*
Ἐπιμέλεια στήλης-Μετάφραση
ΤΕΤΟΣ ΣΟΥΡΔΟΣ
Ὁ Ἐμίλ Σιοράν (ρουμανιστί Τσοράν) γεννήθηκε στίς 8 Ἀπριλίου τοῦ 1911 στό Ρασινάρι της Ρουμανίας. Ριζοχώρι των Καρπαθίων. Θά ἀναπολεῖ πάντοτε τίς παλιές καλές ἡμέρες πού ἔζησε ἐκεῖ. Ὁ πατέρας του, ὁ Ἐμιλιάν, ὀρθόδοξος ἱερέας. Ἡ μητέρα του, ἡ Ἐλβίρα, ἔκλινε πρός τήν ἀθεΐα. Τό 1922, ἕντεκα χρονῶν φοιτᾶ στό γερμανόφωνο Λύκειο τοῦ Σιμπίου, παρακείμενης πόλης. Περιφέρεται ἀσκόπως στά στενά σοκάκια. Πρῶτες κρίσεις ἀυπνίας. Πιθανῶς ἐκεῖ, στίς ροῦγες, «ἅρπαξε γιά πρώτη φορά τήν κακιά ἀρρώστια, τόν ἰό τῆς ἀλήθειας»… (Ἡ συνέχεια τοῦ εἰσαγωγικοῦ σημειώματος τῆς σειρᾶς, ἐδῶ).
![]()
Ἄν μᾶς εἶναι εὔκολο νά φανταστοῦμε σύνολη τήν ἀνθρωπότητα νά συγκλονίζεται ἀπό σπασμούς ἤ, ἔστω, νά τή διαπερνᾶ ἕνα ρῖγος, ἀπό τήν ἄλλη, θά τῆς ἐπιδαψιλεύαμε ὑπερβολικά μεγάλες τιμές ἄν τή θεωρούσαμε ἱκανή νά ἀρθεῖ ὡς σύνολο στό ὕψος τῆς ἀμφιβολίας, ἡ θέση τῆς ὁποίας γενικά φυλάσσεται γιά λίγους ἐκλεκτούς παρίες. Ὡστόσο, τήν προσπελάζει σέ κάποιο βαθμό, σέ αὐτές τίς σπάνιες στιγμές ὅταν ἀλλάζει θεούς, ὅταν οἱ νόες τῶν ἀνθρώπων εἶναι γεμᾶτοι σύγχυση καί ἀντίφαση καί δέν ξέρουν ποιά ὑπόθεση νά ὑπερασπιστοῦν ἤ ποιά ἀλήθεια νά ἀκολουθήσουν. Ὅταν ὁ χριστιανισμός εἰσέβαλε στήν Ρώμη οἱ δοῦλοι τόν ἐγκολπώθηκαν ἀνενδοίαστα∙ οἱ πατρίκιοι ἐναντιώθηκαν ἀρχικά, τούς πῆρε κάποιο χρόνο μέχρι νά περάσουν ἀπό τήν ἐχθρότητα στήν περιέργεια, κι ἀπό ἐκεῖ στήν θέρμη τῆς προσευχῆς. Ἄς δοκιμάσουμε νά φέρουμε στόν νοῦ μας ἕναν ἀναγνώστη των Πυρρώνειων ὑποτυπώσεων πού ἔρχεται σέ ἐπαφή μέ τά Εὐαγγέλια. Τίνι τρόπῳ θά μποροῦσε νά συνταιριάξει, ὄχι δύο δόγματα, ἀλλά δύο ἐντελῶς ἀνόμοια σύμπαντα; Πῶς θά ἐνδιατρίψει στήν ἐξέταση αὐτῶν τῶν νερόβραστων παραβολῶν, ὅταν διαγωνίζεται στό μάθημα τῶν ἔσχατων ἀποριῶν τῆς διάνοιας; Οἱ πραγματεῖες, ἀρχές τοῦ 3ου αἰῶνα μ.Χ., στίς ὁποῖες ὁ Σέξτος Ἐμπειρικός ἀποδελτίωσε ὅλες τίς μαρτυρίες τῶν ἀρχαίων περί ἀμφιβολίας, συνιστοῦν ἕνα ἐξαντλητικό ἀπάνθισμα ἀπό τά πιό ἰλιγγιώδη, τά πιό ἀνυπόφορα, ἀλλά καί βαρετά πρέπει νά ποῦμε, πράγματα πού ἔχουν ποτέ γραφτεῖ. Πρόκειται γιά λεπτεπίλεπτες, ἰδιαίτερης δεξιότητας καί μεθοδικότητας, πραγματεῖες· συνεπῶς, εἶναι τέτοιας λογῆς πού δέν μποροῦν νά ἀνταγωνιστοῦν τίς νεοφερμένες δεισιδαιμονίες· ἀποτελοῦν τήν ἔκφραση ἑνός κόσμου πού ἔχει ὁριστικά ἐκπνεύσει, πού τό μέλλον δέν τοῦ ἀνήκει. Ἐν τούτοις, ὁ σκεπτικισμός, τίς προτάσεις τοῦ ὁποίου αὐτές οἱ πραγματεῖες εἶχαν κωδικοποιήσει, κατάφερε νά διατηρήσει γιά κάποιο διάστημα τή χαμένη θέση του, μέχρι τήν ἡμέρα που οἱ χριστιανοί καί οἱ βάρβαροι συντόνισαν τίς προσπάθειές τους γιά νά τόν συρρικνώσουν καί στό τέλος νά τόν καταργήσουν.
Ἕνας πολιτισμός κάνει τά πρῶτα βήματα τῆς σταδιοδρομίας του μέ τόν μῦθο, γιά νά καταλήξει στήν ἀμφιβολία· θεωρητική ἀμφιβολία, πού γίνεται πρακτική ὅταν στραφεῖ ἐναντίον τοῦ ἑαυτοῦ της. Δέν θά μποροῦσε νά πρωταρχίσει ἀμφισβητῶντας τίς ἀξίες πού δέν ἔχει ἀκόμα πλαστουργήσει· ἅπαξ ὅμως καί τίς δημιουργήσει, ἀποσύρεται κουρασμένος∙ ὕστερα τίς ἐξονυχίζει, τίς σταθμίζει μέ μιά καταστροφική ἀντικειμενικότητα. Ἀντικαθιστᾶ μέ ἕνα σύστημα ἀβεβαιοτήτων τίς παντοῖες πεποιθήσεις πού καλλιέργησε καί οἱ ὁποῖες τώρα παρασύρονται σάν ἀκυβέρνητο πλοῖο∙ ἕνας ταλαντοῦχος Σέξτος θά τόν βοηθοῦσε νά διοργανώσει μέ ἐπιτυχία τό μεταφυσικό του ναυάγιο. Στήν ὕστερη ἀρχαιότητα ὁ σκεπτικισμός κρατοῦσε τήν ἀξιοπρέπειά του∙ δέν θά μπορέσει ὅμως νά τήν ξανακερδίσει οὔτε στήν Ἀναγέννηση, σέ πεῖσμα τοῦ Μονταίνιου, οὔτε στόν 18ο αἰῶνα, σέ πεῖσμα τοῦ Χιούμ. Ὁ Πασκάλ μόνο, ἄν τό εἶχε θελήσει, θά μποροῦσε νά ἀποκαταστήσει τήν τιμή του∙ τόν ἀποστράφηκε ὅμως, ἀφήνοντάς τον νά παραπαίει στό περιθώριο τῆς σύγχρονης φιλοσοφίας. Σήμερα, πού καί ἐμεῖς ἑτοιμαζόμαστε νά ἀλλάξουμε θεούς, μποροῦμε ἄραγε νά βροῦμε τήν ἀνάπαυλα γιά νά καταγίνουμε στά σοβαρά μαζί του; Θά γνωρίσει ἄραγε ὁ σκεπτικισμός νέες δόξες ἤ θά κηρυχθεῖ παράνομος, θά σβήσει κάθε ἴχνος του μέσα στήν ταραχή καί σύγχυση τῶν δογμάτων; Τό ζητούμενο, ὅμως, δέν εἶναι ἡ ἔξωθεν ἀπειλή, ἀλλά νά μάθουμε ἄν ὄντως μποροῦμε νά θεραπεύουμε τόν σκεπτικιστικό τρόπο, ἄν μᾶς ἐπιτρέπουν οἱ δυνάμεις μας νά τόν ἀντιμετωπίσουμε χωρίς νά ὑποκύψουμε σέ αὐτόν. Διότι, πρίν αὐτός ἀποτελέσει πρόβλημα τοῦ πολιτισμοῦ, εἶναι μιά ὑπόθεση ἀτομική καί ὡς τέτοια μᾶς ἀφορᾶ, ἀνεξάρτητα ἀπό τήν ἱστορική του ἔκφραση.
~.~
Γιά νά ζήσουμε, μόνο νά ἀναπνεύσουμε, πρέπει νά καταβάλουμε τήν ἐντελῶς ἀσύνετη προσπάθεια νά πιστέψουμε ὅτι ὁ κόσμος (ἤ οἱ ἔννοιές μας) κλείνει μέσα του ἕναν πυρῆνα ἀλήθειας. Ἀφ’ ἧς στιγμῆς, γιά τόν ὁποιονδήποτε λόγο, ἡ προσπάθεια ἀτονήσει, ὑπαναχωροῦμε τότε σέ ἐκείνη τήν πρότερη κατάσταση καθαρῆς ἀπροσδιοριστίας, ὅπου καί ἡ παραμικρή βεβαιότητα φαντάζει σάν μιά πλάνη, ὅπου κάθε τοποθέτηση, κάθε τι πού τό ἀνθρώπινο πνεῦμα προβάλλει ἤ διακηρύσσει, μοιάζει μέ σωρό ἀσυναρτησίες. Ὁποιαδήποτε κατάφαση εἶναι παρακινδυνευμένη ἤ ἀξιοκαταφρόνητη· ὁμοίως, ὁποιαδήποτε ἄρνηση. Εἶναι ἀσφαλῶς ἀσύνηθες ὅσο καί θλιβερό νά φτάσουμε σέ αὐτό τό σημεῖο, ὅταν, χρόνια τώρα, προσπαθοῦμε μέ κάποια ἐπιτυχία νά ξεπεράσουμε, νά θεραπεύσουμε τήν ἀμφιβολία. Πρόκειται ὅμως για μιά ἀσθένεια ἀπό τήν ὁποία κανείς, ἄν ἔστω καί μία φορά ἔχει μολυνθεῖ, δέν μπορεῖ νά ἀπαλλαγεῖ ἐντελῶς. Αὐτό ἀκριβῶς τό ζήτημα τῆς ὑποτροπῆς θά ἐκθέσουμε ἐδῶ.
Πρῶτα ἀπ’ ὅλα σφάλλαμε πού ἐξομοιώσαμε τήν κατάφαση μέ τήν ἄρνηση. Ἡ ἄρνηση, συμφωνοῦμε σέ αὐτό, εἶναι κατάφαση ἀπό τήν ἀνάποδη. Ὡστόσο, ὑπάρχει κάτι ἐπιπλέον στήν ἄρνηση, ἕνα συμπληρωματικό ἄγχος, μιά ἐπιθυμία γιά διάκριση, ἕνα στοιχεῖο πού ἐναντιώνεται στή φύση τῶν πραγμάτων. Ἄν ἡ φύση διέθετε αὐτογνωσία καί μποροῦσε νά φτάσει σέ μιά διατύπωση τοῦ ἑαυτοῦ της, θά προέβαινε τότε σέ μιά ἀτέρμονη σειρά ὑπαρκτικῶν προτάσεων. Τό πνεῦμα μόνο κατέχει τήν ἱκανότητα νά ἀρνεῖται αὐτό πού ὑπάρχει καί νά βρίσκει εὐχαρίστηση σέ ὅ,τι δέν ὑπάρχει· αὐτό μόνο παράγει, μηχανεύεται τήν ἀπουσία. Διά τῆς ἄρνησης ἀποκτῶ συνείδηση τοῦ ἑαυτοῦ μου, ὑπάρχω. Διά τῆς κατάφασης ἀποβαίνω ἐναλλάξιμος, συμπεριφέρομαι ὡς ἀντικείμενο. Ἀρκεῖ νά λάβουμε ὑπόψη τήν προεξάρχοντος τοῦ ὄχι διάλυση τῆς ἀρχέγονης Ἑνότητας, γιά νά ἐννοήσουμε τούτη τήν ἐπίμονη καί ἀνθυγιεινή εὐχαρίστηση πού ἑδρεύει σέ κάθε μορφή ἄρνησης, θεμελιώδους ἤ ἐπιπόλαιης. Κατεβάζει ὁ νοῦς μας σωρό ἰδέες γιά νά ἀμαυρώσουμε ὑπολήψεις, κυρίως τό καλό ὄνομα τοῦ Θεοῦ· πρός ὑπεράσπισή μας, πρέπει νά ποῦμε πώς εἴμαστε ἀκόμα καλύτεροι στό νά βλάπτουμε τή δική μας, θέτοντας ὑπό ἀμφισβήτηση τίς ἀλήθειες μας, ἀπαξιώνοντάς τες, διολισθαίνοντας ἐν τέλει ἀπό τήν ἄρνηση στήν ἀμφιβολία.
Ἡ ἄρνηση τελεῖται ἐκ τῶν ἔξω, γιά λογαριασμό κάποιου ἐξωτερικοῦ ὡς πρός τήν ἄρνηση πράγματος, ἐνῶ ἡ ἀμφιβολία, ἐπωφελούμενη ἀποκλειστικά ἀπό στοιχεῖα ἐμμενή, ἀντλεῖ ἀπό τίς οἰκεῖες συγκρούσεις, ἀπό τόν πόλεμο πού ὁ λόγος ἐξαπολύει στόν ἑαυτό του, ὅταν, ἀπαυδισμένος ἀπό τή συνεχῆ προσπάθεια, στρέφεται ἐνάντια στά θεμέλια ἐπί τῶν ὁποίων ἐρείδεται, τά ὁποῖα καταλύει ἐπί σκοπῶ νά ἀπαλλαγεῖ ἀπό τούτη τή γελοιότητα τοῦ νά διατυπώνει δεξιά καί ἀριστερά καταφατικές καί ἀποφατικές προτάσεις ἐπί παντός ἐπιστητοῦ. Ὅσο ὁ λόγος εἶναι διηρημένος ἐσωτερικά, ἐμεῖς αὐτοαναγορευόμαστε κριτές του, φανταζόμαστε ὅτι μποροῦμε νά τόν ὑποβάλουμε στή βάσανο τῆς κριτικῆς ἤ νά τόν ἀντιπολιτευτοῦμε ἐξ ὀνόματος ἑνός Ἐγώ πάνω στό ὁποῖο δέν ἔχει καμιά ἐξουσία ἤ ἔναντι τοῦ ὁποίου αὐτός ὁ ἴδιος ὁ λόγος ἀποτελεῖ ἁπλῶς ἕνα συμβεβηκός, δίχως νά λαμβάνουμε ὑπόψη ὅτι εἶναι ἀδύνατον ἀπό λογική ἄποψη νά τοποθετηθοῦμε πίσω ἀπό τίς γραμμές τοῦ λόγου γιά νά ἐπιβεβαιώσουμε ἤ νά ἀμφισβητήσουμε τήν ἐγκυρότητά του, μιά καί δέν ὑπάρχει ἀνώτερη ἀπό αὐτόν βαθμίδα δικαιοδοσίας, ὄντας ὁ ἴδιος ἡ μόνη πηγή ἐτυμηγορίας. Στήν πράξη, ὡστόσο, ὅλα συμβαίνουν σάν νά μήν συναντᾶμε ἐμπόδια, σάν νά καταφέρνουμε, μέσω ἑνός τεχνάσματος ἤ θαύματος, νά ἀπαλλαγοῦμε ἀπό τά δεσμά του. Ἀποτελεῖ τούτη ἡ ἀπαλλαγή ἕνα ἐξαιρετικό κατόρθωμα; Στήν οὐσία, μπορεῖ νά ἀποδοθεῖ σέ ἕνα ἁπλό φαινόμενο: ὅποιος ἀφήνεται νά παρασυρθεῖ ἀπό τούς συλλογισμούς του λησμονεῖ ὅτι κάνει χρήση τοῦ λόγου∙ μάλιστα, ἀκριβῶς ἡ λήθη αὐτή εἶναι προϋπόθεση τῆς γόνιμης σκέψης, ἄν ὄχι καί τῆς σκέψης καθεαυτῆς. Ὅταν ἀκολουθοῦμε τήν αὐθόρμητη κίνηση τοῦ πνεύματος, ὅταν διά τοῦ ἀναστοχασμοῦ ἐρχόμαστε σέ συνάφεια μέ τήν ἴδια τή ζωή, ἀποκλείεται νά σταθοῦμε κάπου γιά νά σκεφτοῦμε ὅτι σκεφτόμαστε· μόλις τό κάνουμε, οἱ ἰδέες μας μάχονται καί ἐξουδετερώνουν ἡ μία τήν ἄλλη μέσα σέ μιά κενή συνείδηση. Τούτη ἡ ἄγονη, ἀτελέσφορη κατάσταση, ὅπου οὔτε προχωρᾶμε οὔτε ὑποχωροῦμε, τούτη ἡ ἰδιαίτερη ἀμεταβλησία, εἶναι ἀκριβῶς ἐκεῖ ὅπου μᾶς ὁδηγεῖ ἡ ἀμφιβολία, μιά κατάσταση πού ἀπό πλεῖστες ὅσες σκοπιές συγγενεύει μέ τήν «ἀκηδία» τῶν μυστικῶν. Νομίζαμε ὅτι πλησιάζουμε τό ὁριστικό, ὅτι στρώνουμε νά κοιμηθοῦμε στό ἄρρητο, ἀλλά βυθιζόμαστε στήν ἀβεβαιότητα, καταβροχθιζόμαστε ἀπό τό ἀνούσιο. Ὅλα εὐτελίζονται, θρυμματίζονται μέσα σέ μιά συστροφή τῆς διάνοιας γύρω ἀπό τόν ἑαυτό της, μέσα σ’ ἕναν ὀργισμένο λήθαργο. Ἡ ἀμφιβολία ἐνσκήπτει πάνω μας σάν συμφορά· δέν τήν ἐπιλέγουμε, πέφτουμε μέσα σέ αὐτήν. Ὅσο κι ἄν κοπιάζουμε νά ἀπομακρυνθοῦμε ἤ νά κρυφτοῦμε, μᾶς ἔχει ἤδη θέσει ὑπό τήν κηδεμονία της, διότι δέν εἶναι κάν ἀλήθεια ὅτι ἐνσκήπτει πάνω μας, ἀλλά ὅτι ἦταν μέσα μας, ὅτι ἤδη προοριζόμασταν γι’ αὐτήν. Κανείς δέν ἐπιλέγει τήν ἔλλειψη ἐπιλογῆς, κανείς δέν ἀποφασίζει νά διστάζει, ἀφοῦ τίποτα ἀπ’ ὅσα μᾶς ἀγγίζουν σέ βάθος δέν ἦταν ποτέ ἠθελημένο. Εἴμαστε ἐλεύθεροι, βέβαια, νά ἐπινοήσουμε τίς ὀδύνες μας, ἀλλά, ὡς τέτοιες, θά εἶναι ἁπλῶς ἡ υἱοθέτηση μιᾶς φροντισμένης στάσης. Μετρᾶνε μόνο ἐκεῖνες οἱ ὀδύνες πού πηγάζουν ἀπό ἐμᾶς παρά τή θέλησή μας. Ἀξία ἔχει τό ἀναπόδραστο, τό ὁποῖο προδιαγράφεται ἀπό τίς ἀδυναμίες καί τίς ἀντιξοότητες, τό ὁποῖο, ἐν ὀλίγοις, ὑπερβαίνει τό μέτρο τῶν δυνάμεών μας. Οὐδέποτε ἡ ἀληθινή ἀμφιβολία εἶναι ἐθελούσια· καί στήν ἐπεξεργασμένη της ἀκόμα μορφή, θά εἶναι ἡ θεωρησιακή συγκάλυψη τῆς δυσανεξίας πού ἔχουμε ἀπέναντι στό εἶναι. Ὅταν λοιπόν μᾶς κυριεύει καί μᾶς τυραννεῖ, δέν ὑπάρχει τίποτα τοῦ ὁποίου τήν ἀνυπαρξία δέν μποροῦμε νά συλλάβουμε.
Πρέπει νά δεχτοῦμε ὡς ὑπόθεση μιάν ἀρχή αὐτοκαταστροφῆς τῆς ἐννοιολογικῆς οὐσίας, ἄν θέλουμε νά κατανοήσουμε τή διαδικασία μέσω τῆς ὁποίας ὁ λόγος καταλήγει στήν ὑπονόμευση τῶν θεμελίων του, στήν ἴδια τήν ἀποσάθρωσή του. Δέν ἀρκεῖται στό νά κηρύξει τή βεβαιότητα ἀδύνατη, ἀλλά προχωρεῖ ἔτι περαιτέρω, στόν ἀποκλεισμό τῆς ἴδιας τῆς ἔννοιας τῆς βεβαιότητας, στήν ἀπόρριψη κάθε μορφῆς προφάνειας, διότι οἱ προφάνειες πηγάζουν ἀπό τό εἶναι, ἀπό τό ὁποῖο ὁ λόγος ἔχει ἀποκοπεῖ∙ τούτη δέ ἡ ἀποκοπή γεννᾶ, ὁρίζει καί ἑδραιώνει τήν ἀμφιβολία. Καμία κρίση δέν μπορεῖ νά ὑπάρξει, οὔτε κάν ἀρνητική, πού νά μήν ἐρείδεται στό ἄμεσο ἤ πού νά μήν προϋποθέτει μιά ἐπιθυμία τύφλωσης, ἐλλείψει τῆς ὁποίας ὁ λόγος δέν θά ἐντόπιζε τίποτα τό πρόδηλο πάνω στό ὁποῖο θά μποροῦσε νά ἀγκιστρωθεῖ. Ὅσο περισσότερο ἀπρόθυμος εἶναι ὁ λόγος νά συσκοτίσει τήν κρίση του, τόσο περισσότερο θεωρεῖ τήν τάδε ἤ τή δεῖνα πρόταση ἀχρείαστη καί μηδαμινή. Μιά καί ἡ παραμικρή, ὑπό ὁποιαδήποτε μορφή, προσκόλληση ἤ συγκατάνευση μοιάζει σέ αὐτόν ἀκατάληπτη, ἀδιανόητη καί ἀφύσικη, θά καταγίνει μέ τό ἀβέβαιο, ὁ ζῆλος μάλιστα μέ τόν ὁποῖο θά διευρύνει τό πεδίο τῆς ἀβεβαιότητας μᾶς ἐμβάλλει τήν ἰδέα μιᾶς διαστροφῆς καί ὅλως περιέργως μιᾶς ζωτικότητας. Ὁ σκεπτικιστής ἀντλεῖ ἱκανοποίηση ἀπό αὐτό, διότι χωρίς τούτη τήν ἀσθμαίνουσα ἀναζήτηση τοῦ ἀπίθανου, στήν ὁποία ἐν τέλει διαφαίνεται μιά ὁρισμένη συνενοχή μέ τή ζωή, αὐτός δέν θά ἦταν παρά ἕνα φάντασμα. Ἀπό τήν ἄλλη, δέν ἀπέχει πολύ ἀπό τό νά ἐγκολπωθεῖ μιά τέτοια φασματική κατάσταση, ἀφοῦ πρέπει νά ἀμφιβάλλει μέχρι νά μήν ὑπάρχει πλέον ἄλλο πρός ἀμφιβολία ὑλικό, μέχρι νά ἀφανιστοῦν καί νά ἐξαϋλωθοῦν τά πάντα, μέχρι τοῦ σημείου ἐκείνου πού, ἔχοντας ἐξομοιώσει ἀκόμη και τόν ἴλιγγο μέ ἕνα κατάλοιπο προφάνειας, μέ ἕνα ἀπείκασμα βεβαιότητας, θά συλλάβει μέ φονική ὀξύτητα τή μειονεξία τοῦ ἄψυχου καί τοῦ ἔμβιου, ἰδιαίτερα ὅμως τίς ἱκανότητές μας, οἱ ὁποῖες μέσω αὐτοῦ τοῦ σκεπτικιστῆ προδίδουν ἀπό μόνες τους τήν ἔπαρση καί τήν ἀνεπάρκειά τους. Ὅποιος μεριμνᾶ γιά τήν ἰσορροπία τῆς σκέψης του θά πρέπει νά προσέξει ὥστε νά μήν βλάψει ὁρισμένες βασικές δεισιδαιμονίες. Αὐτό συνιστᾶ μιά ζωτική ἀνάγκη τοῦ πνεύματος, τήν ὁποία μονάχα ὁ σκεπτικιστής περιφρονεῖ, ἀφοῦ μήν ἔχοντας τίποτα νά διαφυλάξει, δέν σέβεται τά ἀπαραίτητα γιά τήν ἀντοχή τῶν βεβαιοτήτων μυστικά καί ταμποῦ. Ἀκριβῶς, οἱ βεβαιότητες τόν ἐνδιαφέρουν! Θεωρεῖ δικαιοδοσία του τή συστηματική τους μελέτη, ἔτσι ὥστε νά τίς γενεαλογήσει, νά τίς ἐκθέσει σέ κίνδυνο, νά προσδιορίσει τό δεδομένο ἐπί τοῦ ὁποίου ἐρείδονται, ἡ παραμικρή βάσανος τοῦ ὁποίου θά καταδείκνυε τήν ἄρρηκτη σχέση του μέ τήν ψευδαίσθηση ἤ τήν εἰκασία. Οὔτε πρόκειται νά φερθεῖ περισσότερο ἐπιεικῶς ἀπέναντι στό μυστήριο, μιά καί τό μόνο πού διαβλέπει σέ αὐτό εἶναι τό ὅριο πού οἱ ἄνθρωποι, ἀπό δειλία ἤ ὀκνηρία, θέτουν στίς διερωτήσεις καί στίς ἀνησυχίες τους. Ἐδῶ, ὅπως καί σέ ὅλα τά ἄλλα πράγματα, αὐτό πού ἐπιζητά μέ ἀδιαλλαξία τοῦτος ὁ ἀντιφανατικός εἶναι ἡ καταστροφή τοῦ ἀπαραβίαστου.
Ἀφ’ ἧς στιγμῆς ἡ ἄρνηση εἶναι μιά ἀμφιβολία ἐπιθετική, νοθευμένη, ἕνας ἀνεστραμμένος δογματισμός, σπανίως αἵρει τόν ἑαυτό της, μετά μεγάλης δυσκολίας ἀποχωρίζεται τόν ἐνθουσιασμό ἀπό τόν ὁποῖο παρασύρεται. Ἀπεναντίας, ἡ ἀμφιβολία συχνά, ἄν ὄχι ἀναπόφευκτα, θέτει τόν ἑαυτό της ἐν ἀμφιβόλῳ, προτιμᾶ νά αὐτοκαταργηθεῖ παρά νά δεῖ τίς περί πρακτέου ἀπορίες της νά ἐκφυλίζονται σέ ἄρθρα πίστεως. Ἐφόσον ὅλα εἶναι τῆς αὐτῆς ἀξίας, δυνάμει τίνος τότε πράγματος τοῦτες οἱ ἀπορίες θά ξέφευγαν ἀπό αὐτή τήν καθολική ἰσοδυναμία πού τίς καθιστᾶ κατ’ ἀνάγκην καί αὐτές κενές νοήματος; Ἄν ὁ σκεπτικιστής τίς ἄφηνε κατά μέρος, τίς ἐξαιροῦσε, αὐτό θά σήμαινε τήν αὐτοκαταδίκη του, τήν ἀναίρεση τῶν θέσεών του. Καθώς ὅμως σκοπεύει νά μείνει πιστός σέ αὐτές, δεχόμενος τίς συνέπειες, θά ὁδηγηθεῖ στήν ἐγκατάλειψη κάθε λογῆς ἔρευνας, θά ἀφεθεῖ στήν πειθαρχία τῆς ἀποχῆς καί στήν ἀναστολή τῆς κρίσης. Οἱ ἀλήθειες, τή θεμελιώδη ἀρχή τῶν ὁποίων ὑπέβαλε χωρίς καμία συμπόνια σέ αὐστηρό ἔλεγχο, τελοῦν τώρα ὅλες τους ὑπό διάλυση, ἀπογίγνονται, ἔτσι ὥστε δέν χρειάζεται πλέον νά δαπανᾶ δυνάμεις γιά νά τίς ταξινομήσει ἤ νά τίς ἱεραρχήσει. Σέ ποιά ἀπό αὐτές, ἐξάλλου, θά μποροῦσε νά δείξει τήν προτίμησή του, ὅταν τό ζητούμενο ἀκριβῶς γι’ αὐτόν εἶναι νά μήν προτιμήσει τίποτα, νά μήν μεταστρέψει, ποτέ ξανά, μιά ἁπλή γνώμη σέ ἀκλόνητη πίστη; Ὅσο γιά τίς γνῶμες καθεαυτές, εὐχαρίστως ἐντρυφᾶ σέ αὐτές, ἀπό παράδοξη ἰδιορρυθμία ἤ ἀπό ἀνάγκη νά δεῖ τόν ἑαυτό του νά κλονίζεται. «Γιατί δηλαδή τοῦτο ἐδῶ ἀντί γιά τό ἄλλο ἐκεῖνο»; Καταλήγει στήν ἀρχαία ἐπωδό τῶν ἀμφισβητιῶν, μονίμως διαβρωτική, πού δέν δείχνει καμία μεροληπτική εὔνοια, οὔτε κάν στόν θάνατο, ὁ ὁποῖος εἶναι μέχρι τέλους ἀνέκκλητος, τόσο πολύ σίγουρος γιά τίς προτιμήσεις του, τόσο πολύ διαποτισμένος μέ ἐκείνη τήν κληρονομημένη ἀπό τήν ἴδια τή ζωή «ἀρχέγονη βαναυσότητα». Ἡ ἀναστολή τῆς κρίσης εἶναι τό φιλοσοφικό ἰσοδύναμο τῆς ἐφεκτικότητας, ὁ τρόπος πού μιά ὁρισμένη βούληση μετέρχεται γιά νά ἐκφραστεῖ, μιά βούληση ἀδυνατοῦσα νά ἐπιλέξει ὁτιδήποτε ἄλλο παρ’ ἐκτός μιᾶς ἀπουσίας πού ἀποκλείει ὅλες τίς κλίμακες ἀξιῶν καί ὅλα τά δεσμευτικά κριτήρια. Ἕνα τελευταῖο τώρα βῆμα, καί σέ αὐτή τήν ἀπουσία ἔρχεται νά προστεθεῖ καί ἡ ἀπουσία τῶν αἰσθήσεων. Μιά καί ἡ δραστηριότητα τοῦ πνεύματος ἔχει ἀνασταλεῖ, γιατί ὄχι καί ἐκείνη τῶν αἰσθήσεων, ἀκόμη καί τοῦ αἵματος; Ἐλλείπουν τά πρός ἀποφυγήν ἤ πρός ἀντιμετώπιση ἀντικείμενα, τά ἐμπόδια ἤ οἱ ἐπιλογές∙ τό Ἐγώ, ἀπαλλαγμένο ἐξίσου ἀπό τόν ζυγό τῆς πράξης καί τῆς ἀντίληψης, θριαμβεύοντας ἐπί τῶν λειτουργιῶν του, ἀναδιπλώνεται σέ ἕνα σημεῖο τῆς συνείδησης πού προβάλλεται στό ἄπειρο, ἔξω ἀπό τόν χρόνο.
Θά μπορούσαμε, ἄραγε, ἄν λάβουμε ὑπόψη μας ὅτι κάθε μορφή ἐπέκτασης τῶν κτήσεων εἶναι ἐπιγέννημα μιᾶς δίψας γιά τό ἀμετάκλητο καί τό τελειωτικό, νά φέρουμε στόν νοῦ μας ἕναν ἐκπορθητή πού ἀναστέλλει τήν κρίση του; Ἡ ἀμφιβολία δέν διαβαίνει τον Ρουβίκωνα, δέν διαβαίνει ποτέ τίποτα∙ ἡ λογική της κατάληξη εἶναι ἡ ἀπόλυτη ἀδράνεια – ἀκρότητα νοητή στήν θεωρία, ἀνέφικτη στήν πράξη. Μονάχα ἕνας Πύρρων, ἀπ’ ὅλους τούς σκεπτικιστές, τήν πλησίασε πραγματικά∙ οἱ ἄλλοι, κατέβαλαν τήν προσπάθειά τους, μέ ἄνισα o καθένας ἀποτελέσματα. Ἡ ἀλήθεια εἶναι ὅτι ὁ σκεπτικισμός ἔχει ἐναντίον του τίς ἀντανακλαστικές μας λειτουργίες, τίς ὀρέξεις μας καί τά ἔνστικτά μας. Μπορεῖ κάλλιστα νά διατρανώνει ὅτι τό ἴδιο το εἶναι συνιστᾶ μιά προκατάληψη, τούτη ὅμως ἡ προκατάληψη, παλαιότερη ἀπό ἐμᾶς, χρονολογημένη πρίν ἀπό τόν ἄνθρωπο καί τή ζωή, προτάσσει ἀντίσταση στίς ἐπιθέσεις μας, ἀντιπαρέρχεται τίς ἁλυσίδες συλλογισμῶν καί ἀποδείξεων, ἀφοῦ εἶναι ἐπίσης ἀλήθεια ὅτι κάθε τι πού ἀναφαίνεται, λαμβάνει ὕπαρξη, αὐξάνει τή διάρκειά του, ἐπερείδεται στό ἀναπόδεικτο καί στό ἀνεπιβεβαίωτο. Ἄν δέν δεξιωθοῦμε τή ρήση τοῦ Κήτς ὅτι «ὑπάρχει, ἐπιτέλους, κάτι πραγματικό στόν κόσμο», θά πρέπει τότε νά ἐξοβελιστοῦμε γιά πάντα ἀπό τή σφαῖρα τῆς δράσης. Ἡ βεβαιότητα περί τῆς ὁποίας γίνεται ἐδῶ λόγος δέν εἶναι ἀρκετά ἐπιτακτική, στερεῖται δυναμικῶν ἀρετῶν. Προϋπόθεση τῆς τελεσφόρας δράσης μας εἶναι ἡ πίστη στήν πραγματικότητα τοῦ καλοῦ καί τοῦ κακοῦ, στή διακριτή καί αὐτόνομη ὕπαρξή τους. Ἐξομοιώνοντας καί τά δύο μέ μιά συμφωνία ἀρχῶν, τό περίγραμμα τῆς ἀτομίκευσής τους γίνεται θολό: οἱ πράξεις μας δέν εἶναι οὔτε καλές οὔτε κακές, ἄν μποροῦμε νά μιλᾶμε ἀκόμα γιά πράττειν, ὁπότε τα πεπραγμένα, ὅπως καί οἱ κρίσεις πού κάνουμε γιά αὐτά, ἀλληλοαναιροῦνται μέσα σέ μιά ζοφερή ταυτότητα. Μιά ἀξία πού γνωρίζουμε ὅτι εἶναι αὐθαίρετη παύει νά εἶναι ἀξία, ὑποβαθμίζεται σέ πλάσμα τοῦ νοῦ. Καί μέσα ἀπό τίς μυθοπλασίες δέν ὑπάρχει τρόπος νά θεσπιστοῦν ἠθικές ἀρχές, πόσω μᾶλλον νά ρυθμιστεῖ ἡ ἑκάστοτε ἐνεστῶσα διαγωγή∙ ἔτσι, γιά νά ἀποφύγουμε τή διασάλευση, ἐπωμιζόμαστε τό καθῆκον τῆς ἀποκατάστασης τοῦ κακοῦ καί τοῦ καλοῦ ἐν πλήρει δικαιώματι∙ σώζοντες αὐτά σωζόμεθα καί ἐμεῖς – τό τίμημα πού καταβάλλουμε γι’ αὐτό εἶναι ἡ διορατικότητά μας. Εἶναι τό ἀμφιβαλλόμενο μέσα μας πού μᾶς συγκρατεῖ ἀπό τό νά ἐκδιπλώσουμε ἀπρόσκοπτα ὅλες μας τίς δεξιότητες, πού μᾶς ἐπιβάλλει τήν ἐπίμοχθη ἐργασία τῆς διαύγειας, πού μᾶς βγάζει τήν πίστη, μᾶς ἐξαντλεῖ, καί πού στό τέλος, ἀφοῦ πρῶτα ἔχει καταχραστεῖ τήν ἱκανότητά μας νά διερωτόμαστε καί νά ἀρνούμαστε, μᾶς ἐγκαταλείπει στό ἔλεος τῶν ἀπογοητεύσεών μας. Ὑπό μία ὁρισμένη ἔννοια, κάθε ἀμφιβολία εἶναι δυσανάλογη πρός τίς δυνάμεις μας. Κι ὄχι μόνο πρός τίς δικές μας… Ἕνας θεός πού ὑποφέρει… τό ἔχουμε δεῖ νά γίνεται, εἶναι κάτι φυσιολογικό∙ ἕνας θεός πού ἀμφιβάλλει ὅμως, εἶναι ἐξίσου ἀξιοθρήνητος μέ μᾶς. Ἰδού ὁ λόγος πού, παρά τήν τεκμηρίωση καί τήν παραδειγματική τους νομιμότητα, δέν ἀναλογιζόμαστε ποτέ τίς ἀμφιβολίες μας χωρίς κάποιον τρόμο, ἀκόμη καί ὅταν κατά τή σύλληψή τους νιώθουμε κάποια εὐχαρίστηση. Ὁ ἀνυποχώρητος σκεπτικιστής, περιχαρακωμένος μέσα στό σύστημά του, φαντάζει σάν ἕνας ἀνισόρροπος ἀπό ὑπερβάλλουσα διανοητική ψυχραιμία, σάν ἕνας ἀλλοπαρμένος ἀπό ἀνικανότητα πρός παραλογισμό. Στό φιλοσοφικό ἐπίπεδο, εἶναι ὁ εἰλικρινέστερος ὅλων· ἀλλά ὑπάρχει κάτι τερατῶδες σέ αὐτή τήν εἰλικρίνεια. Στά μάτια του τίποτα δέν βρίσκει εὔνοια, ὅλα τοῦ μοιάζουν νά εἶναι κατ’ ἐπίφασιν, τά θεωρήματά μας καθώς καί οἱ στεναγμοί μας. Τό δρᾶμα του εἶναι ὅτι δέν μπορεῖ σέ καμία στιγμή νά συγκατατεθεῖ στήν ἀπάτη, ὅπως κάνουμε ὅλοι ἐμεῖς ὅταν διατυπώνουμε τίς ἀποφατικές καί καταφατικές μας προτάσεις, ὅταν μέ προπέτεια πρεσβεύουμε τήν τάδε ἤ τή δεῖνα γνώμη. Καί ἐπειδή εἶναι ἀθεράπευτα εἰλικρινής, ὅταν μιά γνώμη βάλλει θριαμβικά κατά τῆς ἀδιαφορίας, αὐτός ξεσκεπάζει τό ψεῦδος. Ἡ ζωή συμβαδίζει μέ τήν ἐνεργό ἀνάμειξη. Τό ἀμέτοχον τῆς σκεπτικιστικῆς στάσης εἶναι τό δυσχερές ἔργο πού ἀναλαμβάνει νά ἐπιτελέσει ὁ ἐπίδοξος σκεπτικιστής· τό διεκπεραιώνει ὁλομόναχος, καθώς ἡ ἀπό κοινοῦ ἀποχή ἀπό τά πράγματα, ἡ συλλογική ἀναστολή τῆς κρίσης, εἶναι πρακτικά ἀνέφικτη. Φαντάσου και νά ἦταν κατορθωτή! Θά μποροῦσε τότε ἡ ἀνθρωπότητα νά ἐπωφεληθεῖ τῆς εὐκαιρίας γιά νά φτάσει σέ ἕνα ἔντιμο τέλος. Ἀλλά αὐτό τό ἔργο πού μέ τόση δυσκολία παίρνει ἐπάνω του τό ἄτομο, σέ καμιά περίπτωση δέν θά μποροῦσε νά ἀνατεθεῖ στίς μᾶζες, ὁλότελα ἀνίκανες νά ἀνυψωθοῦν στό ἐπίπεδο τῆς ἄρνησης.
Δοθέντος ὅτι ἡ ἀμφιβολία ἀποκαλύπτεται ἀσύμβατη μέ τή ζωή, ὁ συνεπής, ἀνένδοτος σκεπτικιστής, τοῦτος ὁ ζωντανός-νεκρός, ἐπισφραγίζει τή σταδιοδρομία του μέ μιά ἧττα πού δέν ἔχει προηγούμενο στήν πνευματική περιπέτεια τοῦ ἀνθρώπου. Γεμᾶτος ὀργή πού ἀναζήτησε, ἔμπλεος ἐνθουσιασμοῦ, μιά αἴσθηση μοναδικότητας, θά προσβλέψει τώρα στήν ἐξουδετέρωσή του, θά διεκδικήσει τήν ἀνωνυμία του· εἶναι τοῦτο ἕνα δυσκατάληπτο παράδοξο, πού ξεπροβάλλει ἀκριβῶς τή στιγμή πού δέν νιώθει πλέον καμιά συγγένεια μέ τίποτα καί μέ κανέναν. Ἡ διαμόρφωση τοῦ ἑαυτοῦ σέ ἀγοραία βάση εἶναι τό μόνο πού ἔχει νά ἐλπίζει σέ αὐτό τό σημεῖο τοῦ ξεπεσμοῦ του, ὅπου ἀνάγει τή σοφία σέ κομφορμισμό καί τή σωτηρία σέ συνειδητή ψευδαίσθηση, σέ ἀπαιτητέα ψευδαίσθηση, μέ ἄλλα λόγια, στήν ἀποδοχή τοῦ φαίνεσθαι ὡς τέτοιου. Ἄν κάτι λησμονεῖ ὅμως, εἶναι ὅτι βρίσκει κανείς καταφύγιο στή φαινομενικότητα μόνο ἄν ὁ νοῦς του εἶναι ἀρκετά σκοτισμένος ὥστε νά μπερδεύει τά φαινόμενα μέ τίς πραγματικότητες, μόνο ἄν εὐεργετεῖται ἀπό τήν ἀφελῆ ψευδαίσθηση, τήν ψευδαίσθηση πού δέν ἔχει ἐπίγνωση τοῦ ἑαυτοῦ της, πού συνιστᾶ, ἀκριβῶς, ἀποκλειστικό προνόμιο τῶν ἄλλων, μιά καί αὐτός εἶναι ὁ μόνος πού στερεῖται τό μυστικό της. Ἀντί νά τό δεχτεῖ αὐτό, θά ἀρχίσει στή ζωή του τις ἀπατεωνιές, αὐτός, ὁ κατεξοχήν ἐχθρός τῆς ἀπάτης στή φιλοσοφία, πεπεισμένος ὅτι μέ τή συγκάλυψη καί τόν δόλο θά καταφέρει νά μήν ξεχωρίσει ἀπό τούς ὑπόλοιπους θνητούς, τούς ὁποίους μάταια θά προσπαθήσει νά μιμηθεῖ, ἀφοῦ σέ κάθε πράξη του θά χρειαστεῖ νά ἀντιπαλέψει τούς μύριους λόγους πού ἔχει νά μήν τήν ἐκτελέσει. Ἡ παραμικρή χειρονομία του εἶναι το συνταίριασμα ἑνός τανύσματος, μιᾶς ἐντεινόμενης προσπάθειας καί μιᾶς στρατηγικῆς· σάν νά ἔπρεπε νά ἐφορμᾶ στήν κάθε στιγμή, νά τήν καταλαμβάνει ἐξ ἐφόδου, ἀφοῦ δέν μπορεῖ νά βυθιστεῖ μέσα της ἀπροσποίητα. Ἔχοντας ἐξαρθρώσει το εἶναι, βρίσκεται τώρα σέ ὑπερένταση μαχόμενος μάταια νά τό ξαναστήσει. Ἡ συνείδησή του, ὅπως τοῦ Μάκβεθ, εἶναι κατεστραμμένη∙ σκότωσε κι αὐτός τόν ὕπνο, τόν ὕπνο ὅπου ἀναπαύονταν οἱ βεβαιότητες. Ἐγείρονται τώρα καί ἔρχονται νά τόν στοιχειώσουν, νά τόν ταράξουν∙ καί πράγματι, τόν ταράσσουν, ἐπειδή ὅμως δέν τιμωρεῖται μέ τύψεις, θεᾶται τήν πομπή τῶν θυμάτων του μέ μιά δυσφορία πού ἁπαλύνεται ἀπό τήν εἰρωνεία. Αὐτές οἱ ἀντεγκλήσεις φαντασμάτων, τί σημασία ἔχουν τώρα γι’ αὐτόν; Οὐδέτερος ἀπέναντι στίς ἐπιχειρήσεις πού ἀναλαμβάνει καί στά ἀδικήματα πού διαπράττει, εὐδοκίμησε νά κερδίσει τήν ἀπελευθέρωσή του, μιά ἀπελευθέρωση ὅμως δίχως σωτηρία, προοίμιο γιά τή ριζική ἐμπειρία κενότητας πού θά ἀκολουθήσει, στήν ὁποία φτάνει πολύ κοντά ὅταν, ἔχοντας ἀμφισβητήσει τίς ἀμφιβολίες του, καταλήγει νά ἀμφισβητεῖ καί τόν ἑαυτό του, νά τόν ὑποτιμᾶ καί νά τόν ἐχθρεύεται, νά μήν πιστεύει πιά στήν ἀποστολή του ὡς καταστροφέα. Ὅταν σπάσει καί ὁ τελευταῖος κρίκος πού τόν συνέδεε μέ τόν ἑαυτό του, χωρίς τόν ὁποῖο ἀκόμα καί αὐτή τούτη ἡ αὐτοκαταστροφή εἶναι ἀδύνατη, θά βρεῖ καταφύγιο στήν ἀρχέγονη κενότητα, στήν βαθύτερη τῶν καταβολῶν, πρίν ἀκόμα καί ἀπὸ ἐκείνη τὴν ὀξύτητα στὴ σχέση ὕλης καὶ σπέρματος ποὺ διατρέχει ὅλη τή σειρά τῶν ὄντων, ἀπό τό ἔντομο ἴσαμε τό πιό βασανισμένο θηλαστικό. Ἐφόσον οὔτε ἡ ζωή οὔτε ὁ θάνατος διεγείρουν πλέον τό πνεῦμα του, εἶναι λιγότερο πραγματικός ἀπό τοῦτες τίς σκιές, τόν ψόγο τῶν ὁποίων ἁπλῶς ἀνέχεται. Καμία ὑπόθεση, στήν ὁποία θά μποροῦσε νά προσδώσει τήν ἀξία ἑνός προβλήματος, μιᾶς μάστιγας, δέν κεντρίζει πλέον τό ἐνδιαφέρον του. Ἡ ἐξάτμιση τοῦ ἐνδιαφέροντός του εἶναι ὁλοκληρωτική, μεταβάλλει τά πάντα σέ χέρσα γῆ, ἀγγίζει τό ὅριο ἑνός μηδενός πιό γυμνοῦ καί ἀπό ἐκεῖνο πού οἱ μυστικιστές, μετά τίς περιπλανήσεις τους στήν «ἔρημο» τῆς θεότητας, μνημονεύουν μέ ὑπερηφάνεια ἤ μέ παράπονο. Μέσα στήν ἀκλόνητη ληθαργική του βύθιση, μιά σκέψη μόνο τόν ἀπασχολεῖ ἀκόμα, μία ἁπλή ἐρώτηση, ἀνόητη, γελοία καί ἐμμονική: «Τί ἔκανε ὁ Θεός ὅταν δέν ἔκανε τίποτα; Μέ τί καταγινόταν στή φριχτή ἀπέραντη σχόλη του πρίν ἀπό τή Δημιουργία»; Κι ἄν τοῦ μιλᾶ ὡς ἴσος πρός ἴσον, εἶναι ἐπειδή βρίσκονται καί οἱ δύο στό ἴδιο ἐπίπεδο στασιμότητας καί ἀχρηστίας. Ὅταν οἱ αἰσθήσεις του ἀτονοῦν ἀπό τήν ἔλλειψη ἀντικειμένων ἱκανῶν νά τίς διεγείρουν, ὅταν παύει νά ἀσκεῖ τόν λόγο ἀπό τόν φόβο τῆς ἐκφορᾶς κρίσεων, τότε ὁ μόνος πού τοῦ μένει γιά νά στραφεῖ εἶναι ὁ Μή-Δημιουργός, μέ τόν ὁποῖο ἐξομοιώνεται, ταυτίζεται, καί τοῦ ὁποίου τό Ὅλον, ἀδιαχώριστο ἀπό τό Τίποτα, εἶναι ὁ χῶρος ὅπου, στέρφος καί σβηστός, βρίσκει τήν ἐκπλήρωση καί τήν ἀνάπαυση.
~.~
Δίπλα στόν ἀκραιφνῆ, ἄν θέλετε, ὀρθόδοξο σκεπτικιστή, τοῦ ὁποίου τό θλιβερό καί, ἀπό μιά ὁρισμένη ἄποψη, μεγαλειῶδες τέλος μόλις παρακολουθήσαμε, ὑπάρχει ἕνας ἄλλος σκεπτικιστής, αἱρετικός, ἰδιότροπος, ὁ ὁποῖος, ἄν καί μόνο περιστασιακά γνωρίζει τήν ἀμφιβολία, εἶναι σέ θέση ὅμως νά τήν ὑπερεξαντλήσει μέχρι πυθμένος καί νά συναγάγει τά τελικά συμπεράσματα. Καί αὐτός θά ζήσει τήν ἀναστολή τῆς κρίσης καί τή σβέση τῶν αἰσθήσεων, ἀλλά μόνο κατά τή διάρκεια μιᾶς περιόδου κρίσεως, τήν ὁποία θά ξεπεράσει προβάλλοντας στήν ἀπροσδιοριστία ὅπου βλέπει τόν ἑαυτό του νά βυθίζεται ἕνα νόημα καί ἕνα ρῖγος πού φαινόταν ἐντελῶς ἀπίθανο νά τά ἁλιεύσει κανείς ἀπό μιά τέτοια ἀτμώδη κατάσταση. Εὑρισκόμενος μέ ἕνα πήδημα ἔξω ἀπό τίς ἀπορίες ὅπου φυτοζωοῦσε τό πνεῦμα του, περνᾶ ἀπό τή χαύνωση στήν ἀγαλλίαση, καταλαμβάνεται ἀπό ἕνα κῦμα παραισθησιακοῦ ἐνθουσιασμοῦ, ἐμβάλλοντας ἀκόμα καί στήν ὀρυκτή ὕλη ἕναν ἔντονο λυρισμό, ἄν ὑπάρχει καθόλου ὀρυκτός πλοῦτος στόν κόσμο του. Συνοχή καμία, τά πάντα μεταμορφώνονται καί χάνονται· αὐτός μόνο παραμένει, μπροστά σέ ἕνα θριαμβικό κενό. Ἔχοντας λυθεῖ ἀπό τά δεσμά τοῦ κόσμου καί τῆς νόησης, συγκρίνει κι αὐτός τόν ἑαυτό του μέ τόν Θεό, ὁ ὁποῖος τούτη τή φορά προβάλλει ὑπερεκχειλίζων, ὑπερβάλλων, ὑπό τό κράτος τῆς μέθης, βυθισμένος στήν ἔκσταση τῆς δημιουργίας, καί τοῦ ὁποίου τά προνόμια θά οἰκειοποιηθεῖ, ὑπό τήν ἐπίδραση μιᾶς αἰφνίδιας παντογνωσίας, μιᾶς στιγμῆς θαυματουργίας ὅπου τό δυνατό, ἐγκαταλείποντας τό Μέλλον, ἔρχεται νά διαλυθεῖ μέσα στή στιγμή, νά τή φουσκώσει, νά τή διαστείλει τόσο πολύ, ἕως νά τήν κάνει νά σκάσει.
Ἄν αὐτός ὁ sui generis σκεπτικιστής, σέ αὐτό ἀκριβῶς τό σημεῖο πού ἔχει φτάσει, καταθορυβεῖται ἀπό κάτι εἶναι μήπως καί ξαναβρεθεῖ σέ μιά περίοδο δυσκολιῶν. Τουλάχιστον ὅμως θά τοῦ εἶναι μπορετό νά κοιτάξει τήν ἀμφιβολία πάνω στήν ὁποία στιγμιαία θριάμβευσε ἐκ τῶν ἔξω· ὅλως ἀντιθέτως πρός τόν ἄλλον σκεπτικιστή, ὁ ὁποῖος εἶναι κλειδωμένος μέσα της γιά τά καλά. Ὑπερέχει ἐπίσης καί σέ κάτι ἄλλο, ὅτι μπορεῖ νά ἀνοιχτεῖ σέ ἐμπειρίες διαφορετικῆς τάξεως, σάν αὐτές πού δοκιμάζουν τά θρησκευτικά πνεύματα, τά ὁποῖα ἀξιοποιοῦν, ἐκμεταλλεύονται τήν ἀμφιβολία, τήν καθιστοῦν ἕνα στάδιο σέ μιά ἐξελισσόμενη πορεία, ἕναν διαβατικό τόπο δυστυχίας, ἀπό τόν ὁποῖον διέρχονται ὑποχρεωτικά γιά νά μεταβοῦν στό ἀπόλυτο καί νά ἀγκυροβολήσουν ἐκεῖ. Εἶναι οἱ προδότες τοῦ σκεπτικισμοῦ, τό παράδειγμα τῶν ὁποίων θά ἤθελε νά ἀκολουθήσει: στόν βαθμό πού τό καταφέρνει, διαβλέπει πώς ἡ κατάργηση τῶν αἰσθήσεων μπορεῖ νά ὁδηγεῖ καί σέ κάτι ἄλλο, ὄχι μόνο σέ ἕνα ἀδιέξοδο. Ὁ Σαριπούτα, μαθητής του Βούδα, ἀναφωνεῖ: «Ἡ Νιρβάνα εἶναι ἡ ἀπόλυτη μακαριότητα»! Ὅταν τοῦ ἀντιτείνουν ὅτι δέν μπορεῖ νά ὑπάρχει μακαριότητα ἐκεῖ ὅπου δέν ὑπάρχουν αἰσθήσεις, ὁ Σαριπούτα ἀπαντᾶ: «Μά ἡ μακαριότητα εἶναι ἀκριβῶς αὐτό, ὅτι λείπει ἀπό αὐτήν κάθε μορφή αἴσθησης». Ἀπό ἕνα τέτοιο παράδοξο ξεμπλέκει ὅποιος, παρά τίς δοκιμασίες καί τή φθορά δυνάμεων, διαθέτει ἀκόμα ἀρκετούς πόρους γιά νά συναντήσει το εἶναι στίς παρυφές τοῦ κενοῦ καί γιά νά ὑπερκεράσει, ἔστω καί ἐπί βραχύ διάστημα, τούτη τή σφοδρή ὄρεξη γιά μή-πραγματικότητα ἀπό τήν ὁποία ξεπηδᾶ ἡ ἀδιάψευστη διαύγεια τῆς ἀμφιβολίας, ἀπέναντι στήν ὁποία μποροῦμε νά ἀντιτάξουμε μόνο ἐξω-ὀρθολογικές προφάνειες, ὅπως τίς συλλαμβάνει μιά ἄλλη διάθεση, ἡ διάθεση γιά τό πραγματικό. Ὡστόσο, μέ τό παραμικρό ὀλίσθημα, ἡ παλαιά ἐπωδός «γιατί τοῦτο ἐδῶ καί ὄχι τό ἄλλο;» ἐπανακάμπτει· καί αὐτή ἡ ἐπίμονη ἐπάνοδος, ἡ συνεχής παλλιλογία, ρίχνουν τή συνείδηση σέ μιά καταραμένη ἀχρονικότητα, σέ ἕνα παγωμένο γίγνεσθαι, ὅσο κι ἄν τό κάθε ναί καί τό κάθε ὄχι τήν καθιστοῦν μέτοχο τῆς ὑπόστασης τοῦ Χρόνου, ἀπό τήν ὁποία αὐτά ἐκπορεύονται καί τήν ὁποία διακηρύσσουν.
~.~
Κάθε ἀπόφανση καί, a fortiori, κάθε πεποίθηση πηγάζει ἀπό ἕνα βάθος βαρβαρότητας, τό ὁποῖο ἡ πλειονότητα, ἄν ὄχι τό σύνολο τῶν ἀνθρώπων, κατά καλή τους τύχη τό διαφυλάσσουν· μόνο ὁ σκεπτικιστής, ὁ γνήσιος, ὁ συνεπής, τό ἔχει ἀπωλέσει ἤ ἔχει κλείσει μαζί του κάθε λογαριασμό· κάποια ἀσαφῆ ἴχνη διατηροῦνται, πολύ ἀδύναμα ὅμως ὥστε νά ἐπηρεάσουν τή συμπεριφορά του ἤ τή διαμόρφωση τῶν ἰδεῶν του. Ἔτσι, ἄν ὁ μεμονωμένος σκεπτικιστής ἀπαντᾶ σέ κάθε ἐποχή, ὁ σκεπτικισμός ὡς ἱστορικό φαινόμενο ἀπαντᾶ μόνο σέ περιόδους ὅπου ἕνας πολιτισμός δέν ἔχει πλέον «ψυχή», μέ τό νόημα πού δίνει ὁ Πλάτων σέ αὐτή τή λέξη, ἤτοι ὡς «τό ἀφ’ ἑαυτοῦ κινούμενον» ἔμψυχο ὄν (Φαῖδρος, 245c-d). Ἐλλείψει ὁποιασδήποτε ἀρχῆς κίνησης, θά συνέχιζε ἄραγε ὁ πολιτισμός νά ἔχει παρόν, κυρίως ὅμως νά προβάλλεται στό μέλλον; Καί ὅπως ἀκριβῶς ὁ σκεπτικιστής, στό τέλος τοῦ ὑπονομευτικοῦ του ἔργου, ὑπέστη μιά συντριβή παρόμοια μέ ἐκείνη πού εἶχε ἐπιφυλάξει στίς βεβαιότητες, ἔτσι καί ὁ πολιτισμός, ἀφοῦ ὑπέσκαψε ὁ ἴδιος τίς ἀξίες του, καταρρέει μαζί τους καί περιέρχεται σέ μιά κατάσταση παρακμῆς ὅπου ἡ βαρβαρότητα φαντάζει ἡ μόνη θεραπεία, πρᾶγμα πού καταμαρτυρεῖται καί ἀπό τίς φραστικές βολές τοῦ Σαλβιανοῦ ἐνάντια στούς Ρωμαίους στίς ἀρχές τοῦ 5ου αἰῶνα: «Καμία ἀπό τίς πόλεις σας δέν εἶναι ἁγνή, ἐκτός ἀπό ἐκεῖνες πού τίς κατοικοῦν οἱ βάρβαροι» (Salvianus, De Gubernatione Dei, v-5). Πιθανῶς, ἐν προκειμένῳ, δέν ἀνακινεῖται ἕνα ζήτημα ἐλευθεριότητας, ἀλλά ἑνός κόσμου σέ ἀταξία. Ἡ ἐλευθεριότητα, ἡ κραιπάλη, ἄν θέλετε, ἐφαρμόζουν καλά στόν πολιτισμό ἤ μπορεῖ, ἔστω, αὐτός νά τά βολέψει μέ αὐτές μιά χαρά. Ἡ ἀταξία ὅμως, ὅταν ἐξαπλώνεται, τόν φοβίζει, γι’ αὐτό καί ὁ πολιτισμός στρέφεται πρός ἐκείνους πού εἴτε τήν ἀποφεύγουν εἴτε μένουν ἀμέτοχοι. Τότε εἶναι πού ὁ βάρβαρος τίθεται ἐπί τό ἔργον ἀσκῶντας τήν ἀκατανίκητη γοητεία του, πού αἰχμαλωτίζει τις λεπταίσθητες ψυχές, τά σπαρασσόμενα ἐσωτερικά πνεύματα, πού προκαλεῖ τή ζηλοτυπία καί τόν κρυφό θαυμασμό τους, καί πού τούς κάνει, χωρίς νά τό ὁμολογοῦν ἀνοιχτά, νά εὔχονται νά γίνουν σκλάβοι του. Ὅτι ἐπίσης τόν φοβοῦνται, γι’ αὐτό δέν χωρεῖ ἀμφιβολία· τοῦτος ὅμως ὁ φόβος, ἐλάχιστα ὠφέλιμος, συμβάλλει στή μελλοντική τους καθυπόταξη, καθώς τούς ἀποδυναμώνει, τούς παραλύει, τούς γεννᾶ ὅλο καί μεγαλύτερους ἐνδοιασμούς, τούς ὁδηγεῖ σέ ἀδιέξοδο. Ἡ παραίτηση, πού στήν περίπτωσή τους συνιστᾶ τή μόνη διέξοδο, συνεπάγεται ὄχι μόνο τήν ἀναστολή τῆς κρίσης ἀλλά καί τήν παύση τῆς βούλησης, ὄχι μόνο τήν ἔκπτωση τοῦ λόγου ἀλλά καί τήν κατάπτωση τῶν ὀργάνων. Στή φάση αὐτή, ὁ σκεπτικισμός εἶναι ἄρρηκτα συνδεδεμένος μέ μιά σωματική ἀναπηρία. Μιά εὔρωστη διάπλαση τόν ἀποκηρύσσει, τόν προσπερνᾶ∙ ἕνας ἐξασθενημένος ὀργανισμός ὑποκύπτει, ἁρπάζεται ἀπό αὐτόν. Θά θελήσει, στήν συνέχεια, νά τόν ξεφορτωθεῖ; Δύσκολα θά τά καταφέρει μόνος του, γι’ αὐτό καί θά ζητήσει τή βοήθεια τοῦ βαρβάρου, ὁ ρόλος τοῦ ὁποίου δέν εἶναι νά ἐπιλύει, ἀλλά νά καταστέλλει τά προβλήματα, καθώς καί τήν παρουσία μιᾶς συνδεδεμένης μέ αὐτά ὑπεροξυμμένης συνείδησης, ἡ ὁποία βασανίζει τόν ἀδύναμο ἄνθρωπο, ἀκόμα κι ἄν ἔχει ἀπαρνηθεῖ κάθε θεωρησιακή δραστηριότητα. Διότι μέσα σέ τούτη τή συνείδηση ὑποβόσκει συνεχῶς μιά νοσηρή καί ἀσίγαστη ἀνάγκη, προγενέστερη κάθε θεωρητικῆς περιδίνησης, ἡ ἀνάγκη τοῦ ἀδύναμου ἀνθρώπου νά πολλαπλασιάζεται μέσα στούς παιδεμούς, τά βάσανα καί τίς ματαιώσεις, νά εἶναι σκληρός, ὄχι πρός τούς ἄλλους, ἀλλά πρός τόν ἑαυτό του. Ὁ λόγος δέν τοῦ χρησιμεύει γιά νά φέρει τή γαλήνη μέσα του, ἀποβαίνει ἁπλῶς ἕνα ὄργανο αὐτοβασανισμοῦ: τοῦ παρέχει πειστικά κατά τοῦ ἑαυτοῦ του ἐπιχειρήματα, δικαιολογεῖ τή θέλησή του νά ἐκπέσει, τόν κολακεύει, φροντίζει νά τοῦ καταστήσει τήν ὕπαρξη ἀνυπόφορη. Καί πράγματι, σέ μιά ὕστατη ἀπελπισμένη προσπάθεια ἐνάντια στόν ἑαυτό του, ἐκλιπαρεῖ τόν ἐχθρό του νά ἔρθει νά τόν λυτρώσει ἀπό τό τελικό του μαρτύριο.
Τό φαινόμενο τῆς βαρβαρότητας, τό ὁποῖο μοιραῖα εἰσβάλλει ἐπί σκηνῆς σέ ὁρισμένες κρίσιμες ἱστορικές καμπές, εἶναι ἴσως κάτι κακό, ἀναγκαῖο ὅμως κακό∙ ἐπιπλέον, οἱ μέθοδοι πού χρησιμοποιοῦνται γιά τήν καταπολέμησή του, ἐπισπεύδουν τήν ἔλευσή του, διότι γιά νά εἶναι ἀποτελεσματικές πρέπει νά εἶναι ἄγριες, πρᾶγμα στό ὁποῖο ἕνας πολιτισμός δύσκολα δέχεται νά συγκατανεύσει· ἀκόμα ὅμως κι ἄν ἐμφανιζόταν πρόθυμος γιά κάτι τέτοιο, δέν θά τά κατάφερνε λόγω ἔλλειψης σθένους. Τό καλύτερο πού ἔχει νά κάνει, ὄντας στό λυκόφως τῆς δόξας του, εἶναι νά ὑποκλιθεῖ μπροστά στούς βαρβάρους· δέν τοῦ εἶναι ἐξάλλου ἀπεχθεῖς, γνωρίζει ὅτι ἤδη ἀντιπροσωπεύουν, ἐνσαρκώνουν, τό μέλλον. Ἀφ’ ἧς στιγμῆς ἡ Αὐτοκρατορία ὑπέστη εἰσβολή, οἱ ἄνθρωποι τῶν γραμμάτων (ἀξίζει νά ὑπομνήσουμε τόν Σιδώνιο Ἀπολλινάριο, τόν Ἐννόδιο καί τόν Κασσιόδωρο) ἔγιναν, ὅπως ἦταν φυσικό, ἐγκωμιαστές τῶν γότθων βασιλιάδων. Οἱ ὑπόλοιποι, ἡ μεγάλη μᾶζα τῶν ἡττημένων, κατέφυγαν στή διοίκηση ἤ στή γεωργία, καθώς ἦταν πολύ μαλθακοί γιά νά τούς ἐπιτραπεῖ νά κληθοῦν ὑπό τά ὅπλα. Μεταστραφέντες στόν χριστιανισμό λόγω ψυχικῆς κόπωσης, δέν ἦταν σέ θέση νά ἐξασφαλίσουν οἱ ἴδιοι τήν ἐπικράτησή του: τούς βοήθησαν οἱ κατακτητές. Μιά θρησκεία δέν εἶναι τίποτα ἀπό μόνη της∙ ἡ μοῖρα της ἐξαρτᾶται ἀπό ἐκείνους πού τήν υἱοθετοῦν. Οἱ καινοί θεοί θέλουν καινούς ἀνθρώπους, δυνάμενους σέ κάθε περίπτωση νά ἀποφαίνονται, νά ἐπιλέγουν, νά λένε ἕνα ξεκάθαρο ναί ἤ ὄχι, ἀντί νά ἀναλώνονται σέ κάθε λογῆς στρεψοδικία ἤ, καταχρώμενοι τίς πλεῖστες ὅσες σημασιολογικές ἀποχρώσεις, νά καταντοῦν καχεκτικοί. Ἡ ἀρετή τῶν βαρβάρων, ἀκριβῶς ἐπειδή ἔγκειται στή δύναμή τους νά διαλέγουν στρατόπεδο, νά καταφάσκουν καί νά ἀποφάσκουν, τιμᾶται δεόντως σέ καιρούς ἀποσύνθεσης. Ἡ νοσταλγία τῆς βαρβαρότητας εἶναι ἡ τελευταία λέξη ἑνός πολιτισμοῦ∙ ὁμοίως εἶναι καί ἡ τελευταία τοῦ σκεπτικισμοῦ.
Λαμβάνει τέλος ὁ κύκλος τῶν πραγμάτων∙ μέ τί βαυκαλίζεται, τότε, ἕνα ἀποκαρδιωμένο μέ τά πάντα γύρω του πνεῦμα, ἄν ὄχι μέ τήν εὐκαιρία πού προσφέρεται στούς ἀγρίους νά ποντάρουν πάνω στό δυνατό, νά ριχτοῦν σέ αὐτό μέ τά μοῦτρα; Ἀνήμπορο τό πνεῦμα αὐτό νά ὑπερασπιστεῖ ἀμφιβολίες πού δέν καλλιεργεῖ πλέον ἤ νά προσυπογράψει νεοσύστατα δόγματα πού καταφρονεῖ, ἁπλῶς χειροκροτεῖ –αὐτό κι ἄν συνιστᾶ τήν ὕψιστη μορφή ἐθελούσιας ἐξόδου τῆς διάνοιας– τίς ἀδιάψευστες μαρτυρίες τοῦ ἐνστίκτου: ὁ Ἕλληνας κλίνει τό γόνυ στόν Ρωμαῖο, ὁ ὁποῖος μέ τή σειρά του ὑποβάλλει τά σέβη του στόν Γερμανό, σύμφωνα μέ μιά ἀπαρέγκλιτη τήρηση ἑνός ρυθμοῦ, σύμφωνα μέ ἕναν νόμο πού ἡ Ἱστορία σπεύδει σήμερα, πολύ καλύτερα ἀπ’ ὅ,τι στήν ἀρχή τῆς χριστιανικῆς ἐποχῆς μας, νά καταδείξει. Ἡ μάχη εἶναι ἄνιση ἀνάμεσα σέ λαούς πού λογοκοπούν καί σέ λαούς πού σιωποῦν, πόσω μᾶλλον πού οἱ πρῶτοι, ἔχοντας ἐξαντλήσει τή ζωτικότητά τους σέ σχολαστικές λεπτολογίες, θέλγονται τώρα ἀπό τήν τραχύτητα καί τή σιωπή τῶν δεύτερων. Ἄν ἀληθεύει αὐτό γιά μιά συλλογικότητα, τί νά ὑποστηρίξουμε τότε ὅτι ἰσχύει γιά ἕνα ἄτομο, ἰδιαίτερα γιά τόν σκεπτικιστή; Δέν πρέπει, λοιπόν, νά μᾶς ἐκπλήσσει πού τόν βλέπουμε, αὐτόν τόν ἐπιτηδευματία τῆς λεπτότητας, μέσα στήν ἄκρα μοναξιά του, νά στέκεται φίλος καί συνεργός τῶν ὀρδῶν.
*
*
*
