*
Μετάφραση-Σχόλια-Επιμέλεια στήλης
ΦΩΤΗΣ ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ
Kορυφαίο δείγμα αναγεννησιακής ρητορικής, και ταυτόχρονα ένα από τα σημαντικότερα σημεία αναφοράς του ρεπουμπλικανικού ανθρωπισμού, o Πανηγυρικός για την πόλη της Φλωρεντίας συντάσσεται περί το 1403, λίγο μετά τον θάνατο του φοβερού εχθρού της φλωρεντινής δημοκρατίας, Τζαν-Γκαλεάτσο Βισκόντι, δούκα του Μιλάνου. Για να τιμήσει τη συγκυρία, ο Λεονάρντο Μπρούνι, μαθητής του Μανουήλ Χρυσολωρά μα και ευνοούμενος και –μετέπειτα– διάδοχος του Κολούτσιο Σαλουτάτι στην Καγκελαρία, συντάσσει τον περίφημο Πανηγυρικό ακολουθώντας συνειδητά ένα αρχαιοελληνικό υπόδειγμα εγκωμιαστικού λόγου: τον Παναθηναϊκό του Αίλιου Αριστείδη. Αν και η μίμηση είναι πιστή, ο Μπρούνι καταλήγει να συντάξει ένα κείμενο που ξεπερνά από κάθε άποψη το υπόδειγμά του.
Για μια εισαγωγική ανάλυση του έργου, ο αναγνώστης παραπέμπεται στη χθεσινή ανάρτηση της 1ης Ιουλίου.
~.~
ΛΕΟΝΑΡΝΤΟ ΜΠΡΟΥΝΙ
Πανηγυρικός για την πόλη της Φλωρεντίας
§§ 47-93
[47] Έχουν ειπωθεί αρκετά για τη λαμπρότητα της καταγωγής των Φλωρεντινών – ίσως περισσότερα από όσο χρειάζεται για πράγματα αυτόδηλα. Μένει τώρα να μιλήσουμε για την αρετή της πόλης, και πώς αυτή εκδηλώθηκε στις εξωτερικές και τις εσωτερικές υποθέσεις. Και τούτο θα το κάνω πολύ συνοπτικά, γιατί η σημερινή μου ομιλία δεν επιτρέπει μεγάλη συζήτηση για ιστορικά θέματα. Θα περιοριστώ αποκλειστικά σε διάσημα γεγονότα. Αλλά πριν ξεκινήσω, μου φαίνεται καλό και απαραίτητο να δηλώσω προκαταβολικά και να προειδοποιήσω να μην με κατηγορήσει κανείς, επηρεασμένος από μια ψευδή εντύπωση, για αναίδεια ή άγνοια. Η πρώτη οφείλεται στη μωρία και η δεύτερη στην ελαφρομυαλιά, αλλά και οι δύο πρέπει εξίσου να αποφεύγονται.
[48] Δεν έχω, όμως, καμία αμφιβολία ότι θα προκαλέσω σε κάποιους ανόητους την υποψία ότι με αυτόν τον έπαινό μου θέλω να εξασφαλίσω δημοφιλία ή καλοβουλία και να καταιχμαλωτίσω τον νου των ανθρώπων, ξεπερνώντας κατά πολύ τα όρια της αλήθειας, και κοσμώντας τον λόγο μου ανακατεύοντας την αλήθεια με το ψέμα. Και τώρα πρέπει εγώ να τους βοηθήσω να μάθουν –ή, μάλλον, να ξεμάθουν– πώς να σταματήσουν να τα σκέφτονται όλα αυτά και να εγκαταλείψουν κάθε τέτοια υποψία. Παρόλο που θέλω να είμαι αγαπητός και αποδεκτός από όλους –και ομολογώ ότι αυτό το επιθυμώ και το λαχταρώ πολύ–, ποτέ δεν πίεσα τον εαυτό μου να το κατορθώσει αυτό με καλοπιάσματα και κολακείες. Πάντα πίστευα ότι πρέπει κανείς να αγαπά τους ανθρώπους με αρετή, και όχι με κακία: και από αυτόν τον έπαινο δεν περιμένω ούτε αξιώνω καμία χάρη. Θα ήμουν πραγματικά ανεγκέφαλος αν πίστευα ότι από ένα τόσο μικρό έργο θα μπορούσα ποτέ να κερδίσω την εύνοια ενός τόσο μεγάλου πληθυσμού. Εγώ, βλέποντας αυτή την πανέμορφη πόλη, θαυμάζοντας πολύ την ανωτερότητά της, την αρχιτεκτονική της, την ευγένειά της, τα κάλλη, τη δόξα της, θέλησα να δοκιμάσω αν μπορώ με τα λόγια μου να περιγράψω όλη αυτήν την ομορφιά και τη λαμπρότητα.
[49] Αυτός ήταν ο λόγος που με παρακίνησε να γράψω· ούτε το κυνήγι της υπόληψης ούτε η εξασφάλιση της λαϊκής εύνοιας. Απέχω πολύ από το να έχω αναλάβει αυτό το έργο έχοντας σαν στόχο να κερδίσω την ευμένεια του κόσμου. Στην πραγματικότητα, έβαζα με τον νου μου ότι θα ήμουν τυχερός αν ο πανηγυρικός αυτός λόγος δεν συνέτεινε μάλλον στην κακοφημία μου. Φοβόμουν, δηλαδή, ότι, όλοι όσοι ενοχλούνται από την άνθιση της Φλωρεντίας μας, θα με μισούσαν για το έργο που ανέλαβα: και ακόμη και τώρα δεν παύω να το φοβάμαι αυτό. Όλοι όσοι μας φθονούν, όλοι οι εχθροί μας, όλοι όσοι δυσαρεστήθηκαν, συνετρίβησαν ή νικήθηκαν από αυτή την πόλη, είτε αυτοί προσωπικά είτε οι πρόγονοί τους, όλους αυτούς –λέω εγώ– ο έπαινός μου θα τους καταστήσει εχθρούς μου. Και έτσι, φοβάμαι πολύ ότι θα χρειαστεί να επωμισθώ το βαρύ φορτίο της κακοφημίας. Αλλά θα θέσω έναν όρο που κανείς δεν μπορεί δίκαια να αρνηθεί: αν μιλήσω παραπειστικά, προπετώς ή απρεπώς, τότε με το δίκιο του θα σταθεί κάποιος εχθρικά ή δυσμενώς απέναντί μου. Αν, όμως, αυτά που λέω είναι αληθινά, και ο λόγος μου συντάσσεται με αίσθηση του μέτρου, τότε κανείς δεν πρέπει να οργιστεί μαζί μου. Δεν είναι απολύτως δίκαιος ο όρος αυτός; Ποιος είναι τόσο διεστραμμένος και μεροληπτικός ώστε να πιστεύει ότι οφείλει να αγανακτήσει μαζί μου αν μεγαλύνω την πόλη με δίκαιο και ακριβή έπαινο;
[50] Επομένως, από όλα όσα ειπώθηκαν μέχρι τώρα γίνεται κατανοητό ότι δεν οδηγήθηκα στο γράψιμο επιζητώντας την εύνοια, και ότι, από την άλλη, δεν υπάρχει κανένας που δικαιούται να αγανακτήσει μαζί μου. Επειδή, όμως, οι χαρακτήρες των ανθρώπων είναι τόσο διαφορετικοί, δεν έχω καμία αμφιβολία ότι θα βρεθούν πολλοί να θεωρήσουν τα επιχειρήματά μου μικρής αξίας. Για κάποιους άλλους, η ίδια η αλήθεια είναι μισητή και ενοχλητική. Άλλοι, είτε επειδή είναι φύσει κακόγνωμοι είτε επειδή τους διακατέχει άγνοια, δεν παραδέχονται ως αληθές τίποτε άλλο από αυτό τους συμφέρει: τούτοι θα με κατηγορήσουν για ματαιοδοξία ή θα προσπαθήσουν να με διαβάλουν ισχυριζόμενοι ότι δεν έγραψα τίποτε με ειλικρίνεια. Εγώ όμως προειδοποιώ όλους αυτούς να μην μου το παίζουν έξυπνοι, ούτε να σπεύσουν να με κατηγορήσουν για προπέτεια, αλλά να αναλογιστούν, ξανά και ξανά, τι είναι αυτό που θεωρούν επιτημητέο, και, κυρίως, να θυμηθούν ότι εγώ δεν κάνω εδώ λόγο για την αρετή και την υπεροχή μεμονωμένων πολιτών, αλλά για ολόκληρη τη πολιτεία μας. Το να έχουν αποδειχθεί μερικά άτομα στη Φλωρεντία αμφιβόλου ηθικής, δεν δικαιολογεί να γενικεύεται η κριτική προς αυτά σε καυτηριασμό ολόκληρης της πολιτείας. Η τελευταία, άλλωστε, έχει συνήθειο όχι μόνον να μην περιβάλλει τις φαυλότητες που αυτά διαπράττουν με συμπάθεια, αλλά να εκδηλώνει την απόλυτη αντιπάθεια και καταδίκη της.
[51] Άλλωστε, καμία πόλη δεν είναι ποτέ τόσο πολιτισμένη και καλά θεσμισμένη ώστε να είναι εντελώς απαλλαγμένη από φαύλους ανθρώπους. Ωστόσο, όπως η χρηστή συμπεριφορά λίγων ανθρώπων δεν μπορεί να απαλλάξει τους ανόητους και διεστραμμένους πολλούς από την ανυποληψία, έτσι και η διαστροφή και η ανήθικη συμπεριφορά των λίγων δεν είναι θεμιτό να σιγάσει τον δίκαιο έπαινο για τα χρηστά επιτεύγματα που έχει κατορθώσει σύσσωμη η πολιτεία. Άλλωστε, από τη μια πλευρά υπάρχουν ολισθήματα που είναι δημόσια, και από την άλλη ολισθήματα που είναι ιδιωτικά. Και διαφέρουν πάρα πολύ. Στα ιδιωτικά εστιάζεις στην πρόθεση του δράστη, ενώ στα δημόσια εστιάζεις στη θέληση ολόκληρης της πολιτείας. Στην τελευταία περίπτωση δεν δίνουμε ιδιαίτερη σημασία στην πρόθεση του ενός ή του άλλου πολίτη. Σε ό,τι αφορά τους νόμους και τα ήθη, αυτό που επιθυμεί η πλειονότητα του κόσμου φαίνεται να το υιοθετεί όλη η πόλη. Αν σε άλλους λαούς η πλειονότητα κατισχύει επί αυτού που είναι αληθινά καλύτερο, στη Φλωρεντία, πάντως, φαίνεται ότι η πλειονότητα επιλέγει πάντα το καλύτερο.
[52] Για αυτό, ας μη μου αντιπαρατεθεί κανείς άσκοπα υποδεικνύοντάς μου αξιόμεμπτες πράξεις ιδιωτών, αφού ούτε οι ανομίες του Βέρρη συνυφαίνονται με την εγκράτεια των Ρωμαίων, ούτε η δειλία του Κυρσίλου με την ανδρεία των Αθηναίων. Αν θέλουν να συνειδητοποιήσουν πόσο μεγάλη είναι η αριστεία αυτής της πόλης και ότι εγώ την επαινώ δικαιολογημένα, ας ρίξουν μια ματιά σε όλη τη Γη, ας επιλέξουν όποια πόλη επιθυμούν, και ας τη συγκρίνουν με τη δική μας· όχι σε ακτινοβολία και ομορφιά, αφού όμοιά της δεν υπάρχει στη γη, ούτε σε ευγένεια, αφού όλοι παραδέχονται ότι και ως προς αυτό ξεχωρίζει από όλες. Αλλά να τη συγκρίνουν ως προς τα επιτεύγματα και την αρετή. Εάν το κάνουν αυτό, τότε θα αρχίσουν να συνειδητοποιούν πόση διαφορά υπάρχει μεταξύ της Φλωρεντίας και όλων των άλλων πόλεων. Δεν θα βρουν ούτε μία που να της αξίζει ο έπαινος σε όλα τα παραπάνω χαρακτηριστικά.
[53] Είπα «σε όλα». Και τούτο θέλω να το καταστήσω απολύτως σαφές. Αν μπορούν να βρουν μια πόλη που, κατά γενική ομολογία, υπερέχει σε οποιοδήποτε είδος αρετής, ας τολμήσουν να κάνουν τη σχετική σύγκριση. Δεν πρόκειται να βρεθεί ούτε μία η οποία, ακόμα και σε ιδιότητα που τη χαρακτηρίζει ιδιαιτέρως, δεν θα αποδειχθεί υποδεέστερη της Φλωρεντίας. Σε απολύτως καμία δεν αξίζει ο έπαινος, όποιο και αν είναι το επίμαχο χαρακτηριστικό: ούτε στην αξιοπιστία, ούτε στην προκοπή, ούτε στην ανθρωπιά, ούτε στο μεγαλείο του πνεύματος. Ας φέρουν την πόλη που θέλουν στη διαμάχη: η Φλωρεντία δεν φοβάται τη σύγκριση με καμία. Ας ψάξουν σε όλο τον κόσμο για μια πολιτεία που σε κάποιο είδος αρετής αξιώνει τη μεγαλύτερη δόξα. Ας συγκρίνουμε τα λαμπρά τους χαρακτηριστικά – ακόμη και εκείνα στα οποία η αντίπαλη πόλη θαρρεί πως ξεχωρίζει: εκτός και αν προτιμούν να εθελοτυφλούν, δεν θα μπορέσουν να βρουν ούτε ένα στο οποίο η Φλωρεντία δεν είναι ανώτερη κατά πολύ. Η αρετή αυτής της πόλης είναι θαυμαστή και αποτελεί το αξεπέραστο πρότυπο σε καθετί που αποτελεί αφορμή επαίνου.
[54] Δεν θα μιλήσω για τη σύνεση η οποία, κατά την κρίση όλων, διέπει αυτήν την πολιτεία στον ύψιστο βαθμό, και για την οποία παρατηρούμε ότι η πολιτεία μερίμνησε σε όλες τις εποχές με ιδιαίτερη σπουδή, μα θα σταθώ στη φιλανθρωπία και θα ρωτήσω: ποια άλλη πόλη έχετε ακούσει να έχει ξεχωρίσει και να συνεχίζει να ξεχωρίζει σε φιλανθρωπία; Τούτη η πόλη φαίνεται ότι είχε πάντοτε κατά νου να ωφελεί όσο το δυνατόν περισσότερους, και επομένως όλοι ήταν σε θέση να απολαύσουν τη γενναιοδωρία της, ειδικά εκείνοι που την είχαν μεγαλύτερη ανάγκη. Έτσι, όλοι όσοι οδηγήθηκαν μακριά από τον τόπο τους εξαιτίας εμφύλιων σπαραγμών, ή βρέθηκαν εξόριστοι από την πατρίδα τους κατατρεγμένοι από τον φθόνο, συγκεντρώνονται στη Φλωρεντία, που αποτελεί τη μοναδική τους προστασία και καταφυγή. Επομένως, δεν υπάρχει πλέον κανείς σε όλη την Ιταλία που να μην πιστεύει ότι έχει δύο πατρίδες: ιδιωτικά ο καθένας τη δική του, δημόσια, όμως, την πόλη της Φλωρεντίας[1].
[55] Τούτο συνεπάγεται ότι, υπό κάποια έννοια, η Φλωρεντία αποτελεί την κοινή πατρίδα και το ασφαλέστερο άσυλο ολόκληρης της Ιταλίας, όπου μπορεί να καταφύγει ο καθένας από παντού και όποτε το χρειάζεται, και στο οποίο θα γίνει δεκτός από τους κατοίκους με τη μεγαλύτερη δυνατή ευμένεια και καλοσύνη. Η φιλανθρωπία και η ανθρωπιά είναι τόσο διαδεδομένες σε αυτή την πόλη, που φαίνεται να ανακραυγάζουν πεντακάθαρα και να διαμηνύουν ανοιχτά σε όλους ότι, κανείς δεν πρέπει να θεωρεί τον εαυτό του άπατρι όσο υπάρχει η πόλη των Φλωρεντινών[2].
[56] Αυτή η διαβεβαίωση φιλανθρωπίας ακολουθείται από πράξεις ακόμη πιο σημαντικές από την ίδια την επαγγελία. Οι πρόσφυγες όχι μόνο καλωσορίζονται με φιλαγαθία, αλλά επιπλέον, αν φαίνονται αξιοπρεπείς, βοηθιούνται με πόρους και χρήματα: αξιοποιώντας αυτά, μπορούν στη συνέχεια να παραμείνουν με αξιοπρέπεια στη Φλωρεντία, ή αν το προτιμούν, να επιστρέψουν στις εστίες τους. Δεν είναι αλήθεια όλα αυτά; Μπορεί έστω και ένας κακόβουλος να τολμήσει να τα αρνηθεί όταν είναι σχεδόν άπειροι εκείνοι που θα μπορούσαν να αποτελέσουν μάρτυρες αυτής της αλήθειας; Άνθρωποι που βρέθηκαν σε σοβαρή οικονομική δυσχέρεια στην πατρίδα τους, ή εκδιώχθηκαν άδικα από τις πόλεις τους, ενισχύθηκαν με δημόσιο χρήμα και, δεχόμενοι την ευεργεσία αυτής της πόλης κατόρθωσαν να επιστρέψουν στην πατρίδα τους[3]. Μάρτυρες είναι επίσης πάμπολλες πολιτείες οι οποίες, αντιμετωπίζοντας την καταπίεση επιθετικών γειτόνων ή τη βία τυράννων, βοηθήθηκαν με συμβουλές, με πόρους, με χρήματα και άντεξαν στις πιο δύσκολες ώρες. Αφήνω δε κατά μέρος τη διαιτησία που ανέλαβε η Φλωρεντία ανάμεσα σε αντίπαλους λαούς. Αφήνω επίσης κατά μέρος τους πρεσβευτές που έστελνε για να ειρηνεύσει τα πνεύματα σε τόπους όπου ο θυμός έβραζε. Σε παρόμοιες καταστάσεις η πόλη αυτή παρενέβαινε αμέσως αξιοποιώντας το κύρος της.
[57] Είναι δυνατόν, λοιπόν, να μην αναγνωρίζεται η ύψιστη φιλανθρωπία τούτης της πόλης, που έχει ωφελήσει τόσο ουσιαστικά τις υπόλοιπες, και να μην αξίζει απολύτως τον έπαινο για την τόση μεγάλη αρετή και τα οφέλη που παρέσχε; Ποτέ δεν ανέχτηκε τις αδικίες που διαπράττονταν σε βάρος άλλων πόλεων, ούτε παρέμεινε ποτέ παθητικός θεατής των συμφορών των άλλων. Σε πρώτη φάση προσπαθεί, με όλες της τις δυνάμεις, να αξιοποιήσει τη δύναμη του λόγου αλλά και το κύρος της προκειμένου να κατευνάσει τις εχθρότητες και, ει δυνατόν, να ενσπείρει την ειρήνη. Εάν όλα αυτά δεν αποδώσουν καρπούς, τότε κατά κανόνα ρέπει υπέρ της πλευράς που απειλείται από την ισχυρότερη. Έτσι, σε όλες τις εποχές υπερασπίστηκε τους ευάλωτους, ωσάν να θεωρούσε καθήκον της να διασφαλίσει ότι κανένας λαός στην Ιταλία δεν θα υφίστατο συντριβή. Ούτε κάποια ροπή προς την παθητικότητα, ούτε ο τρόμος την ώθησαν ποτέ να ανεχτεί την επίθεση μιας πολιτείας σε μια άλλη. Ούτε, πάλι, θεώρησε ποτέ ότι είναι προτιμότερο να παραμείνει ατάρακτη και παθητική όταν κάποια άλλη πόλη, είτε σύμμαχη, είτε φιλική, ή, τουλάχιστον, όχι εχθρική, αντιμετώπιζε κίνδυνο. Αντιθέτως, κινητοποιούνταν αμέσως για να υπερασπιστεί το δίκιο των άλλων, παρεμβαίνοντας ενάντια στη βία του εχθρού, και προστατεύοντας εκείνους που έμοιαζαν να βρίσκονται στα πρόθυρα της καταστροφής, ενισχύοντάς τους με στρατό, πόρους και χρήματα.
[58] Ποιος, λοιπόν, θα θεωρήσει ποτέ ότι έχει επαινεθεί πραγματικά επαρκώς η Φλωρεντία για την τόσο μεγάλη φιλανθρωπία και γενναιοδωρία της; Ποια πόλη υπάρχει σε όλο τον κόσμο που μπορεί να συγκριθεί μαζί της ως προς αυτά; Ποια έχει διαθέσει τόσα χρήματα και ποια έχει αφιερώσει τόσο κόπο για να παρασταθεί στις υποθέσεις άλλων; Ποια προστάτεψε τόσους πολλούς από τον κίνδυνο; Σίγουρα, δε, όταν μια πόλη προασπίζεται εκείνους που βρίσκονται σε κίνδυνο, είναι απαραίτητο να αναγορεύεται προστάτιδά τους. Και ποιος θα μπορούσε να αρνηθεί ότι η προστάτιδα αυτή υπερέχει των άλλων σε αξία, σε ισχύ, σε προκοπή και σε κύρος;
[59] Στη φιλανθρωπία και τη γενναιοδωρία αυτή πρέπει να προσθέσει κανείς και την αξιοθαύμαστη αξιοπιστία την οποία περιφρούρησε αυτή η πολιτεία με αταλάντευτη φερεγγυότητα. Πάντα πίστευε ότι, πριν δώσει κανείς υποσχέσεις, πρέπει όλες οι παράμετροι να έχουν μελετηθεί προσεκτικά. Και πως, από τη στιγμή που δοθεί μια υπόσχεση, σε καμία περίπτωση δεν πρέπει να ανακληθεί. Για αυτό και εξαρχής, όποτε η Φλωρεντία έκρινε δίκαιο να δεσμευθεί σε ένα καθήκον, ουδεμία στάθμιση συμφέροντος την παρακίνησε ποτέ να παραβιάσει σύμφωνα, συνθήκες, συμμαχίες ή δεσμεύσεις.
[60] Πάντοτε θεώρησε ότι τίποτα δεν είναι πιο ταιριαστό στην αξιοπρέπεια μιας πολιτείας από το να διαφυλάσσει τη φερεγγυότητά της σε όλα τα λόγια και τα έργα, και τίποτε πιο ξένο από το να παραβιάζει τις υποσχέσεις της. Τέτοια συμπεριφορά είναι χαρακτηριστική δόλιων ανθρώπων που εχθρεύονται θανάσιμα τη πολιτεία. Πρόκειται για ανθρώπους που σκέφτονται όπως περιγράφει ο Κικέρων: «Ορκίστηκα με τη γλώσσα μου, μα τίποτε δεν ορκίστηκε ο νους μου»[4]. Ουδέποτε θεώρησε επιτρεπτή μια τέτοια στάση η δικαιότατη αυτή πόλη. Έτσι, σε κάθε σχετική περίσταση ανέλαβε υποσχέσεις μόνον κατόπιν πολύ ώριμης σκέψης. Και άπαξ και έδωσε μια υπόσχεση, για εκείνη τούτη έπρεπε να παραμείνει αμετάβλητη, εκτός αν υπεισέρχονταν παράγοντες που βρίσκονταν πέραν του ελέγχου της.
[61] Και όχι μόνον αυτό. Σε τούτη την πολιτεία η αξιοπιστία και η ακεραιότητα ανέκαθεν μετρούσαν τόσο πολύ, ώστε η Φλωρεντία πάντοτε τιμούσε σχολαστικά ακόμα και τις συμφωνίες που είχε συνάψει με τους εχθρούς της. Ποιος θα μπορούσε ποτέ να το διαψεύσει αυτό; Τούτο δε, είχε ως αποτέλεσμα ακόμη και οι εχθροί της να μην αμφιβάλλουν ποτέ για την αξιοπιστία αυτής της πολιτείας και να βασίζονται σε αυτήν. Έτσι, ακόμη και μεταξύ των εχθρών της, το όνομά της έφερε πάντοτε απροσμέτρητο κύρος. Μια ξεκάθαρη απόδειξη αυτού είναι το γεγονός ότι κάποιοι άνθρωποι, που προηγουμένως υπήρξαν διακηρυγμένοι εχθροί της, έφθασαν να εμπιστευτούν τα παιδιά τους και την περιουσία τους στην κηδεμονία αυτού του λαού, βασιζόμενοι στην αξιοπιστία και την ανθρωπιά που χαρακτηρίζει την πόλη. Καταλάβαιναν καλά ότι, χάρις στη δεύτερη, ο λαός ήταν διατεθειμένος να συγχωρήσει τα αδικήματα και να αναλάβει τις πρέπουσες υποχρεώσεις, και ότι χάρις στην πρώτη, η πόλη θα τηρούσε στο ακέραιο τις δεσμεύσεις της. Και η προσδοκία τους δεν διαψεύστηκε, αφού την περιουσία τους τη διαχειρίστηκαν οι πολίτες με εξαιρετική προσοχή και ύστερα την επέστρεψαν στους ιδιοκτήτες τους, δικαιώνοντας πλήρως όσους είχαν δείξει εμπιστοσύνη στην πόλη. Τούτο δε αποτέλεσε παράδειγμα για πολλούς. Αυτή η πολιτεία φρόντιζε προσεκτικά και πάντα να αποδίδεται στον καθένα αυτό που δικαιούται, και να προτάσσει σε κάθε περίπτωση την εντιμότητα έναντι του οφέλους. Και πράγματι, ουδέποτε ακολούθησε το μονοπάτι του οφέλους, εάν δεν συνέπιπτε με το μονοπάτι της εντιμότητας.
[62] Μεταξύ των πολλών και εξαιρετικών αρετών με τις οποίες είναι προικισμένη η Φλωρεντία, καμία γενικά δεν μου φαίνεται πιο αξιοσημείωτη και ανώτερη, ούτε πιο συμβεβλημένη με τη ρωμαϊκή της καταγωγή και αρετή, από την ευψυχία και την περιφρόνηση του κινδύνου. Ποιας άλλης αρετής, αν όχι της ρωμαϊκής, μπορεί να αποτελεί σαφή εκδήλωση ότι ήταν πάντοτε έτοιμη να πολεμήσει, να ριχτεί σε συρράξεις και να αναλάβει στρατιωτικά έργα μεγάλης σπουδαιότητας, χωρίς –και τι είναι πιο σπάνιο και αξιοθαύμαστο από αυτό– να αποθαρρύνεται και χωρίς να χάνει στο ελάχιστο την ευψυχία της;
[63] Μανιασμένος στεκόταν ο αυτοκράτορας μπροστά στις πύλες της πόλης, απειλώντας μας με καταστροφή. Και μαζί του είχε παραταχθεί όλος ο εχθρικός συνασπισμός, μαζεμένος, έτοιμος να σκορπίσει τον θάνατο[5]. Ο εχθρός είχε στρατοπεδεύσει σε απόσταση αναπνοής και γύρω από τα τείχη αντηχούσαν οι κλαγγές των όπλων και οι κραυγές των εχθρών. Ούτε ο Αννίβας δεν είχε πλησιάσει την Κολλίνα Πύλη με εχθρικότερη διάθεση[6] από εκείνη του τέρατος εκείνου που απείλησε τα τείχη της Φλωρεντίας. Και είχε, μάλιστα, στρατοπεδεύσει μπροστά στο πιο ανοχύρωτο σημείο της πόλης, θεωρώντας ότι δεν θα βρισκόταν πολίτης ικανός να πάρει τα όπλα ή να διατηρήσει την ψυχραιμία του. Αλλά αυτή η πανίσχυρη πολιτεία περιφρόνησε τις απειλές και τη μανία αυτού του ανθρώπου. Τούτος στεκόταν μπροστά στην πόλη και οργίαζε για πολλές μέρες, όμως ο φόβος δεν εξαπλώθηκε ποτέ μέσα στην πόλη. Όλα συνέχιζαν κανονικά λες και δεν υπήρχε κίνδυνος και καμία εχθρική δύναμη κοντά. Στους δρόμους, όλα τα εργαστήρια και τα μαγαζιά λειτουργούσαν κανονικά και οι σιταποθήκες ήταν ανοιχτές. Και όταν όλα αυτά μεταφέρθηκαν στον αυτοκράτορα, αυτός, θαυμάζοντας την υπεροχή και το σθένος των πολιτών, έλυσε την πολιορκία.
[64] Ωστόσο, η πολιτεία δεν στάθηκε δυνατή μόνο στην άμυνα, αλλά και θαυμαστή στην επίθεση, τη δίκαιη ανταπόδοση στην αδικία που είχε δεχθεί. Γιατί ποτέ δεν θέλησε να βλάψει κανέναν αν δεν είχε δεχθεί πρώτη την επίθεση. Με το που δεχόταν το χτύπημα, όμως, αποδεικνυόταν μαχήτρια διψασμένη να υπερασπιστεί την αξιοπρέπειά της. Αυτό την χαρακτήριζε πάντα: η απίστευτη επιθυμία να λάμψει σε ευαρέσκεια και δόξα. Ως εκ τούτου, πάντα στόχευε να πετύχει σπουδαία και εξαιρετικά δύσκολα κατορθώματα: και κατά την υλοποίησή τους δεν φοβήθηκε ποτέ ούτε το μέγεθος του κινδύνου ούτε τις αντιξοότητες.
[65] Θα μπορούσα να υπενθυμίσω τις βαριά οχυρωμένες πόλεις που κατακτήθηκαν, τα σχεδόν αναρίθμητα τρόπαια νίκης που σήκωσε αυτή η πόλη επί γειτονικών λαών, τα υπέροχα στρατιωτικά κατορθώματα που επιτεύχθηκαν όποτε ο λαός της Φλωρεντίας έπαιρνε τα όπλα. Αλλά δεν είναι της παρούσης να αναφερθούμε στις τόσες πολλές πολεμικές συρράξεις και στα κατορθώματα που έχουν επιτευχθεί. Τούτα απαιτούν ξεχωριστό και ολόκληρο βιβλίο, το οποίο, ελπίζω, να αξιωθώ να συντάξω κάποια στιγμή[7], και έτσι να παραδώσω και γραπτά με ποιον τρόπο επιτεύχθηκαν όλα αυτά τα κατορθώματα από τούτο τον λαό. Προς το παρόν θα αναφέρω μόνο μία ή δύο περιστάσεις χάριν παραδείγματος, ώστε από αυτές να συναγάγει κανείς πόσο εξαιρετική ήταν η αρετή αυτής της πόλης και σε όλες τις υπόλοιπες.
[66] Η Βολτέρρα είναι μια αρχαία και αρχοντική πόλη στην Ετρουρία, η οποία, όμως, βρίσκεται σε βουνά τόσο ψηλά ώστε, ακόμα και άνθρωποι που δεν είναι αρματωμένοι, μετά βίας μπορούν να την πλησιάσουν. Οι Φλωρεντινοί ανέλαβαν να εκστρατεύσουν εναντίον της[8]. Θαρρημένοι από μια αρετή συνηθισμένη να αψηφά και τις πιο δυσμενείς συνθήκες, δεν φοβήθηκαν ούτε το αντίξοο έδαφος, ούτε τη μειονεκτική θέση από την οποία κινούσαν για τη μάχη. Όταν, λοιπόν, οι Φλωρεντινές δυνάμεις που είχαν σταλεί εκεί άρχισαν να σκαρφαλώνουν στο βουνό, οι πολεμιστές της Βολτέρρας εφορμούσαν από τις ψηλότερες θέσεις τους και η μάχη έγινε ανελέητη. Ο αριθμός των πολεμιστών ήταν σχεδόν ίδιος μεταξύ των δύο πλευρών, αλλά το ψυχικό σθένος και η αντίληψη της μάχης διέφεραν πολύ – οπωσδήποτε, πάντως, η γεωγραφία του τόπου ευνοούσε ξεκάθαρα τους πολεμιστές της Βολτέρρας. Έβλεπες τους τελευταίους όχι μόνο να εμποδίζουν την ανάβαση των αντιπάλων τους από ψηλά με σπαθιά και με δόρατα, αλλά και να σπρώχνουν τεράστιες πέτρες που κατρακυλούσαν στις πλαγιές. Από την άλλη πλευρά, οι Φλωρεντινοί προσπαθούσαν να σκαρφαλώσουν στους ίδιους απόκρημνους βράχους: και ούτε τα όπλα, ούτε οι πέτρες, ούτε οι εχθροί, ούτε η τραχύτητα του βουνού μπορούσαν να κάμψουν την προσπάθειά τους. Και έτσι, βήμα βήμα, έφτασαν στα ψηλά, ξεπερνώντας την αντίσταση των εχθρών τους, και ύστερα απώθησαν τους αντιπάλους πίσω από τα τείχη, την ίδια δε την πόλη, παρόλο που ήταν οχυρωμένη με πολύ γερά τείχη, οι άντρες μας την κατέλαβαν στην πρώτη επίθεση. Ο λαός της Φλωρεντίας τα έκανε όλα αυτά χωρίς καμία βοήθεια από άλλους, αλλά διεξάγοντας τον πόλεμο μόνος και πολεμώντας θαρραλέα για την αξιοπρέπεια και τη δόξα του.
[67] Τώρα, ενώ αυτό το κατόρθωμα ακούγεται σπουδαίο, εκείνοι που έχουν δει τη Βολτέρρα είναι εκείνοι που σαστίζουν περισσότερο από όλους. Είναι γνωστό σε όλους ότι καμία πόλη στην Ιταλία δεν ήταν πιο καλά οχυρωμένη από αυτήν. Και την υπερασπίζονταν, εξάλλου, άνδρες πολλοί και τολμηροί, οι οποίοι μάχονταν λυσσαλέα υπέρ βωμών και εστιών. Ωστόσο, οι άνδρες της Βολτέρρας βρήκαν τον δάσκαλό τους στην ανδρεία. Ποιος, λοιπόν, μπορεί να μην εκπλαγεί που αυτή η πανίσχυρη πόλη κατακτήθηκε μέσα σε μια μέρα; Ποιος δεν θα δόξαζε στα ουράνια τη γενναιότητα αυτών που την κατέλαβαν; Τέτοιου είδους είναι τα στρατιωτικά έργα τούτης της πολιτείας, τέτοιου είδους η αρετή και η δύναμή της. Με αυτό το μεγαλείο ψυχής υπέταξε συχνά τους Σιενέζους, λύγιζε τους Πιζάνους, και δάμαζε συχνά ισχυρούς εχθρούς και τυράννους.
[68] Αλλά ακόμα πιο εξαιρετικό είναι ότι η Φλωρεντία αντιμετώπισε μεγάλες αντιξοότητες και ανέλαβε μεγάλους αγώνες, όχι τόσο προς όφελός της αλλά προς όφελος άλλων. Διότι πάντα θεωρούσε ότι αρμόζει στη μεγαλοσύνη και την αξιοπρέπειά της να εκτίθεται σε κινδύνους για τη σωτηρία και την ελευθερία των άλλων και να προστατεύει πολλούς με την αρωγή της. Οι Πιζάνοι, λαός που ποτέ δεν τα είχε καλά με αυτήν την πόλη, προκάλεσαν σε πόλεμο τους Λουκκανούς, φίλους και συμμάχους των Φλωρεντινών[9]. Έλαβε δε χώρα η μάχη, και οι δυνάμεις των Λουκκανών ηττήθηκαν και πολλοί από αυτούς αιχμαλωτίστηκαν. Τότε οι Φλωρεντινοί, που είχαν κατά τύχη στρατοπεδεύσει εκείνο τον καιρό έξω από την Πιστόια, μαθαίνοντας για την ήττα των φίλων τους δεν πτοήθηκαν καθόλου, ούτε φοβήθηκαν τους Πιζάνους που είχαν πάρει τα πάνω τους με τη νίκη. Λύοντας την πολιορκία στην Πιστόια, ρίχτηκαν στο κατόπι των νικητών ώστε να τους προλάβουν πριν επιστρέψουν με ασφάλεια εντός των τειχών της Πίζας. Επιτιθέμενοι σθεναρά, ανέτρεψαν τη νίκη τους: οι ίδιοι οι Λουκκανοί, που άγονταν αιχμάλωτοι, αιχμαλώτισαν έναν πολύ μεγάλο αριθμό Πιζάνων που είχε γλιτώσει από τη σφαγή και τους οδήγησαν δέσμιους στη Λούκκα. Έτσι, η ανδρεία των Φλωρεντινών έσωσε τους Λουκκανούς, ταπείνωσε τους νικητές Πιζάνους και έφερε δόξα και έπαινο. Τι πρέπει όμως να επαινεθεί περισσότερο σε αυτό το εξαιρετικό εγχείρημα της φλωρεντινής πολιτείας; Μήπως η αρετή τους, επειδή νίκησαν; Μήπως το ψυχικό τους μεγαλείο επειδή τόλμησαν να κυνηγήσουν τους νικητές; Ή, μήπως, η φιλανθρωπία τους που ρίχτηκαν σε μια τόσο σκληρή σύγκρουση για τη σωτηρία των συμμάχων τους; Μου φαίνεται ότι και τα τρία πράγματα σε αυτό το συγκεκριμένο κατόρθωμα είναι αξιέπαινα. Δεν μπορώ να σταματήσω να εξυμνώ το καθένα από αυτά με τον έπαινο που του αξίζει: φοβάμαι, όμως, ότι θα καθυστερήσω πάρα πολύ, και πιέζουν πιο σημαντικά θέματα.
[69] Η Φλωρεντία δεν πρόσφερε μόνο τη βοήθειά της μεμονωμένα σε αυτή ή εκείνη την πολιτεία, αλλά ταυτόχρονα και σε ολόκληρη την Ιταλία. Θα μπορούσε να θεωρηθεί ανίερο η Φλωρεντία να τα κάνει όλα αυτά ενδιαφερόμενη αποκλειστικά για τα δικά της συμφέροντα, ενώ, αντιθέτως, της χαρίζει δόξα ότι προπαντός φροντίζει ώστε πολλοί λαοί να μπορούν να βλέπουν και να απολαμβάνουν τους καρπούς των κόπων τους. Επομένως, ψυχωμένη από αυτές τις αρχές, η Φλωρεντία αγωνίστηκε για το καλό των γειτονικών πόλεων και κάθε φορά που κάποιος τύραννος ή κάποια άπληστη δύναμη απειλούσε τους λαούς, τους αντιτάχθηκε, ξεκαθαρίζοντας σε όλους τους θνητούς ότι αγωνιζόταν υπέρ αυτών των πόλεων ωσάν να αγωνιζόταν για τη δική της, και απέδιδε μεγάλη σημασία στην ελευθερία όλης της Ιταλίας. Και κινητοποιήθηκε από αυτές τις αρχές, και πέτυχε τόσα πολλά, μα πάνω από όλα ευνοήθηκε από τη δίκαιη και ευσεβή βουλή του Θεού. Δεν θέλω να μιλήσω για γεγονότα της αρχαιότητας: θα μιλήσω για εκείνα της εποχής μας. Σε κάθε περίπτωση, θα καταστεί σαφές σε όλους ότι, αυτή η πόλη, γλύτωσε ολόκληρη την Ιταλία από τη σκλαβιά ουκ ολίγες φορές. Αλλά ας αφήσουμε στην άκρη όλα τα άλλα και ας λάβουμε υπόψη μας τι έγινε πολύ πρόσφατα.
[70] Υπάρχει κάποιος που να είναι τόσο ανόητος και αδαής που να μην γνωρίζει ότι ολόκληρη η Ιταλία θα είχε πέσει στην εξουσία του εχθρού από τη Λιγυρία[10] αν αυτή η πόλη μόνη της, με τις δυνάμεις της και τις σοφές της κινήσεις, δεν είχε αντισταθεί στη δύναμή του; Ποια πόλη σε όλη την Ιταλία θα μπορούσε να συγκριθεί με αυτόν τον εχθρό σε δύναμη και επιμονή; Ποια θα μπορούσε να αντέξει την επίθεσή του, όταν το ίδιο το όνομά του έκανε όλο τον κόσμο να τρέμει; Η δε φήμη του ήδη τρομοκρατούσε όχι μόνο την Ιταλία αλλά και τους υπεράλπειους λαούς. Επικρατούσε σε πόρους, χρήματα και μέγεθος στρατού, αλλά ακόμα περισσότερο σε στρατηγική και πονηριά. Είχε τεράστια και πραγματικά τρομακτική δύναμη. Όλες οι περιοχές της κάτω των Άλπεων Γαλατίας, και σχεδόν όλες oι πολιτείες που εκτείνονταν από τις Άλπεις μέχρι την Ετρουρία και τη Φλαμινία[11] ανάμεσα στις δύο θάλασσες, ήταν υπό την εξουσία του και υπάκουαν τη βουλή του. Στην Ετρουρία είχε στην κατοχή του την Πίζα, τη Σιένα, την Περούτζια, την Ασίζη και στο τέλος είχε καταλάβει και τη Μπολόνια. Επιπλέον, πολλές πόλεις, πολλοί ισχυροί ή ευγενείς στην πατρίδα τους οίκοι, υποκλίθηκαν στο όνομα και την περιουσία του, παρασυρμένοι είτε από τον φόβο είτε από τη λαχτάρα για λάφυρα ή επειδή εξαπατήθηκαν.
[71] Τους τεράστιους αυτούς πόρους τους διαχειρίστηκε έντεχνα. Αλλά θα μπορούσε να ήταν πολύ πιο ευτυχής, ευτυχής λέω, αν η φιλεργία του, η προσοχή του και η εξυπνάδα του είχαν χρησιμοποιηθεί για καλό σκοπό. Δεν υπήρξε ποτέ άνθρωπος πιο οξυδερκής και με πιο κοφτερό μυαλό. Ήταν παρών παντού, χωρίς να αφήνει τίποτα αναξιοποίητο, και τίποτε που να μην το δοκιμάσει. Άλλους τους πήρε με το μέρος του με χρήματα, άλλους με ωφελήματα, άλλους με απατηλές εκδηλώσεις στοργής και άλλους με υποσχέσεις. Σπέρνοντας διχόνοια έφερε όλους τους λαούς της Ιταλίας σε σύγκρουση μεταξύ τους και όταν είχαν πια περιέλθει σε αρκετά δεινή θέση, κατέφθανε με τις στρατιωτικές του δυνάμεις και τους υπέτασσε. Τελικά, οι πονηριές και οι δολοπλοκίες του εξαπλώθηκαν σε όλα τα μέρη[12].
[72] Όλες οι άλλες πολιτείες, αντικρίζοντας τις τεράστιες δυνάμεις του, τρομοκρατούνταν και προσαρμόζονταν στις συνθήκες. Αλλά το μεγαλείο του πνεύματος των Φλωρεντινών δεν γνώριζε τον τρόμο, και ούτε είχαν την παραμικρή πρόθεση να απαρνηθούν την αρχαία αξιοπρέπειά τους. Γνώριζαν ότι ήταν ίδιον της ρωμαϊκής τους καταγωγής να πολεμούν εναντίον των εχθρών για την ελευθερία της Ιταλίας. Είχαν ακουστά πως οι πρόγονοί τους είχαν πολεμήσει εναντίον των Κίμβρων, εναντίον των Τευτόνων, εναντίον των Γαλατών, ότι δεν φοβήθηκαν ούτε την αγριότητα του Πύρρου ούτε την πονηριά του Αννίβα, ότι ποτέ δεν εγκατέλειψαν την προσπάθεια να υπερασπιστούν την αξιοπρέπειά τους και το μεγαλείο τους, και πως σε πολύ μεγάλους κινδύνους είχαν αποκτήσει μεγάλη δόξα. Και οι Φλωρεντινοί πίστευαν ότι έπρεπε έτσι να πράξουν και αυτοί αν ήθελαν να διατηρήσουν τη λάμψη που τους παρέδωσαν οι πρόγονοί τους.
[73] Σκεπτόμενοι όλα τα παραπάνω, οι κάτοικοι της Φλωρεντίας ξεκίνησαν για τον πόλεμο με τόσο αταλάντευτο και υψηλό πνεύμα που ήταν αποφασισμένοι είτε να ζήσουν με δόξα είτε να πεθάνουν για χάρη της ίδιας της δόξας. Θεωρούσαν πανέμορφο πράγμα να υπερασπίζεται κανείς τον τόπο που του παραδόθηκε από τους προγόνους του, και δεν εκτίμησαν τα πλούτη εις βάρος της αξιοπρέπειας ενώ ήταν απολύτως διατεθειμένοι να ρισκάρουν χρήματα και ζωή για την ελευθερία, αποφασίζοντας πάντα με σοφία και θάρρος. Τα πλούτη, τα χρήματα και όλα τα άλλα παρόμοια αγαθά είναι έπαθλα των νικητών και, εκείνος που προσπαθεί να τα διαφυλάξει σε καιρό πολέμου, θεωρώντας ότι έτσι προστατεύεται πιο αποτελεσματικά, εξυπηρετεί τα συμφέροντα του εχθρού περισσότερο από τα δικά του. Ψυχωμένη από τέτοια συναισθήματα, αυτή η πόλη αντιτάχθηκε σε αυτόν τον πολύ ισχυρό και πολύ πλούσιο εχθρό με εξαιρετική αποφασιστικότητα. Κι έτσι, αυτός που λίγο πριν είχε κυριαρχήσει σε όλη την Ιταλία, φθάνοντας να νομίσει ότι κανείς δεν μπορούσε να του αντισταθεί, αναγκάστηκε να ζητήσει ειρήνη, να μείνει φοβισμένος μέσα στα τείχη της Παβίας και, τελικά, όχι μόνο να εγκαταλείψει τις πόλεις της Ετρουρίας αλλά και της Φλαμινίας μα κα να χάσει ένα μικρό κομμάτι της Γαλατίας.
[74] Τι απίστευτο είναι το μεγαλείο και η αρετή αυτής της πόλης! Ω αληθινό Ρωμαϊκό γένος και αίμα του Ρωμύλου! Υπάρχει άραγε κάποιος που, βλέποντας τέτοια ανωτερότητα πνεύματος και το μεγαλείο τέτοιων επιτευγμάτων, θα δίσταζε να αντιμετωπίσει το όνομα της Φλωρεντίας με την υπέρτατη εύνοια; Τι σπουδαιότερο, τι πιο υπέροχο θα μπορούσε να έχει επιτύχει αυτή η πολιτεία, και ποιο κατόρθωμα αποδεικνύει περισσότερο ότι διατηρεί μόνη την αρετή των προγόνων της, από το ότι πέτυχε, στηριζόμενη στους δικούς της κόπους και στις δικές της δυνάμεις, να απαλλαγεί η Ιταλία από τον κίνδυνο της σκλαβιάς; Μετά από αυτό το κατόρθωμα, η πόλη της Φλωρεντίας γινόταν καθημερινά δέκτης εκδηλώσεων ευγνωμοσύνης, επαίνων και ευχαριστιών από όλους τους λαούς. Αυτά όμως η ίδια η πόλη τα ανέτεινε στον αθάνατο Θεό. Η Φλωρεντία ήταν πάντοτε σεμνή, και προτιμούσε να αποδίδει αυτά τα περίφημα επιτεύγματα στη θεία αρωγή, παρά στην αρετή της.
[75] Και έτσι, ούτε ξιπάστηκε ποτέ για την τύχη της, ούτε σιγοντάρισε ποτέ τις νίκες της η οργή, και ποτέ δεν παρασύρθηκε σε πύρινο θυμό εναντίον εκείνων προς τους οποίους θα είχε λόγο να αγανακτήσει, μα διατηρούσε πάντα ένα βαθύ αίσθημα ανθρωπιάς προς τους ηττημένους. Όσοι δοκίμαζαν τη δύναμή της στη μάχη, ύστερα βίωναν τη μεγαλοφροσύνη της στη νίκη. Επιπλέον, συγκαταλέγεται στις ύψιστες αρετές αυτής της πολιτείας ότι πάντα διαφυλάσσει την αξιοπρέπειά της. Ενδιαφερόταν πάντα λιγότερο για την επίτευξη σπουδαίων κατορθωμάτων και περισσότερο για τη διατήρηση της αξιοπρέπειάς της κατά την επίτευξή τους. Ούτε φούσκωσε πέρα από το πρέπον στις καλές στιγμές, ούτε σύρθηκε κάτω στις κακές. Διατηρώντας τη σεμνότητά της κατά την καλοτυχία, την καρτερία της στην κακοτυχία, και τόσο τη δικαιοσύνη όσο και τη σύνεση σε όλες τις συνθήκες, το όνομά της έχει ανέλθει σε περιωπή και ύψιστη δόξα ανάμεσα σε όλους τους θνητούς[13].
[76] Όσο αξιοθαύμαστη είναι αυτή η πολιτεία στις εξωτερικές της υποθέσεις, άλλο τόσο είναι αξιοθαύμαστη σε ό,τι αφορά τους οικείους νόμους και θεσμούς. Πουθενά αλλού δεν υπάρχει τόση τάξη, πουθενά τόση ομαλότητα, πουθενά τόση κοσμιότητα. Κατά τον ίδιο τρόπο που στις χορδές ενός μουσικού οργάνου παράγεται με τη νύξη αρμονία από διαφορετικές νότες, από την οποία δεν υπάρχει τίποτα πιο ευχάριστο και γλυκύτερο στο αυτί, έτσι και αυτή η συνετότατη πολιτεία έχει όλα τα μέρη της τόσο καλά εναρμονισμένα, ώστε το αποτέλεσμα είναι μια πολιτεία ενιαία, σπουδαία, που προτάσσει τη σύμπνοια, και αρμονική κατά τρόπο που ευχαριστεί τον νου και τα μάτια όλων των πολιτών. Δεν υπάρχει τίποτα άτακτο, τίποτα αταίριαστο, τίποτε παράλογο, τίποτε τυχαίο. Όλα βρίσκονται στη θέση τους, μια θέση όχι μόνον σαφή αλλά και αρμοστή: τα αξιώματα είναι διακριτά, οι αξιωματούχοι είναι διακριτοί, το σώμα των δικαστών είναι διακριτό, οι κοινωνικές τάξεις είναι διακριτές. Όλα αυτά όμως διακρίνονται κατά τρόπο που ταιριάζει ώστε να εναρμονίζονται με την ανώτατη εξουσία της πολιτείας, όπως οι χιλίαρχοι υπηρετούν τον στρατηγό.
[77] Πρώτα απ’ όλα, έχει ληφθεί κάθε μέριμνα για να διασφαλιστεί ότι η δικαιοσύνη θεωρείται στην πολιτεία κάτι απολύτως ιερό· χωρίς δικαιοσύνη δεν μπορεί όχι μόνον να σταθεί μια πολιτεία, αλλά ούτε της πρέπει και τέτοιο όνομα. Αμέσως μετά έπεται η ελευθερία, χωρίς την οποία αυτός ο λαός δεν θα ήταν ποτέ πρόθυμος να ζήσει. Όλοι οι θεσμοί και οι διατάξεις της πολιτείας συντείνουν στην ένωση αυτών των δύο στοιχείων, ωσάν να τα επισφραγίζουν, και ωσάν να εκβάλλουν μέσα τους. Και τα αξιώματα με δικαστική δικαιοδοσία δημιουργήθηκαν, ασφαλώς, για να υπηρετούν τη δικαιοσύνη, και στους αξιωματούχους δόθηκε εξουσία τόση ώστε να τιμωρούν τους εγκληματίες και να διασφαλίζουν στον μέγιστο βαθμό ότι κανενός πολίτη η ισχύς δεν μπορεί να τον θέσει υπεράνω του νόμου.
[78] Όλοι οι ιδιώτες, καθώς και όλοι οι άνθρωποι που ανήκουν σε χαμηλότερη κοινωνική τάξη, αναγκάζονται, λοιπόν, να υποτάσσονται και να πειθαρχούν στους αξιωματούχους και να σέβονται τα διακριτικά τους. Ωστόσο, έχει δοθεί ιδιαίτερη μέριμνα να διασφαλιστεί ότι, οι ίδιοι οι θεματοφύλακες των νόμων, στους οποίους έχει χορηγηθεί μεγάλη εξουσία, δεν θα θεωρήσουν ποτέ πως τους έχουν χαριστεί δυνάμεις τυράννου. Καθήκον τους είναι η προστασία των πολιτών και τίποτε δεν τους επιτρέπει να υποτάσσουν οποιονδήποτε, ούτε να υπονομεύουν στο ελάχιστο την ελευθερία των πολιτών. Χαρακτηριστικά, το ανώτατο αξίωμα στο οποίο, κατά κάποιο τρόπο, φαινόταν να έχει αποδοθεί βασιλική εξουσία, περιορίστηκε σημαντικά με το να ανατίθεται όχι σε ένα άτομο, αλλά σε εννέα, και όχι για ένα χρόνο αλλά για δύο μήνες[14]. Με αυτόν τον τρόπο η Φλωρεντία έκρινε ότι η πολιτεία της θα μπορούσε να διοικηθεί καλά, αφού πολλοί μαζί είναι λιγότερο πιθανό να συρθούν σε λαθεμένες αποφάσεις, ενώ η συντομία της θητείας μετριάζει και την αλαζονεία.
[79] Καθώς η πόλη χωρίζεται σε τέσσερα διαμερίσματα, προκειμένου να μην στερείται κανένα εξ αυτών την πρόσβαση στα αξιώματα, επιλέγονται δύο πολίτες από κάθε διαμέρισμα. Και τούτοι δεν ορίζονται κατά τύχη μα τους επιλέγει ο ίδιος ο λαός: χαίρουν πολυετούς αποδοχής και έχουν κριθεί άξιοι για αυτήν την τιμή. Σε αυτούς τους οκτώ πολίτες στους οποίους ανατίθεται η διακυβέρνηση της πολιτείας, προστίθεται ένας ακόμα, ο οποίος υπερέχει σε κύρος και αρετή, προερχόμενος διαδοχικά από τα ίδια διαμερίσματα. Τούτος προΐσταται του κυβερνητικού κολληγίου και φέρει το έμβλημα της προστασίας της δικαιοσύνης εναντίον των ταραχοποιών. Η πόλη ήθελε αυτοί οι εννέα πολίτες, στους οποίους είχε ανατεθεί η διακυβέρνηση της πολιτείας, να διαμένουν αποκλειστικά σε δημόσιο κτίριο ώστε να είναι πανέτοιμοι να ασχοληθούν με τις υποθέσεις της πολιτείας, και να μην μετακινούνται δίχως ένοπλη συνοδεία ώστε να ενισχύεται, έτσι, η μεγαλοπρέπειά τους.
[80] Καθώς αρκετές φορές προκύπτουν καταστάσεις που χρήζουν ευρύτερης διαβούλευσης, προστέθηκαν οι δώδεκα αγαθοί άνδρες[15], με καθήκον να χειρίζονται τις αποφάσεις της πολιτείας μαζί με τους εννέα. Στη συνέχεια προστέθηκαν οι ηγέτες των συντεχνιών, στους οποίους προστρέχει και τους οποίους ακολουθεί όλος ο λαός, όταν υπάρχει ανάγκη να πάρει τα όπλα για να υπερασπισεί την ελευθερία της πολιτείας. Αποτελούν και αυτοί μέλη του συμβουλίου και, όπως οι προηγούμενοι αξιωματούχοι, επιλέγονται από τα διαμερίσματα της πόλης και βρίσκονται στην εξουσία για τέσσερις μήνες.
[81] Αλλά αυτά τα τρία κολλήγια δεν έχουν την εξουσία να αποφασίζουν για όλα τα ζητήματα. Πάρα πολλές αποφάσεις, αφού έχουν εγκριθεί από αυτά, τίθενται σε διαβούλευση στο Λαϊκό και το Κοινοτικό Συμβούλιο. Η πόλη έκρινε ότι, αυτό που αφορά πολλούς απαιτεί τη συναίνεση και την απόφαση των πολλών, σύμφωνα με το δίκαιο και τον ορθό λόγο. Με αυτόν τον τρόπο ανθίζει η ελευθερία και η δικαιοσύνη τηρείται στην πόλη με κάθε ιερότητα, αφού τίποτα δεν μπορεί να εδραιωθεί με τη θέληση του ενός ή του άλλου πολίτη ενάντια στην κρίση των πολλών. Αυτοί, λοιπόν, ο άνθρωποι προΐστανται της πολιτείας, εφαρμόζουν τους θεσμούς, καταργούν νόμους και εξασφαλίζουν την αμεροληψία. Η αρμοδιότητα απονομής δικαιοσύνης σύμφωνα με τους κείμενους νόμους, ιδίως σε ζητήματα ζωής και θανάτου, εκχωρείται σε ήσσονες αξιωματούχους. Τούτοι δεν είναι πολίτες της Φλωρεντίας μα ξένοι που προσκαλούνται για αυτόν τον σκοπό από μακριά: όχι βέβαια επειδή οι πολίτες δεν γνωρίζουν πώς να αποδώσουν δικαιοσύνη –τούτο άλλωστε το κάνουν και για άλλες πόλεις– μα για να εξασφαλιστεί ότι, στην απονομή δικαιοσύνης δεν θα προκληθούν μίση και έχθρες ανάμεσα στους πολίτες. Στην πραγματικότητα, πολλοί άνθρωποι, παρασυρμένοι από τη φιλαυτία τους, αναγνωρίζουν στον εαυτό τους περισσότερα δικαιώματα από αυτά που επιτρέπουν οι νόμοι. Και ακόμη και αν οι αποφάσεις εναντίον τους είναι δίκαιες, αισθάνονται την ανάγκη να καταφερθούν εναντίον των δικαστών.
[82] Επιπλέον, αναγνωρίζεται από όλους πόσο κρίσιμο ζήτημα είναι η επιβολή θανατικής ποινής από έναν πολίτη σε έναν άλλο σε μια ελεύθερη πόλη. Αυτός που είχε εκδώσει σχετική απόφαση, ακόμα κι αν το είχε κάνει απολύτως δίκαια, θα φαινόταν ατιμασμένος και αξιοκατάκριτος στους άλλους πολίτες. Για αυτούς τους λόγους φέρνουμε δικαστές από μακριά, ορίζοντας με σαφήνεια τη δικαιοδοσία τους, από την οποία δεν επιτρέπεται σε καμία περίπτωση να αποκλίνουν. Αναλαμβάνουν το αξιώμά τους με όρκο και, όταν η θητεία τους παρέλθει, λογοδοτούν για τα πεπραγμένα τους στον λαό ωσάν να ήταν έφοροι. Έτσι, σε όλα τα πράγματα δεσπόζουν ο λαός και η ελευθερία.
[83] Επιπλέον, προκειμένου να είναι ευκολότερο για τον καθένα να εξασφαλίζει τα δικαιώματά του σε μια τόσο μεγάλη πόλη (αφού υπάρχει ο κίνδυνος, όσο οι αξιωματούχοι είναι απασχολημένοι με τις υποθέσεις ορισμένων πολιτών, κάποιοι άλλοι να στερηθούν της προστασίας της δικαιοσύνης και των νόμων), σε ορισμένα κολλήγια έχει δοθεί εξουσία έρευνας και κρίσης ανάμεσα στους άνδρες που βρίσκονται στις τάξεις τους, όπως στους εμπόρους, τους τραπεζίτες και άλλους. Αρκετοί δε από αυτούς έχουν επίσης τη δικαιοδοσία να επιβάλλουν ποινές σε μέλη της συντεχνίας τους. Υπάρχουν, επίσης, και κάποια άλλα αξιώματα, τα οποία έχουν συσταθεί για λόγους δημοσίου συμφέροντος ή για να διασφαλίζουν την ευσέβεια των πολιτών. Σε αυτούς συγκαταλέγονται οι εφοριακοί και οι επίτροποι του δημοσίου ταμείου, καθώς και οι προστάτες των κηδεμονευομένων και των περιουσιακών τους στοιχείων. Τούτα τα αξιώματα είναι εξαιρετικά ωφέλιμα, τόσο στην πολιτεία όσο και στους ιδιώτες, και ενισχύουν εξαιρετικά τη διασφάλιση της ρώμης και της ευσέβειας.
[84] Ωστόσο, από όλα τα αξιώματα, που είναι πολλά και μεγάλης σημασίας στη Φλωρεντία, κανένα δεν είναι πιο επιφανές, ούτε εκπηγάζει από θαυμασιότερες καταβολές, από εκείνο του επικεφαλής της παράταξης των αρίστων[16]. Ίσως δεν είναι εκτός θέματος να πούμε μερικά λόγια για την προέλευσή του, αφού έτσι θα κατανοήσουμε καλύτερα τη σπουδαιότητά του. Υπόσχομαι να κάνω μια πολύ σύντομη παρέκβαση, οπωσδήποτε όχι αχρείαστη, και για πράγματα που αξίζει να γνωρίζει κανείς.
[85] Μετά τη συντριβή που υπέστη η πόλη στον ποταμό Αλβία[17], επικρατούσε η εντύπωση ανάμεσα στους Φλωρεντινούς πως θα ήταν αδύνατο να ανακάμψουν από αυτό το χτύπημα και να υπερασπιστούν την πόλη. Για αυτόν τον λόγο, όλοι οι πολίτες που διέπονταν από το αρχαίο και γενναίο φρόνημα, προκειμένου ακριβώς να μην δουν εκείνους που είχαν προδώσει ανοιχτά την πατρίδα τους να κατακυριεύουν την πόλη, εγκατέλειψαν τις πατρώες εστίες τους και, μαζί με τις γυναίκες και τα παιδιά τους, πήγαν στη Λούκκα, μιμούμενοι εκείνη την εξαιρετική και πολυθρύλητη απόφαση των Αθηναίων, κατά τον δεύτερο Περσικό πόλεμο, να εγκαταλείψουν την πόλη ούτως ώστε να αξιωθούν, σε επόμενη ευκαιρία, να ζήσουν σε αυτήν ελεύθεροι[18]. Με αυτή την πρόθεση, λοιπόν, οι εξέχοντες πολίτες που είχαν επιζήσει από εκείνη τη φοβερή σφαγή, έφυγαν από την πόλη, νομίζοντας ότι έτσι θα είχαν περισσότερες πιθανότητες να εκδικηθούν, και όχι μένοντας κλεισμένοι μέσα στα τείχη καταπεινασμένοι, κλαίγοντας τη μοίρα τους και περιμένοντας την καταστροφή της πόλης. Όταν έφτασαν στη Λούκκα, συνασπίστηκαν με άλλους συμπολίτες που είχαν διασκορπιστεί εξαιτίας της δυσμενούς έκβασης της μάχης. Και συγκέντρωσαν τόσα όπλα, άλογα και πολεμικό εξοπλισμό, που όλοι θαύμασαν τότε την αναθάρρηση και την ετοιμότητά τους.
[86] Κατόπιν, πέτυχαν πολλά γενναία κατορθώματα σε διάφορα μέρη της Ιταλίας, βοηθούσαν συχνά τους συμμάχους τους, επικρατούσαν εναντίον της αντίπαλης παράταξης με τη γενναιότητα και το θάρρος τους, φθάνοντας, τελικά, στη νίκη σε όλα τα μέρη όπου πολέμησαν. Όταν έκριναν ότι είχε έρθει πια η ώρα για την οποία λαχταρούσαν τόσο πολύ –η ώρα, δηλαδή, να σβήσουν τη ντροπή και να καθαρίσουν τη βρομιά της πατρίδας τους–, κίνησαν εναντίον του Μανφρέδου, βασιλιά της Σικελίας. Τούτος ήταν αρχηγός του εχθρικού συνασπισμού στην Ιταλία και είχε πιο πριν στείλει στρατιώτες του και στον Αλβία. Αυτοί οι πολίτες είχαν επικεφαλής έναν εξαιρετικό και άριστο αρχηγό[19], τον οποίο ο Πάπας είχε στείλει από τη Γαλλία για να εκδικηθεί την ύβρη του Μανφρέδου. Ύστερα από λίγο, ο στρατός έφτασε στην Απουλία, και πολύ θα ήθελα να περιγράψω εκτενώς την εξαιρετική ανδρεία που επέδειξαν οι μαχητές αυτοί σε εκείνα τα μέρη. Για να το θέσω, όμως, όσο το δυνατόν πιο συνοπτικά, θα πω ότι αποδείχτηκαν τέτοιοι που ακόμη και αυτός ο σκληρότατος εχθρός αναγκάστηκε να επαινέσει την ανδρεία και την ανωτερότητά τους. Αφού λοιπόν νίκησαν στην Απουλία[20] και κατέστρεψαν τον εχθρό, τιμημένοι και γεμάτοι βασιλικά λάφυρα, επέστρεψαν στην Ετρουρία. Αμέσως έδιωξαν από την πόλη όσους κυβερνούσαν εν τω μεταξύ την πολιτεία τόσο ντροπιαστικά, και στη συνέχεια εκδικήθηκαν για τα καλά τους εχθρούς στις γειτονικές πόλεις. Οι ίδιοι δε, σύστησαν ένα κολλήγιο στο οποίο έθεσαν επικεφαλής τους άριστους εκείνους άνδρες που προΐσταντο του συνασπισμού και είχαν ηγηθεί τούτης της νόμιμης και ένδοξης συμμαχίας.
[87] Έχοντας τέτοια προέλευση, αυτό το αξίωμα έχει μεγάλο κύρος στην πόλη. Μοιάζει με άγρυπνο φρουρό ο οποίος έχει τοποθετηθεί για μην παρεκκλίνει ποτέ η πολιτεία από την πορεία που τίμησαν οι πρόγονοί της και η διακυβέρνησή της να μην περάσει ποτέ σε ανθρώπους με διαφορετικές προθέσεις. Επομένως, ό,τι ήταν για τους Ρωμαίους οι κήνσορες, για τους Αθηναίους οι αρεοπαγίτες και για τους Σπαρτιάτες οι έφοροι, αυτό είναι οι ηγέτες της παράταξης των Γουέλφων στη φλωρεντινή πολιτεία: επιλέγονται από τις τάξεις των πολιτών που διαθέτουν ορθό φρόνημα για την πολιτεία, και εκλέγονται ως ιδανικοί και άριστοι να την υπερασπιστούν.
[88] Υπό την ηγεσία αυτών των αξιωματούχων, η κυβέρνηση της Φλωρεντίας είναι ενδελεχής και υποδειγματική: ούτε ένας οίκος με μεθοδικό κύρη δεν διοικήθηκε ποτέ με μεγαλύτερη επιμέλεια. Σε τούτα τα μέρη κανείς δεν υφίσταται αδικία, και κανείς δεν στερήθηκε την περιουσία του, εκτός και αν το ήθελε. Οι δικαστές είναι πάντα επί ποδός, οι αξιωματούχοι επί ποδός, το ίδιο και τα δικαστήρια και τα ανώτατα σώματα. Σε αυτήν την πόλη, καθένας έχει το δικαίωμα να υπερασπιστεί τον εαυτό του εναντίον οποιουδήποτε. Τα δικαστικά όργανα συνεδριάζουν με σύνεση και ουδετερότητα, και είναι πάντα πρόθυμα να βοηθήσουν. Και δεν υπάρχει μέρος στη γη όπου ο νόμος είναι πιο αμερόληπτος προς όλους. Και πουθενά δεν βρίσκει κανείς τόση ελευθερία και τέτοια ισότητα μεταξύ των υψηλότερων και των πιο ταπεινών πολιτών. Και σε αυτό ακόμη μπορούμε να αναγνωρίσουμε τη σύνεση αυτής της πόλης: ίσως σε μεγαλύτερο βαθμό από κάθε άλλη πόλη. Όποτε δινόταν η εντύπωση ότι οι πιο ισχυροί, εκμεταλλευόμενοι τη δύναμή τους, ήθελαν να συνθλίψουν και να καταπατήσουν τα δικαιώματα των αδύναμων, η πολιτεία αναλάμβανε να υπερασπιστεί τα συμφέροντα των τελευταίων, και τους προστάτευε επιβάλλοντας στους ισχυρούς σοβαρές ποινές. Έκρινε επίσης σωστό ότι, όπως διαφέρουν οι συνθήκες ζωής από άνθρωπο σε άνθρωπο, έτσι πρέπει να διαφέρουν και οι τιμωρίες που είναι να επιβληθούν, και θεώρησε σοφό και σωστό να προσφέρει περισσότερη εύνοια σε εκείνους που την έχουν περισσότερο ανάγκη.
[89] Έτσι, από τη διαφορά των κοινωνικών τάξεων, προέκυψε μια κάποια ισότητα, αφού οι υψηλές τάξεις προστατεύονται από τη δύναμή τους, οι χαμηλότερες από την πολιτεία, μα και τις δύο προστατεύει ο φόβος της τιμωρίας. Από αυτό προέκυψε και η γνωστή εκείνη φράση που ακούμε συχνά να υψώνεται εναντίον των πιο ισχυρών: όταν απειλούν τους αδύναμους, τούτοι ευθύς αμέσως αναφωνούν: «Είμαι και εγώ φλωρεντινός πολίτης». Με αυτά τα λόγια φαίνεται πως θέλουν να υπενθυμίζουν και να προειδοποιούν ανοιχτά, κανείς να μην τους περιφρονεί για την έλλειψη δύναμής τους, και κανείς να μην τολμά να τους απειλεί μόνον και μόνον επειδή έχει δύναμη. Επομένως, οι συνθήκες για όλους είναι ίσες, αφού η ίδια η πολιτεία υπόσχεται να παρασταθεί στους πιο αδύναμους. Ωστόσο, η Φλωρεντία δεν υπερασπίζεται μόνο τους πολίτες της αλλά και τους ξένους. Και δεν επιτρέπει να αδικείται κανένας. Είτε πρόκειται για πολίτη, είτε για ξένο, καταβάλλει κάθε μέριμνα να προστατέψει τα δικαιώματά τους. Αυτή η ίδια η δικαιοσύνη και η ισότητα που αφθονούν στην πολιτεία μας, συμβάλλει στην καταλλαγή και την ανθρωπιά μεταξύ όλων των πολιτών. Κανείς δεν μπορεί να φουσκώνει από υπεροψία ή να περιφρονεί συνεχώς τους άλλους, όταν όλοι απολαμβάνουν την καλοβουλία της πολιτείας.
[90] Μα ποιος μπορεί να μιλήσει επάξια σε τόσο λίγο χρόνο για την εντιμότητα της ζωής και την ακεραιότητα των ηθών; Ασφαλώς, σε αυτή την πόλη το φρόνημα είναι πολύ υψηλό, και ό,τι κι αν βαλθούν να κάνουν οι πολίτες, ξεπερνούν σε αυτό όλους τους άλλους ανθρώπους. Είτε ακολουθούν στρατιωτική καριέρα, είτε αφιερώνονται στη διακυβέρνηση της πολιτείας, είτε αφοσιώνονται στη μελέτη μιας επιστήμης, είτε τους κερδίζει το εμπόριο: σε κάθε δραστηριότητα και σε κάθε πεδίο του επιστητού, ξεπερνούν κατά πολύ τους πάντες. Χωρίς να αφήνουν χώρο σε πάθη που χαρακτηρίζουν άλλους λαούς, οι Φλωρεντινοί κοπιάζουν με υπομονή, δεν δειλιάζουν μπροστά στους κινδύνους, λαχταρούν τη δόξα, αποφασίζουν με σύνεση, είναι προκομένοι, γενναιόδωροι, μεγαλόφρονες, εύθυμοι, μειλίχιοι και, πάνω απ’ όλα, κόσμιοι.
[91] Τι να πω, δε, για τη γλυκύτητα του λόγου τους και την κομψότητα της γλώσσας τους; Σε αυτόν τον τομέα η Φλωρεντία σίγουρα ξεπερνά όλες τις άλλες πόλεις. Μόνο αυτή, σε ολόκληρη την Ιταλία, πιστεύεται ότι μιλάει μια πολύ καθαρή και όμορφη γλώσσα. Όλοι όσοι θέλουν να μιλάνε καλά και σωστά παίρνουν παράδειγμα από αυτήν. Η πολιτεία αυτή έχει ανθρώπους που τόσο πολύ υπερέχουν στη χρήση της καθομιλουμένης, που κάνουν όλους τους άλλους να μοιάζουν με νήπια. Τα δε γράμματα που ανέκαθεν άνθιζαν σε λαούς με υψηλό πολιτισμό –και δεν αναφέρομαι στα απολύτως πεζά και χρηστικά, ούτε στα γράμματα που είναι απαραίτητα στο εμπόριο, αλλά σε εκείνα που ταιριάζουν σε ελεύθερους ανθρώπους– ευδοκιμούν ασύγκριτα σε αυτή την πόλη.
[92] Ποια ομορφιά, λοιπόν, λείπει από αυτή την πολιτεία; Τι λείπει για να της δοθεί ο ύψιστος έπαινος και να της αναγνωριστεί το απόλυτο μεγαλείο; Μήπως η αρχοντική καταγωγή; Μα αυτή αντλείται απευθείας από τον ρωμαϊκό λαό! Μήπως η δόξα; Μα πόσα εξαιρετικά κατορθώματα έχει πετύχει, και πετυχαίνει σε καθημερινή βάση, με τόση αρετή και προκοπή, στο εσωτερικό και το εξωτερικό! Μήπως η λαμπρότητα της αρχιτεκτονικής, ο διάκοσμος των κτιρίων, η κομψότητα, η καθαριότητα, ο πλούτος, ο πληθυσμός, το υγιεινό κλίμα και η ομορφιά του τόπου; Και τι υπάρχει πέρα από όλα αυτά που θα μπορούσε να λαχταρά μια πόλη; Τίποτα, φυσικά.
[93] Τι να πούμε, λοιπόν; Ή, τι άλλο μένει να κάνουμε; Μα τι άλλο από το να σκύψουμε και να ευχαριστήσουμε τις θεϊκές δυνάμεις που μας έχουν ευεργετήσει τόσο πολύ, και να τους απευθύνουμε αυτήν την προσευχή: «Συ, παντοδύναμε και αθάνατε Θεέ, που τις εκκλησίες και τα ιερά σου τιμά με τόση αφοσίωση τούτος ο λαός σου· και συ, Παναγία, που προς τιμή σου ολοκληρώνεται σε τούτη την πόλη ένας τεράστιος ναός από αγνό και καθαρό μάρμαρο[21], μητέρα και αγνή παρθένα που σφιχταγκαλιάζεις το γλυκύτατο τέκνο σου· και συ, Ιωάννη Βαπτιστή, που πήρες αυτήν την πολιτεία υπό την προστασία σου: προφυλάξτε αυτήν την πανέμορφη και εξαίσια πόλη, καθώς και τους ανθρώπους της, από κάθε κακουχία και από κάθε δεινό».
~.~
