Go home! Γυρίστε σπίτια σας!

*

του ΒΑΓΓΕΛΗ ΚΑΛΦΟΠΟΥΛΟΥ

Ένα παράδοξο σύνθημα πλανάται πάνω από τις ευρωπαϊκές μεγαλουπόλεις: GO HOME! ΓΥΡΙΣΤΕ ΣΠΙΤΙΑ ΣΑΣ! Στόχος και παραλήπτης του είναι συνήθως είτε οι μετανάστες/πρόσφυγες είτε, πιο πρόσφατα, οι τουρίστες. Είναι ο μαζικός τουρισμός που βιώνεται στα πρώτα μεταπανδημικά χρόνια απλώς ένα φαινόμενο που γεννήθηκε από την πανδημία; Ή μήπως υπάρχει μια ουσιαστικότερη σύνδεση που κάνει τόσο τον υπερτουρισμό όσο και τη μετανάστευση να ανάγονται σε μια κοινή ρίζα; Κι αν ναι, ποια είναι αυτή;

Ακολουθώντας τον Πολωνό κοινωνιολόγο Ζίγκμουντ Μπάουμαν μπορούμε να συγκατανεύσουμε στο ότι πρόκειται για ανθρώπινες συνέπειες της παγκοσμιοποίησης. Στο ομότιτλο βιβλίο του αφιερώνει ένα ολόκληρο κεφάλαιο στη διάκριση ανάμεσα στον τουρίστα και τον πλάνητα, διάκριση που θεωρεί ότι ορίζει τη μετανεωτερική κοινωνία που χαρακτηρίζεται σε όλα τα επίπεδα, μπορεί να πει κανείς, από την κινητικότητα. Η διαφορά ανάμεσα στους δύο τύπους, τον τουρίστα και τον πλάνητα, έγκειται στο ότι ο πρώτος μετακινείται εθελούσια ενώ ο δεύτερος εξαναγκάζεται λόγω των συνθηκών στις οποίες ζει[1]. Δεν είναι τυχαίο ότι ο Μπάουμαν συγκαταλέγει ανάμεσα στους πλάνητες και τα θύματα του λεγόμενου «εξευγενισμού» των γειτονιών, gentrification επί το ελληνικότερο. Η στεγαστική κρίση που παρατηρείται αλλά και η αύξηση του κόστους διαβίωσης, φαινόμενα που πλήττουν κυρίως τους τοπικούς, μη μετακινούμενους, πληθυσμούς, είναι απότοκα του μαζικού τουρισμού. Οι πλάνητες, στοιβαγμένοι είτε σε νέες, φτηνότερες γειτονιές, είτε σε κέντρα φιλοξενίας (μεταναστών, προσφύγων, ηλικιωμένων) δένονται στον νέο τόπο τους, χωρίς επιλογή μετακίνησης, εκτός κι αν εκ νέου αναγκαστούν. Η δε σχέση των τουριστών με τους πλάνητες είναι μια αμφίδρομη σχέση μιας και

«Οι τουρίστες τρέμουν τους πλάνητες για τον ίδιο λόγο που οι πλάνητες έχουν τους τουρίστες ως γκουρού και είδωλα: στην κοινωνία των ταξιδιωτών ο τουρισμός και η αλητεία (vagrancy) είναι οι δύο όψεις του ίδιου νομίσματος»[2].

Σε άλλο σημείο, κάνει λόγο για μια πλειοψηφία που βρίσκεται ανάμεσα στις μειοψηφίες των διαρκώς κινούμενων και των περιοριμένων στη θέση τους, μια πλειοψηφία που εξατίας και της εργασιακής ανασφάλειας άλλοτε είναι τουρίστας αλλά μπορεί την επαύριο να ξυπνήσει πλάνητας.

Όλα τα παραπάνω συνδέονται ασφαλώς με τις τεχνολογικές εξελίξεις στους τομείς των μεταφορών και της επικοινωνίας που έχουν μετατρέψει την εμπειρία σε καταναλωτικό αγαθό, που οφείλει να καταναλώνεται γρήγορα, προκειμένου να πηγαίνει κανείς παρακάτω. Σε μερικές παραλλαγές του μοντέλου του τουρίστα, όπως αυτό του ψηφιακού νομάδα, η εμπειρία αυτή μπορεί να κρατήσει και για μερικούς μήνες. Άλλωστε οι ψηφιακοί νομάδες είναι κυρίως μια εκδοχή της αεικίνητης ελίτ για τη μεσαία τάξη. Υπάρχουν όμως και πολιτισμικές και πολιτικές συνέπειες, που καθιστούν αυτές τις εξελίξεις διαφορετικού επιπέδου από ότι, για παράδειγμα η αστυφιλία των δεκαετιών ’50-’70, που είχε επίσης προκαλέσει αλλοίωση στους αστικούς ιστούς και στεγαστική κρίση. Καταρχάς τα κέντρα των ευρωπαϊκών μεγαλουπόλεων (και όχι μόνο, κανείς μπορεί να δει την περίπτωση του Κέηπ Τάουν[3]) εξελλίσονται σε λούνα παρκ για μαζικό τουρισμό και ομογενοποιούνται κάτω από μια μαζική κουλτούρα που επαναλαμβάνεται με μικρές φοκλορικές παραλλαγές σε κάθε χώρα. Οι φορείς αυτής της κουλτούρας εναλλάσονται διαρκώς, τα πρόσωπα χάνουν τη σημασία τους, η πόλη είναι σε διαρκή κίνηση και θόρυβο.

Οι ψηφιακές πλατφόρμες ενοικίασης και μετακίνησης λειτουργούν σε ένα τέτοιο περιβάλλον, στο οποίο κυριαρχούν τα αγγλικά, μέσα από τις διαφορετικές εθνικές προφορές που ακούγονται από παντού. Η μαζική αυτή κουλτούρα δεν απευθύνεται μονάχα σε ντόπιους, ούτε καν κυρίως σε αυτούς. Αποτελεί ένα κατασκεύασμα όπου όλοι μπορούν να βρουν καταφύγιο και ταυτόχρονα κανείς δε χωράει πλήρως, κανείς άνθρωπος με όλα τα βιώματα και τις πολιτισμικές αναφορές που κουβαλάει. Σε μια τέτοια παγκοσμιοποίημένη εκδοχή της κουλτούρας, η τοπική κουλτούρα ελπίζει μόνο στη θέση ενος ευκολοχώνευτου φοκλόρ, καθώς στην ουσία συμπαρατίθεται στα μάτια του τουρίστα με τις κουλτούρες που επικρατούν στις γειτονιές των εξαναγκασμένων σε μετακίνηση και πλεόν εγκλωβισμένων μεταναστών και προσφύγων. Οι περισσότεροι εκ των οποίων δουλεύουν στη βαριά πλευρά των τουριστικών επιχειρήσεων, ενώ οι ντόπιοι, όσοι δεν έχουν περιουσία να εκμεταλλευτούν, μπορεί να απασχολούνται με λίγο καλύτερες συνθήκες στην προθήκη.

Οι πολιτικές συνέπεις ήδη επίσης αρχίζουν να διαφάινονται και δεν είναι διαφορετικές από μια νέα ένδυση των εννοιών των άκρων και του κέντρου. Αν και σε μια καθαρά φορμαλιστική περιγραφή το κέντρο και τα άκρα είναι πάντα ίδια, το περιεχόμενο που σε κάθε εποχή ενδύονται είναι διαφορετικό. Είναι η τοπική μερίδα όσων δεν έχουν παρά σπάνια τη δυνατότητα της κίνησης που αντιδρά στους πρόσφυγες ενδυναμώνοντας τις πολιτικές φωνές του δεξιού άκρου[4] και είναι η τοπική μερίδα όσων δεν κερδίζουν από τον τουρισμό και πλήττονται από αυτόν (καθηγητές, δάσκαλοι, γιατροί κτλ) που αντιδρούν. Στην περίπτωση της δεξιάς το τουριστικό προϊόν δεν τυχαίνει υπερανάλυσης, ιδιαίτερα σε χώρες του ευρωπαϊκού νότου, ενώ για την αριστερά η στεγαστική κρίση μπορεί να αποδειχθεί παράγοντας αναγέννησης. Αντίστοιχα, εφαλτήριο για την άνοδο της δεξιάς αποτέλεσε το μεταναστευτικό, ενώ για την αριστερά προσλάμβανε πάντα ηθικές διαστάσεις. Το κέντρο σε αυτά τα δύο προβλήματα προτάσσει από το ιδεολογικό οπλοστάσιό του την αξία του πραγματισμού. Κι ασφαλώς αν έμενε κανείς εκεί, θα μπορούσε να υποστηρίξει ότι δεν υπάρχει κάτι καινούριο εδώ, καθότι το κέντρο πάντα ως πραγματιστικό προσδιοριζόταν απέναντι στις ουτοπίες της δεξιάς ή της αριστεράς. Αυτό που δείχνει να έχει άλλαξει σε σχέση με το παρελθόν,ως προς το κέντρο, είναι το στοιχείο της μετριοπάθειας. Ενώ παλαιότερα, ο κεντρώος ήταν αυτός που αντιλαμβανόταν τον ορθό λόγο ως αποκομμένο από τα πάθη, ως ένα στρώμα όπου οι ουτοπικές ιδέες των ακραίων θα καταλάγιαζαν και φιλτραρισμένες πλέον θα έδιναν χώρο στην πρακτική έννοια της πολιτικής, τώρα ο ίδιος ο ορθός λόγος δείχνει να αποτελεί αυτόνομη αξία. Ουσιαστικά πρόκεται για μια αυτοσυνειδητοποίηση του ορθού λόγου και μια εκ νέου αξίωση του ως συνολικό μεγάλο αφήγημα.

Εκ νέου γιατί; Ο Ζακ Ντεριντά στην προβοκατόρικη ανάγνωση τού του μαρξισμού αναφέρει

«…ο αιώνας του ‘μαρξισμού’ θα ήταν ο αιώνας της τεχνικο-επιστημονικής και έμπρακτης αποκέντρωσης της Γης, του γαιο-πολιτικού, του ανθρώπου στην οντο-θεολογική του ταυτότητα ή στις γενετικές του ιδιότητες, του ego cogito – και της έννοιας του ναρκισσισμού του οποίου οι απορίες είναι, ας το πούμε για να συντομεύουμε και να γλιτώνουμε τόσες παραπομπές, το ρητό θέμα της αποδόμησης»[5].

Αυτή η συγκεκριμένη εκδοχή του μαρξισμού, που είναι μια εκδοχή του φαντάσματος του Χέγκελ[6] μέσα στον Μαρξ, επανέρχεται ως φάντασμα στη δική μας εποχή και είναι ίσως ενδεικτικό ότι μετά τον κατακερματισμό της πρώτης περιόδου του μεταμοντερνισμού περνάμε στην προσπάθεια ανέγερσης μιας νέας ιδεολογικής ηγεμονίας. Η αγορά προσπάθησε να κερδοφορήσει πάνω στην ιδεολογική θραυσματοποίηση της πρώτης περιόδου, με την αναγόρευση του ατομικού δικαιώματος στην αυτοέκφραση σε προϊόν. Πλέον, και ενδεχομένως και για γεωπολιτικούς λόγους, χρειάζεται ένα αφήγημα που θα στηρίζει την ιδεολογία της ελεύθερης αγοράς, τοπικά στη Δύση, αλλά και παγκόσμια δε θα διαταράσσει το αφήγημα της προόδου. Η υλική βάση για κάτι τέτοιο είναι η τέταρτη βιομηχανική επανάσταση με τις έξυπνες συσκευές και τον μετανθρωπισμό που αυτές φέρνουν. Και φυσική τάξη που εκπροσωπεί αυτές τις αξίες είναι η τάξη της αεικίνητης ελίτ, την οποία μιμούνται οι ψηφιακοί νομάδες και οι τουρίστες. Διότι σήμερα συντελείται μια μεγαλύτερη και ευρύτερη μετανάστευση, που μας αφορά όλους και την οποία ο Μπάουμαν δεν μπορούσε να γνωρίζει πληρως, αυτή τη φορά προς το ψηφιακό. Στο ψηφιακό και εικονικό θα μπορούμε να είμαστε όλοι ελεύθεροι προς μετακίνηση, αδηφάγοι καταναλωτές ψηφιακών εμπειριών, ασχέτως της φυσικής μας κατάστασης. Ταυτόχρονα θα μπορούμε όλοι να εκφέρουμε την άποψη μας, να ζούμε στη δική μας ψηφιακή φούσκα που μας επιβεβαιώνει συχνότερα από όσο καταρρίπτει τις βεβαιότητες μας. Και θα προσπαθούμε να αποσείσουμε από πάνω μας τον χαρακτηρισμό του ψεκασμένου συνωμοσιολόγου που οι διάφοροι θεράποντες του ορθού λόγου, στη νέα ενδυναμωμένη εκδοχή του, θα προσπαθούν να κολλήσουν στους παράδοξους.

Η συνωμοσιολογία δεν είναι κάτι παραπάνω από μια προσπάθεια να μετρηθούν όλοι οι λόγοι πάνω στον όρθο, ή αυτόν που γίνεται αντιληπτός ως τέτοιος. Με άλλα λόγια πρόκειται για ένα ατυχές και ατελές αίτημα πάνω στην ορθοτητα του λόγου που εκφέρει κάποιος από εμάς, πρόκειται για την κατάδειξη ενός παραδόξου. Το παράδοξο που κρύβεται στο φορμαλισμό του ΓΥΡΙΣΤΕ ΣΠΙΤΙΑ ΣΑΣ χρησιμοποιείται από τον ορθολογιστή κεντρώο ως απόδειξη της μη ορθότητας αυτού του λόγου. Πώς γίνεται –ακροδεξιοί και αριστεροί– να χρησιμοποιούν την ίδια φόρμουλα; Άρα ο λόγος τους δεν είναι ορθός, είναι συνωμοσιολογικός. Όπως όμως υποστηρίζει ο Μπόρις Γκρόυς δεν υπάρχει κανένας λόγος που να μην υποκρύπτει κάποιο παράδοξο, υπάρχει μόνο λόγος που προσπαθεί να το αποκρύψει. Κατά την άποψη του βέβαια ο κομμουνιστικός λόγος είναι αυτός που αποδέχεται το παράδοξο του χαρακτήρα του και ορίζει ο ίδιος ποιο είναι κάθε φορά αυτό, υπερβαίνωντας διαλεκτικά το προηγούμενο. Και σημειώνει:

«Η κομμουνιστική επανάσταση εμπεριέχει το να εκθέσει, να επιβεβαιώσει και να πραγματοποιήσει κανείς την υποψία ότι πίσω από την ψευδαίσθηση της ανοιχτής κοινωνίας υποκρύπτεται μια χειριστική και συνωμοτική δύναμη ευρισκόμενη στο κρυμμένο παράδοξο»[7].

Μια συνωμοσία φαντασμάτων λοιπόν, που το καθένα πασχίζει να γίνει ηγεμονικό. Ο ορθός λόγος της εποχής μας αρχικά αρνήθηκε να αναγνωρίσει το πρόβλημα του υπερτουρισμού και αναγκάζεται να το δει μετά σχεδόν μια δεκαετία, όταν αυτό εμφανίστηκε ως στεγαστική κρίση. Κατά την άρθρωση του, θα γίνει λόγος για μέτρα που πρέπει να παρθούν, σε δημοτικό, εθνικό και πανευρωπαϊκό επίπεδο, για πραγματιστικές λύσεις που θα σέβονται την ατμομηχανή της εθνικής οικονομίας, για τα συγκριτικά πλεονεκτήματα της κάθε χώρας που θα πρέπει να αξιοποιούνται. Δε θα γίνει λόγος για κάποιο κέντρο, για κάποια ιθύνουσα τάξη[8] και για κάποιο διεθνές κεφάλαιο που προωθούν την κινητικότητα καταστατικά, που προάγουν την ψηφιακή μετανάστευση οργανικά, που επιδιώκουν τη σύγχυση των ορίων ανάμεσα στο εικονικό και το πραγματικό, το ψηφιακό και το φυσικό, γιατί αυτή η σύγχυση συντονίζει την κατανάλωση με το κινητικό κεφάλαιο καλύτερα. Το παράδοξο του αριστεροί και δεξιοί να χρησιμοποιούν τη φόρμουλα ΓΥΡΙΣΤΕ ΣΠΙΤΙΑ ΣΑΣ θα μετατρέπεται σε τεκμήριο μη συνοχής στοΝ λόγο τους, σε απόδειξη ανορθολογικότητας. Ενώ ταυτόχρονα αριστερά και δεξιά, και κυρίως η δεύτερη, θα κλείνουν τα μάτια τους στην άλλη κατεύθυνση του παραδόξου, στο άλλο όνομα που μπορεί να μπει επικεφαλής. Προσδοκώντας την επόμενη διαλεκτική αναίρεση (aufhebung), που θα αφήσει πίσω της την πρώτη περίοδο του κατακερματισμένου μεταμοντερνισμού, μπορούμε να σκεφτόμαστε ότι η απάντηση για όλους μας ίσως βρίσκεται στο βίωμα που μας προκαλεί το σπίτι μας.

Ή όπως λέει ο Χάϊντεγκερ:

«Εκτός κι αν ο σύγχρονος άνθρωπος δε θεμελιώσει τον εαυτό του εκ των προτέρων στο χώρο που αρμόζει στην παρ-ουσία[9] του και χτίσει εκεί το σπίτι του, δε θα είναι ικανός για τίποτα ουσιώδες μέσα στη μοίρα που τώρα ασκεί εξουσία»[10]

~.~

[1] Η διαφορά αυτή ασφαλώς είναι κεφαλαιώδης για τα διαφορετικά βιώματα που ο καθένας ζει και σε καμία περίπτωση δε θεωρείται στο παρόν κείμενο ότι οι δύο, κοινωνιολιογικά οριζόμενοι, τύποι βρίσκονται στην ίδια θέση.
[2] Zygmunt Bauman, Globalization: The Human Consequences, (Cambridge; Polity, 1998), 96.
[3] https://www.bbc.com/news/world-africa-68721072
[4] Ταυτόχρον οι ίδιοι που φωνάζουν στις περιοχές υποδοχής πρσφυγικών κυμάτων κερδοσκοπούν συχνά από την κατάσταση, κάνοντας τον πρόσφυγα να φαίνεται ως τουρίστας πάνω στον οποίο η ψεύτική ευγένεια, που υπάρχει στην τουριστική βιομηχανία, μετατρέπεται σε στυγνή και κακόβουλη εκμετάλλευση.
[5] Ζακ Ντεριντά, Φαντάσματα του Μαρξ: Το Κράτος του χρέους, η διεργασία του πένθους και η νέα Διεθνής, μετάφραση Κωστή Παπαγιώργη, (Αθήνα: Εκκρεμές, 1995), 127.
[6] Στην χαϊντεγκεριαννή παράδοση που ασπάζεται συχνά κι ο Ντεριντά (κι όχι μόνο στο συγκεκριμένο βιβλίο) ο Χέγκελ είναι το αποκορύφωμα της οντο-θεολογίας.
[7] Boris Groys, The Communist Postscript, (London: Verso, 2009), 29.
[8] Στην οποία κανείς δεν πρέπει μόνο να εντάξει το λεγόμενο τεχνολογικό κεφάλαιο, αλλά και τους μεγιστάνες του πετρελαίου και του κτηματομεσιτικού τομέα, που κερδίζουν απο μετακινήσεις και διαμονές.
[9] Όπως τονίζουν και ο μεταφραστής στα αγγλικά του Χάϊντεγκερ, ο γερμανικός όρος Wesen, άλλοτε μεταφράζεται παραδοσιακά ως essence (ουσία) κι άλλοτε ως coming to presence. Στη δεύτερη αυτή περίπτωση μεταφράζω ως παρ-ουσία. Στο Martin Heidegger, The Question concerning Technology and other essays, translated by William Lovitt, (New York; Garland, 1977), 36.
[10] Ό.π. σελ 39-40.
*

*

*