*
Διακόσια χρόνια από την έκδοση της «Λύρας»
του ΚΩΣΤΑ ΧΑΤΖΗΑΝΤΩΝΙΟΥ
Ποιος δεν ξέρει τον περίφημο σολωμικό στίχο για την Ελευθερία που προβάλλει «σαν και πρώτα ανδρειωμένη» από τα ιερά κόκκαλα των Ελλήνων, όπου εκατοικούσε για αιώνες πικραμένη κι εντροπαλή; Γραμμένοι το 1823 στη Ζάκυνθο αυτοί οι στίχοι, δεν μπορούσαν φυσικά να διαβαστούν αμέσως από το άλλο μέγα τέκνο της Ζακύνθου που βρισκόταν τότε στη Γενεύη. Μακριά από την θαυμασίαν νήσο που του έδωσε την πνοήν και του Απόλλωνος τα χρυσά δώρα, ο Ανδρέας Κάλβος έγραφε, τον ίδιο καιρό, τις περίφημες Ωδές, οι δέκα πρώτες εκ των οποίων («Η Λύρα») δημοσιεύονταν πριν από διακόσια ακριβώς χρόνια στην πόλη όπου η ανεξερεύνητη τύχη των Ελλήνων θέλησε να ζει, την ίδια εποχή, και ο Ιωάννης Καποδίστριας, παραστάτης και βοηθός του Κάλβου σε μια ζωή που «έθρεψαν κι εθεράπευσαν οι ακτίνες της υπεργλυκυτάτης Ελευθερίας («Λύρα», 1, 10). Δέσποζε το 1824 στη φιλελληνική κίνηση της Γενεύης η μορφή του Καποδίστρια που ζούσε με αφάνταστες στερήσεις καθώς σχεδόν όλη του η αποζημίωση από το υπουργείο Εξωτερικών της Ρωσίας πήγαινε στις ανάγκες του Αγώνα. Αυτός, ο Καποδίστριας, είναι ο άνθρωπος που θα μεσολαβήσει στον καλό φίλο των Ελλήνων, τον Γαλλοελβετό τραπεζίτη Εϋνάρδο για να χρηματοδοτήσει και την έκδοση της «Λύρας».
Αν, όπως ο Σολωμός, είναι εύλογο να αφιερώνει και ο Κάλβος μια ωδή Εις Ελευθερίαν, ως τη μόνη δικαίωση (ή διέξοδο αν προτιμάτε) της υπάρξεως, για μας, τα «Δυστυχισμένα πλάσματα/ Της πλέον δυστυχισμένης/ Φύσεως, [που] τελειώνομεν/ Ένα θρήνον και εις άλλον/ Πέφτομεν πάλιν» αφού «κατεδικάσθημεν,/ Άθλιοι, κοπιασμένοι,/ Πάντα να κατατρέχωμεν,/ Αλλά ποτέ δεν φθάνομεν,/ Την ευτυχίαν (9, 1-2), η δική του Ελευθερία δεν γεννιέται μέσα από τα ιερά οστά των Ελλήνων, όπως η σολωμική, αλλά μέσα από τη θάλασσα, όπως περιγράφει στην περίφημη δέκατη ωδή· την ωδή που υπό τον τίτλο Ο Ωκεανός, αφηγείται τη γέννηση της Ελευθερίας, όταν μετά από μια νύκτα δουλείας αιώνων (τότε που η φύσις όλη έμοιαζε εις τα φρικτά βασίλεια του θανάτου απ’ όπου ήχος ποτέ δεν έρχεται ύμνων ή θρήνων– 10,5), φτάνει η στιγμή που οι Ώρες ανοίγουν τα ηώα Κάγκελα των μακαρίων Σταύλων και τα ακάμαντα άλογα του Ηλίου εκβαίνουν (10,6), για να φωτίσουν τους ουρανούς.
Σ’ αυτό το φως της νέας ημέρας που η γη ξανανθίζει, προβάλλει ενθυμούμενη την Ελλάδα, η λαμπροτάτη Κόρη [του] Διός, η του κόσμου Μόνη παρηγορία (10,18): η Ελευθερία. Θεά που στέκεται ορθή στις ακτές της μαρτυρικής Χίου, κλαίοντας και μ’ ανοιχτά χέρια [εικόνα που φέρνει ευθύς στον νου την Επί τα ερείπια του Μεσολογγίου Ελλάδα του Ντελακρουά], η Ελευθερία απευθύνεται στον Ωκεανό, τον Κύριο των υδάτων και πατέρα των αθανάτων χορών, για να τον παρακαλέσει να της αποδώσει και πάλι τον ένδοξο θρόνο που είχε κάποτε στην Ελλάδα και τώρα κατακρατούν οι τύραννοι (10, 20-21). Θα γίνει. Τα γενναία πεφιλημένα θρέμματα [του] Ωκεανού, της Ελλάδος [τα] γνήσια τέκνα, οι πρωτοστάται [της] Ελευθερίας, αναλαμβάνουν με την Επανάσταση την αποκατάσταση του ιστορικού θρόνου. Οι τελευταίες οκτώ στροφές της δέκατης ωδής (οι στροφές 30-37 που κλείνουν τη «Λύρα»), είναι ένας ύμνος στη θαλάσσια ισχύ της Επανάστασης, της Σπετζίας, της Ύδρας, των Ψαρών, όπου ποτέ δεν άραξε/ φόβος κινδύνου, ύμνος για τις πρώρες που πετάουν, κροτούν, συντρίβουσι τους θαλασσίους πύργους των εχθρών. Τη νίκη αυτή έχει οριστεί να υψώσει η λύρα του Κάλβου διότι αν ήρωες δοξάζονται, το θείον φιλεί τους ύμνους. Όσο για τους τυράννους, μόνο με ένα τρόπο μπορεί κανείς να τους απευθυνθεί αξιοπρεπώς· με τον τρόπο που κλείνει «Η Λύρα»: Οθωμανέ, υπερήφανε,/ Πού είσαι; νέον στόλον/ Φέρε, ω μωρέ, και σύναξε,/ Νέαν δάφνην οι Έλληνες/ Θέλουν αρπάξειν.
Η από των κυμάτων αναδυομένη και διογενής ελευθερία, δεν είναι ωστόσο μόνον η υψίστη προσωποποίηση των θαλασσίων θριάμβων του Αγώνα. Ούτε μόνον το θέατρο της εξελισσόμενης Ιστορίας ή της οδύνης η οποία εκφράζεται στις δέκα επόμενες Ωδές, οι οποίες θα εκδοθούν στο Παρίσι μετά από δύο χρόνια («Λυρικά»), μετά δηλαδή από τα τρομερά ολοκαυτώματα του 1824 στα Ψαρά και στην Κάσο, αλλά και μετά τις εμφύλιες συγκρούσεις που οδηγούσαν την Επανάσταση να μοιάζει πως ψυχορραγεί στο Μεσολόγγι. Είναι και η ύπατη Θυσία, ο ανυπόταχτος μέχρις εσχάτων αγώνας. Ναι, ακόμη και επί το μέγα ερείπιον η Ελευθερία ολόρθη παραμένει (Εις Ψαρά, 12, 24), έστω και αν τα αιγαία νερά/ βαμμένα κύματα έχουν/ γέμοντα από σφαγάδια (Τα Ηφαίστεια, 13, 24). Στη δέκατη τέταρτη ωδή, την Εις Σάμον, ο ποιητής εξηγεί: δεν θέλει, απλώς αρετήν και τόλμην η ελευθερία (14,1)· ο αιώνιος στέφανος τον οποίο ο ποιητής καλεί την Ελευθερία να πλέξει ειδικά για τη Σάμο, τον μέγα τρόμο της Ασίας και έχει ως έμπνευση τόσο τη δράση των Σαμίων στα μικρασιατικά παράλια, όσο και την κοινωνική αποφασιστικότητα των περίφημων «Καρμανιόλων» ενάντια στον κοτζαμπασισμό, φωτίζει το βαθύτερο οντολογικό της περιεχόμενο. Αν είναι γνωστός ο ένδοξος ανταρτοπόλεμος του Κολοκοτρώνη που έσωσε στον Μοριά την Επανάσταση, οι καταδρομικές επιχειρήσεις των Σαμίων στο Αιγαίο αλλά και η σύνδεση εθνικού και κοινωνικού ριζοσπαστισμού, είναι η λιγότερο γνωστή αλλά οριστική σήμανση της Ελευθερίας, ο μόνος αγώνας που δίνει νόημα στην αρχαία δόξα. Έτσι, η τελευταία στροφή της ωδής δεν είναι απλώς έκκληση για την απελευθέρωση της Σάμου ή γενικότερα της Ελλάδας αλλά ορισμός οντολογικός. Μόνον Εάν φιλοτιμούμεθα/ να την ξαναποκτήσωμεν/ μ’ ίδρωτα και με αίμα,/ καλόν είναι το καύχημα/ της αρχαίας/ δόξης. Ειδάλλως, σ’ ένα λαό που σε όλη την ιστορία του «συμμέτρως εχόρευσε», σύμμετρα ταιριάζει να πεθάνει, όπως θα γράψει κλείνοντας την εικοστή και τελευταία ωδή ο ποιητής.
Άσφαιρα λόγια ποιητή; Διόλου. Με τις δύο συλλογές του στα χέρια, και με λαμπρό όνομα ήδη μεταξύ των φιλελλήνων των Παρισίων, όπου ζει από το 1825, συγκλονισμένος από την πτώση του Μεσολογγίου, ο Κάλβος αποφασίζει να κατέλθει στην Ελλάδα. Στις 2 Ιουλίου 1826 (ν.η.) αναχωρεί από την Τουλόν, με τη φορτηγίδα «La Truite» («Πέστροφα»), όπως πιστοποιεί έγγραφο της αστυνομίας της Τουλόν (Βλ. Γ. Θ. Ζώρας, «Βιογραφικά εις τον Κάλβον», Παρνασσός, Γ΄ 3, 1961, σ. 460). Μαζί του ο κόμις Ευγένιος ντ’ Αρκούρ και τρία άτομα ακόμη του κομιτάτου. Λίγες ημέρες μετά φτάνει στο Ναύπλιο, με διάθεση να προσφέρει το αίμα του στον βωμό της Πατρίδος για την οποία έγραφε. Τις ίδιες ημέρες (με την ίδια αποστολή) έφταναν στο Ναύπλιο δώδεκα πλοία με πολεμοφόδια και τροφές, σταλμένα από το κομιτάτο των Παρισίων, αφού διέφυγαν από τον κλοιό του οθωμανικού στόλου. Στην πλατεία του Πλατάνου ο Κολοκοτρώνης θα διάβαζε τις επιστολές των Γάλλων φιλελλήνων που προέτρεπαν σε ομόνοια και λήθη του παρελθόντος.
Αλίμονο. Οι εμφύλιες διαμάχες, οι ατομικές αντιζηλίες, τα κομματικά πάθη θα συγκλόνιζαν τον Κάλβο, πολύ περισσότερο από τη βαθιά απογοήτευση που –είναι ανθρώπινο– θα ένιωσε αντικρίζοντας την αδιαφορία για το ποιητικό του έργο. Ο ευθύς και αυστηρός χαρακτήρας του και ο ξένος προς κάθε ιδιοτέλεια πατριωτισμός του, θα τον οδηγήσουν στην απόφαση, λίγες εβδομάδες μετά, στα μέσα Αυγούστου, να φύγει για την Κέρκυρα. Ο Θεόκλητος Φαρμακίδης, αρχισυντάκτης της «Γενικής Εφημερίδος της Ελλάδος» (της πρώτης ελληνικής «Εφημερίδας της Κυβερνήσεως») που διάβασε τις Ωδές του, αδιαφόρησε μεγαλοπρεπώς. Είναι χαρακτηριστικές δύο επιστολές του διαφωτιστή θεολόγου, οι οποίες απευθύνονται προς τον Κωνσταντίνο Ασώπιο που διδάσκει εκείνη την εποχή στην Ιόνιο Ακαδημία. Από αυτές μαθαίνουμε ότι με την ευκαιρία του ταξιδιού «Κάλβου τινός» στην Κέρκυρα, του παρέδωσε να μεταφέρει φύλλα της «Γενικής Εφημερίδος» (πρώτη επιστολή) ενώ με μια επόμενη αποστολή (διαβάζουμε στη δεύτερη επιστολή) θα έστελνε φύλλα της «Εφημερίδος» στον Ασώπιο, τόσο για τον ίδιο, όσο και «διά τινα Α. Κάλβον, Ζακύνθιον ποιητήν».
Αυτός ήταν ο τρόπος που αντιμετωπίστηκε από την αναγεννώμενη πατρίδα και την εκκολαπτόμενη γραφειοκρατία της, ο ποιητής που ύμνησε συνταρακτικά όσο κανείς την ελληνική ελευθερία. Αν κάποιοι αβασάνιστα έχουν επικρίνει τον Διονύσιο Σολωμό για το γεγονός ότι δεν ταξίδεψε στην επαναστατημένη Ελλάδα, η τύχη του Κάλβου στο Ναύπλιο δίνει, ίσως, μιαν απάντηση. Δεν γνωρίζουμε αν ο ποιητής είχε τις φυσικές δυνάμεις να δώσει, παρακάμπτοντας την κυβερνητική περιφρόνηση, στην πρώτη γραμμή της μάχης το παρών. Αδυνατούμε ωστόσο να φανταστούμε πως δεν υπήρχε έστω μια θέση στα μινιστέρια των σπουδαρχιδών του Ναυπλίου που λίγα χρόνια αργότερα θα σταδιοδρομούσαν ως υπάλληλοι της Βαυαροκρατίας. Δεν ήταν η πρώτη και δεν θα ήταν δα η τελευταία φορά. Κάπως έτσι επί το μέγα ερείπιον η Ελευθερία ολόρθη και ημιτελής, διακόσια χρόνια τώρα, θα περιμένει το νεοελληνικό Θαύμα, αυτό που θα στερεώσει τη θαλασσογέννητη ουσία της, αυτήν που πάντα στο Αιγαίο δοκιμάζεται αλλά και πάντα στο Αιγαίο ορίζεται. Πέρα από μεγάλα και άκοπα λόγια, ο Κάλβος είναι πάντα εδώ για να μάς θυμίζει, το είπαμε ήδη, πως το καύχημα της αρχαίας δόξης έχει νόημα μόνον εάν φιλοτιμούμεθα να την ξαναποκτήσομεν μ’ ίδρωτα και με αίμα.
~.~
ΕΠΙΧΡΩΜΑΤΙΣΜΟΙ ΣΤΟ ΚΕΝΟ
γράφει ο Κώστας Χατζηαντωνίου
*
*
