Ο Λευτέρης

*

του ΔΗΜΗΤΡΗ Ε. ΣΟΛΔΑΤΟΥ

Ήρθε στο σπίτι μας γατάκι μαύρο, με μιαν άσπρη τούφα στον λαιμό. Έτρεχε σαν σαΐτα. Και με τον ίσκιο του τρόμαζε. Έκανα μήνες να το αγγίξω. Του χάιδευα, ενώ έτρωγε, το κεφαλάκι, μα όταν τέλειωνε το φαγητό του, φσστ!… και χάνονταν. Πάνω στον χρόνο μ’ εμπιστεύτηκε περισσότερο. Αν το κρατούσα τρυφερά, μπορούσα να του δείχνω μια βιαστική στοργή. Κι ύστερα ασφυκτιούσε κι έφευγε. Αυτή του η τάση γι’ αδιαπραγμάτευτη ελευθερία, μ’ έκανε να τ’ ονομάσω Λευτέρη.

Ήταν όμορφος σαν πούμα κι έκρυβε, κάτω απ’ την φαινομενική αγριάδα του, μιαν ευαισθησία απροσδιόριστη, μα τόσο χειροπιαστή όταν η αφή μου ηλεκτρίζονταν απ’ την στιλπνή του γούνα.

Συνήθιζα να κρατάω τα μπροστινά του πόδια και να πλησιάζω το πρόσωπό μου στην μουρίτσα του λέγοντας: «Αχ, πώς τον αγαπώ, πώς τον αγαπώ εγώ τον Λευτέρη!» Τότε εκείνος σταμάταγε να στριφογυρίζει, προσπαθώντας να ξεφύγει, και με κοίταζε στα μάτια με μια κάποια έκπληξη, αναμειγμένη με ηδονή αδιόρατη.

Μια μέρα, πιστεύοντας πως γίναμε πλέον φίλοι και πως η παραμικρή δυσπιστία δεν χωρούσε ανάμεσά μας, κόλλησα το πρόσωπό μου στην μυτίτσα του κι επανέλαβα τις τρυφερές λεξούλες που συνήθιζα, αφήνοντας για πρώτη φορά ελεύθερα τα μπροστινά του ποδαράκια. Ξάφνου, μια τσουχτερή αστραπή μυρμήγκιασε το μέτωπό μου κι ο κόσμος έγινε κατακόκκινος απ’ το αίμα που έπνιξε τα μάτια μου απ’ την νυχιά του Λευτέρη! Τον πέταξα κάτω κι έτρεξα στον καθρέφτη. Όλο το φρύδι μου πεσμένο, και το αίμα στον νιπτήρα ποτάμι… Πετάχτηκα έξω. Ο Λευτέρης αμέριμνος τρίφτηκε στα πόδια μου. Με μια τρομερή κλωτσιά, τον πέταξα πέντε μέτρα ψηλά! Ούτε ξέρω πού προσγειώθηκε, μόνον νομίζω πως άκουσα κόκαλα να τρίζουν κι έναν υπόκωφο γδούπο εκεί που έπεσε.

Τέσσερα ράμματα μου έβαλαν στο νοσοκομείο. Είχα άγιο! Λίγο πιο κάτω αν έτρωγα την νυχιά, θα έχανα το μάτι μου! Ο θυμός μου κράτησε μέρες. Αν παρουσιάζονταν μπροστά μου, θα τον σκότωνα επιτόπου. Ένιωθα προδομένος. Αργότερα μ’ έπνιξαν οι τύψεις. Τον έψαξα παντού, δεν τον βρήκα πουθενά.

Μια φορά τον πήρε το μάτι μου στο απέναντι χωράφι. Τον μαύλισα, του μίλησα τρυφερά, τίποτα. Τον κυνήγησα να τον πιάσω και κρύφτηκε στην κουφάλα μιας ελιάς. Από κει, μέσ’ απ’ την κουφάλα,  απ’ το μισοσκόταδο, με κοίταγε τρομαγμένος. Πλησίασα, του ψιθύρισα τ’ αγαπημένα του λογάκια, του ζήτησα συγγνώμη, τον ικέτευσα να βγει, μάταια. Του έβαλα φαγητό έξω απ’ την κουφάλα κι απομακρύνθηκα, δεν βγήκε. Την άλλη μέρα το φαγητό ήταν άθικτο, δεν καταδέχτηκε. Πέρασαν πάνω από έξι μήνες, δεν τον ξανάδα.

Κάποιο βράδυ, ενώ γύριζα σπίτι, ένα μαύρο κουβάρι τυλίχτηκε στα πόδια μου κλαψουρίζοντας ικετευτικά… Έσκυψα, και τι να δω: ήταν ο Λευτέρης! Ταλαίπωρος, καχεκτικός, σκιά του παλιού εαυτού του. Γονάτισα και τον χάιδεψα, χωρίς να του κρατήσω τα πόδια. Τον φιλούσα στο βρώμικο τρίχωμα και στην γδαρμένη μυτούλα, ψιθυρίζοντάς του ό,τι πιο τρυφερό μπορούν να ψιθυρίσουν ανθρώπινα χείλια σε γάτα. Τον πήγα σπίτι αγκαλιά και τον τάισα γαλατάκι, όπως την πρώτη φορά που τον είδα. Το έπινε δίχως όρεξη, λες κι ήθελε, απλώς, να μ’ ευχαριστήσει. Κι εγώ, ξαπλωμένος κάτω, στο ύψος των ματιών του, έκλαιγα από χαρά κι από τύψεις και του ορκιζόμουν πως ποτέ, μα ποτέ δεν πρόκειται να τον ξαναχτυπήσω, ακόμα κι αν εκείνη την στιγμή έχυνε στο χώμα τα μάτια μου! Ο Λευτέρης έγλειψε ανόρεχτα και την τελευταία σταγόνα και τρίφτηκε κλαψουρίζοντας, ακόμα μια φορά, στα πόδια μου. Ύστερα, σαν κάπου να είχε να πάει και άργησε, χάθηκε στο σκοτάδι…

Την άλλη μέρα, στο διπλανό χωράφι, τον βρήκαν οι γειτόνοι κοκαλωμένο. Δίχως αίματα, δίχως πληγές, δίχως κανείς να μάθει την αιτία, ο Λευτέρης πέθανε. Λες και το ’ξερε, κι ήρθε το βράδυ που πέρασε να μ’ αποχαιρετήσει.

*

*

*