*
Μετάφραση-Σχόλια-Επιμέλεια στήλης
ΦΩΤΗΣ ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ
Ο Πανηγυρικός για την πόλη της Φλωρεντίας συντάσσεται περί το 1403, λίγο μετά τον θάνατο του φοβερού εχθρού της φλωρεντινής δημοκρατίας, Τζαν-Γκαλεάτσο Βισκόντι, δούκα του Μιλάνου. Για να τιμήσει τη συγκυρία, ο Λεονάρντο Μπρούνι, μαθητής του Μανουήλ Χρυσολωρά μα και ευνοούμενος και –μετέπειτα– διάδοχος του Κολούτσιο Σαλουτάτι στην Καγκελαρία, συντάσσει τον περίφημο Πανηγυρικό ακολουθώντας συνειδητά ένα αρχαιοελληνικό υπόδειγμα εγκωμιαστικού λόγου: τον Παναθηναϊκό του Αίλιου Αριστείδη. Αν και η μίμηση είναι πιστή, ο Μπρούνι καταλήγει να συντάξει ένα κείμενο που ξεπερνά από κάθε άποψη το υπόδειγμά του. Ο Πανηγυρικός του αποτελεί κορυφαίο δείγμα αναγεννησιακής ρητορικής, και ταυτόχρονα ένα από τα σημαντικότερα σημεία αναφοράς του ρεπουμπλικανικού ανθρωπισμού – της κυρίαρχης πολιτικής θεωρίας κατά την πρώιμη Αναγέννηση.
Το κείμενο χωρίζεται σε επτά ενότητες. Στο προοίμιο (§§ 1-4) ο Μπρούνι δηλώνει ανάξιος να αναλάβει το εγκώμιο της σπουδαιότερης πόλης του κόσμου, καθώς και ανέτοιμος να αποφασίσει από πού πρέπει να ξεκινήσει. Η δεύτερη ενότητα (§§ 5-29) αφιερώνεται στην ομορφιά και τη γεωγραφία της πόλης – τούτο αποτελεί τυπική ανθρωπιστική αφετηρία. Η τρίτη ενότητα (§§ 30-46) περιλαμβάνει ορισμένες από τις πιο πρωτότυπες συνεισφορές του Μπρούνι. Εδώ ο Μπρούνι θέλει να αποδείξει ότι η ίδρυση της Φλωρεντίας δεν ανάγεται στην αυτοκρατορική ρωμαϊκή εποχή, αλλά στην κλασική εποχή της respublica Romana. Περαιτέρω, θέλει να αναδείξει τη Φλωρεντία ως τον μοναδικό και γνήσιο βλαστό της αρχαίας ρεπουμπλικανικής παράδοσης που επιζεί στους νεότερους χρόνους, καθώς και ως τον φυσικό διάδοχο της κλασικής Ρώμης στην υπεράσπιση των φιλελεύθερων αρχών – και, μάλιστα, για λογαριασμό όλων των πόλεων της Ιταλίας. Στην τέταρτη ενότητα (§§ 47-52) ο Μπρούνι κάνει μια παρέκβαση υπερασπιζόμενος εαυτόν από πιθανές παρανοήσεις σχετικά με τις προθέσεις και τα κίνητρα που τον οδήγησαν στη σύνταξη του εγκωμιαστικού κειμένου. Στην πέμπτη ενότητα (§§ 53-75) αρτιώνει όλες τις αρετές που διέπουν τη Φλωρεντία, ιδίως στις εξωτερικές της υποθέσεις, παρέχοντας άφθονα παραδείγματα τα οποία αντλεί από την παλαιότερη αλλά και πρόσφατη ιστορία της. Στην έκτη ενότητα (§§ 76-89) περιγράφει τα κύρια χαρακτηριστικά μα και την ίδια τη φιλοσοφία του φλωρεντινού πολιτεύματος. Ακολουθεί ο επίλογος (§§ 90-93).
Ο Πανηγυρικός του Λεονάρντο Μπρούνι, εξαιτίας του μήκους του, θα δημοσιευτεί στο Νέο Πλανόδιον σε δύο συναπτές αναρτήσεις: τη σημερινή της 1ης και την αυριανή της 2ας Ιουλίου.
~.~
ΛΕΟΝΑΡΝΤΟ ΜΠΡΟΥΝΙ
Πανηγυρικός για την πόλη της Φλωρεντίας
§§ 1-46 [1]
[1] Μακάρι ο αθάνατος Θεός να μου χάριζε ευγλωττία αντάξια της πόλης της Φλωρεντίας, για την οποία πρόκειται να σας μιλήσω, ή έστω ανάλογη προς τον ζήλο και το πάθος που τρέφω για αυτήν. Όποιο χατίρι και αν μου γινόταν, τέτοια ευγλωττία θα μου επέτρεπε, νομίζω, να αναδείξω αφειδώλευτα τη μεγαλοσύνη και τη λαμπρότητά της. Γιατί, αφενός η Φλωρεντία είναι πόλη τόσο περίλαμπρη και θεσπέσια που δεν μπορεί να βρεθεί, σε ολόκληρη τη Γη, ούτε μία ικανή να συγκριθεί μαζί της. Και αφετέρου επειδή, και για αυτό είμαι απολύτως βέβαιος, ουδέποτε επιθύμησα κάτι με μεγαλύτερη ζέση σε όλη μου τη ζωή από το να μιλήσω για τη Φλωρεντία με την ευγλωττία που της αρμόζει. Δεν έχω, λοιπόν, καμία αμφιβολία ότι, όποια από τις δύο επιθυμίες μου και αν εκπληρωνόταν, θα ήμουν σε θέση να βρω τα λόγια για να υμνήσω με κομψότητα και αξιοσύνη τούτη την τόσο επιφανή και πανέμορφη πόλη. Όμως, επειδή τα πράγματα που επιθυμούμε δεν ταυτίζονται κατ’ ανάγκη με εκείνα τα οποία επιτρέπει η δεξιοσύνη μας να κατακτήσουμε, θα επιδιώξω ένα αποτέλεσμα συμβατό με τις δυνάμεις μου. Και έτσι, θα φανεί πως χωλαίνει όχι η επιθυμία μου, μα η ικανότητά μου.
[2] Η ανωτερότητα αυτής της πόλης είναι τόσο θαυμαστή, που καμία ευγλωττία δεν μπορεί να την ισοσκελίσει. Από την άλλη, βέβαια, βλέπουμε τόσους και τόσους άνδρες, καλούς και σπουδαίους, να μιλούν για τον Θεό τον ίδιο, του οποίου τη δόξα και το μεγαλείο δεν θα μπορούσε να προσεγγίσει ούτε στο ελάχιστο ο λόγος και του πιο εύγλωττου ανθρώπου. Και όμως, τούτη η απόσταση δεν τους εμποδίζει να προσπαθούν, στον βαθμό που μπορούν, να μιλήσουν για ένα ον τόσο απέρατου μεγαλείου[2]. Μου φαίνεται, λοιπόν, πως και εγώ θα έχω καταφέρει αρκετά εάν επιστρατεύσω όλη την επιμέλεια, την ειδημοσύνη, και την ευχέρεια λόγου που έχω κατακτήσει νυχτερεύοντας, για να πλέξω όσο καλύτερα μπορώ το εγκώμιο αυτής της πόλης, παρόλο που αντιλαμβάνομαι πλήρως πως τούτο δεν θα μπορούσε σε καμία περίπτωση να φανεί αντάξιο της λάμψης της πολιτείας.
[3] Πολλοί είναι οι ομιλητές που ομολογούν ότι δεν ξέρουν από πού να πρωτοξεκινήσουν. Και το ίδιο συμβαίνει και σε μένα τώρα, όχι μόνον ως προς τα λόγια, αλλά και ως προς το ίδιο το θέμα. Διότι αφενός υπάρχουν τόσο πολλά πράγματα που μπορεί να πει κανείς για τη Φλωρεντία και συνδέονται άρρηκτα μεταξύ τους, και αφετέρου, όσα σχετίζονται με αυτήν την πόλη είναι όλα τόσο εξαιρετικά και, κατά κάποιο τρόπο, ξεχωριστά, που φαίνεται να ανταγωνίζονται μεταξύ τους ως προς το ποιο υπερτερεί, καθιστώντας, έτσι, εξαιρετικά δύσκολο να αποφασίσει κανείς από πού να ξεκινήσει[3]. Εάν επικεντρωθείς στην ομορφιά και την ακτινοβολία της πόλης, θα θεωρήσεις πως τους αξίζει απόλυτη προτεραιότητα. Αν σταθείς στη δύναμη και τον πλούτο της, τούτα και θα προκρίνεις. Εάν βάλεις στον νου σου τα έργα και την ιστορία της πόλης, τόσο εκείνα των ημερών μας όσο και εκείνα παλαιότερων εποχών, θα θεωρήσεις ότι καθετί άλλο ωχριά μπροστά σε αυτά. Και αν συλλογιστείς τα ήθη και τους θεσμούς της, τίποτε δεν θα σου φανεί σπουδαιότερο. Όλα αυτά βασανίζουν το μυαλό μου. Συχνά, εκεί που είμαι έτοιμος να μιλήσω για ένα πράγμα, με αποσπά η θύμηση ενός άλλου, και περιέρχομαι σε αδυναμία να επιλέξω. Σε κάθε περίπτωση, θα ξεκινήσω από αυτό που, κατά τη γνώμη μου, συνιστά την πιο κατάλληλη και ταιριαστή αφετηρία, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι θα ήταν απρόσφορο να ξεκινήσει κανείς από κάτι άλλο.
[4] Όπως βλέπουμε πολλούς γιους να μοιάζουν με τους γονείς τους, και στο ίδιο τους το πρόσωπο να αναγνωρίζονται τα χαρακτηριστικά τους, έτσι και σε τούτη την ευγενέστατη και δοξασμένη πόλη το ταίριασμα με τους πολίτες της είναι τόσο μοναδικό, ώστε δεν θα μπορούσαν να ζουν οπουδήποτε αλλού, και ούτε και η πόλη μας, που φτιάχτηκε με τόση τέχνη, θα μπορούσε να έχει οποιουσδήποτε άλλους πολίτες. Όπως οι πολίτες της υπερτερούν έναντι όλων των άλλων ανθρώπων χάρις στην, κατά κάποιο τρόπο, φυσική ευφυΐα τους, τη σύνεση, την κομψότητα και το επίπεδό τους, έτσι και η πόλη υπερέχει όλων των υπολοίπων πόλεων σε αίγλη, ομορφιά και χάρη.
[5] Είναι σημάδι εξαιρετικής σύνεσης ότι, εξαρχής, η Φλωρεντία δεν επιδίωξε την επίδειξη, ούτε ενέδωσε στην επιβλαβή ή ανούσια υπερπροβολή. Αντιθέτως, παρατηρούμε ότι στηρίχτηκε στην τήρηση του μέτρου και στην εύρωστη ισορροπία. Η ίδια η πόλη δεν θεμελιώθηκε στα ψηλά βουνά ώστε να δεσπόζει εκεί επιδεικτικά, ούτε, πάλι, στήθηκε σε μια αχανή πεδινή έκταση όπου θα ήταν ακάλυπτη από κάθε μεριά. Αντιθέτως, η πόλη απολαμβάνει τα πλεονεκτήματα και των δύο καθώς στηρίχτηκε σε έναν συνετότατο και άριστο σχεδιασμό[4]. Διότι, ούτε μπορεί κανείς να ζήσει στα ψηλά βουνά δίχως να πρέπει να αντιμετωπίσει ένα κλίμα δυσμενές, καθώς και αέρηδες, καταιγίδες, και κάθε λογής ανασφάλειες και αντιξοότητες που προσβάλλουν τους κατοίκους, αλλά ούτε, από την άλλη, μπορεί να ζήσει κανείς σε μια απέραντη πεδινή περιοχή χωρίς να ιδροκοπά στον ήλιο, να αναπνέει αέρα ρυπαρό και να υπομένει την καταχνιά και την υγρασία. Αποφεύγοντας αυτές τις αντιξοότητες, τούτη η πόλη θεμελιώθηκε συνετότατα σε τόπο που βρίσκεται καταμεσής δύο άκρων – η δε μεσότητα είναι αρχή που αποδεικνύεται ορθή σε όλα τα πράγματα. Έτσι, η Φλωρεντία βρίσκεται μακριά από τα δεινά των βουνών και τον σιχαμό των πεδινών. Είναι εξοικειωμένη, βέβαια, και με τα δύο περιβάλλοντα και απολαμβάνει τα οφέλη ενός μεικτού και ευχάριστου κλίματος. Βόρειά της ορθώνονται τα βουνά του Φιέζολε, τα οποία χρησιμεύουν ως οχυρό για την πόλη, κρατώντας μακριά το δριμύ ψύχος και το λυσσομάνημα του βοριά. Προς τα ανατολικά, όπου η δύναμη του αέρα είναι μικρότερη, οι λόφοι είναι πιο χαμηλοί. Και προς όλες τις υπόλοιπες κατευθύνσεις, στέκουν πεδινά που τα λούζει ο ήλιος και ξανοίγονται στο φύσημα του ζεφύρου. Σε αυτόν τον τόπο κυριαρχεί ένα ήπιο και απολύτως εύκρατο κλίμα. Ενώ, όπου και αν κατευθυνθείς σαν τον αφήσεις πίσω σου, θα έχεις να αντιμετωπίσεις είτε μεγαλύτερο ψύχος είτε το σφυροκόπημα του ήλιου[5].
[6] Τούτη την πόλη, που καταλαμβάνει σημαντικές ορεινές και πεδινές εκτάσεις, στεφανώνουν πανέμορφα τείχη. Τα τείχη αυτά ούτε είναι τετράψηλα ώστε να εκπέμπουν ανασφάλεια ή φόβο, ούτε είναι παραμελημένα μαρτυρώντας επιπολαιότητα ή απερισκεψία. Τι να πω, δε, για το πλήθος των ανθρώπων, την αίγλη των κτιρίων, τον διάκοσμο των ναών, καθώς και για την απίστευτη και αξιοθαύμαστη χάρη όλης της πόλης; Μα το Θεό, τα πάντα εδώ είναι περίλαμπρα και φιλοτεχνημένα με ξεχωριστή ομορφιά.
[7] Σε κάθε περίπτωση, πιο καλά καταλαβαίνει κανείς τα πράγματα όταν τα συγκρίνει με άλλα. Για αυτό και όσοι κάποια στιγμή τύχει να φύγουν από τη Φλωρεντία, όταν επιστρέφουν συνειδητοποιούν πλήρως πόσο η θαλερή[6] αυτή πόλη υπερέχει κατά πολύ όλων των υπολοίπων. Διότι δεν υπάρχει πόλη σε όλη τη Γη που να μην της λείπει η αρτιότητα σε κάποια σημαντική παράμετρο. Μία υστερεί σε πληθυσμό, άλλη στην ομορφιά των κτιρίων, ενώ κάποια άλλη, χωρίς να της λείπει η αφθονία ως προς αυτά τα δύο, υστερεί επειδή δεν βρίσκεται σε τόπο όπου επικρατεί υγιεινό κλίμα. Πάμπολλες, δε, πόλεις είναι τόσο παμβρόμικες ώστε οι άνθρωποι είναι συνηθισμένοι το πρωί να αντικρίζουν και να πατούν πάνω στο σκουπιδαριό που έχει σωρευθεί στους δρόμους τη νύχτα. Αλήθεια, είναι δυνατόν να σκεφτεί κανείς κάτι ελεεινότερο από αυτό; Ακόμη και αν σε μια πόλη υπήρχαν χίλια παλάτια, ανεξάντλητος πλούτος και άπειρος πληθυσμός, θα την περιφρονούσα και δεν θα έτρεφα ιδιαίτερη εκτίμηση για αυτήν εάν ήταν φλομωμένη με τόση αποφορά. Όπως ένας άνθρωπος παραμορφωμένος, ακόμα και αν είναι προικισμένος με λαμπρά χαρίσματα, δεν είναι δυνατό να είναι ευτυχισμένος, έτσι και οι πόλεις, ακόμα και αν διαθέτουν πολλά θετικά στοιχεία, δεν είναι δυνατόν να λογίζονται όμορφες εάν είναι βρόμικες. Και ποιος δεν βλέπει ότι, μια πόλη στερημένη από ομορφιά, στερείται το σπουδαιότερο καύχημά της;
[8] Αλήθεια, η Φλωρεντία είναι μια πόλη τόσο καθαρή και τακτική, που αστράφτει περισσότερο από κάθε άλλη. Πραγματικά ξεχωριστή είναι αυτή η πόλη και μοναδική σε όλη τη Γη, στην οποία δεν ενοχλείσαι από τίποτε δυσάρεστο για το μάτι, τίποτε σιχαμερό για τη μύτη και τίποτε γλοιώδες για τα πόδια. Με ύψιστη επιμέλεια φροντίζουν και προνοούν όλοι οι κάτοικοι να αποδιώχνουν κάθε βρομιά ώστε να απολαμβάνουν μόνο πράγματα που προκαλούν ευφορία και τέρψη στις αισθήσεις. Και έτσι η πόλη υπερέχει, ίσως, σε μεγαλοπρέπεια όλων των υπολοίπων, ως προς τη λάμψη και την καλαισθησία όμως, υπερέχει αδιαμφισβήτητα όλων όσων υπάρχουν ή πρόκειται να υπάρξουν ποτέ. Είναι πραγματικά ανήκουστη τόση καθαριότητα, και απίστευτη για όσους δεν έχουν βρεθεί ποτέ στη Φλωρεντία, ενώ ακόμα και σε εμάς που την απολαμβάνουμε καθημερινά προκαλεί τέτοιο θαυμασμό ώστε δεν αποτελεί κεκτημένο που κινδυνεύουμε να παραγνωρίσουμε. Τι είναι πιο αξιοθαύμαστο από το να ζεις σε μια πολυπληθέστατη πόλη στην οποία δεν κάνει την εμφάνισή της η παραμικρή λασπουριά, ή το να κυκλοφορείς στους δρόμους με στεγνά πόδια ακόμα και υπό καταρρακτώδη βροχή αφού, προτού σχεδόν το νερό της βροχής αγγίξει το χώμα, λειτουργικές υδρορροές το απορροφούν και το παροχετεύουν; Πραγματικά, την καθαριότητα και την τακτικότητα που σε άλλες πόλεις θα συναντήσεις μόνον στα δώματα περιφανών οικιών, στην πόλη μας τις απολαμβάνεις στους δρόμους και τις πλατείες. Σε γενικές γραμμές, υπάρχουν πόλεις που είναι καθαρές, αλλά υστερούν σε όμορφα κτίρια. Υπάρχουν πόλεις με όμορφα κτίρια, αλλά στις οποίες το κλίμα δεν είναι υγιεινό. Και υπάρχουν πόλεις με υγιεινό κλίμα, αλλά με λιγοστό και αραιό πληθυσμό. Από το πρώτο έως το τελευταίο στοιχείο, στην περίπτωση της Φλωρεντίας συντελούν όλα μαζί στην ευημερία της πόλης. Εάν έχεις ιδιαίτερη προτίμηση στις αρχαιότητες, θα βρεις άφθονα κατάλοιπά τους τόσο σε ιδιωτικά όσο και σε δημόσια κτίρια. Εάν, πάλι, έλκεσαι περισσότερο από τον νεοτερισμό, σε καμία πόλη δεν θα συναντήσεις πιο μεγαλοπρεπή και λαμπρά νέα κτίρια.
[9] Για το ποτάμι δε που διαρρέει την πόλη, είναι δύσκολο να πεις τι από τα δύο προσφέρει περισσότερο: τέρψη ή χρησιμότητα; Τις δύο όχθες του ποταμού ενώνουν τέσσερις γέφυρες που έχουν κατασκευαστεί αριστοτεχνικά από λαξευμένους λίθους, και οι οποίες έχουν τοποθετηθεί σε τέτοια απόσταση μεταξύ τους, ώστε να μην εμποδίζεται στο ελάχιστο η ροή των πιο πολυσύχναστων δρόμων της πόλης. Διασχίζεις δε την πόλη τόσο άνετα, ωσάν να μη χωριζόταν από ένα ποτάμι. Η πόλη, πάλι, είναι γεμάτη από περίλαμπρες πλατείες και από πολυποίκιλτες στοές στους οίκους ευγενών οικογενειών, και σφύζει πάντοτε από κίνηση και κόσμο. Από τις οικίες δε που είναι χτισμένες δίπλα στο ποτάμι, κάποιες βρέχονται από το κύμα, ενώ κάποιες άλλες βρίσκονται λίγο πιο πίσω ώστε να μεσολαβεί ένας δρόμος. Εκεί δε, συγκεντρώνεται πλήθος κόσμου είτε για δουλειά είτε για ψυχαγωγία. Δεν υπάρχει ωραιότερο μέρος για περίπατο από αυτό, ιδιαιτέρως το μεσημέρι κατά τη διάρκεια του χειμώνα, ή το δειλινό κατά τη διάρκεια του καλοκαιριού.
[10] Μα γιατί επικεντρώνομαι μόνον σε ένα σημείο της πόλης; Σάμπως κινούμαι μόνον κατά μήκος του ποταμιού λες και είμαι κανένας ψαράς; Ή μήπως αυτή είναι η μοναδική θαυμάσια περιοχή της Φλωρεντίας και σε ολόκληρη την πόλη δεν βρίσκονται μέρη όμοιας ή και μεγαλύτερης ομορφιάς! Μα τι υπάρχει σε όλον τον κόσμο τόσο θαυμάσιο και μεγαλοπρεπές, ικανό να συγκριθεί με την αρχιτεκτονική της Φλωρεντίας; Όταν κάνω αυτήν τη σκέψη, πραγματικά με καταλαμβάνει οίκτος για τις άλλες πόλεις. Σε κάποιες πόλεις το πολύ να δεις δύο ευπαρουσίαστους δρόμους, ενώ σε άλλες τα όμορφα κτίρια απουσιάζουν τόσο ολοσχερώς που οι κάτοικοί τους ντρέπονται να τις βλέπουν επισκέπτες. Στη δική μας πόλη, όμως, δεν υπάρχει δρόμος και δεν υπάρχει περιοχή που να μην είναι γεμάτη από μεγάλα και πανέμορφα κτίρια. Και για τι κτίρια, για τι φιλοτεχνία μιλάμε, Θεέ μου! Πραγματικά, πόσο υψηλό είναι το πνεύμα των κτιστών που αντανακλάται σε αυτά τα κτίρια, και πόση είναι η ευχαρίστηση που νιώθουν οι κάτοικοί τους! Ανάμεσα, δε, στα τόσα κτίρια της πόλης, δεσπόζουν επιβλητικότερα σε μέγεθος και λαμπρότητα οι ιεροί ναοί και τα μνημεία, που είναι πάμπολλα και διασπείρονται, όπως ταιριάζει στους χώρους που αφιερώνονται στον Θεό, σε κάθε γωνιά της πόλης. Με πόση ευσέβεια προσκυνούνται από τους πιστούς, με πόση θρησκευτική ευλάβεια τιμούνται! Για αυτό και κανένα κτίριο δεν υπερτερεί αυτών σε πλούτο, διάκοσμο και λαμπρότητα. Διότι μέλημα της πόλης ήταν να δοθεί προτεραιότητα στα ιερά κτίρια έναντι των κοσμικών. Ταυτόχρονα, δεν ήθελαν να χαρίσουν λαμπρότητα μόνον στα σπίτια των ζωντανών, αλλά και στα μνημεία για τους νεκρούς.
[11] Επιστρέφω, όμως, τώρα, στις οικίες των ιδιωτών, οι οποίες σχεδιάστηκαν, ορθώθηκαν και διακοσμήθηκαν με γνώμονα την τέρψη, την ευρυχωρία, την περιωπή και, πάνω από όλα, τη λαμπρότητα. Τι μπορεί να δει κανείς πιο όμορφο και ευχάριστο από τους προθαλάμους, τις αίθουσες, τα δάπεδα, τους χώρους εστίασης και τα υπόλοιπα εσωτερικά μέρη αυτών των οικιών; Να χαζεύει τους εύτακτους και πλατύχωρους χώρους! Να χαζεύει τις κουρτίνες, τις αψίδες, τα φατνώματα, τις φιλοτεχνημένες οροφές, και (πράγμα που συναντά κανείς σε πολλές οικίες) τα χειμερινά δώματα να διακρίνονται από τα θερινά! Και τα υπέροχα υπνοδωμάτια, με την εξαίσια επίπλωση, το χρυσάφι, το ασήμι, τα κεντητά κλινοσκεπάσματα και τα πολύτιμα χαλιά!
[12] Μα δεν είναι κάπως ανόητο να προσπαθώ να τα απαριθμήσω όλα αυτά; Ακόμα και αν είχα εκατό γλώσσες, εκατό στόματα και φωνή από σίδερο[7] δεν θα ήταν δυνατό να περιγράψω όλη τη λαμπρότητα, τον διάκοσμο, τον πλούτο, τη γοητεία και τη φινέτσα αυτών των αρχοντικών. Εάν κάποιος θέλει να τα γνωρίσει όλα αυτά, δεν έχει παρά να έλθει εδώ και να περιδιαβεί την πόλη. Ας μην περιηγηθεί όμως με νοοτροπία βιαστικού επισκέπτη ή πρόσκαιρου ταξιδιώτη, αλλά να σταθεί, να αναζητήσει, να περιεργαστεί. Στις άλλες πόλεις, δίνουν ιδιαίτερη σημασία ο ταξιδιώτης να μην διαμένει εκεί για πολύ. Και έτσι, ό,τι όμορφο διαθέτουν, το επιδείχνουν βεβιασμένα στους επισκέπτες της πόλης, ωσάν να στρέφουν την προσοχή των ταξιδιωτών στο εξωτερικό περίβλημα. Όταν όμως οι ταξιδιώτες αφήσουν τα διάσημα αξιοθέατα και θελήσουν να δουν το μεδούλι και όχι το περίβλημα, δεν θα βρουν τίποτε που να δικαιολογεί τις όποιες θετικές αρχικές τους εντυπώσεις. Αντί για οικίες θα δουν χαμόσπιτα, ενώ ό,τι φαίνεται όμορφο από έξω, από μέσα ζέχνει. Στη Φλωρεντία, από την άλλη, εάν κάποιος δεν βρεθεί στα ενδότερα, είναι αδύνατο να εκτιμήσει όλη την ομορφιά της. Και έτσι, αυτό που άλλες πόλεις τις εκθέτει ανεπανόρθωτα, εδώ ενισχύει σημαντικά την επίγνωση της ομορφιάς της. Διότι στο εσωτερικό των κτιρίων δεν θα βρει κανείς λιγότερη λαμπρότητα και ομορφιά από όση θα βρει στο εξωτερικό τους. Και δεν ξεχωρίζουν μόνον ένας-δυο δρόμοι για τη λαμπρότητα και την ομορφιά τους, αλλά κάθε πτυχή όλης της πόλης. Όπως το αίμα κυλά σε όλο το σώμα, έτσι πλημμυρίζει όλη την πόλη η ομορφιά και η γοητεία.
[13] Στο κέντρο της πόλης υψώνεται περήφανα ένα πανέμορφο φρούριο αξιοθαύμαστης κατασκευής[8]. Από την ίδια του την όψη φανερώνει ευχερέστατα τον σκοπό για τον οποίο χτίστηκε. Όπως σε έναν μεγάλο στόλο η ναυαρχίδα είθισται να είναι τέτοια ώστε να ξεχωρίζει εύκολα ως το πλοίο του ναυάρχου –που είναι αρχηγός και επικεφαλής όλων των πλοιάρχων–, έτσι και στη Φλωρεντία αυτό το φρούριο έχει εμφάνιση τέτοια ώστε όλοι να αναγνωρίζουν αμέσως ότι στεγάζει τους άνδρες που έχουν οριστεί να προΐστανται των δημοσίων υποθέσεων. Πράγματι, κατασκευάστηκε τόσο θαυμάσια και δεσπόζει σε τέτοιο ύψος, ώστε κυριαρχεί σε όλα τα κτίρια γύρω του, και η κορυφή του ξεχωρίζει πάνω από εκείνες των ιδιωτικών κατοικιών.
[14] Πάντως, δεν πιστεύω ότι τούτο το φρούριο πρέπει να αποκαλείται απλώς «φρούριο», αλλά «φρούριο του φρουρίου». Διότι, αμέσως μόλις απομακρυνθείς από τα τείχη της πόλης, περιστοιχίζεσαι από παντού από κτίρια, και τούτα μάλλον πρέπει να ονομαστούν «πόλη» ενώ η έκταση που περιβάλλεται από τείχη θα ονομαζόταν πιο σωστά «φρούριο». Και όπως γράφει ο Όμηρος[9] για το χιόνι ότι πέφτει πυκνό και σκεπάζει τα βουνά, τις κορφές και τις ράχες και τα εύφορα χωράφια, έτσι και τα κτίρια καλύπτουν ολόκληρη την περιοχή έξω από την πόλη και όλα τα βουνά, τις ράχες και τις πεδιάδες, δίνοντας περισσότερο την εντύπωση ότι έχουν πέσει από τον ουρανό παρά ότι έχουν κατασκευαστεί από τα χέρια ανθρώπων.
[15] Και πόση είναι, αλήθεια, η λαμπρότητα, ο σχεδιασμός, η ομορφιά αυτών των κτιρίων! Πράγματι, αυτές οι οικίες είναι πιο μεγάλες και από εκείνες της πόλης, μιας και σχεδιάστηκαν για εκτάσεις μεγαλύτερων διαστάσεων και κτίστηκαν δίνοντας ιδιαίτερη προσοχή στην εξασφάλιση της ευαρέσκειας και της άνεσης. Σε καθεμία από αυτές υπεραφθονούν η ευρυχωρία, οι στοές, τα άλση, οι κήποι. Και τι να πρωτοπώ για τα υπνοδωμάτια ή τις αίθουσες εστίασης που είναι πιο υπέροχες και φιλοτεχνημένες από οτιδήποτε μπορεί να φανταστεί κανείς; Και ανάμεσά τους θα βρείτε δασοτόπια μες στη φυλλωσιά, ανθισμένα λιβάδια, θελξικάρδια ρυάκια, πεντακάθαρα κεφαλάρια· λες και όλη η φύση φύτρωσε για την αγαλλίασή μας. Οι ραχούλες μοιάζουν να γελούν και αποπνέουν μια ευφροσύνη που είναι αδύνατο να τη χορτάσουν τα μάτια όσων αντικρίζουν το τοπίο. Δικαίως, λοιπόν, όλη αυτή η περιοχή λογίζεται και αποκαλείται παράδεισος –αφού η ομορφιά και η αγαλλίαση που αναδίδει δεν συναντώνται πουθενά αλλού στη γη.
[16] Όσοι έρχονται στη Φλωρεντία πραγματικά σαστίζουν όταν θωρούν από κάποια απόσταση, ας πούμε από την κορυφή ενός βουνού, το μέγεθος της πόλης, την απλωσιά της, την ομορφιά της, τον αριθμό των βιλών που την περιβάλλουν. Και όμως, η εντύπωση της ομορφιάς που σχηματίζει κανείς από απόσταση δεν μετατρέπεται σε θέαμα αποκρουστικό όταν πλησιάζεις κοντά – πράγμα που συμβαίνει συχνά σε πράγματα που δεν είναι αληθινά όμορφα. Τουναντίον, τα πάντα στην πόλη έχουν περικοσμηθεί τόσο όμορφα και απροσποίητα ώστε, όσο πιο κοντά πλησιάζεις, τόσο περισσότερο εκτιμάς τη λαμπρότητά της. Οι βίλες είναι πιο όμορφες από την πανοραμική θέα, και τα προάστια πιο όμορφα από τις βίλες, και η ίδια η πόλη υπερνικά σε ομορφιά τα προάστιά της. Και έτσι, όσοι εισέρχονται στην πόλη για πρώτη φορά, θαρρείς πως λησμονούν την ομορφιά και τη λάμψη των εξωτερικών περιοχών αφού καταγοητεύονται από την αίγλη της ίδιας της πόλης.
[17] Τώρα θα στραφώ σε ένα σημείο το οποίο, κατά τη γνώμη μου, αποτελεί ένα από τα κύρια επιχειρήματα υπέρ της μεγαλοσύνης της πόλης. Η πόλη μας έχει διεξαγάγει πολλούς πολέμους. Αναδείχθηκε νικηφόρα απέναντι σε πανίσχυρους εχθρούς, τιθασεύοντας τόσο ανερχόμενες όσο και ήδη τρομακτικές δυνάμεις. Με συνετή στρατηγική, διαθέτοντας σωστά τους πόρους της και με γενναιοψυχία, δάμασε αντιπάλους απέναντι στους οποίους κανείς δεν πίστευε όχι μόνον ότι μπορούσε να υπερισχύσει, αλλά και να προβάλει την οποιαδήποτε αντίσταση. Πρόσφατα, βέβαια, η Φλωρεντία αγωνίστηκε για πολλά χρόνια ενάντια σε έναν ισχυρότατο και πολύ εύπορο εχθρό, και μάλιστα με τόση αλκή, ώστε κέρδισε τον θαυμασμό όλων των ανθρώπων. Γιατί αυτός ο Δούκας[10], ο οποίος με τους πόρους και την ισχύ του είχε καταφοβερίσει τους υπεράλπειους λαούς αλλά και την υπόλοιπη Ιταλία, φουσκώνοντας από φιλοδοξία και εκστασιασμένος από τις νίκες του κατέστρεφε τα πάντα στο πέρασμά του σαν θύελλα. Και όμως βρέθηκε μια και μόνον πολιτεία η οποία, όχι μόνον απώθησε τον κατακτητή και αναχαίτισε τη νικηφόρο πορεία του, αλλά τον ανέτρεψε. Αλλά για αυτές τις επιτυχίες της πόλης θα μας δοθεί στη συνέχεια η ευκαιρία να μιλήσουμε εκτενέστερα. Προς το παρόν, ας επιστρέψουμε στο προκείμενο.
[18] Έλεγα, λοιπόν, ότι τόσο πολλοί είχαν σαστίσει οι άνθρωποι από το μέγεθος της σύγκρουσης και τη διάρκεια του πολέμου, ώστε αναρωτιόνταν πώς είναι δυνατόν μια πολιτεία να συγκεντρώσει τους άνδρες, τους πόρους, μα και τα ίδια τα χρήματα που απαιτούνταν για έναν τέτοιο πόλεμο. Αλλά αυτό το σάστισμα και αυτή η απορία καταλαμβάνει μόνον εκείνους που μέχρι σήμερα δεν είχαν ποτέ την ευκαιρία να αντικρίσουν και να θαυμάσουν τη λαμπρότητα αυτής της πανέμορφης πόλης. Διότι όταν την αντικρίσουν, αυτή η απορία λύνεται και χάνεται. Το βλέπουμε αυτό να συμβαίνει σε όλους – αφού όλοι όσοι επισκέπτονται τη Φλωρεντία το ομολογούν. Όταν πρωτοβλέπουν την πόλη και απλώνουν τη ματιά τους στην αρχιτεκτονική της και στο σύνολο των κτιρίων της, όταν συνειδητοποιούν το μεγαλείο και τη λάμψη της, όταν θαυμάζουν τους ψηλούς της πύργους, τους μαρμάρινους ναούς, τους θόλους των βασιλικών, τις υπέροχες οικίες, τα πυργώδη τείχη, την αφθονία των βιλών, όταν νογούν τη χάρη, την τάξη και την ομορφιά της, η σκέψη όλων μεταβάλλεται μονομιάς, και κάθε άλλο παρά απορούν με τα σπουδαία και σημαντικά κατορθώματα που έχει πετύχει αυτή η πόλη! Τουναντίον, συναινούν ολόθερμα ότι τούτη η πόλη είναι προορισμένη να προΐσταται και να αφεντεύει όλη τη Γη. Από αυτό καταλαβαίνει κανείς ότι η πόλη προκαλεί υπέρτατο θαυμασμό και πως την ομορφιά και τη λαμπρότητά της δεν μπορεί κανείς ούτε να τη συλλάβει ούτε να την αρθρώσει σε λόγια αντάξιά της. Άλλωστε, αυτά που ακούει κανείς με τα αυτιά του, υπερισχύουν μιας αόριστης φήμης. Και αυτά που βλέπει με τα μάτια του υπερισχύουν, φυσικά, όσων ακούει με τα αυτιά του.
[19] Δεν ξέρω τι μπορεί να νομίζουν οι άλλοι, πάντως εμένα αυτό το επιχείρημα μου φαίνεται τόσο αποφασιστικό, ώστε και μόνο του ακόμα επαρκεί να αποδείξει την απίστευτη υπεροχή αυτής της πόλης. Δεν θα ήταν δυνατό τόσο μεγάλη και καθολική απορία να ακυρώνεται ή να σβήνει από το μυαλό με το που αντικρίζει κανείς την πόλη, παρά μόνον επειδή συναντά κανείς στην ίδια την πόλη ακόμη μεγαλύτερη ομορφιά και αρχοντιά, οι οποίες όχι μόνον αποδυναμώνουν, μα και υπερνικούν κατά κράτος το σάστισμα απέναντι στα αναφερόμενα κατορθώματα. Είναι σαν να μου αφηγούνταν κάποιος τις ασύλληπτες και απίστευτες αγωνιστικές επιτυχίες ενός πυγμάχου. Ας υποθέσουμε ότι μου έλεγε για αυτόν ότι νίκησε κάποιους με τη γροθιά του και άλλους τους έριξε καταγής με το γάντι του. Και ακόμα, ότι μόνος του κατάφερε να βάλει κάτω πολλούς, ότι σταμάτησε με τα χέρια του ένα τέθριππο που έτρεχε[11], ότι κουβάλησε στους ώμους του ζωντανό ταύρο σε απόσταση ενός σταδίου (όπως αναφέρεται για τον Μίλωνα τον Κροτωνιάτη[12]) ή, ότι, όσο στεκόταν πάνω σε μια λαδωμένη ασπίδα κανείς δεν μπορούσε να τον σπρώξει έξω από αυτή (όπως αναφέρεται για τον Πουλυδάμαντα[13])· και ας υποθέσουμε τώρα ότι, όλα αυτά τα απίστευτα που τον ακούω να μου διηγείται, τούτος ισχυρίζεται πως τα έχει ο ίδιος δει, τονίζοντας, μάλιστα, πως αν τύχαινε να αντικρίσει κανείς από κοντά τη σωματική διάπλαση αυτού του άνδρα, θα εγκατέλειπε κάθε επιφύλαξη και θα ήταν έτοιμος να πιστέψει ότι ήταν ικανός για ακόμη μεγαλύτερα κατορθώματα: λέω, λοιπόν, ότι, εάν κάποιος μου αφηγούνταν και με διαβεβαίωνε για όλα αυτά, θα δημιουργούνταν μέσα μου αναγκαστικά η εικόνα ενός πανίσχυρου άνδρα, καταδεικνύοντας την περισσή του σωματική δύναμη, μα και το σφρίγος και τη ρώμη των μελών του. Κατά παρόμοιο τρόπο, με το που ιδωθεί αυτή η έξοχη και πανέμορφη πόλη, διώχνει κάθε αμφιβολία για την εικόνα που πλάστηκε για αυτήν και εξαφανίζει κάθε ενδοιασμό. Και για να το πετύχει αυτό, είναι προφανές πως η πόλη αυτή αντλεί δύναμη από μια αστείρευτη πηγή μεγαλείου, ομορφιάς και ευπορίας.
[20] Πώς θα ήταν δυνατό να συμβεί μια τέτοια πλήρης μεταστροφή γνώμης, κρίσης και προσδοκιών αν η Φλωρεντία δεν ήταν, στην πραγματικότητα, πιο μεγαλειώδης και λαμπρή από αυτό που μπορούν να αποδώσουν τα λόγια των αφηγητών ή να συλλάβει ο νους των ακροατών; Ας επαινούν, λοιπόν, αυτήν την πόλη οι άνθρωποι, ας την επαινούν όλοι και για πάντα. Διότι ποτέ δεν βρέθηκε κανείς που σαν αντίκρισε τη Φλωρεντία, να μην του φάνηκε ακόμα πιο εντυπωσιακή από όσο φανταζόταν όταν απλώς άκουγε να του μιλούν για αυτή. Για αυτόν τον λόγο δεν φοβάμαι ότι θα υπάρξουν πολλοί που θα με μεμφθούν για προπέτεια και απερισκεψία στην προσπάθειά μου να περιγράψω το μεγαλείο της. Αντικρίζοντας αυτήν την τρισένδοξη πόλη, ποτέ μου δεν μπόρεσα να συγκρατήσω τον θαυμασμό μου και να μην της πλέξω το εγκώμιο. Επομένως, και εάν δεν πετύχω ολότελα τον στόχο μου, πράγμα, άλλωστε, που ουδέποτε μπόρεσε κανείς μέχρι σήμερα να πετύχει, η αποτυχία μου πρέπει να συγχωρεθεί και όχι να επιπληχθεί. Ας επιστρέψουμε όμως στο θέμα μας.
[21] Πέρα από τις βίλες στέκουν κάστρα. Μα …κάστρα[14]; Στην πραγματικότητα, σε ολόκληρη την περιοχή που περιβάλλει τις βίλες δεν υπάρχει μέρος που να μην είναι γεμάτο από υπέροχες και διάσημες πόλεις. Η Φλωρεντία βρίσκεται στη μέση, δέσποινα και προστάτιδα, ενώ οι άλλες βρίσκονται τριγύρω, η καθεμία στη θέση της. Ένας ποιητής θα έλεγε σωστά ότι είναι σαν τη σελήνη που περιζώνεται από αστέρια – θέαμα πανέμορφο[15]. Και όπως σε μια ασπίδα κάθε δακτύλιος περιβάλλει διαδοχικά έναν μικρότερο με τον τελευταίο να καταλήγει στον ομφαλό –το κεντρικό σημείο ολόκληρης της ασπίδας– έτσι βλέπουμε και στην επικράτεια της Φλωρεντίας περιοχές να περικλείουν και να περιφράσσουν διαδοχικά μια άλλη ωσάν δακτύλιοι. Από αυτές τις περιοχές αναδεικνύεται πρώτη η πόλη, τοποθετημένη στο κέντρο, σαν ομφαλός των κυκλικών τροχιών. Αυτή περιβάλλεται από τείχη ή περίχωρα. Τα περίχωρα με τη σειρά τους τα περιβάλλουν οι βίλες και τις βίλες οι καστροπόλεις: και όλες αυτές οι περιοχές περιβάλλονται από την εξώτατη, που σχηματίζει και τη μεγαλύτερη κυκλική ζώνη. Ανάμεσα δε στις καστροπόλεις υψώνονται στον ουρανό κάστρα και οχυρά που αποτελούν πολύ ασφαλή καταφύγια για τους αγρότες.
[22] Τόσο μεγάλο δε είναι το πλήθος των αγροτών ώστε δεν υπάρχει σπιθαμή γόνιμης γης που να μην καλλιεργείται. Και τι να πούμε, τώρα, για τη γλύκα και την αφθονία της σοδειάς; Τι να πούμε για την υπέροχη καλλιέργεια των αγρών; Αυτά είναι πράγματα γνωστά σε όλους και τόσο ορατά ώστε να μην χρειάζονται την παραμικρή απόδειξη. Λέω μόνο αυτό: ότι δεν θα μπορούσε εύκολα να βρεθεί άλλη περιοχή ικανή να θρέψει τόσο μεγάλο πλήθος. Οι περισσότερες πόλεις δεν έχουν τόσους κατοίκους όσο η ύπαιθρος της Φλωρεντίας. Ωστόσο, όλοι αυτοί, μαζί και με τον τεράστιο πληθυσμό της πόλης, εξασφαλίζουν τροφή σε τόση αυτάρκεια που δεν χρειάζονται καμία εξωτερική βοήθεια – και δεν μιλώ μόνον για τα απολύτως απαραίτητα, αλλά και για τα πιο διαλεχτά. Για όλα αυτά, η Φλωρεντία, τόσο εντός των τειχών όσο και εκτός, είναι τέτοια που καμία άλλη πόλη δεν θα μπορούσε να θεωρηθεί ποτέ πιο ευτυχισμένη.
[23] Αν υπάρχει κάποιος που πιστεύει ότι η πόλη αυτή υστερεί επειδή δεν βρίσκεται στη θάλασσα, κάνει, κατά τη γνώμη μου, πολύ μεγάλο λάθος και καταμέμφεται αυτό που θα έπρεπε να επαινεί. Το να βρίσκεται κοντά στη θάλασσα μια πόλη είναι ίσως χρήσιμο για το εμπόριο, αλλά κατά τα άλλα είναι πράγμα πολύ αλμυρό και πικρό. Είναι πολλά τα δεινά στα οποία υπόκεινται οι παραθαλάσσιες πόλεις και πολλοί οι κίνδυνοι στους οποίους αναγκαστικά εκτίθενται. Ο Πλάτων ο Αθηναίος, με διαφορά ο σπουδαιότερος όλων των φιλοσόφων, στα βιβλία στα οποία συζητά πώς πρέπει να θεμελιωθεί μια πολιτεία ώστε να ζει αγαθά και ευτυχισμένα, και εξετάζοντας προσεκτικά τι πρέπει να έχει και τι όχι, υποστήριξε πρώτα από όλα ότι πρέπει να βρίσκεται σε ικανή απόσταση από τη θάλασσα[16]. Αυτός ο πολύ σοφός άνθρωπος υποστήριξε ότι, σε καμία περίπτωση μια πόλη χτισμένη στην ακτή ή κοντά στο κύμα το θαλασσινό δεν θα μπορούσε να είναι ευτυχισμένη. Αφηγείται, δε, τις πολλές κακουχίες και τα εμπόδια για μια ευτυχισμένη ζωή που προκαλεί και φέρνει η γειτνίαση με τη θάλασσα. Και βέβαια, αν θέλουμε να εξετάσουμε το ζήτημα προσεκτικά, αποτελεί μείζον μειονέκτημα για μια πόλη να βρίσκεται σε θαλάσσια περιοχή και να φοβάται διαρκώς. Η απειλή αυτή είναι ίδια σε κάθε γωνιά της γης, από την Ταναΐδα και την Τραπεζούντα έως τα Γάδειρα[17]. Στις παραθαλάσσιες πόλεις όχι μόνον ανησυχούν για όσα κάνουν οι γειτονικοί λαοί, για όσα οι παραδιπλανοί συζητούν, καταστρώνουν ή για το ποια είναι τέλος πάντων η στάση τους απέναντί τους ώστε να ξέρουν να φυλάγονται είτε από τις παγίδες είτε από τις ανοιχτές τους επιθέσεις, αλλά έχουν από πάνω να φοβούνται και τους Αιγύπτιους, και τους Φοίνικες, τους Κόλχες και τους Σκύθες, τους Αφρικανούς και τους Γαδειρίτες – έθνη βάρβαρα και τόσο απομακρυσμένα το ένα από το άλλο. Και αν τόσο συχνά πέφτουν έξω ως προς τις προθέσεις των γειτονικών τους λαών, τι να πρωτοσκεφτούν για εκείνους που βρίσκονται μακριά; Οι χερσαίες επιθέσεις, οι οποίες συνήθως αναπτύσσονται αργά, μερικές φορές λαμβάνουν χώρα χωρίς τίποτε να σε έχει προετοιμάσει για αυτές. Πώς, λοιπόν, μπορείς να προετοιμαστείς απέναντι στους στόλους που κινούνται γοργά; Ότι όλα αυτά δεν συναντώνται συχνά στο παρόν, δεν μας επιτρέπει να αποκλείσουμε την πιθανότητα να συμβούν στο μέλλον: αφού γνωρίζουμε πολύ καλά ότι συνέβησαν στο παρελθόν. Είναι λοιπόν μεγάλη ανοησία να εκθέτεις πρόθυμα τον εαυτό σου σε κινδύνους, ενώ μπορείς να ζεις με ασφάλεια και ηρεμία.
[24] Εάν αυτά τα επιχειρήματα δεν συγκινούν εκείνους που αγαπούν τόσο τη θάλασσα και τις ακτές, θα τους αλλάξουν, ελπίζω, γνώμη, παραδείγματα από τα αρχαία χρόνια. Διαβάστε τις ιστορίες των Λατίνων, τις ιστορίες των Ελλήνων και θα διαπιστώσετε εκεί πόσα δεινά και καταστροφές έπεσαν πάνω σε παραθαλάσσιες πόλεις· πόσες ακμάζουσες πολιτείες με άφθονους πόρους, άνδρες και χρήματα κυριεύθηκαν από εχθρικό στόλο προτού καλά-καλά προλάβουν να υποψιαστούν το παραμικρό. Αν τα αναλογιστείτε όλα αυτά, θα αρχίσετε ήδη να πιστεύετε ότι η Φλωρεντία όχι μόνον δεν υπολείπεται σε τίποτα επειδή δεν βρίσκεται στη θάλασσα, αλλά, αντιθέτως ότι και αυτό, όπως και τόσα άλλα, υπήρξε αποτέλεσμα ύψιστης πρόνοιας. Η Τροία, η ευγενέστερη –κατά τον ποιητή– «κορυφή ουράνια της Ασίας» και «θαυμάσιο έργο των θεών»[18] καταλήφθηκε και καταστράφηκε δύο φορές από στόλο: την πρώτη με την ξαφνική άφιξη του Ηρακλή και του Τελαμώνα, τη δεύτερη με το απατηλό τέχνασμα του Αγαμέμνονα και του Οδυσσέα. Σε καμία περίπτωση δεν θα μπορούσε αυτή η ακμάζουσα πόλη να κατακτηθεί αν δεν το είχε καταστήσει εφικτό η εγγύτητά της με τη θάλασσα. Δέκα χρόνια ξοδεύτηκαν μάταια στις χερσαίες μάχες. Στο τέλος οι Έλληνες κατέφυγαν στον στόλο και τα κύματα, που αποτελούν πολύ κατάλληλα μέσα για να αποσκεπαστούν σχέδια δόλια. Τότε, εκεί που οι πολίτες της Τροίας νόμισαν ότι απελευθερώθηκαν επιτέλους από τη μακροχρόνια πολιορκία, χωρίς να πάρουν μυρωδιά από τα σχέδια του εχθρού και χωρίς να τους γεννηθεί η παραμικρή υποψία, «Παραταγμένη τόσε σε γραμμή εκίνησε απ’ την Τένεδο η Αρμάδα / των Αργειτών· απάνω σιγηλό και φιλικό τους έλουζε φεγγάρι». Και λίγο αργότερα: «στα Πέργαμα εβάλανε φωτιά, στο χαλασμό τα λάφυρα γυρεύουν. / Βράδυνε η απόβαση για σας; Τώρα ακόμα βγηκατε απ’ τα πλοία;»[19]. Αυτά είναι λοιπόν τα πλεονεκτήματα της θάλασσας, αυτή την εγγύτητα πρέπει να επαινείς!
[25] Αλλά γιατί ανασκαλεύω τώρα τόσο πανάρχαια γεγονότα; Για τη Γένοβα, μια αρχοντικότατη πόλη της Ιταλίας, διαβάζουμε ότι, κατά τη διάρκεια του Β’ Καρχηδονιακού πολέμου, καταλήφθηκε με ξαφνική επίθεση από τον Μάγωνα, τον γιο του Αμίλκα, και κατερειπώθηκε[20]. Και τι να πω για την καταστροφή της Φωκίδας, των Συρακουσών, της Αλεξάνδρειας, της Αθήνας; Αλήθεια, τι; Και μήπως ενώ ο ρωμαϊκός λαός ήταν τόσο ακμαίος και κυριαρχούσε σε ολόκληρο τον κόσμο, δεν συνέχισε η θάλασσα για πολλά χρόνια να μαστίζεται από στόλους επιδρομέων, σε τέτοιο, μάλιστα, βαθμό, ώστε πολλές ρωμαϊκές πόλεις υπέστησαν πλήρη καταστροφή; Αυτός ο λαός, που είχε υποτάξει ολόκληρο τον κόσμο, δεν μπορούσε να κρατήσει ασφαλείς τις θαλάσσιες πόλεις από τις επιδρομές των εχθρικών στόλων. Πρόσθεσε τώρα σε όλα αυτά τον πνιγηρό αέρα, τον ασταθή καιρό, τις σοβαρές ασθένειες που ευδοκιμούν στο ανθυγιεινό περιβάλλον των παραθαλάσσιων περιοχών, πρόσθεσε και τη γενικότερη απαθλίωση που καταλαμβάνει κάθετι που γειτνιάζει με τη θάλασσα. Λαμβάνοντας υπόψη τόσες σοβαρές αντιξοότητες, δεν προκαλεί έκπληξη το γεγονός ότι αυτή η συνετότατη πόλη κρατήθηκε μακριά από θαλάσσια λιμάνια, ή μάλλον, θεμελιώθηκε η ίδια σαν λιμάνι γαλήνης, μακριά από τα κύματα της θάλασσας και τα κύματα των επιδρομέων.
[26] Τι σημασία έχει, λοιπόν, το γεγονός ότι η Φλωρεντία δεν έχει λιμάνι; Αν και έχω αμφιβολίες ως προς το πώς θα εκλάβει κανείς αυτό που πρόκειται να πω, εντούτοις θα εκφράσω τη γνώμη μου. Όπως όλα τα άλλα, έτσι και αυτό μου φαίνεται ότι αποφασίστηκε στην πόλη μας με μεγάλη προνοητικότητα και εξαιρετική βουλή. Διότι, ενώ βρίσκεται μακριά από την ακτογραμμή ώστε να μην υπόκειται καθόλου σε όλες εκείνες τις αντιξοότητες που προξενεί η εγγύτητα με τη θάλασσα, είναι πάντως εγκατεστημένη σε ελεγχόμενη απόσταση από λιμάνια, ώστε να απολαμβάνει όλα τα σχετικά οφέλη. Και έτσι υπερέχουν απέναντι στη Φλωρεντία οι θαλάσσιες πόλεις μόνο σε πράγματα στα οποία η νίκη ισοδυναμεί με ήττα. Σε αυτές τις πόλεις τα λιμάνια και η ακτή προσφέρουν, όντως, κάποια οφέλη, αλλά κυρίως συνδέονται με πολλές αντιξοοότητες και αναποδιές. Την ίδια ώρα η Φλωρεντία αξιοποιεί τη σχετική γειτνίαση με τη θάλασσα, αποκομίζοντας καθαρά οφέλη από αυτήν, παραμένοντας, όμως, εντελώς ανεπηρέαστη από όλες τις αντιξοότητες και αποφεύγοντας όλα τα μειονεκτήματα. Δεν την επηρεάζουν στο ελάχιστο το ανθυγιεινό κλίμα, ο πνιγηρός και νοσηρός αέρας, η υγρασία, οι φθινοπωρινές ασθένειες. Η ωφελιμότητα που αποκομίζει είναι καθαρή, ακίνδυνη και ανεπιβλαβής.
[27] Σκέφτομαι συχνά ότι η Φλωρεντία βρίσκεται τόσο μακριά από την Τυρηννική Θάλασσα όσο πρέπει για να απολαμβάνει και τα οφέλη της εγγύτητας προς την Αδριατική – τούτη δε η απόφαση δεν μπορεί να επαινεθεί επαρκώς. Αν είχε θεμελιωθεί κοντά σε μία μόνον από τις δύο ακτές, εκτός από το γεγονός ότι θα είχε εκτεθεί σε πάμπολλα δεινά εξαιτίας της επαφής με τη θάλασσα, θα αντιμετώπιζε την πρόσθετη δυσχέρεια να βρίσκεται πολύ μακριά από την άλλη ακτή. Και αυτό θα είχε ως αποτέλεσμα να πλήττεται ταυτόχρονα και από τα δύο άκρα: αφενός εξαιτίας υπερβολικής απόστασης, αφετέρου εξαιτίας υπερβολικής εγγύτητας. Τώρα, λοιπόν, βρίσκεται σχετικά μακριά και από τις δύο ακτές, έτσι ώστε να φαίνεται ότι δεν είναι ικανοποιημένη μόνο με τη μία από τις δύο, αλλά ότι προτιμά να στρέφει και τις δύο προς το όφελός της.
[28] Η Φλωρεντία βρίσκεται στο κέντρο μεταξύ της Τυρρηνικής και της Αδριατικής, ωσάν βασίλισσα της Ιταλίας, απολαμβάνοντας ένα πολύ καθαρό και υγιεινό κλίμα, και δεν βρίσκεται μακριά ούτε από πεδιάδες, ούτε από βουνά. Από τη μια πλευρά απλώνονται πολύκαρποι κάμποι, και από την άλλη όμορφοι λόφοι. Μέσα στα τείχη, στο κέντρο της πόλης, κυλάει το ποτάμι, απαράμιλλης ομορφιάς και ανυπολόγιστης χρησιμότητας. Στην ίδια την πόλη κυριαρχεί μια θαυμαστή κομψότητα, ασύγκριτη ευταξία, εκτυφλωτική ομορφιά, υπέρτατη λαμπρότητα στο καθετί. Οι γλυκασμοί των βιλών είναι ανείπωτοι και ανήκουστοι: ασκούν μια γοητεία που δεν είναι γήινη. Τα πάντα εκεί εκπέμπουν απαράμμιλη κομψότητα, ευφορία και ομορφιά. Πλήρης όλων αυτών των πολλών και σπουδαίων αγαθών και ομορφιών, η Φλωρεντία υπερέχει κατά πολύ κάθε πόλης όχι μόνο στην Ιταλία αλλά και σε κάθε περιοχή του κόσμου.
[29] Πραγματικά, τούτη η πλησμονή ομορφιάς, η οποία προσφέρει ανεξάντλητο υλικό για να επαινέσεις ευκάματα τη Φλωρεντία, με πολιορκεί χωρίς τη δυνατότητα να αντιδράσω και με παρέσυρε ως αυτό το σημείο χωρίς την παραμικρή δυνατότητα να συγκρατηθώ. Και παραταύτα, μου φαίνεται ότι μίλησα με ελάχιστη ευγλωττία, αφού, κατά την παράθεση των ομορφιών αυτής της πόλης, παρέλειψα τις πρώτες και κύριες. Επιδιδόμενος στην περιγραφή άλλων πτυχών της λαμπρότητας και της μεγαλοπρέπειας της Φλωρεντίας, σχεδόν λησμόνησα ότι έχω ακόμα να μιλήσω για τον μεγάλο της πληθυσμό, την ποικιλία των ανθρώπων, την αρετή, την προκοπή, την ανθρωπιά των πολιτών της, πράγματα, δηλαδή, που αποτελούν τα σημαντικότερα στολίδια της πόλης και αξίζει να αναφέρονται πρώτα. Πρέπει, λοιπόν, να επιστρέψω στην αφετηρία και να αρχίσω να αποδίδω τα εύσημα σε όσους ζουν σε αυτήν την πόλη. Οφείλω λοιπόν να παραδεχθώ ότι καταχράστηκα τους κανόνες της ρητορικής τέχνης και πρέπει τώρα να επανέλθω στο θέμα του λόγου μου. Σε τούτο το σημείο, είναι ώρα να ανασυνταχθούμε, φροντίζοντας πάνω από όλα, να μην εμμείνουμε στο λάθος. Πρέπει να αφήσουμε πίσω όσα έχουμε ήδη πραγματευθεί, και να ορίσουμε με ακρίβεια για ποια πράγματα πρόκειται να μιλήσουμε στο εξής.
[30] Έως τώρα περιγράψαμε τι λογής πόλη είναι η Φλωρεντία. Στη συνέχεια πρέπει να εξετάσουμε τα χαρακτηριστικά των κατοίκων της. Όπως είθισται δε να ξεκινά κανείς τη συζήτηση για ένα άτομο, κατά τον ίδιο τρόπο θα συζητήσουμε και για τον λαό της Φλωρεντίας, διερευνώντας, δηλαδή, την καταγωγή του, από ποιους προγόνους προέρχεται και εξετάζοντας τα επιτεύγματά τους στο εσωτερικό και το εξωτερικό ανά τις εποχές. Όπως λέει ο Κικέρων: «Ας το κάνουμε έτσι, ας πάρουμε τα πράγματα από την αρχή»[21]. Από ποιους κατάγεται, λοιπόν, αυτός ο λαός; Ποιοι ήταν οι πρόγονοί τους; Από ποιους θνητούς ιδρύθηκε αυτή η εξαίρετη πόλη; Γνωρίστε, άνδρες της Φλωρεντίας, γνωρίστε τη γενιά και την πατριά σας. Μην ξεχνάτε ότι είστε, από όλους τους λαούς, ο πιο περιφανής. Γιατί άλλοι λαοί έχουν ως προγόνους πρόσφυγες ή εξόριστους από την πατρώα γη, ή αγρότες, ή αναδρομάρηδες άσημους, ή γενάρχες ανέγνωρους. Ο δικός σας γενάρχης, όμως, είναι ο ρωμαϊκός λαός – ο κύριος και κοσμοκράτορας. Αθάνατε Θεέ, έχεις χορηγήσει τόσα πολλά αγαθά σε αυτή τη μία πόλη, ώστε τα πάντα –όπου και αν συμβαίνουν ή για όποιο σκοπό και αν ορίστηκαν– φαίνεται να συντελούν στην ανάδειξη της ομορφιάς της Φλωρεντίας.
[31] Το γεγονός ότι οι Φλωρεντινοί κατάγονται από τον ρωμαϊκό λαό έχει ύψιστη σημασία. Ποιο έθνος σε ολόκληρο τον κόσμο ήταν ποτέ διαπρεπέστερο, ποιο ισχυρότερο, ποιο έθνος υπερείχε τόσο πολύ σε αρετή από τον ρωμαϊκό λαό; Τα επιτεύγματά τους είναι τόσο ένδοξα που τα μεγαλύτερα κατορθώματα των άλλων λαών φαντάζουν παιδικά παιχνίδια συγκρινόμενα με το μεγαλείο των επιτευγμάτων των Ρωμαίων. Η εξουσία τους εκτεινόταν σχεδόν σε ολόκληρο τον κόσμο και κυβέρνησαν με ακαταμάχητη ορθοφροσύνη για πολλούς αιώνες, έτσι ώστε από μια μόνο πόλη απέρρευσαν περισσότερα υποδείγματα αρετής από όσα προήλθαν από όλα τα άλλα έθνη έως σήμερα. Αναρίθμητοι άνδρες ξεχώρισαν τόσο πολύ σε αρετή, φθάνοντας σε επίπεδα που δεν πλησίασε ποτέ και κανένα έθνος σε όλη τη γη. Ακόμη και παραλείποντας τα ονόματα πολλών εξαιρετικών και εξεχόντων ταγών και ηγεμόνων της Συγκλήτου, πού θα μπορούσες να συναντήσεις, παρά μόνον στη Ρώμη, γένη σαν εκείνα των Ποπλικόλων, των Φαβρικίων, των Κορογκανίων, των Δεντάτων, των Φαβίων, των Δεκίων, των Καμίλλων, των Παύλων, των Μαρκέλλων, των Σκιπιώνων, των Κατώνων, των Γράκχων, των Τορκουάτων και των Κικερώνων; Πράγματι, αν η ευγένεια είναι αυτό που ακριβοποθείτε να βρείτε σε έναν γενάρχη, ποτέ δεν θα βρείτε λαό πιο ευγενή σε ολόκληρο τον κόσμο από τον ρωμαϊκό λαό. Αν αναζητάτε πλούτη, δεν θα βρείτε κανέναν πιο εύπορο. Αν λαχταράτε ακτινοβολία και λαμπρότητα, δεν θα βρείτε κανέναν πιο περιφανή και ένδοξο. Αν γυρεύετε εκτεταμένη κυριαρχία, δεν υπήρχε λαός σε αυτή την πλευρά του Ωκεανού που να μην είχε υποταχθεί και υποδουλωθεί στην εξουσία του ρωμαϊκού λαού. Επομένως, και σε εσάς, άνδρες της Φλωρεντίας, ανήκει, κατά κληρονομικό δικαίωμα, η κυριαρχία σε ολόκληρο τον κόσμο και σε εσάς πρέπει να περιέλθει η κατοχή των πατρώων αγαθών.
[32] Από αυτό προκύπτει ότι όλοι οι πόλεμοι που διεξάγονται από τον φλωρεντινό λαό είναι δικαιότατοι, και αυτός ο λαός δεν μπορεί ποτέ να στερηθεί τη δικαιοσύνη στους πολέμους του, αφού διεξάγει κατ’ ανάγκη πόλεμο είτε για την υπεράσπιση είτε για την ανάκτηση της δικής του επικράτειας. Πράγματι, αυτά είναι τα είδη των δίκαιων πολέμων που επιτρέπονται από όλους τους νόμους και τα νομικά συστήματα. Και αφού η δόξα των προγόνων, η ευγένεια, η αρετή, το μεγαλείο, η λαμπρότητα καταυγάζουν και τα τέκνα τους, δεν υπάρχει τίποτα σε ολόκληρο τον κόσμο που να μπορεί να περιορίσει τη διεκδίκηση της αξιοσύνης των Φλωρεντινών, αφού κατάγονται από προγόνους στους οποίους αξίζει από κάθε άποψη ο μέγιστος έπαινος ανάμεσα σε όλους τους θνητούς. Υπάρχει κάποιος άνθρωπος που δεν θα παραδεχόταν την υποτέλειά του στον ρωμαϊκό λαό; Ποιος δούλος ή απελεύθερος θα τολμούσε να ανταγωνιστεί σε αξιοσύνη τους απογόνους του κυρίου του ή του πάτρονά του ή θα θεωρούσε πως πρέπει να λογίζεται ανώτερος από αυτούς; Δεν είναι, λοιπόν, καθόλου μικρό αγλάισμα για αυτή την πόλη το γεγονός ότι είχε τόσο επιφανείς γενάρχες και θεμελιωτές.
[33] Σε ποια εποχή, όμως, ανάγεται η καταγωγή των Φλωρεντινών από τους Ρωμαίους; Νομίζω ότι αυτό είναι πολύ σημαντικό σημείο, γιατί, καθώς λέγεται, στη βασιλική διαδοχή είθισται να αναγνωρίζεται ως γιος βασιλιά εκείνος που γεννήθηκε την εποχή που ο πατέρας του κατείχε το βασιλικό αξίωμα, ενώ όσοι γεννήθηκαν πριν ή μετά ούτε θεωρούνται τέκνα του βασιλιά, ούτε αποκτούν δικαίωμα βασιλικής διαδοχής. Και σίγουρα, όταν κάποιος θάλλει και βρίσκεται στην ακμή του, τόσο περισσότερο ρέπει στην πραγματοποίηση λαμπρών και ευγενών έργων. Χωρίς να είμαι σε θέση να πω ακριβώς το γιατί, παρατηρούμε πάντως ότι οι πρόσφοροι καιροί εξάπτουν το πνεύμα και τον νου των ανθρώπων, έτσι ώστε, σε αυτές τις ιστορικές περιόδους, οι σπουδαίοι άνθρωποι δεν μπορούν παρά να καταλείπουν έργα σημαντικά και ένδοξα, και κάθε επίτευγμα είναι ολωσδιόλου εξαιρετικό.
[34] Αυτή, λοιπόν, η εκθαμβωτική αποικία των Ρωμαίων ιδρύθηκε την περίοδο κατά την οποία η κυριαρχία του ρωμαϊκού λαού βρισκόταν στην απόλυτη ακμή της, όταν, δηλαδή, ισχυροί βασιλιάδες και πολεμοχαρή έθνη είχαν δαμαστεί από τα όπλα και την αρετή της Ρώμης: Καρχηδόνα, Νουμαντία, Κόρινθος, καταστράφηκαν συθέμελα. Όλες οι στεριές και όλες οι θάλασσες είχαν περιέλθει στην κυριαρχία αυτού του λαού. Κανένα δεινό δεν τον βρήκε από εχθρό. Δεν είχαν υφαρπάξει ακόμη την ελευθερία οι Καίσαρες, οι Αντώνιοι, οι Τιβέριοι, οι Νέρωνες – σκέτη πανούκλα και όλεθρος για τη πολιτεία. Ιερή και ακατάσειστη θριάμβευε η ελευθερία. Όμως, λίγο καιρό μετά την ίδρυση αυτής της αποικίας, η ελευθερία αυτή καταλύθηκε από αθλιότατους σφετεριστές. Σε αυτό νομίζω ότι οφείλεται το φαινόμενο που παρατηρούμε στην πολιτεία μας, περισσότερο από οπουδήποτε αλλού: ο λαός μας τιμά πάνω από όλα την ελευθερία όλων, και διάκειται πολύ εχθρικά απέναντι στους τυράννους. Κατά τη γνώμη μου, ήδη από εκείνη την εποχή, η Φλωρεντία έτρεφε τόση απέχθεια απέναντι στους καταπατητές και τους χαλκευτές της πολιτείας, που ακόμη και σήμερα δεν μπορεί να τη διαγράψει από τη μνήμη της. Όταν μνημονεύεται το όνομα ή αναδύεται έστω και ένα ίχνος των καταπατητών αυτών, η πολιτεία μας το αντιμετωπίζει με περιφρόνηση και μίσος.
[35] Αυτό το μέτωπο υπέρ της πολιτείας οπωσδήποτε δεν είναι καινούργιο στον φλωρεντινό λαό και ούτε εμφανίστηκε τώρα τελευταία, όπως νομίζουν ορισμένοι. Η αποστροφή για την τυραννία ξεκίνησε πριν πολύ καιρό, τότε που άνδρες βέβηλοι διέπραξαν το μεγαλύτερο έγκλημα εναντίον της πολιτείας, εκφυλίζοντας την ελευθερία, τη λάμψη και την αξιοπρέπεια του ρωμαϊκού λαού. Το πάθος για την ελευθερία που άναψε τότε στους Φλωρεντινούς, η αποστροφή για την τυραννία και το μέτωπο για τη πολιτεία, παραμένουν ασίγαστα έως σήμερα. Και αν σε διαφορετικές εποχές οι αντίπαλες παρατάξεις αναφέρονταν με διαφορετικά ονόματα, αυτό δεν σήμαινε ότι τα πράγματα είχαν αλλιώς. Εξαρχής τους Φλωρεντινούς τους ένωνε ο ίδιος σκοπός, η πάλη ενάντια στους σφετεριστές της εξουσίας, και τούτη συνεχίζεται έως τις μέρες μας. Μα τον Θεό, είναι δίκαιο το μίσος για την τυραννία, και υπερτερεί έναντι της δέουσας αγάπης προς την αρχαία πατρίδα! Ποιος θα μπορούσε ποτέ να ανεχθεί να δει την κυριαρχία που απέκτησε ο ρωμαϊκός λαός με την αρετή του Κάμιλλου, του Ποπλικόλα, του Φαβρικίου, του Κουρίου, του Φαβίου, του Ρήγουλου, των Σκιπιώνων, του Μάρκελλου, των Κατώνων, και αναρίθμητων άλλων πανσεβάσμιων και εντιμότατων ανδρών, να καταπέφτει στα χέρια και την εξουσία του Καλιγούλα ή παρόμοιων θηριωδών και άθλιων τυράννων, στους οποίους δεν υπήρχε ίχνος αρετής και καμία ελπίδα σωτηρίας από τη φαυλότητα;
[36] Μόνο σε ένα πράγμα ανταγωνίζονταν οι τύραννοι αυτοί, παλεύοντας για αυτό με όλες τους τις δυνάμεις: να επιδίδονται στη σφαγή των Ρωμαίων πολιτών με αφάνταστη σκληρότητα, λες και θα κέρδιζαν το πρώτο βραβείο αν κατόρθωναν να εξολοθρεύσουν κάθε ευγένεια, κάθε ποιότητα μα και κάθε πολίτη στην πόλη. Ο Γάιος Καλιγούλας διέπραξε τις μεγαλύτερες δυνατές θηριωδίες. Δεδομένου του μεγέθους της πόλης, πολλοί πολίτες παρέμεναν ζωντανοί, και ο ίδιος, κουρασμένος πια από τις δολοφονίες και τις σφαγές, οι οποίες, παρά την έκτασή τους δεν μπορούσαν να ικανοποιήσουν τη σκληροψυχία του, ξεστόμισε αυτή τη βέβηλη φράση, μαρτύριο της αγριότητάς του: «Πόσο θα’ θελα να είχε ο ρωμαϊκός λαός μόνο ένα κεφάλι, για να μπορώ να το πετσοκόψω με ένα χτύπημα και μόνο»[22]. Και έκανε ακριβώς αυτό. Δεν χόρτασε ποτέ το αίμα των πολιτών και θα είχε ερημώσει τελείως την πόλη αν ζούσε λίγο παραπάνω. Έμπηξε το ξίφος στη συγκλητική τάξη, οι πιο επιφανείς και άριστοι πολίτες σφαγιάστηκαν, οι οικογένειες με υπατικό ή ένδοξο στρατιωτικό παρελθόν καταστράφηκαν συθέμελα. Τον δε λαό που είχε απομείνει στην πόλη, ο Καλιγούλας συνέχισε να τον θανατώνει σε καθημερινές σφαγές κοπαδιαστά, σαν πρόβατα.
[37] Την τερατωδέστατη αυτή αποκτήνωση την ενίσχυσε με ακόμη πιο τερατώδεις φρικαλεότητες, όχι κοινές ή συνηθισμένες, μα πρωτόγνωρες για όλες τις εποχές, και που ποτέ δεν μνημονεύονται χωρίς απέχθεια: βίασε στη σειρά τρεις αδελφές του, τις οποίες διατήρησε στη συνέχεια ως παλλακίδες[23]. Κατάλαβες τώρα τι είναι οι αυτοκράτορες, τι είναι αυτοί οι περίοπτοι Καίσαρες που οι άνθρωποι θεωρούν αξιέπαινους! Τι θηριωδίες είναι αυτές, μα για τι τέρατα μιλάμε! Πώς είναι δυνατόν να απορεί κανείς που, μετά από τέτοιες φρικαλεότητες, η φλωρεντινή πολιτεία ανέπτυξε τέτοιο μίσος για τους αυτοκρατορικούς, που διατηρείται ακόμα και σήμερα;
[38] Υπάρχει άραγε πιο δίκαιη αγανάκτηση από αυτή; Ευαισθητοποίησε κάτι τον λαό της Φλωρεντίας περισσότερο από το να βλέπει τον ρωμαϊκό λαό, τον προπάτορα και ιδρυτή του, που λίγο πριν είχε υποτάξει όλο τον κόσμο με την αρετή του, να στερείται στη συνέχεια την ελευθερία του και να υφίσταται τα πάνδεινα από βδελυρότατους άνδρες; Άνδρες που, αν η πολιτεία βρισκόταν σε ισχύ, θα λογαριάζονταν στα τελευταία αποβράσματα της πολιτείας; Και τι να πούμε για τον Τιβέριο Καίσαρα, ο οποίος βασίλεψε, βέβαια, πριν τον Καλιγούλα; Ωστόσο, δεν χρειάζεται να αναφερθούμε κατά τη φυσική τάξη για άτομα που εξευτέλισαν κάθε τάξη και λογική. Έχει δει ή ακούσει κανείς κάτι πιο επαίσχυντο και βδελυρό από τις φρικαλεότητες που διέπραξε ο Τιβέριος βασανίζοντας και δολοφονώντας Ρωμαίους πολίτες στο Κάπρι, ή από το ψωνιστήρι που έκανε και τα ζιγκολάκια που γύρευε – ανίερες και ανήκουστες μορφές λαγνείας[24]; Είναι πραγματικά ντροπή για την Ιταλία ότι εμφανίστηκαν σε αυτήν τέτοια παραδείγματα φαυλότητας.
[39] Και αν αυτοί οι αυτοκράτορες που ανέφερα ήταν επαίσχυντοι και ολετήρες, μήπως αυτοί που ήλθαν μετά ήταν καλύτεροι; Ποιοί ήταν αυτοί; Ο Νέρων και ο Βιτέλλιος και ο Δομιτιανός και ο Ηλιογάβαλος. Ναι, αυτοί. Σίγουρα δεν είναι δύσκολο να πούμε πόση αρετή και ανθρωπιά διείπε τον Νέρωνα. Η μητέρα του, η Αγριππίνα, εξύμνησε την ευλάβεια του γιου της έως τους ουρανούς. Και ας μην βάλει με τον νου του κανείς πως ένας άνδρας που έδειξε τέτοια ευλάβεια απέναντι στη μητέρα του, θα μπορούσε να φερθεί σκληρά και απάνθρωπα απέναντι σε άλλους ανθρώπους. Όχι! Τόση ήταν η φιλευσπλαχνία του που, προκειμένου να μην υποφέρουν οι πολίτες από το κρύο, έβαλε φωτιά στην ίδια την πόλη.
[40] Γάιε Καίσαρα, πώς οι πράξεις σου κατέστρεψαν εντελώς την πόλη της Ρώμης! Αλλά θα παραμείνω εδώ σιωπηλός. Υπάρχουν, άλλωστε, άνθρωποι που αγανακτούν για το γεγονός ότι ο Λουκανός, ένας τόσο μορφωμένος και σοφός άνθρωπος, έγραψε την αλήθεια για τα εγκλήματά σου. Και ίσως έχουν δίκιο: γιατί αν και αφθονούσε πάνω σου η κακία, τούτη την επισκίαζαν πολλές και σπουδαίες αρετές. Επομένως, είναι πιο σώφρον να μην μιλήσω για σένα. Και για τον ίδιο λόγο θα αφήσω κατά μέρος τον γιο σου, ακόμα και αν δεν αγνοούμε τον λόγο που σε παρακίνησε να τον υιοθετήσεις[25]. Αλλά θα παραμερίσω τα πάντα και δεν θα θυμηθώ την κραυγαλέα του σκληρότητά, ούτε τις προγραφές και τις σφαγές αθώων πολιτών, ούτε την προδοσία της συγκλήτου, ούτε τις μοιχείες και την εκφυλότητά του. Είχε, όπως είχε άλλωστε και ο πατέρας του, κάποια υπολείμματα αρετής που έκαναν ακόμη και την κακία του πιο υποφερτή. Αλλά αυτά τα τέρατα, στα οποία κατέλιπες την αυτοκρατορία, καμία αρετή δεν θα μπορούσε να τα λυτρώσει από την κακία τους, εκτός αν είναι αρετή να προσπαθείς με κάθε τρόπο να καταστρέψεις τη πολιτεία και να μην απέχεις από καμία κακία, όσο μεγάλη και αν είναι. Επομένως, ακόμα και αν αφήσω κατά μέρος όλες τις άλλες ενέργειές σας, δεν μπορώ να ξεχάσω –και επομένως, δεν μπορώ παρά να αγανακτήσω εναντίον σας– για το γεγονός ότι ανοίξατε το δρόμο στα μεγάλα δεινά και τα μεγάλα εγκλήματα που διέπραξαν οι διάδοχοί σας με περισσή ασυνειδησία και σκληρότητα.
[41] «—Μα γιατί μας τα λες όλα αυτά;», θα ρωτήσει κάποιος. Για δύο λόγους: πρώτον, για να δείξω ότι στη Φλωρεντία δεν αναπτύχθηκε το δημοκρατικό μέτωπο χωρίς βάσιμη αιτία· και δεύτερον, για να γίνει κατανοητό ότι την εποχή που ιδρύθηκε η αποικία της Φλωρεντίας, η πόλη της Ρώμης ευδοκιμούσε ανυπολόγιστα σε ισχύ, ελευθερία, ποιότητα πνεύματος, καθώς και σε επίπεδο πολιτών. Ύστερα, όταν η πολιτεία υποτάχθηκε στην εξουσία του ενός, εξαφανίστηκε η ποιότητα πνεύματος, όπως λέει ο Τάκιτος[26]. Έτσι, έχει πολλή σημασία εάν μια αποικία ιδρύθηκε σε μεταγενέστερη περίοδο, αφού μέχρι τότε είχε εξαχνωθεί πια όλη η αρετή και η ευγένεια της πόλης των Ρωμαίων· και τίποτα σπουδαίο ή εξαιρετικό δεν θα μπορούσε να μεταφερθεί στην αποικία από εκείνους που εγκατέλειψαν τη Ρώμη.
[42] Έτσι, μιας και η Φλωρεντία είχε ως ιδρυτές της εκείνους που υπέταξαν τους πάντες και παντού με την αρετή και την πολεμική τους υπεροχή, και καθώς ιδρύθηκε σε εποχή κατά την οποία ο ελεύθερος και ανίκητος ρωμαϊκός λαός ευημερούσε σε ισχύ, ευγένεια, αρετή και πνεύμα, δεν είναι δυνατόν να αμφισβητηθεί στο ελάχιστο ότι αυτή η πόλη όχι μόνο ξεχωρίζει, όπως έχουμε δει, για την ομορφιά, την αρχιτεκτονική και την καταλληλότητα της τοποθεσίας της, αλλά ξεχωρίζει από όλες τις άλλες πόλεις, επίσης, και ως προς την αξιοπρέπεια και την ευγένεια της καταγωγής της.
[43] Καταγόμενη από τόσο ευγενείς προγόνους, η Φλωρεντία δεν επέτρεψε ποτέ στον εαυτό της να διαφθαρεί από νωθρότητα και λιποψυχία, ούτε επαναπαύθηκε στην πατρώα και αρχαία δόξα ράθυμα και παθητικά. Τουναντίον, στον βαθμό που γεννήθηκε σε τόσο περιφανή τόπο, η Φλωρεντία βάλθηκε να μεγαλουργήσει όπως όλοι περίμεναν και αξίωναν. Έτσι, η Φλωρεντία μιμήθηκε τους ιδρυτές της σε κάθε είδους αρετή, και, κατά την κρίση όλων, η πόλη αποδείχθηκε απολύτως αντάξια τόσο του ονόματος όσο και της βαριάς της παράδοσης.
[44] Επιπλέον, η Φλωρεντία δεν απέσχε από το να αγωνιστεί για να καταδείξει την υπεροχή της ανάμεσα στις εξέχουσες δυνάμεις της Ιταλίας. Εξασφάλισε επικράτεια και δόξα όχι με αφιλεργία και φυγοπονία, ούτε επιδιδόμενη σε εγκλήματα και απάτες, αλλά με μεγαλόφρονα σχεδιασμό, με ετοιμότητα να αντιμετωπίσει κινδύνους, με αξιοπιστία, ακεραιότητα, σταθερότητα και, πάνω από όλα, με την υποστήριξη των αδυνάτων. Ούτε η Φλωρεντία επιδίωξε να διαπρέψει μόνο σε πλούτη, μα αντιθέτως, και πολύ περισσότερο, σε προκοπή και λαμπρότητα. Ούτε θεώρησε πρέπον να υπερέχει μόνον σε ισχύ, αλλά σε δικαιοσύνη και ανθρωπιά. Με αυτές τις αρχές κατά νου, η Φλωρεντία αγωνίστηκε να καταστεί ηγέτιδα, και με αυτές απέκτησε το κύρος και τη δόξα της. Οι Φλωρεντινοί αντιλαμβάνονταν σοφά και ξεκάθαρα ότι, αν δεν ακολουθούσαν αυτές τις αρχές, θα θεωρούνταν εκφυλιστές των αρετών των προγόνων τους και πως τούτοι οι τελευταίοι θα νιώθονταν περισσότερο ως βάρος παρά ως τιμή.
[45] Και βέβαια, η αξιοπρέπεια και το μεγαλείο των προγόνων καταφωτίζουν το πλήθος των απογόνων μόνον όταν και αυτοί λάμπουν με τη δική τους αρετή. Εάν, όμως, οι απόγονοι είναι ράθυμοι και ξεχαρβαλωμένοι, εάν εκφυλίζουν την αρετή που παρέλαβαν, τότε η λαμπρότητα των προγόνων τους όχι μόνο δεν καλύπτει τις κακίες τους, αλλά τις αποκαλύπτει[27]. Τίποτε δεν μπορεί να παραμείνει σκοτεινό υπό το φως της πατρώας δόξας, αφού η προσδοκία για συνέχιση της κληρονομημένης αρετής προσελκύει τα βλέμματα όλων. Αλλά αν αυτή η ελπίδα διαψευστεί, η λαμπρότητα της καταγωγής κάνει τους απογόνους να φαίνονται όχι ευγενείς, μα κοινοί.
[46] Αν και το μεγαλείο των προγόνων ελάχιστα ωφελεί τους εκφυλισμένους, όταν απαντά διαδόχους με υψηλό φρόνημα, τους φωταγωγεί και η ακτινοβολία τους πολλαπλασιάζεται. Η αξιοπρέπεια και η χάρη μεγαλώνουν, και οι κάτοικοι ενός τόπου μεταφέρονται στα ουράνια όταν η οικεία αρετή συνενώνεται με την ευγένεια των προγόνων τους. Αυτό ακριβώς βλέπουμε να συμβαίνει σε αυτήν την πολιτεία, στα ένδοξα επιτεύγματα της οποίας, καθώς και στα άφθονα και σπουδαιότατα παραδείγματα ενάρετων ανθρώπων, είναι εύκολο να αναγνωρίσει κανείς τη ρωμαϊκή αρετή και το ρωμαϊκό πνευματικό μεγαλείο. Επομένως αυτή η πόλη τιμάται για τη λαμπρότητα και την αρχοντιά της καταγωγής της, αλλά ακόμη περισσότερο για τις οικείες αρετές και τα επιτεύγματά της.
~.~
