*
Nord Stream I/II
Βάλαν μές στο πέλαγο μπουγάδα
για να πλύνουν κώλους και βρακιά,
κι αγκαλιάζει τώρα η σαπουνάδα,
μυριοπλόκαμη, κάθε στεριά.
Σκάν η μιά μετά απ’ την άλλη οι φυσα-
λίδες – Θέ-μου, τί γυαλιστερές!
Κι απο κάτω, πάντα φρέσκια, η πίσσα
περιμένει τους κολυμβητές.
«Κρίμα!» ο καρχαρίας αναστενάζει,
«Φρίκη!» συμφωνεί κι ο κοκοβιός.
Πρίν το νιώσουν οι ίδιοι, το μαράζι
κιόλας ο Μεγάλος Αδελφός
μές στα σπάραχνά-τους το διαβάζει.
Δέν τους κρύβει, δέν τους σώζει ο αφρός…
///
Ο φράχτης
Νάρκες. Σύρματα. Περιπολίες. Σκοπιές.
Κι όμως θά ’ρθει η νύχτα που θα κάψουν
των νομάδων οι μυριόγλωσσες φωτιές
την καρδιά της πολιτείας. Θα πάψουν
να φοβούνται οι κουρελήδες τη στολή
και θα γονατίσουν οι ανδριάντες.
Μια απροσκάλεστη, σάν κλέφτρα, ανατολή
θα ξηλώσει τ’ άστρα απ’ τις γιρλάντες.
Στο λαγούμι-του ποιός άλλος; ο λαγός
παριστάνει ακόμα τον αντάρτη.
Βλαστημάει, χειρονομεί σάν παλαβός
και κοιτάζει ανήσυχος τον χάρτη.
Κάπου θα τρυπήσει ο φράχτης, αλλά πού;
Σώθηκαν στη ζώνη τα φυσίγγια
κι ανεβαίνουν κιόλας τα μυρμήγκια
στ’ αποτσίγαρα του τελευταίου σκοπού.
///
Είστε σε γραμμή προτεραιότητας
Να μιλάς με τον καθρέφτη στο τηλέφωνο.
Να θυμώνει. Να σε βάζει σε γραμμή
συνεχούς αναμονής και νά ’ναι ανώφελο,
τόσο ανώφελο συνάμα και δριμύ
το παράπονο που δέ θέλει με τίποτα
να χαθεί στα μονοπάτια του μενού,
να βουλιάξει στην πλαστή-του πολλαπλότητα,
στην αέναη μελωδία του κενού:
«…για να χάσετε κιλά πατήστε δίεση,
για να βρείτε τον εαυτό-σας πρώτα εννιά
και κατόπι το κουμπάκι για τη δέηση
στην Αγία Μεγαλομάρτυς Λησμονιά.»
///
Προτιμώ να μήν
—Καπετάν Εξαντρίκ, καπετάν Εξαντρίκ!
Να σου βάλω καλέ το τσιπάκι
στο τσεπάκι που ανοίγει με κλίκ
και κουμπώνει μʼ αυτό το κουμπάκι;
—Προτιμώ να μήν. Προτιμώ να μήν
χωρέσει ποτέ στο τσεπάκι
το τσιπάκι που ανοίγει με PIN
και κλειδώνει χωρίς κουμπάκι.
—Καπετάν Σαματά, καπετάν Σαματά!
Δέ θές να σου στρώσει το γένι
το απαράλλακτο πρίν και μετά,
το απολύτως προβλέψιμο χτένι;
—Προτιμώ να μήν. Όχι, δέν προτιμώ
καθόλου στʼ άσπρο-μου γένι
να σκαλώσει το γραμμωτό,
το απαραίτητο τάχα-μου χτένι.
Προτιμώ ο τρελός να χαράξει απλώς
την παλάμη που ανοίγω στην τύχη
του κοράκου – δέ λέω του αλμπατρός –
το σκληρό, το ακατάδεχτο νύχι.
ΓΙΑΝΝΗΣ ΚΑΚΡΙΔΗΣ
