«Ο επιστήμονας δεν υποκλίνεται δεξιά και αριστερά»: Μια ανέκδοτη επιστολή του Παναγιώτη Κονδύλη

Πηγή φωτογραφίας: Αιμίλιος Καλιακάτσος, facebook

*

Εισαγωγή-Μετάφραση Σωκράτης Βεκρής

Ο Stefan Breuer (1948) είναι ομότιμος καθηγητής κοινωνιολογίας στο Πανεπιστήμιο του Αμβούργου και εκ των σημαντικότερων μελετητών του βεμπεριανού έργου. Στο βιβλίο του Ανατομία της συντηρητικής επανάστασης (Anatomie der konservativen Revolution, 1993) επεξεργάστηκε με συστηματικό τρόπο ορισμένες βασικές θέσεις του Κονδύλη για τον συντηρητισμό. Στην επιστολή που ακολουθεί, την οποία παρουσιάζουμε για πρώτη φορά στη δημοσιότητα, ο Κονδύλης σχολιάζει εν συντομία μερικά βασικά πορίσματα του βιβλίου. Πέρα από ενδιαφέρουσες παρατηρήσεις τεχνικής φύσεως, σημαντική είναι η διαπίστωσή του πως «κανείς δεν μπορεί να συγγράψει με επάρκεια γερμανική ιστορία, και γερμανική ιστορία ιδεών, αν δεν απαγκιστρωθεί από τα διάφορα μυθολογήματα και ιδεολογήματα περί γερμανικού ‘‘ξεχωριστού δρόμου’’». Κι αυτό διότι ο Κονδύλης υπήρξε, μεταξύ πολλών άλλων, ένας από τους δριμύτερους και συνεπέστερους πολέμιους κάθε θεωρητικού λόγου που, ρητώς ή αρρήτως, υποβαστάζεται από μια εξελικτικής υφής φιλοσοφία της ιστορίας. Θα ήταν ενδιαφέρον να εξεταστεί κάποτε πόσες διαφορετικές θεωρίες του 20ού αιώνα απέρριψε και εν συνεχεία κατέρριψε ο Κονδύλης με κύριο γνώμονα αυτό το κριτήριο.

Η επιστολή προς τον Μπρώυερ είναι η τρίτη και τελευταία ανέκδοτη επιστολή του Κονδύλη που εντοπίσαμε σε γερμανικά αρχεία και παρουσιάζουμε σε δική μας μετάφραση αυτόν τον Ιούλιο στο Νέο Πλανόδιον. Προηγήθηκε εκείνη προς τον ιστορικό Έρνστ Νόλτε και ακολούθησε μία ακόμη προς τον καθηγητή Michael Theunissen. Για την άδεια της δημοσίευσης, ευχαριστούμε θερμά για μία ακόμη φορά την κ. Μέλπω Κονδύλη-Μπούμπουλη.

Επιλέξαμε να συνοδεύσουμε την επιστολή με την μετάφραση μιας συνέντευξης που έδωσε ο Μπρώυερ στον Harald Dietz τον Δεκέμβριο του 2014 στo πλαίσιo πρωτοβουλίας του «Κύκλου Φίλων Παναγιώτη Κονδύλη» (Freundeskreis Panajotis Kondylis e.V.).

ΣΩΚΡΑΤΗΣ ΒΕΚΡΗΣ
υποψήφιος διδάκτωρ φιλοσοφίας
των Πανεπιστημιών Βόννης και Σαιντ Άντριους

~.~

6. 5. 1993

Αγαπητέ κύριε Breuer,

Σας ευχαριστώ πολύ για το καινούργιο σας βιβλίο. Το έλαβα σήμερα και το διάβασα αμέσως ― με μεγάλη τέρψη και πλήρη συγκατάθεση. Ακόμη και το ερώτημα σχετικά με την «αποδόμηση» αυτού του φαινομένου στην πραγματικότητα δεν μας χωρίζει καθόλου, όπως υπονοείτε (σελ. 5). Χρησιμοποίησα πράγματι την έννοια (πάντα εντός εισαγωγικών!) μόνο και μόνο επειδή, όπως υπογραμμίζετε και εσείς (σελ. 181), επιτελεί «σημαντική οργανωτική λειτουργία»· επεσήμανα επιπλέον ότι ο μεγάλος κοινός παρονομαστής, αν υπάρχει καν, δεν πρέπει να αναζητηθεί στην ενότητα του πνευματικού προτάγματος, παρά πολύ περισσότερο στην «διάθεση» (σελ. 485 του βιβλίου μου). Προσωπικά θα τόνιζα απλώς λίγο εντονότερα τον παράγοντα «Βερσαλλίες». Οι «Βερσαλλίες» δεν είναι μόνο οι αποζημιώσεις, συνεπάγονται επίσης την κατοχή του Ρούρ, την άρνηση του δικαιώματος της αυτοδιάθεσης σε όλους τους Γερμανούς, την μοίρα των γερμανικών μειονοτήτων στην Πολωνία και την Τσεχοσλοβακία κ.τ.λ. ― οι «Βερσαλλίες» δεν έγιναν αντιληπτές ως μεμονωμένο και ορισμένο συμβάν, παρά βιώθηκαν ως κατάσταση διαρκούς εθνικής ταπείνωσης. Ο αντίκτυπός τους δεν μπορεί να προσμετρηθεί αλλά ήταν αποφασιστικός ― και αυτή η διαπίστωση ταιριάζει παρεμπιπτόντως πολύ καλά με την διαφωτιστική κεντρική σας θέση περί του νεοεθνικιστικού χαρακτήρα αυτού του ετερογενούς κινήματος.

Αυτή είναι όμως απλώς μια μικρή υποσημείωση. Ανεξάρτητα από τις επιμέρους διαφωτιστικές αναλύσεις σας, ουσιώδες και κεντρικό βρίσκω ένα άλλο μήνυμα του βιβλίου σας: ότι κανείς δεν μπορεί να συγγράψει με επάρκεια γερμανική ιστορία, και γερμανική ιστορία ιδεών, αν δεν απαγκιστρωθεί από τα διάφορα μυθολογήματα και ιδεολογήματα περί γερμανικού «ξεχωριστού δρόμου». Μια τέτοια απαγκίστρωση είναι μάλλον ευκολότερη για έναν ξένο απ’ ό,τι για έναν Γερμανό της μεταπολεμικής γενιάς (με την προϋπόθεση φυσικά ότι ο ξένος δεν επιδίδεται στον συνήθη αντιγερμανισμό, ο οποίος εδώ και κάποιες δεκαετίες έχει εξελιχθεί σε ένα είδος αντισημιτισμού με αντεστραμμένο πρόσημο!). Ακριβώς γι’ αυτόν τον λόγο, απολαμβάνω τόσο πολύ την νηφαλιότητα και την αμεροληψία σας. Χάνει κανείς τα εύσημα ―αλλά και την αξιοπρέπεια―του επιστήμονα, όταν εξαναγκάζεται διαρκώς σε υποκλίσεις δεξιά και αριστερά. Στη Γερμανία θα χρειαστεί βεβαίως κάποιος χρόνος ωσότου οι κοινωνικές επιστήμες λειτουργήσουν απαλλαγμένες από τους τρέχοντες ιστορικούς, ηθικολογικούς κ.λπ. νομιμοποιητικούς μύθους.

Με φιλικούς χαιρετισμούς

Δικός σας
Παναγιώτης Κονδύλης

Απ’ τις αρχές Ιουνίου θα βρίσκομαι στη Χαϊδελβέργη (Hauptstr. 183, 69 HD). Αν τύχει και περάσετε, επισκεφθείτε με!

*

*

~.~

ΕΠΙΜΕΤΡΟ

Ο Stefan Breuer για τον Παναγιώτη Κονδύλη
Συνομιλία με τον Harald Dietz

Κύριε Μπρώυερ, σας ευχαριστώ πολύ για αυτή τη συνέντευξη. Πρώτα-πρώτα, το ερώτημα: πώς και πότε ήρθατε σε επαφή με το έργο του Κονδύλη; Τι σας τράβηξε σε αυτό; 

Κατά την δεκαετία του ’80 με ενδιέφεραν τα κείμενα που ασχολούνταν με τις αυτοκαταστροφικές τάσεις του τεχνικού πολιτισμού. Ιδιαίτερη εντύπωση μου είχε προκαλέσει τότε το βιβλίο του Φρήντριχ Γκέοργκ Γιούνγκερ Η τελειότητα της τεχνικής (Die Perfektion der Technik, 1946). Εκεί συνάντησα επίσης τον Έρνστ Γιούνγκερ και άλλους συγγραφείς, οι οποίοι συγκαταλέγονταν και συγκαταλέγονται στην λεγόμενη «συντηρητική επανάσταση». Η διαθέσιμη βιβλιογραφία πάνω στο θέμα μου φαινόταν τότε ανεπαρκής — με εξαίρεση την σχετική ενότητα στο βιβλίο του Κονδύλη για τον συντηρητισμό. Η ικανότητα του να καθιστά το αντικείμενο της έρευνας κατανοητό σε λίγο περισσότερο από είκοσι σελίδες, όταν άλλοι δεν θα μπορούσαν να το κάνουν σε εκατοντάδες, με κέρδισε μια για πάντα.

Στην Ανατομία της συντηρητικής επανάστασης ακολουθήσατε μια από τις βασικές θέσεις του Κονδύλη για τον συντηρητισμό. Μπορείτε να μας παρουσιάσετε εν συντομία αυτήν την θέση; Κατά πόσο αυτή επιβεβαιώθηκε στην έρευνα σας; Σε ποιόν βαθμό την αποσαφηνίσατε ή την διευρύνατε περαιτέρω;

Η Ανατομία της συντηρητικής επανάστασης προϋποθέτει, ακολουθώντας σε αυτό το σημείο τον Κονδύλη, ότι για τον συντηρητισμό μπορεί κανείς να μιλήσει μόνο σε χρόνο παρελθοντικό. Στην περίπτωση φαινομένων όπως η «συντηρητική επανάσταση», που αξιώνουν για τον εαυτό τους αυτόν τον χαρακτηρισμό, έχουμε να κάνουμε με κάτι εντελώς διαφορετικό — το ερώτημα που τίθεται είναι: με τι ακριβώς έχουμε να κάνουμε; Ο Κονδύλης ερμήνευσε την «συντηρητική επανάσταση» ως ένα πνευματικό κίνημα, που, σε αντίθεση με τον συντηρητισμό, δεν ρίζωνε πλέον στην παλιά ευρωπαϊκή societas civilis, αλλά στην νεότερη αστική-καπιταλιστική τάξη. Αυτό μου φάνηκε διαφωτιστικότερο από το αμέσως επόμενο στάδιο: την διαφοροποίηση του φάσματος των πιθανών θέσεων του νεότερου συντηρητισμού μέσω της χρήσης μιας κλίμακας, της οποίας οι ακραίοι πόλοι καθορίζονται αφενός από χριστιανικά επιχρωματισμένους συνδυασμούς αστικών και αυταρχικών αντιλήψεων και αφετέρου από ουτοπικά («εθνικό-επαναστατικά») κοινωνικά προτάγματα. Στην Ανατομία, από την δική μου πλευρά, προσπάθησα αντιθέτως να δείξω ότι για την ερμηνεία του σύγχρονου συντηρητισμού υπάρχει μόνο μια συνεπής θέση: αυτή του «νέου» εθνικισμού. Αυτή μου η πρόταση δεν άργησε ωστόσο να αποδειχθεί εξίσου απλουστευτική με αυτήν του Κονδύλη. Στο βιβλίο μου Βασικές θέσεις της γερμανικής δεξιάς (Grundpositionen der deutschen Rechten, 1999), ανέπτυξα έναν πίνακα τύπων, ο οποίος επιτρέπει την ένταξη των διαφόρων τοποθετήσεων μέσα σ’ ένα πεδίο, το οποίο καθορίζεται από τους άξονες της «ένταξης/αποκλεισμού» και της «προόδου/οπισθοδρόμησης».

Εξακολουθείτε να χρησιμοποιείτε τον όρο «συντηρητικός» για να περιγράψετε τα τρέχοντα πολιτικά φαινόμενα; Διαθέτουμε άλλες εναλλακτικές έννοιες, όπως π.χ. «νεοφιλελευθερισμός», «εθνικισμός», «νεοφασισμός»;

Όχι, δεν χρησιμοποιώ τον όρο «συντηρητικός» για να περιγράψω τρέχοντα πολιτικά φαινόμενα. Όσον αφορά τις θέσεις της ριζοσπαστικής δεξιάς, ανέπτυξα μια πρόταση καταρτίζοντας έναν πίνακα που περιλαμβάνει διαφορετικούς τύπους όπως η νεοαριστοκρατία, οι ποικίλες μορφές του εθνικισμού και ο σύγχρονος φονταμενταλισμός. Κάπου εδώ ωστόσο τελειώνει η εννοιολογική σαφήνεια. Για τους λόγους που συμβαίνει αυτό μπορεί κανείς να ανατρέξει στο σπουδαίο δοκίμιο του Κονδύλη για την απαρχαίωση των πολιτικών εννοιών που δημοσιεύτηκε στην Frankfurter Allgemeine Zeitung το 1991. Σαφείς διαχωρισμοί ανάμεσα στον συντηρητισμό, τον φιλελευθερισμό και τον σοσιαλισμό ήταν δυνατοί μόνο κατά τον 19ο αιώνα. Έκτοτε έχουμε να κάνουμε με μια κατάσταση όπου αναμειγνύονται θραυσματά και μοτίβα από αυτές τις διαφορετικές παραδόσεις, τα οποία παρουσιάζονται από τα εκάστοτε κόμματα με διαφορετική κάθε φορά έμφαση, αλλά χωρίς ποτέ να τονίζονται τόσο έντονα ώστε να αποκλείονται τα υπόλοιπα στοιχεία. Ό,τι συνιστά πλεονέκτημα για τον σχηματισμό κυβέρνησης είναι μειονέκτημα για τον σχηματισμό εννοιών. Δεν μπορώ να δω πως αυτή η κατάσταση θα μπορούσε να ξεπεραστεί.

Στο βιβλίο Η παρακμή του αστικού πολιτισμού, ο Κονδύλης διατυπώνει μια θεωρία για το τέλος της αστικής τάξης, το οποίο αποδίδει στην παρακμής της κλασικής αστικής κοσμοεικόνας. Συμφωνείτε με αυτόν τον ισχυρισμό; Ή εξακολουθούμε να ζούμε σε μια καπιταλιστική κοινωνία; Είναι ζωντανή η αστική τάξη;

Οι τάξεις και ο καπιταλισμός είναι οικονομικοί όροι την καταλληλόλητα των οποίων ο Κονδύλης δεν αμφισβητεί για την περιγραφή του παρόντος, απ’ όσο γνωρίζω τουλάχιστον. Εδώ πρέπει να διακρίνουμε ανάμεσα στον αστικό τρόπο σκέψης και στον αστικό τρόπο ζωής, με τον πρώτο να παίρνει την μορφή του συνθετικού-εναρμονιστικού σχήματος σκέψης και τον δεύτερο την μορφή της ταξικής κοινότητας, για να μιλήσουμε με τους όρους του Μαξ Βέμπερ. Το βιβλίο περιγράφει με θαυμάσιο τρόπο την διάλυση και των δύο. Από αυτήν την άποψη, η απάντηση μπορεί να είναι μόνο η εξής: ο καπιταλισμός επιβίωσε της αστικής κοινωνίας η οποία τον βοήθησε να πάρει σάρκα και οστά. Αν και η λέξη «επιβίωση» είναι εν προκειμένω πολύ αδύναμη.

Υπάρχουν άλλα έργα σας στα οποία ενσωματώνετε τις θέσεις του Κονδύλη ή τις λαμβάνετε περισσότερο υπόψη;

Στο βιβλίο μου Η ριζοσπαστική δεξιά στην Γερμανία (Die radikale Rechte in Deutschland, 2010) εξετάζω με κριτική διάθεση τη θέση ότι η σύγχρονη δεξιά δεν είναι στην ουσία τίποτα περισσότερο από ένας νερωμένος φιλελευθερισμός, δηλαδή ένας φιλελευθερισμός χωρίς κάποιες πολιτικές του εκφάνσεις. Μου φαίνεται πως σε αυτό το σημείο o Κονδύλης είναι υπερβολικά επηρεασμένος από την εμπειρία των αυταρχικών καθεστώτων της Μεσογείου και γι’ αυτό δεν βλέπει καθαρά κάτι που συνιστά τυπικό γνώρισμα μιας μερίδας της ριζοσπαστικής δεξιάς στην Γερμανία, ήτοι την προθυμία της να παρέμβει στην οικονομία της αγοράς. Αυτό θέτει επίσης σαφείς περιορισμούς στην εικόνα που τρέφει για τον φασισμό. Αντίθετα, πολύ χρήσιμη βρήκα την κριτική του στην έννοια του Πολιτικού στον Σμίτ (στο Πολιτικό και ο Άνθρωπος), πάνω στην οποία στηρίχθηκε το βιβλίο μου Ο Καρλ Σμιττ στα ιστορικά του συμφραζόμενα (Carl Schmitt im Kontext, 2012). Μια άλλη ευκαιρία να βασιστώ σ’ αυτόν (αυτήν την φορά στο βιβλίο του Η παρακμή του αστικού πολιτισμού) μου προσέφερε η διαμάχη που διεξήχθη στο Διεθνές Αρχείο για την Κοινωνική Ιστορία της Γερμανικής Λογοτεχνίας (Internationales Archiv für Sozialgeschichte der deutschen Literatur) γύρω από το δοκίμιο της Άνκε-Μαρί Λομάϊερ «Τι είναι πράγματι μοντέρνο» (τχ. 34, 2009, σ. 195-197).

Υπάρχουν, κατά τη γνώμη σας, άλλες θέσεις του Κονδύλη που θα μπορούσαν να εμπνεύσουν άλλους ερευνητές;

Τα μεγάλα έργα του για τον Διαφωτισμό, την κριτική της μεταφυσικής στην νεότερη σκέψη ή ακόμη και το Πολιτικό είναι λατομεία από τα οποία θα μπορούσαν να οικοδομηθούν πολλά κτίρια. Το βιβλίο του για τον συντηρητισμό συνεπάγεται εμμέσως και ένα βιβλίο για τον φιλελευθερισμό, του οποίου την συγγραφή ακόμη αναμένουμε. Επίσης, η έννοια της σύγχρονης μαζικής δημοκρατίας απέχει πολύ από το να έχει εξαντληθεί. Η διεξοδική εξέταση των επιπτώσεων του αναλυτικού-συνδυαστικού τρόπου σκέψης σε συγκεκριμένες υφολογικές κατευθύνσεις καλλιτεχνικών έργων θα μπορούσε να αποτελέσει μια ελκυστική πρόκληση για τους θεωρητικούς της λογοτεχνίας και τους ιστορικούς τέχνης.

Ο Κονδύλης έχει αποκαλέσει τον Μαξ Βέμπερ πνευματικό του πατέρα. Ποια βήματα του Κονδύλη οδηγούν την θεωρία του Βέμπερ προς την ολοκλήρωσή της και όχι προς την αναθεώρησή της;

Το γεγονός ότι ο Κονδύλης έχει εκφραστεί τόσο θετικά για τον Μαξ Βέμπερ είναι κάτι που αγνοούσα. Λαμβάνοντας υπόψη το Πολιτικό και ο Άνθρωπος, μου φαίνεται πως αυτή η δήλωση ισχύει περισσότερο για τον ιστορικό Βέμπερ παρά για τον κοινωνιολόγο. Κι αυτό διότι οι επιφυλάξεις που διατυπώνει εκεί ο Κονδύλης απέναντι στην τυπική κοινωνιολογία είναι πράγματι σημαντικές. Μόνο όταν η από μέρους του αναθεωρημένη κοινωνική οντολογία δημοσιευτεί ολόκληρη, θα μπορέσουμε να εκτιμήσουμε αν αυτή προσφέρει μεγαλύτερα πλεονεκτήματα. Με κάθε επιφυλακτικότητα, ωστόσο, μπορεί κανείς να πει ότι μια σκέψη που παραμερίζει τις «βασικές έννοιες της κοινωνιολογίας» δεν μπορεί να χαρακτηριστεί ως ολοκλήρωση των προθέσεων του Μαξ Βέμπερ.

Συμμερίζεστε την απόψη ότι ο Κονδύλης φέρνει σε σύνθεση τον Βέμπερ και τον Μαρξ; Και μπορείτε να μας εξηγήσετε εν συντομία ποιά βήματα κάνει ο Κονδύλης πέρα από τον Μαρξ;

Όχι. Ο Βέμπερ και ο Μαρξ έχουν διαφορετικές αδυναμίες — ο Βέμπερ κυρίως ως οικονομολόγος, ο Μαρξ ως ιστορικός και θεωρητικός της επανάστασης. Κι αυτές δεν μπορούν να αντισταθμιστούν από τα δυνατά σημεία του άλλου· τουλάχιστον όχι χωρίς σημαντική προσπάθεια. Ο Βέμπερ βρίσκεται πιο κοντά στον Καντ απ’ ό,τι στον Χέγκελ, ενώ στον Μάρξ συμβαίνει το αντίστροφο. Αυτό γίνεται φανερό κατά κύριο λόγο στην εντελώς διαφορετική προσέγγισής τους ατην κατηγορία της ολότητας. Αυτά είναι, αν θέλετε, πνευματικά παράλληλα σύμπαντα, για τα οποία δεν έχει αναπτυχθεί μέχρι τώρα κάποιος διαμεσολαβητικός πομπός, τουλάχιστον όχι κάποιος που να είναι άμεσα διαθέσιμος για παραγωγή. Δεν πρέπει να τοποθετήσουμε τον Κονδύλη τόσο έντονα μέσα σε αυτήν την προβληματική. Εκείνος ακολούθησε τα δικά του ερωτήματα, μερικά εκ των οποίων τέμνουν εγκάρσια την διχοτομία Μαρξ-Βέμπερ (και ίσως γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο διανοίγουν νέες προοπτικές).

Εν μέσω μεταμοντέρνας αυθαιρεσίας, ο Κονδύλης επιμένει στην δυνατότητα αντικειμενικής, πλήν όμως αξιολογικά ελεύθερης, αλήθειας και γνώσης. Μήπως γι’ αυτό προσελκύει τα πυρά της κριτικής – ως ένας απροσδόκητος κληρονόμος κάποιων τάχα ολοκληρωτικών αφηγήσεων; Ή μήπως δεν του συγχωρείται η ψυχρή του απόσταση από τις νόρμες και τις αξίες – εν μέσω της τάχα μεταμοντέρνας ανοχής;

Το τελευταίο μιλάει από μόνο του. Ο Μαξ Βέμπερ δεν κέρδισε πολλές φιλίες με το αιτήμα του για αξιολογική ελευθερία και από τότε η κατάσταση δεν έχει αλλάξει ουσιαστικά.

Ανήκει ο Κονδύλης στον Κανόνα; Και γιατί δεν έχει επιτύχει να συμπεριληφθεί σε αυτόν – αν εξαιρέσουμε το έργο του για τον Διαφωτισμό;

Την κατασκευή του Κανόνα θα έπρεπε κανείς να την παραχωρήσει στην Καθολική Εκκλησία. Τα τρία με την στενή έννοια ιστορικοφιλοσοφικά του βιβλία του —για την γένεση της διαλεκτικής, τον Διαφωτισμό και την κριτική της μεταφυσικής στην νεότερη σκέψη—απευθύνονται σε ένα εξειδικευμένο κοινό και θα βρουν εκεί σίγουρα την αναγνώριση που τους αξίζει, στον βαθμό που αυτό δεν έχει γίνει μέχρι τώρα. Αντίθετα, τα βιβλία του για τον συντηρητισμό και την παρακμή του αστικού πολιτισμού προσφέρουν γνώση πολιτικού προσανατολισμού, η οποία θα άξιζε μια ευρύτερη υποδοχή αλλά, που προφανώς δεν την βρίσκει. Ο λόγος που συμβαίνει αυτό βρίσκεται μάλλον σε συνάφεια με την επίθεση που επιχειρεί ενάντια στην τρέχουσα χρήση της γλώσσας στο βιβλίο του για τον συντηρητισμό. Το δίπολο «συντηρητικός/προοδευτικός» που αποτελεί τυπικό γνώρισμα της πολιτικής καθημερινότητας, και για το οποίο ο Νίκλας Λούμαν έγραψε ένα αξιοσημείωτο δοκίμιο (στο Soziologische Aufklärung, τόμος 3), είναι τόσο σαγηνευτικά απλοϊκό και αποφέρει τόσο μεγάλες υπηρεσίες στην αυτοκατανόηση των δρώντων ανθρώπων, που είναι απίθανο να παραμεριστεί έτσι εύκολα. Εδώ συναντάμε πάλι το πρόβλημα που αναφέρθηκε παραπάνω, το γεγονός δηλαδή ότι δεν υπάρχουν κατάλληλα υποκατάστατα για τις έννοιες του 19ου αιώνα. Είναι ευκολότερο να χρησιμοποιούμε μια γλώσσα που κυκλοφέρνει αμιγώς φορμαλιστικά τα υπέρ και τα κατά του status quo, ακόμη και αν στη συνέχεια πρέπει φυσικά να εξηγηθεί τι πρέπει να θεωρείται συντηρητικό και τι προοδευτικό.