Μοντέρνο τρίπτυχο

*

του ΧΑΡΗ ΨΑΡΡΑ

~.~

Αλλέες ευκαλύπτων, κλειδοκύμβαλα

Θυμήσου τα κορίτσια που έβαψαν τα χέρια σου
πράσινα, κόκκινα, λιλά.
Θυμήσου τα πουλιά της μέρας και της νύχτας,
τους γκιόνηδες, τους πετεινούς.

Θυμήσου τη Μαρία, την Ελένη,
την Ανδρομέδα με τ’ άστρα φυτευτά
στα μαλλιά της, στο στήθος. Θυμήσου
τον ταυρομάχο, τον Θησέα, το ιστίο το ανάλλαγο.

Θυμήσου την Ονειροτόκο, το ενύπνιο, τη μαυρίλα
βυθού που χώνεψε μάτια νεκρών,
μάτια σφαγμένων με τ’ άκρα τους σκόρπια εδώ κι εκεί.
Αλλού η κνήμη, αλλού η ωλένη, αλλού η καμάρα του ποδιού.

Την Τασία θυμήσου, το τριζόνι, το αηδόνι,
τα χέρια σου στο αίμα, τα χέρια θαμμένα στη χλόη,
μες στα τριφύλλια, μες στα κοχύλια, μέσα στον ουρανό.
Κι έπειτα, την εκταφή — την ανάσυρση των αγαλμάτων.

~.~

La Pierre Percée

Κραυγή, ψιχάλα της ψυχής, το νου σου διαταράσσει,
όπως τo αγριοπερίστερο φτεροκοπά προς τ’ άστρα,

την ώρα που η γειτόνισσα φτιάχνει ψητό στη γάστρα
κι ο αντίπαλός σου στα χαρτιά γελά (του τύχανε άσοι).

Κραυγή του αμνού που σφάξαμε, πασχάλιο μεσημέρι.
Όποιος σηκώθηκε ψηλά από ψηλά θα πέσει.

Ρήγας στρωτός, φερτός βαλές, μα στης καρδιάς τα μέρη
φυρονεριά, κλειστή ζωή, νέκρας ζενίθ κι ενέσεις.

Δεν ράγισες. «Ωχ αδερφέ» δεν είπες. Κι όταν πόνος
στο στήθος σ’ έπιασε, βουβός έμεινες. Τέτοια τύχη

δεν σου άξιζε ή μάλλον: «Ναι!» Τι κι αν ύψωνες τείχη,
των ηττημένων οι στρατιές σπεύδουν και σε ανταμώνουν

μες στο άδοξο αλωνάκι σου, στη μοναχή σου κλίνη.
Κι αίφνης δακρύων δροσιά δοτή παλιά πληγή απαλύνει.

~.~

Τέρμα διαδρομής

Το οδοιπορικό φτάνει στο τέλος του χρόνια αφότου τελειώσει,
την ώρα που εμφανίζεις φωτογραφίες. Θάλαμος σκοτεινός.
Ξεπλένεις το φιλμ. Το κρεμάς. Κι η πόρτα τρίζει πάλι όπως και τότε.

Παραλία τιρκουάζ, σα σκηνικό. Κι ο ήλιος λευκός, ασβεστωμένη πέτρα.
Κάποιος την πέταξε ψηλά κι αυτή καρφώθηκε
στο ανέκφραστο πρόσωπο του ουρανού. Στον σκελετό
πλοίου που βούλιαξε σε ό,τι ήταν άλλοτε θάλασσα
κι είναι πια μέρος της ξηράς και της ακτής σου.

Δεν αξίζει ν’ ανυπομονείς στην προκυμαία.
Το ερχόμενο καράβι; Η άφιξή του αμφίβολη,
κι ας δείχνει να έχει βάλει πλώρη για εδώ.

Κι αργότερα που θ’ αγκυροβολεί, δεν θα υπάρχει λιμάνι·
θα ’ναι μια μελανιά στον ορίζοντα, μια σταγόνα
στο εφηβαίο γερασμένου ωκεάνιου θεού,
δαχτυλίδια καπνού μες στα γένια του ή πάλι
της γοργόνας τα φρύδια, δυο μολυβιές.

Ας πούμε πως σου μένει ακόμη καιρός
ν’ ανασάνεις τη μυρωδιά του έλατου στο βουνό,
ν’ ακούσεις την τσίχλα στο έρημο δάσος,
ν’ αγγίξεις τα κοράλλια προτού γίνουν κόσμημα
στο λαιμό της γυναίκας που θα πεθάνει
από ανακοπή καρδιάς εκεί, κάτω από τ’ αρμυρίκια

ή μάλλον εδώ που κάθομαι και σου μιλώ,
μαντάροντας τα δίχτυα του χρόνου,
με μια φωνή πνιγμένη εντός σου. Δική σου φωνή.
Απροσποίητη. Ξενιτεμένη.

Βγες στους αμμόλοφους, αύριο με το φεγγάρι.
Σε περιμένω. Ρόζος είμαι — μαντέμι, πετσί,
το ξύλο που θα ξεβραστεί στα πόδια σου
μετά την τρικυμία.

*

*

*