Mario Andrea Rigoni, Μεταφυσική της ματαιότητας

*

Η ιστορία της ματαιότητας είναι η ιστορία του κόσμου. Η ίδια η δημιουργία δεν ήταν, σε όλη την έκταση και με όλες τις έννοιες του όρου, μια πράξη ύψιστης, απροσμέτρητης ματαιότητας; Ο Θεός δεν μπορούσε να δημιουργήσει τον κόσμο παρά μόνο έξω από τον εαυτό του, και ο κόσμος δεν μπορεί να υπάρχει παρά μόνο έξω από εκείνον και, εφόσον ο κόσμος δεν είναι και δεν θα είναι ποτέ Θεός, είναι και θα είναι πάντοτε μάταιος. Πώς θα μπορούσε να υπάρχει όχι μόνο το σύμπαν, μα κάθε ελάχιστο πράγμα, παρά μόνο μέσα στο κενό του Θεού; Πώς θα μπορούσε να ζει ο γάτος μου και πώς θα μπορούσα εγώ να είμαι διαφορετικός από αυτόν και να τον βλέπω να σκαρφαλώνει ανάμεσα στα φύλλα του σφενταμιού στον κήπο μου, παρά μόνο μέσα στο απόμακρο του Θεού;

Αν ο Θεός βρισκόταν πράγματι εδώ, αν εμείς βρισκόμασταν στην αγκαλιά του και εκείνος στη δική μας, δεν θα υπήρχε τίποτε άλλο παρά αυτός, μιας και το πεπερασμένο χάνεται στο άπειρο, το διαφορετικό στο όμοιο, με τον ίδιο τρόπο που ένα ξερό φύλλο εξαφανίζεται στη φωτιά. Μόνο στην απομάκρυνση βρίσκει χώρο το παιχνίδι του κόσμου και της γνώσης˙ αλλά, ακριβώς γι’ αυτόν τον λόγο, το παιχνίδι είναι επίσης αφοσιωμένο αιώνια στο ανεξήγητο. Οι Ωδές του Σολομώντος λένε πως δεν είναι δυνατόν να ερμηνευθούν τα θαύματα της κτίσης γιατί όποιος θα μπορούσε να τα ερμηνεύσει, θα χανόταν και θα απόμενε μόνο η ερμηνεία. Είμαστε εκ φύσεως καταδικασμένοι στο άγνωστο, στο ψεύτικο και στο μάταιο.

Όμως, ο Θεός δεν είναι εξίσου ακατανόητος, από τη στιγμή που, αντί να αναπαύεται στην αιώνια και αμετάβλητη ενατένιση της ίδιας του της ταυτότητας, θέλησε –κουρασμένος από την ήσυχη και μοναχική του ουσία– να βγει από τον εαυτό του, να εμπλακεί με τον άλλο από τον εαυτό του, σε ένα έργο που δεν μπορούσε να μην είναι ωραίο και ολέθριο συγχρόνως, θαύμα μορφών και ζωών προορισμένων να εμφανιστούν και να χαθούν στον χώρο και στον χρόνο, εργοστάσιο θαυμάτων προορισμένων στη σκόνη και στη στάχτη;

Θυσιάζοντας την τέλεια ησυχία τού είναι στον μαρασμό τού γίγνεσθαι, τη βεβαιότητα του όμοιου στην περιπέτεια του διαφορετικού, την αιώνια ακινησία στην πλημμύρα των ημερών, ο Θεός αποτύπωσε στον κόσμο το φλεγόμενο σημάδι της ματαιότητας, που είναι ταυτόχρονα γέννηση και θάνατος, δημιουργία και καταστροφή, μαγεία και τρέλα, γέλιο και τραγωδία, ομορφιά και τρόμος. Υποκύπτοντας στον πειρασμό να εξατομικευθεί και να ξεχωρίσει, μετέδωσε και στην πλάση τον πυρετό της ματαιότητας: ο ίδιος ο Αδάμ δεν ήταν ματαιόδοξος, και πάνω από όλα υπερόπτης, όταν στην Εδέμ διάλεξε το δέντρο της γνώσης αντί για το δέντρο της ζωής, πιστεύοντας ότι θα ανυψωνόταν μέχρι το θείο;

Εν τέλει, τι είναι η ματαιότητα παρά η ανάγκη να απομακρυνθείς και να ξεχωρίσεις, αρχή και νόμος –αναπότρεπτοι και κενοί συγχρόνως– κάθε ζωντανής έκφρασης; Επιθυμία αναγνώρισης και αθανασίας μες στην ανώνυμη ύλη, στην εφήμερη σάρκα; Ανήκει όμως στην ίδια τάξη πραγμάτων το γεγονός ότι αυτή η παρόρμηση, καθαυτό ευγενής, δεν μπορεί δυστυχώς να ασκηθεί παρά εις βάρος των άλλων, δημιουργώντας μια κόλαση όπου συναρπάζουν μέχρι θανάτου οι ατομικές και συλλογικές φιλοδοξίες, μεταμφιεσμένες υπό χίλια προσχήματα.

Η ματαιότητα των υποκειμένων, ατόμων ή ομάδων, που επιτρέπει να ερμηνεύσουμε όλη την τραγωδία της κοινωνίας και της ιστορίας, είναι ασφαλώς μια απεχθής διαστροφή, πώς όμως να αρνηθούμε ότι αυτή έχει το πρώτο της θεμέλιο και την τελευταία της εξήγηση στη μεταφυσική ματαιότητα; Στην ασυγκράτητη επιθυμία μας να υπάρχουμε ή, με άλλα λόγια, να μην πεθάνουμε; Ακριβώς επειδή είμαστε τίποτα, λατρεύουμε σε απεγνωσμένο βαθμό το τιποτένιο: το πέρασμα από το αναπότρεπτο στο μηδαμινό και στο πένθιμο είναι πολύ πιο σύντομο από όσο μπορούμε να φανταστούμε.

Η ματαιότητα εξουσιάζει κάθε στιγμή, κάθε σχέδιο, κάθε χειρονομία και ανθρώπινη πράξη, από την επιλογή της γραβάτας μέχρι τη γενοκτονία, από την επίδειξη μόδας μέχρι την ένοπλη σύγκρουση. Κανείς δεν είναι εντελώς απαλλαγμένος από αυτήν: μέχρι και η φαινομενική απουσία ματαιότητας, μέχρι και η μετριοφροσύνη, η άρνηση, το έλεος ή η θυσία κρύβουν σχεδόν πάντα μια μορφή ματαιότητας πιο εκλεπτυσμένη και αδιόρατη, ικανότατη στη μεταμφίεση των σκοπών της, γιατί στο βάθος δεν είναι παρά μια ακτινοβολία της φιλαυτίας, εκείνης της αρχής συντήρησης και επιβεβαίωσης του εαυτού που αποτελεί το θεμέλιο του ατόμου, δίχως το οποίο δεν θα είμαστε ικανοί ούτε να αναπνεύσουμε. Η ματαιότητα είναι η ακάθαρτη και αστείρευτη πηγή της ζωής, της κοινωνίας και της ιστορίας, εκείνο το τίποτα που, γεννώντας και μολύνοντας τα πάντα, καθιστά εύλογο ότι δεν είναι τελείως μάταιο να αφοσιωθείς στη ματαιότητα.

Μετάφραση Μαρία Φραγκούλη

*

*

*