Day: 05.07.2024

Οι μεταμορφώσεις μιας δύσκολης εφηβείας

Σχέδιο της Παγώνας Ξενάκη (λεπτομέρεια).

της ΣΙΤΣΑΣ ΚΟΤΣΙΦΑΚΗ

Λίλα Τρουλινού,
Μύρων η αράχνη, Μεταμορφώσεις ΙΙ,
Περισπωμένη, 2024

Η φωνή ενός παντογνώστη αφηγητή αναλαμβάνει να μας μυήσει στον θαυμαστό κόσμο των ηρώων μιας ιστορίας που ο κύριος κορμός της διαδραματίζεται από το 2016 περίπου μέχρι τις Αλκυονίδες μέρες του Φεβρουαρίου του 2020, όταν ο Μύρων είναι 15 χρόνων και γίνεται κοντά 19, ενώ την ίδια στιγμή με ανάδρομες αφηγήσεις ενημερωνόμαστε για τη ζωή του από τα πρώτα του χρόνια. Ένα εξαιρετικό σχήμα κύκλου στην αφήγηση προδιαθέτει τον αναγνώστη για μια ιστορία που διαρκώς θα επαναλαμβάνεται, μια ιστορία χωρίς τέλος αφού η έννοια της μεταμόρφωσης περιλαμβάνει κάθε αλλαγή, μέχρι την έσχατη που είναι ο θάνατος. Η μεταμόρφωση καταργεί την ιστορικότητα του ανθρώπινου σώματος και τα όρια που αυτή επιβάλλει, καθώς ο άνθρωπος ενδύεται ένα άλλο σώμα μπαίνοντας σε μιαν άλλη ιστορικότητα ή αποκτά την αιωνιότητα του πλάσματος στο οποίο μεταμορφώθηκε. Ο Μύρων οδυνηρά θα μεταμορφωθεί στο πλάσμα των πόθων και των λογισμών του, στην υφάντρα Αράχνη, για να βρει επιτέλους τον αληθινό εαυτό του, αυτόν που ο περίγυρος του αρνήθηκε, τον απαξίωσε, τον ταπείνωσε με περισσή σκληρότητα και ανελεήμονα στάση. (περισσότερα…)

Δύο αιώνες ελληνικής ποίησης | Τρεις σταθμοί: Βαλαωρίτης – Καρούζος – Σινόπουλος

~.~

Με την ευκαιρία της αποψινής εκδήλωσης στο Θέατρο Κυδωνία, μια πρόγευση, μια μικρή ανθολογία των ανθολογιών κατά κάποιον τρόπο: ποιήματα των Βαλαωρίτη, Καρούζου και Σινόπουλου από τους τόμους που επιμελήθηκαν οι ομιλητές.

~.~

ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗΣ ΒΑΛΑΩΡΙΤΗΣ

ΣΤΟΝ ΚΟΣΜΟ Σ’ ΕΙΔΑ ΜΙΑΝ ΑΥΓΗ …

Ένας τυφλός επαιτεί στα σκαλιά μιας εκκλησιάς. Μιλάει στο παιδί του που αμέριμνο κοιμάται. Από το εκτενές ποίημα «Ο τυφλός Χορμοβίτης» που δεν μας σώζεται ολόκληρο παρότι ο Βαλαωρίτης το είχε ολοκληρώσει, επειδή έχασε τα χειρόγραφα στο λιμάνι της Σύρου. Πιθανόν να ανήκε και αυτό στον κύκλο των συνθέσεών του γύρω από τον Αλή, αφού το Χόρμοβο, χωριό της επαρχίας του Τελεπενίου στη σημερινη Αλβανία, καταστράφηκε από τον πασά το 1779 και οι επιζήσαντες Χριστιανοί κάτοικοί του εκδιώχθηκαν από τις εστίες τους.

Στον κόσμο σ’ είδα μιαν αυγή, στον ουρανό μου αστέρι,
στον έρημό μου το γιαλό μονάκριβη αρμυρήθρα,
βυζασταρούδι γαλανό, δροσάτο σαν τη φτέρη,
ξανθό σαν την κερήθρα.

Σβησμένο φως στον Άδη μου σ’ επήρα λυχνοστάτη
και κρεμασμένος σέρνομαι στον άχαρο λαιμό σου,
μελανιασμένο σύγνεφο στην έρμη σου την πλάτη,
μέρα και νύχτα ζωντανό σκοτάδι στο πλευρό σου!

Ούτε που βρέθηκε για μας, σ’ όλην αυτήν την πλάση,
ένα παλιό καταχυτό και δυο ρονιές κατώγι,
μια καταρήχωση τυφλή, να κρύψει, να σκεπάσει
τη φτώχεια που μας τρώγει!…

Άλλα κοιμώνται σ’ αγκαλιές, σε δροσερά στρωσίδια,
τα παραστέκουν όνειρα, μοσχοβολιές, παιδί μου,
κι εσύ, το μαύρο, σέπεσαι γυμνό μες στα ξεσκλίδια
και μόνη σου έχεις συντροφιά τη στείρα την ευχή μου.

Είν’ αύριο Πρωτομαγιά, θα σηκωθούν πριν φέξει,
σα χιλιδόνια απ’ τη φωλιά θ’ αφήσουν το κρεβάτι
και με τραγούδια, με χαρές, καθένα τους θα τρέξει
να στολιστεί με λούλουδα, να πιει στο νεροκράτη.

Για σε δεν έρχετ’ άνοιξη! Φτωχά, τυραγνισμένα
θα τρως τα νιότα σου μ’ εμέ γειρμένο στα πεζούλια
κι ονείρατα στον ύπνο σου μελανοφορεμένα
θα βλέπεις νυχτοπούλια.

***** (περισσότερα…)