
αυτή μπρος στο παράθυρο γελούσε,
όλο γελούσε.
Της στέλνει μήνυμα : πεθαίνει αν δεν τη δει,
να της μιλήσει για στερνή φορά ποθούσε.
Όταν της έφεραν το γράμμα του, αυτή
κουνώντας το κεφάλι της γελούσε,
όλο γελούσε.
Η ώρα έξι την αυγή, του κόψαν τον λαιμό.
Η ώρα επτά, μέσα στη γη πια κατοικούσε.
Αυτή όμως κιόλας στις οχτώ
ρουφώντας κόκκινο κρασί γελούσε,
όλο γελούσε.
~.~
Κάτω κόσμος
Αχ, τι το ’θελα ο καημένος,
κλαίει ο Πλούτων και βογγά,
να γυρέψω εγώ παντριά.
Τώρα γάιδαρος ζεμένος
είδα τι θα πει σκοτάδι :
μου ’ρθε η Κόλαση στον Άδη !
Αχ, εργένης να μη μείνω !
Είναι με την Περσεφόνη
η ζωή μια σκέτη αγχόνη,
βρόχος να τον υπομείνω !
Σαν αρχίζει και γκρινιάζει
ώς κι ο Κέρβερος λουφάζει.
Άλλος ποιος τόσα περνά
μες στον ζόφο αυτού του λάκκου ;
Ησυχία ζητώ ; Του κάκου !
Μπρος στα πάθη μου ωχριά
του Σισύφου το λιθάρι…
Αχ, ο διάολος θα με πάρει !
~.~
Στάζουν φαρμάκι τα τραγούδια μου…
Στάζουν φαρμάκι τα τραγούδια μου·
πώς θα μπορούσε αλλιώς να γίνει;
Ήσουν εσύ, φαρμάκι που έσταξες
μες στης φωνής μου την ειρήνη.
Στάζουν φαρμάκι τα τραγούδια μου·
τι άλλο ωστόσο πια μου μένει;
Φίδια πολλά τρέφω στο στήθος μου —
κι εσένα, πολυαγαπημένη.
~.~
Βαλτάσαρ
Ήταν η νύχτα μαύρη, μεσάνυχτα σχεδόν·
μες σε βουβή γαλήνη κοιμάται η Βαβυλών.
Μόνο ψηλά, στις σάλες του βασιλιά, οι πυρσοί
σκορπούν γενναία το φως τους, γλεντούν οι αυλικοί.
Εκεί ψηλά, στου θρόνου το δώμα το χρυσό,
δίνει ο Βαλτάσαρ δείπνο λαμπρό, βασιλικό.
Δούλοι και δούλες γύρω παν κι έρχονται πολλοί
κερνώντας στα ποτήρια αστραφτερό κρασί.
Λάμπουν, κροτούν οι κούπες, γέλια παντού, φωνές,
για του άνακτα το κέφι ηχούν χαράς ιαχές.
Τα μάγουλά του τώρα καίνε σαν πυρκαγιά,
στον νου του η μέθη κλώθει τρανή αποκοτιά.
Έπαρση τον κεντάει, αλαζονεία σκληρή,
και προς τα θεία υψώνει αμαρτωλή κραυγή.
Κι όμοια τυφλός ξεσπάει, ανόσια βλασφημεί,
και της Αυλής η αγέλη την πράξη επευφημεί.
Του δούλου παραγγέλνει, αγέρωχος, βαρύς,
και ιδού, ο δούλος σπεύδει και επιστρέφει ευθύς.
Δίσκους χρυσούς, κροντήρια βαρύτιμα κρατά,
απ’ τον Ναό κλεμμένα, σκεύη του Ιεχωβά !
Και ο Βαλτάσαρ φέρνει με χέρι βέβηλο
ένα ιερό ποτήρι στο στόμα ξέχειλο.
Μεμιάς ευθύς το αδειάζει ώς τη στερνή γουλιά
κι εμπρός σ’ όλους φωνάζει με βροντερή λαλιά :
«Χλεύη σου τάζω αιώνια — τι αν είσαι ο Ιεχωβάς ;
Της Βαβυλώνας είμαι εγώ ο βασιλιάς !»
Δεν είχε ακόμη ο λόγος καλά ακουστεί ο φρικτός,
και του ρηγός τα στήθη τρόμος τρυπάει κρυφός.
Τα γάργαρα τα γέλια στερέψαν στη στιγμή,
σιγή παντού τη σάλα τύλιξε νεκρική.
Και δες, ποιος να πιστέψει, στον τοίχο τον λευκό
σαν αστραπή προβάλλει χέρι ανθρώπινο.
Χέρι που γράφει επάνω στον τοίχο τον λευκό
γράμματα φλογισμένα — χέρι αερικό.
Ο βασιλιάς σαν το ’δε του θόλωσε η ματιά,
λυγούν τα γόνατά του, η όψη του ωχριά.
Ξέπνοοι μένουν γύρω οι άρχοντες στη σειρά,
κι όλοι αποσβολωμένοι δεν βγάζουνε μιλιά.
Προστάζουν να ’ρθουν μάγοι, εξηγητές, ιερείς,
όμως κανείς δεν βγάζει το νόημα της γραφής.
Την ίδια εκείνη νύχτα, τη νύχτα τη βουβή,
σκοτώσαν τον Βαλτάσαρ οι δούλοι του οι πιστοί.
~.~
Οι δύο γρεναδιέροι
Δύο Γάλλοι γυρνάν γρεναδιέροι
που αιχμαλώτους τούς είχαν οι Ρώσσοι,
στων Τευτόνων σαν φτάσαν τα μέρη,
τι κακό και τι απόγνωση πόση…
Γιατί μάθανε ποια συμφορά
στη Γαλλία έχει τώρα επιπέσει,
πως νικήθηκε, πάει η Στρατιά,
κι ο Αυτοκράτωρ στο χώμα έχει πέσει…
Άγρια σκούξαν οι δυο γρεναδιέροι
το φρικτό σαν ακούσαν το νέο.
Κι είπε ο ένας: «Ω πόσο υποφέρει
η παλιά μου πληγή, όλος καίω !»
Κι είπε ο άλλος: «Είν’ άδεια η ζωή…
αχ, και να ’σβηνα τώρα μ’ εσένα!
Όμως έχω γυναίκα, παιδί,
θα πεινάσουνε δίχως εμένα.»
«Δεν με μέλλει εμέ ταίρι, μωρό,
έχει ο πόνος τα σπλάχνα μου αλέσει·
ας γυρνούν ψωμοζήτες κι οι δυο –
ο Αυτοκράτωρ στο χώμα έχει πέσει !
Αδελφέ μου, υποσχέσου μου ένα :
η ψυχή μου άμα τώρα χαθεί,
ώς τους Γάλλους κουβάλα με εμένα
κήδεψέ με στων Γάλλων τη γη.
Της τιμής τον μεγάλο σταυρό
να τον βάλεις εδώ στην καρδιά μου·
το τουφέκι στητό στο πλευρό
και το ξίφος να ζώσεις ζερβά μου.
Κει θα μείνω πιστός, σιωπηλός,
στη σκοπιά μου που αυτού θα ’χω στήσει,
μέχρι που κανονιού βρυχηθμός
και χρεμέτισμα αλόγου αντηχήσει.
Τότε στ’ άτι του Αυτός θα φανεί,
σπάθες, λόγχες θ’ αστράφτουν μπροστά του,
κι εγώ πάνοπλος θά ’βγω απ’ τη γη,
άγγελος παραστάτης σιμά του.»
~.~
Ήταν μεσάνυχτα βουβά και παγωμένα…
Ήταν μεσάνυχτα βουβά και παγωμένα
κι εγώ θρηνούσα στων δασών τους δρόμους πάλι.
Τα δέντρα σήκωνα απ’ τον ύπνο τα καημένα
πλην μου κουνούσαν με συμπόνια το κεφάλι.
~.~
Στου Λαζάρου
Άσ’ τις θρήσκες εικασίες,
τις παραβολές τις θείες.
Tις αναθεματισμένες
έλα εδώ τις ερωτήσεις
αν μπορείς να μου απαντήσεις
Γιατί τον Σταυρό του αίρει
ο αγαθός κι όλο υποφέρει
ενώ ο πονηρός καβάλα
στ’ άλογό του καμαρώνει
και σαν νικητής φουσκώνει ;
Τίνος έργο είν’ η αμαρτία ;
Μήπως παντοδυναμία
δεν διαθέτει ο Κύριός μας;
Μήπως το ’χει σχεδιασμένο;
Μα δεν θα ’ταν διεστραμμένο ;
Πάντα τέτοια θα ρωτάμε
ώσπου μες στη γη να πάμε
κι ώσπου αυτή να μας βουλώσει
μία και καλή το στόμα.
Μα είν’ απάντηση το χώμα ;
~.~
Μορφίνη
Πόσο μοιάζουν ετούτες οι ωραίες μορφές.
Νεαρές είν’ κι οι δυο, αν και η μια τους πολύ
πιο χλωμή και πολύ πιο σκληρή απ’ την άλλη.
Και πολύ επιφανέστερη ίσως πρέπει να πω,
από εκείνη την πρώτη που με πήρε σφιχτά
μέσα στην αγκαλιά της – τι μακάρια με κοίταξε,
τι γλυκά που τα δυο της τα χείλη γελούσαν!
Τότε ήταν θαρρώ που στο μέτωπο μ’ άγγιξαν
οι πολλές παπαρούνες που φορούσε στεφάνι
και η αλλόκοτη οσμή τους ήρθε τότε κι απάλυνε
την οδύνη την άγρια που μου τρώει την ψυχή.
Όμως λίγο διαρκεί μια ανακούφιση τέτοια·
μόνο τότε εγώ θ’ αναρρώσω εντελώς
σαν ο άλλος, ο ωχρός κι αυστηρός αδελφός
τον πυρσό του επάνω μου γείρει… Ναι, καλός
είναι ο Ύπνος, πιο καλός είναι ο Θάνατος όμως.
Και το κάλλιστο: να μην είχες ποτέ γεννηθεί.
Μετάφραση Λάμπρος Λαρέλης
*
*
*
