Day: 12.07.2024

Απόκομμα ζωής

*

του ΓΙΩΡΓΟΥ ΤΑΡΑΣΛΙΑ

1

Ο τύπος ήταν απατεώνας, ένας θεατρίνος που είχε πεθάνει στα ψέματα κάμποσες φορές συγγενείς και γνωστούς για να τον λυπούνται και να τον βοηθούν – μέχρι και για το παιδί του έλεγε πως είχε πεθάνει και ζητούσε λεφτά για την κηδεία του. Εγώ όμως που κυκλοφορούσα τη νύχτα τον είχα δει να μπαινοβγαίνει σε κωλόμπαρα και σε στριπτιζάδικα και να ξοδεύει ένα κάρο λεφτά σε γυναίκες που η αξιοπρέπειά τους ήταν απείρως μεγαλύτερη από τη δική του. Δεν είχα προσωπικές σχέσεις μαζί του, ούτε καν μιλούσαμε, αλλά ο τρόπος του μου προκαλούσε απέχθεια. Λόγω της δουλειάς μου στη νύχτα είχα γνωρίσει ένα σωρό καθάρματα αλλά αυτός εδώ ήταν το κάτι άλλο. Τέτοιο θράσος και τέτοιο ξεφτιλίκι σαν το δικό του δεν είχα ξαναδεί.

Η φάτσα του κάποιον μου θύμιζε από το παρελθόν αλλά μπορεί να έκανα και λάθος. Ήταν ένα καχεκτικό ανθρωπάκι με γυμνό κρανίο – τα ελάχιστα μαλλιά στο σβέρκο και τους κροτάφους τα είχε ξυρισμένα. Φορούσε συχνά κασκέτο και κουβαλούσε σακίδιο πλάτης. Η μούρη του ήταν ποντικίσια, η μύτη του μακριά και σουβλερή. Κυκλοφορούσε με τα πόδια αλλά κάποιες φορές τον είχα δει να οδηγά μια μηχανή ολοκαίνουρια, αυτά τα διαστημικά μηχανάκια που είναι πολύ στη μόδα τα τελευταία χρόνια. Τον έβλεπα που χωνόταν στα στενά δρομάκια της λιμενικής ζώνης, άφηνε το μηχανάκι κάπου απόμερα, άλλαζε ρούχα και κυκλοφορούσε με τα πόδια ζητιανεύοντας από τουρίστες και ιδιοκτήτες σκαφών με ιστορίες δουλεμένες από πριν. Απ’ όσα έφταναν στ’ αυτιά μου το σενάριο ήταν πάντα ίδιο με μικρές παραλλαγές: κλαιγόταν για αρρώστιες και θανάτους συγγενών του και ζητούσε λεφτά για να τα βγάλει πέρα με τα έξοδα του νοσοκομείου ή της κηδείας.

Ένα βράδυ ο πορτιέρης του μαγαζιού όπου δούλευα εκείνη την εποχή μου είπε ότι την ώρα που στεκόταν στην είσοδο τον πλησίασε ο περίεργος και του ζήτησε είκοσι ευρώ γιατί η γυναίκα του είχε εισαχθεί επειγόντως στο νοσοκομείο και κείνος δεν είχε λεφτά για να πάρει ταξί. Ο πορτιέρης, ένας γίγαντας εκατόν πενήντα κιλά με άνοιγμα πλάτης όσο η κάσα μιας κανονικής πόρτας, μου είπε ότι ο τύπος επέμενε, κλαψούριζε και μάλιστα προσπάθησε να μπει στο μαγαζί για να ζητιανέψει. Ο πορτιέρης κόντεψε να τον δείρει, συγκρατήθηκε και τελικά τον διαολόστειλε. Ο άλλος όμως φεύγοντας του είπε «δεν πειράζει ρε φίλε, ο Θεός να σε έχει καλά». Ο γίγαντας γελούσε καθώς μου το έλεγε αλλά για κάποιον ανεξήγητο λόγο σκέφτηκα ότι εκείνος ο απατεώνας ίσως να ήταν πιο πολύπλοκος απ’ όσο μπορούσα να φανταστώ.

(περισσότερα…)