Η θάλασσα και η σταγόνα

*

της ΑΝΤΩΝΙΑΣ ΓΟΥΝΑΡΟΠΟΥΛΟΥ

Iris Murdoch, Θάλασσα, θάλασσα,
μτφρ. Αθηνά Δημητριάδου, Gutenberg 2023

Το 1978 το ογκώδες μυθιστόρημα Θάλασσα, θάλασσα της Άιρις Μέρντοκ, το δέκατο ένατο της συγγραφέως, απέσπασε το Βραβείο Μπούκερ, ωστόσο ένα μέρος της κριτικής, διαχρονικά, στέκεται αμφίθυμα ή και αρνητικά απέναντί του. Σε μια συνέντευξή του το 2020, ο Μάιλς Λίσον, αρχισυντάκτης του The Iris Murdoch Review, αποφεύγει να το εντάξει στα πέντε βιβλία της Μέρντοκ που θα σύστηνε στους αναγνώστες να διαβάσουν, εξαιτίας της έκτασης και της περιπλοκότητάς του. «Λειτουργεί καλά» λέει «όμως άλλα βιβλία της Μέρντοκ λειτουργούν εξίσου καλά».[1] «Το περίεργο δεν είναι» έγραφε το 2009 ο Σαμ Τζόρντισον στον Guardian, «ότι τρεις συνεχόμενες φορές [η Μέρντοκ] δεν μπόρεσε να σαρώσει το βραβείο, αλλά ότι μια κριτική επιτροπή κατάφερε να ενωθεί πίσω από κάποιο από τα βιβλία της – ιδίως ένα που μπορεί να περιγραφεί από μεγαλειώδες μέχρι γελοίο, δύσκολο, επιδερμικό, βαθύ και απατηλό, όπως το Θάλασσα, θάλασσα».[2] Έναν «συχνά παραγνωρισμένο κολοσσό που προκαλεί αμηχανία» το χαρακτήριζε ο Τζορτζ Στάινερ το 1997,[3] ενώ οκτώ χρόνια μετά την κυκλοφορία του, στην κριτική του στους NYT για το έργο της με αφορμή το μυθιστόρημά της The Good Apprentice, ο κριτικός Χάρολντ Μπλουμ, ο οποίος θεωρούσε τη Μέρντοκ τη σπουδαιότερη Βρετανίδα συγγραφέα της εποχής της, δεν του επιφύλασσε ούτε μία αναφορά.[4] Το ίδιο ίσχυσε και για τους κριτικούς του συλλογικού τόμου Iris Murdoch της σειράς Modern Critical Views, που εκδόθηκε τον ίδιο χρόνο υπό την επιμέλειά του. Την ίδια στιγμή, μια γρήγορη διαδικτυακή έρευνα αποκαλύπτει βιβλιοκριτικούς που θεωρούν ότι στο Θάλασσα, θάλασσα η Μέρντοκ έχει ξεπεράσει αδυναμίες που επαναλαμβάνονταν σε προηγούμενα βιβλία της,[5] ενώ πλήθη αναγνωστών, πραγματικά γοητευμένοι, δεν έχουν καμία επιφύλαξη να χαρακτηρίσουν το μυθιστόρημα ως «αριστούργημα» (βλ. ενδεικτικά Goodreads).

*

Κατά τη γνώμη μου, συμβαίνει κάτι περίεργο και προκλητικό με το μυθιστόρημα  Θάλασσα, θάλασσα (η απόδοσή του στα ελληνικά μπορεί συνολικά να θεωρηθεί άλλο ένα μεταφραστικό επίτευγμα της Αθηνάς Δημητριάδου), το οποίο ίσως σχετίζεται με την αφηγηματική φωνή που έχει διαλέξει η συγγραφέας – τη φωνή ενός διάσημου σκηνοθέτη, του Τσαρλς Άρροουμπαϋ, που, στο κατώφλι της τρίτης ηλικίας και στο απόγειο της δόξας του, αποσύρεται αιφνιδιαστικά από την κοσμική ζωή για να γίνει «ερημίτης» και, όπως λέει ο ίδιος στην αφήγησή του, για την οποία δεν αποφασίζει αν είναι ημερολόγιο, απομνημονεύματα ή μυθιστόρημα, «να μάθω να είμαι καλός».

Από τις πρώτες σελίδες της Θάλασσας γίνεται σαφές ότι ο πολύς Τσαρλς Άρροουμπαϋ (επιτυχημένος στον χώρο του θεάτρου, αλλά επίσης τυραννικά κυριαρχικός και κυρίαρχος επί των βίων και επί των ψυχών των πρώην ερωμένων και των φίλων του) μιλάει σε μας μέσα από ένα αντηχείο που ενισχύει ακριβώς ό,τι εισπράττει: ανυπόστατες κρίσεις, επιφανειακές πεποιθήσεις, αλαζονεία, ψευδαισθήσεις, αυταπάτες. Η Μέρντοκ από την αρχή μάς φανερώνει τον ήρωά της ως φαντασιόπληκτο και φαντασμένο αντιήρωα και, μάλλον διακριτικά, μας προειδοποιεί: ακούτε τον, αλλά μην τον πιστεύετε (ενδεχομένως και «μη φάτε τα φαγητά του» – για τα οποία ο ίδιος είναι εξαιρετικά περήφανος). Πολύ σύντομα η αφήγηση του αφερέγγυου και κατά πολύ αντιπαθή, μες στον άκρατο εγωισμό του, Τσαρλς αποκτά το ενδιαφέρον της αυτοπροσωπογραφίας ενός εκκεντρικού, ίσως ενός τρελού – ο αναγνώστης δεν μπορεί ακόμη να ξέρει· πολύ σύντομα, επίσης, το ενδιαφέρον του αναγνώστη διαχέεται και στον περίγυρο του Τσαρλς, καθώς οι πράξεις του αφενός έχουν ισχυρό (τραγικό, κάποιες φορές) αντίκτυπο στις ζωές των ανθρώπων που τον περιστοιχίζουν και, αφετέρου, οδηγούν τον ίδιο με μεγάλη ταχύτητα σε μια κατεύθυνση όπου ο αναγνώστης τον ακολουθεί άλλοτε αγωνιώντας, άλλοτε μειδιώντας, άλλοτε απαυδισμένος, πάντως με την έντονη περιέργεια να δει αν θα γκρεμιστεί ή θα σωθεί, πόσο κακό μπορεί να προκαλέσει και, εντέλει, τι είναι αυτό που εξηγεί τη σχεδόν παρανοϊκή, στην κορύφωσή της, διαστρέβλωση της πραγματικότητας εκ μέρους του.

Η Μέρντοκ δένει τον αναγνώστη της σκορπίζοντας στο διάβα της αφήγησης ηχηρούς οιωνούς και ανεπαίσθητα ίχνη μελλοντικών αποκαλύψεων ή καταστροφών, καθώς ο Τσαρλς υποδαυλίζει διαρκώς τον διττό μηχανισμό της έκθεσής του: συνειδητά, μέσω της αυτοψυχογράφησής του (γράφει τις ιδέες του για τον εαυτό του, τις κρίσεις του για τους άλλους, τις ερμηνείες του για όσα συμβαίνουν, στήνει στη σελίδα ως επί σκηνής έναν εαυτό «γοητευμένο» από τη φύση – και ιδιοκτήτη της) και ασυνείδητα, μέσα από τη σύγκρουσή του με τις απόψεις των άλλων γι’ αυτόν και μέσα από τα ίδια τα γεγονότα. Ο συνδυασμός τον αποκαλύπτει ως σολιψιστή και ψυχρό εκμεταλλευτή. Μοναδικά καθαρά διαλείμματα από την αίσθηση της σχεδόν αντιπάθειας που γεννά στον αναγνώστη ο Τσαρλς Άρροουμπαϋ φαίνονται να είναι οι αναφορές του στην παιδική του ηλικία, όταν ο ίδιος περιγράφει την «ευτυχισμένη» του οικογένεια και ο αναγνώστης βλέπει το ανασφαλές παιδί, που μεγάλωσε με πειθαρχία και ηρεμία αλλά δίχως μητρική στοργή, με υλική επάρκεια αλλά δίχως άνεση, με νεανική δίψα για έμπνευση αλλά δίχως περιθώριο για τα εναύσματά της – τουλάχιστον μέσα στο σπίτι. Ακριβώς δίπλα του μεγαλώνει ο ξάδερφός του Τζέημς, που έχει χαρακτηριστεί ως το «alter ego» του Τσαρλς και του οποίου η οικογένεια –κυρίως η μητέρα του, η θεία Εστέλ– υπήρξε πηγή γοητείας, αγάπης και μεγάλης ζήλιας για τον Τσαρλς. Λίγο μετά την εφηβεία του, ο Τσαρλς χάνει αυτό που πίστευε πως ήταν ο σταθερός άξονας της ζωής του: τον πρώτο του, αγνό έρωτα, τη συμμαθήτριά του Χάρτλυ με την οποία είχαν μεγαλώσει μαζί και εκείνος λάτρευε, πιστεύοντας ακράδαντα πως θα παντρεύονταν και θα ζούσαν μαζί για πάντα. Η Χάρτλυ όμως του ζητά να χωρίσουν, «το έβαλε στα πόδια», όπως το περιγράφει ο ίδιος σαράντα χρόνια αργότερα, και στις εναγώνιες και πυρετικές του προσπάθειες να την ξαναβρεί απαντά με την πλήρη εξαφάνισή της. Έκτοτε, ο Τσαρλς φυλάει στη μνήμη του αυτόν τον έρωτα ως την πιο αγνή πλευρά του, ως το πιο αμόλυντο συναίσθημά του και την αιτία που δεν παντρεύτηκε ποτέ – παρά τις πάμπολλες ερωτικές και τρικυμιώδεις σχέσεις του, πολλές εκ των οποίων φτάνουν και στη σχεδόν συζυγικού τύπου συγκατοίκηση.

Το μυθιστόρημα θα μπορούσε να περιγραφεί και ως το χρονικό μιας εμμονής και αμέτρητων, παραληρηματικών παρερμηνειών, όταν ο εξηντάρης πια Τσαρλς συναντά κατά τύχη, στο παραθαλάσσιο χωριό όπου έχει αποσυρθεί, τον παλιό,  ματαιωμένο του έρωτα. Κάποια μέρα, μια γριά στο χωριό τού θυμίζει φευγαλέα τη Χάρτλυ. Και κάποια επόμενη νύχτα, στο στιγμιαίο φως των προβολέων ενός αυτοκινήτου, συνειδητοποιεί ότι η γριά είναι η Χάρτλυ. Από αυτό το σημείο και μετά ο Τσαρλς επικεντρώνει όλη του την ύπαρξη σε έναν «ιερό» σκοπό: να διαλύσει τον, κατά την αμετακίνητη πεποίθησή του, κακοποιητικό γάμο της αγαπημένης του, να την παντρευτεί ο ίδιος και να την κάνει (ή να την πείσει να θέλει να είναι) ευτυχισμένη.

Τώρα λοιπόν θα απαρνηθώ τη μαγεία και θα γίνω ερημίτης: θα τοποθετήσω τον εαυτό μου σε μια κατάσταση όπου θα μπορώ να δηλώσω με πάσα ειλικρίνεια πως το μόνο που έχω να κάνω είναι να μάθω να είμαι καλός.

Όμως ο Τσαρλς, εγκλωβισμένος στο –κωμικά, κάποιες φορές– δεσπόζον εγώ του, στις εσφαλμένες και ψευδείς εικόνες που τρέφει για τον εαυτό του και για τους ανθρώπους γύρω του, στο πείσμα του, στη φαντασιοπληξία του, έχει κάθε άλλο παρά την ιδιοσυστασία του μαθητή – και συνεπώς του είναι εγγενώς αδύνατον να μάθει πολλά πράγματα, πόσο μάλλον να είναι «καλός»:

οι οιωνοί δεν είναι ευνοϊκοί γι’ αυτή την απόπειρα να μεταβεί από τον συναρπαστικό και συμφεροντολόγο εαυτό του σε μια κατάσταση όπου θα είναι καλός και αληθινός. Αντί για τις αγαθές φώκιες που υποτίθεται ότι επισκέπτονται την ακτή του, ο Άρροουμπαϋ βλέπει ένα τρομακτικό θαλάσσιο τέρας. Είναι κάπως υπερβολικά ευχαριστημένος με το ίδιο του το «ευφυές πρόσωπο» για κάποιον που προσπαθεί να αποκηρύξει την επιτηδειότητα και την κατεργαριά· υπερβολικά ευχαριστημένος με τα «ιδιαιτέρως ικανοποιητικά» τεχνητά μαλλιά του για κάποιον που έχει γυρίσει την πλάτη στα ψέματα της τέχνης και στη ματαιοδοξία. Σκοπεύει να ζήσει σαν ερημίτης, αλλά πολιορκείται από ένα πλήθος επισκεπτών, τους μισούς από τους οποίους, το είχε ξεχάσει, έχει καλέσει ο ίδιος – κυρίως πρώην ερωμένες-ηθοποιοί και άντρες ηθοποιοί που παραμένουν υπνωτισμένοι από τη μαγεία του.[6]

Το να «είναι καλός» δεν περιλαμβάνεται στα πράγματα που ο Τσαρλς, αυτός ο μάγος της σκηνής, μπορεί να κάνει. Για να «σώσει» την αγαπημένη του από τον «κακοποιητικό» της γάμο φτάνει να κακοποιεί, εκλαμβάνει τα όχι για ναι, τη γελοιότητα και τον εξευτελισμό για θάρρος και αυτοθυσία. Υπάρχουν οι ερμηνείες του, αλλά υπάρχει και η πραγματικότητα. Με φόντο και στήριγμά του τον «χορό» των θεατρανθρώπων που καταργούν εκ των πραγμάτων με την παρουσία τους την ερημιά του και με τους οποίους μιλά την ίδια εκκεντρική γλώσσα, ο Τσαρλς κινείται πυρετικά μέσα στα γεγονότα που πυροδοτεί ο ίδιος· ωστόσο, όσο επιμένει να τα ερμηνεύει και να προσπαθεί να τα επηρεάσει, εκείνα τόσο γιγαντώνονται, τραγικά, τρομακτικά ή κωμικά, μέχρι που, πολύ πιο μόνος απ’ όσο στην αρχή του μυθιστορήματος, θα επιστρέψει εκεί που ανήκε πάντα, στην κοσμική του ζωή. Αλλά όχι ακριβώς όπως ήταν πριν. Αν και στο τέλος ο ίδιος, κοιτώντας πίσω, θα το αμφισβητήσει («Μπορείς να αλλάξεις τον εαυτό σου; Ή, αν υπάρξει κάποια αλλαγή, θα υπολογιστεί ως εκατομμυριοστό του χιλιοστού;»), εντούτοις φαίνεται σαν να είναι πιο συνειδητοποιημένος, πιο συμβιβασμένος με την πραγματικότητα, σαν κάπως να έχει αλλάξει – όχι έτσι όπως νόμιζε ο στην αρχή, αλλά με τον τρόπο που περιγράφει ο Τζων Μπέρνσαϊντ στην εισαγωγή:

Υπάρχει μια ιστορία για έναν άνθρωπο που έδινε την εντύπωση του ανυπόληπτου, ο οποίος πήγε να βρει έναν ζεν βουδιστή και του ζήτησε να τον διδάξει. Ο άνθρωπος αυτός, έχοντας δίχως άλλο κουραστεί από την άστατη ζωή του, ήθελε κάπως ν’ αλλάξει, να γίνει ένας άλλος, μοναχός ή ερημίτης, κάποιος που, όπως το είχε φτιάξει στο μυαλό του, ήταν συμφιλιωμένος με τον κόσμο. Όμως ο δάσκαλος, αφού τον κοίταξε αρκετή ώρα, τον ρώτησε: «Τι είσαι;» Μετά από στιγμιαία αβεβαιότητα για το νόημα της ερώτησης ο ικέτης αποκρίθηκε πως ήταν κλέφτης. Ο δάσκαλος κούνησε το κεφάλι καταφατικά. «Τότε να είσαι καλός κλέφτης» του είπε.

Το κακό με τον Τσαρλς είναι ότι ποτέ δεν μπορείς να ξέρεις. Στην τελευταία παράγραφο του βιβλίου, μια κασετίνα που είχε φέρει ο μυστικιστής ξάδερφός του από το Θιβέτ πέφτει κατά λάθος απ’ το ράφι της και σπάει, και οι δαίμονες που έκλεινε μέσα της απελευθερώνονται: «Σε τούτο το δαιμονοπαρμένο προσκύνημα που λέγεται ζωή, τι άλλο να περιμένει κανείς, ρωτάω» – έχει μόλις κλείσει ραντεβού με την επόμενη υποψήφια ερωμένη του.

*

Η Μέρντοκ παίρνει τον Τσαρλς από τη θεατρική σκηνή του Λονδίνου και τον τοποθετεί στην «ερημιά», όμως στην πραγματικότητα πρόκειται απλώς για άλλο ένα από τα θεατρικά του έργα, εμπνευσμένο από την Τρικυμία του Σαίξπηρ, με ήρωα τον ίδιο, το οποίο αυτή τη φορά σκηνοθετεί σε άσπονδη συνεργασία με την ίδια τη ζωή. Είναι ένα πολύ ενδιαφέρον έργο, συχνά δεν θες να σταματήσεις να το παρακολουθείς πριν δεις πού θα οδηγηθεί η δράση. Ταυτόχρονα, όμως, είναι ένα έργο που μπορεί να σε κάνει να νιώσεις ότι δεν σε αφορά. Οι χαρακτήρες, αυτοί οι εκκεντρικοί Λονδρέζοι καλλιτέχνες, είναι υπερβολικά εκκεντρικοί, η θάλασσα είναι υπερβολικά μεγαλειώδης και καταπιεστικά αλληγορική, ο ουρανός επίσης. Όλα αυτά επειδή η μοναδική, σχεδόν, φωνή που μας φέρνει σε επαφή με τον ήρωα και το περιβάλλον του είναι η φωνή ενός εγωπαθούς εμμονικού καλλιτέχνη, αφερέγγυου και αναξιόπιστου ακόμα και όταν ανακαλεί το παρελθόν του, και ο οποίος μικρή επαφή έχει με την πραγματικότητα, ακόμα και με τον ίδιο του τον εαυτό. «Είναι γνήσια αυτή η φωνή;» αναρωτιέται ο Μάρτιν Γκρήνμπεργκ το 1978. Κι απαντά, «Όχι αρκετά». Βρίσκει τον «ξηρό λόγο» του Άρροουμπαϋ «ένα μη πειστικό λογοτεχνικό τέχνασμα».[7] Κατά τη γνώμη μου, είναι πειστικό, διαφορετικά δεν θα κατάφερνε να παρασύρει – αλλά έχει όρια. Με τη μονομέρειά της, την αφερεγγυότητά της και την κυριαρχία της, αυτή η φωνή εμποδίζει να υπάρξουν τα συστατικά εκείνα που θα δημιουργούσαν ψυχικές γέφυρες ανάμεσα στα πρόσωπα του έργου και στον αναγνώστη, έτσι ώστε ο τελευταίος να νιώσει ότι το πάθος τους, με οποιονδήποτε τρόπο, αφορά γενικότερα τη ζωή, άρα και τον ίδιο.

Ο πρωταγωνιστής της Μέρντοκ είναι ακραίος, οι καταστάσεις είναι ακραίες, χωρίς να έχουν εξελιχτεί έτσι εκκινώντας από μια αφετηρία που θα μπορούσε να αναγνωριστεί ως (έστω δυνητικά) οικεία. Η φωνή του Τσαρλς Άρροουμπαϋ τελικά είναι μια φωνή που παραμένει ξένη σ’ εμάς, καθ’ όσον ξένος παραμένει και ο ίδιος. Κι αυτό δεν θα ήταν ίσως πρόβλημα, αν φιλοδοξία του μυθιστορήματος δεν ήταν να μιλήσει για την εμμονή, τον έρωτα, τις αυταπάτες, τον εγωισμό ή την έννοια του καλού γενικά, αλλά ειδικά σε σχέση με τον εκκεντρικό καλλιτεχνικό κόσμο – όπως, για παράδειγμα, συγκεκριμενοποιεί τον τόπο αναφοράς του το Μικρός που είναι ο κόσμος του Ντέηβιντ Λοτζ – μια σάτιρα καθαρά εντοπισμένη στον ακαδημαϊκό κόσμο. Οι πιο δυνατές, λογοτεχνικά πλούσιες στιγμές της Θάλασσας πιστεύω πως είναι εκείνες που περιλαμβάνουν και τους ανθρώπους έξω από τον κύκλο του Τσαρλς, π.χ. η συνάντησή του με τον σύζυγο της Χάρτλυ, τον Μπεν, στο γεφύρι του Μιν –  όχι οι σκηνές αποκλειστικά με τον ίδιο, με τους εκκεντρικούς φίλους του ή τον ξάδερφό του, ούτε καν οι σκηνές με τη θάλασσα.

Οι άνθρωποι του χωριού, η ίδια η Χάρτλυ, ο Μπεν, ο γιος τους Τίτος κάθε φορά που εμφανίζονται, και για όσο τους επιτρέπει ο αφηγητής να υπάρξουν μόνοι τους, δίχως να τους ερμηνεύει, είναι πραγματικοί, απτοί – κάπως σαν παιχνίδι, γεννιέται στο μυαλό μια απορία: τι θα είχε συμβεί αν η Μέρντοκ είχε διαλέξει κάποιον από αυτούς για κεντρικό ήρωά της και δανειζόταν τη φωνή του; Αν χρησιμοποιούσε όλο αυτό το ταλέντο της στη δημιουργία αντιστίξεων, στην ιχνηλάτηση του ψυχισμού, στη δημιουργία καταστάσεων, για να πει την ιστορία από την πλευρά της ταπεινής, γερασμένης Χάρτλυ; Σίγουρα, θα ήταν μια άλλη ιστορία. Αλλά καμιά φορά, παρά τη γοητεία και το μεγαλείο της απέραντης θάλασσας, μια μικρή σταγόνα σε έναν νεροχύτη μπορεί να έχει μεγαλύτερο βάθος – ανάλογα με το ποιος κοιτά.

~.~

[1] Stephanie Kelley, The Best Iris Murdoch Books – Recommended by Miles Leeson, 20 Ιανουαρίου 2020. (https://fivebooks.com/best-books/iris-murdoch-miles-leeson/)
[2] Sam Jordison, “Booker Club: The Sea, The Sea”, 11 Φεβρουαρίου 2009.
[3] Στον Πρόλογό του στο Existentialists and Mystics – Writings on Philosophy and Literature της Iris Murdoch, Penguin: Νέα Υόρκη 1999 [1997].
[4] Harold Bloom, “A Comedy of Worldly Salvation”, NYT, 12 Ιανουαρίου 1986.
[5] «Παρά την αφθονία των χαρακτηριστικών τεχνασμάτων της Μέρντοκ, η πλοκή είναι παθιασμένα ηθική, και  αυτό αποβαίνει προς όφελός της, γίνεται κάτι περισσότερο από το άκαρδο μουρμουρητό κάποιων άλλων μυθιστορημάτων της»· «Η τρυφερότητα, η κωμωδία και ο τρόμος συνυφαίνονται υπέροχα στο κεντρικό μέρος του βιβλίου, όπου έχει απαγάγει και φυλακίσει την τρομοκρατημένη κυρία στο σκοτεινό του κάστρο»· «αν και πολλές φορές στο παρελθόν η συγγραφική εφευρετικότητα υπήρξε υπερβολική για το ποσοτικά περιορισμένο συναίσθημα με το οποίο έχει επενδυθεί, έτσι που η πλοκή να εξελίσσεται θυμίζοντας κουρδισμένο μουσικό κουτί, η Θάλασσα, θάλασσα διατρέχεται από μια δροσερή πνοή ζωής». Rosemary Dinnage, “Art as Pure Villain: On Iris Murdoch’s The Sea, The Sea”, The New York Review of Books, 8 Φεβρουαρίου 1979, στο https://bookmarks.reviews/art-as-pure-villain-on-iris-murdochs-the-sea-the-sea/
[6] Martin Greenberg, “Becoming Good”, NYT, 17 Δεκεμβρίου 1978.
[7] Ό.π.

*

*

*