Η «πρωτόγονη» ποίηση

*

τοῦ ΓΙΩΡΓΗ ΜΑΝΟΥΣΑΚΗ

Ἐπιλογὴ ‒ Ἐπιμέλεια Ἀγγελικὴ Καραθανάση

Κάποτε τοὺς ὀνομάζαμε «ἄγριους» καὶ περιφρονούσαμε κάθε τὶ δικό τους. Τώρα τοὺς λέμε μόνο «πρωτόγονους»[1] κι ἡ λέξη ἔχει χάσει τὸ μεγαλύτερο μέρος ἀπὸ τὴν ὑποτιμητική της σημασία. Γεμίζομε τὰ μουσεῖα μας μὲ τὶς τελετουργικές τους μάσκες, τὰ ὅπλα, τὰ γλυπτά τους, καταγράφομε κι ἠχογραφοῦμε τὰ τραγούδια τους, ἀποτυπώνομε σὲ ταινίες τοὺς χορούς τους κι ἀνακαλύπτομε, ὄχι σπάνια, πὼς μᾶς συγκινοῦνε πιὸ πολὺ ἀπ’ ὅ,τι τὸ ἔργο κάποιου χτεσινοῦ ἀκόμη ποιητῆ ἢ ζωγράφου πού ’ζησε καὶ δημιούργησε ἀνάμεσά μας. Μ’ ὅλη τὴν τεράστια ἀπόσταση, τοπικὴ ἴσως καὶ χρονική, τὶς διαφορὲς στὸν πολιτισμό, στὴν κοινωνικὴ ὀργάνωση, στὴ θρησκεία, στὴ νοοτροπία ποὺ μᾶς χωρίζουν ἀπὸ τὸν ἀνώνυμο γλύπτη τῆς Ὠκεανίας ἢ τὸν ἄγνωστο ποιητὴ τῆς Δυτικῆς Ἀφρικῆς, τὸ ξόανο τοῦ πρώτου καὶ τὸ τραγούδι τοῦ δεύτερου συχνὰ φτάνουν ὁλόισια στὴν καρδιά μας.

Ὁ ὅρος «πρωτόγονος», ὅταν ἀναφέρεται στὴν Τέχνη, σχεδὸν χάνει τὸ νόημά του. Γιὰ τὴν ἐπιστήμη ἔχει πρωταρχικὴ σημασία τὸ ἐπίπεδο τοῦ πολιτισμοῦ κι ἡ μόρφωση ἐκείνου ποὺ θ’ ἀσχοληθεῖ μαζί της. Ὁ ἐπιστήμονας πρέπει νά ’ναι κάτοχος ὅλου τοῦ ὄγκου τῆς γνώσης πού ’χει μαζευτεῖ ὣς τὴν ἐποχή του καὶ ποὺ ἐξακολουθεῖ νὰ μαζεύεται κάθε μέρα. Γιὰ τὴν Τέχνη δὲν εἶναι τὸ ἴδιο. Ἡ καλλιτεχνικὴ δημιουργία ἔχει τὴν πηγή της στὸ συναίστημα ποὺ ἀπὸ τὴ φύση του εἶν’ ἄλογο. Ἡ μόρφωση κι ἡ πνευματικὴ καλλιέργεια τοῦ καλλιτέχνη μπορεῖ νὰ συντελοῦνε στὸ νὰ γίνει τέλεια ἡ μορφὴ τοῦ ἔργου τῆς Τέχνης ἢ νὰ τὸ πλουτίζουνε μὲ βαθύτερες ἀνησυχίες καὶ προβλήματα, μὰ δὲν εἶναι πάντα ἀπαραίτητες. Ἀρκοῦν οἱ ἁπλὲς ἐμπειρίες τῆς ζωῆς. Ὅταν αὐτὲς ἀγγίξουνε τὶς συναιστηματικὲς χορδὲς κάποιου πού, ἐξὸν ἀπὸ τὴν εὐαιστησία, θά ’χει καὶ τὸ χάρισμα νὰ βλέπει τὸν κόσμο μέσ’ ἀπὸ τὸ κρύσταλλο τῆς ὀμορφιᾶς, θὰ γεννηθεῖ τὸ ποίημα τοῦ λόγου ἢ τῆς ὕλης.

Στὴν ἱστορία τοῦ ἀνθρώπου ἡ Τέχνη ἔρχεται πρὶν ἀπὸ τὰ κατορθώματα τοῦ νοῦ. Οἱ μακρινοὶ πρόγονοί μας δὲν εἴχανε μάθει νὰ τρυποῦνε καὶ νὰ πελεκοῦνε τὴν πέτρα κι ὅμως γεμίζανε μὲ ζωγραφιὲς τὶς σπηλιὲς ὅπου κατοικούσανε. Τὸ μυαλό τους ἦταν ἀκόμη βαρύ, «ἕνα κουβάρι σκοτεινὸ» ποὺ δὲν εἶχε ἀρχίσει νὰ ξετυλίγεται. Μέσα τους ὅμως ἀναβόσβηναν οἱ ἀστραπὲς τοῦ τρόμου καὶ τῆς χαρᾶς, σηκώνουνταν τὰ κύματα τοῦ μίσους καὶ τοῦ ἔρωτα. Τὰ μάτια τους ἀνακαλύπτανε κιόλας πὼς κάποιες γραμμὲς εἶναι πιὸ ἁπαλὲς ἀπὸ τὶς ἄλλες, κάποια χρώματα πιὸ ταιριαστὰ στὸ συνδυασμό τους· τ’ αὐτιά τους ξεχώριζαν ἤχους ποὺ χύνανε στὴν ψυχή τους μιὰ ἀνείπωτη γλύκα. Βρήκανε πὼς ὁ φόβος τους μπροστὰ στὰ γιγάντια θηρία μποροῦσε νὰ χαραχτεῖ στὴν πέτρα σὰν ἕνα τριχωρὸ μαμούθ, πὼς ἡ χαρὰ κι ἡ περηφάνεια τους γιὰ τὸ θήραμα ποὺ σκοτώσανε μὲ τὰ ἴδια τους τὰ χέρια μποροῦσε ν’ ἀποτυπωθεῖ στὸ τοίχωμα τῆς σπηλιᾶς μὲ τὴ μορφὴ ἑνὸς ταράνδου ποὺ τρέχει. Ἡ ἐρωτικὴ λαχτάρα ἔγινε ρυθμικὴ κίνηση τοῦ κορμιοῦ, κι ἡ εὐμένεια τῶν πνευμάτων ἐξασφαλίστηκε μ’ ἕνα πλῆθος ὕμνους κι ἱκεσίες.

Σ’ ὅλους τοὺς καιροὺς καὶ σ’ ὅλα τὰ γεωγραφικὰ πλάτη τὰ συναιστήματα τῶν ἀνθρώπων ἤτανε κι εἶναι τὰ ἴδια. Γι’ αὐτό, ὅταν ἡ πηγὴ ἀπ’ ὅπου ἀνάβλυσε τὸ ἔργο τῆς Τέχνης εἶναι γνήσια κι ἀθόλωτη, αὐτὸ μᾶς συγκινεῖ, ἀδιάφορο ἀπὸ ποιά χέρια βγῆκε ἢ σὲ ποιά γλώσσα πρωτοειπώθηκε.

Ὁ ἔρωτας, ἡ γύρω φύση, ἡ ἀγάπη τῶν γονιῶν στὰ παιδιά τους, ὁ θάνατος, ὁ πόλεμος, ἡ δημιουργία τοῦ κόσμου, ἡ μοίρα τοῦ ἀνθρώπου, οἱ θεοὶ εἶναι τὰ θέματα τῶν τραγουδιῶν ἐκείνων ποὺ συνηθίσαμε νὰ τοὺς λέμε «πρωτόγονους». Ποιός μπορεῖ νὰ πεῖ πὼς ἔχουνε χάσει τὴν ἐπικαιρότητά τους γιὰ μᾶς τοὺς «πολιτισμένους»; Παραθέτω ἐδῶ ἕνα ἐρωτικὸ τραγούδι τῶν Καλμούχων τῆς Μογγολίας, ὅπως τὸ μετάφρασε ὁ Ἄρης Δικταίος:[2]

                 Χιτῶνα ἀπὸ κίτρινα λουλούδια
                 στὸ φεγγαρόφως ἔπλεξα γιὰ σένα.
                 Ἂν πίστευα πὼς θὰ μὲ παρατοῦσες
                 στὸ ρυάκι θὰ τὸν ἔσκιζα φύλλο τὸ φύλλο.
 
                 Χιτῶνα ἀπὸ τοῦ δάσους τὴ λειχήνα
                 στὴ σκιὰ τῶν δέντρων ἔπλεξα γιὰ σένα.
                 Ἂν πίστευα πὼς θὰ μὲ παρατοῦσες
                 στοὺς τέσσερεις θὰ τὸν σκόρπιζα ἀνέμους.
 
                 Ὁ ἀνεμοστρόβιλος στὰ βάραθρα μέσα,
                 τοῦ Σιντιρύα τὰ βράχια οὐδὲ σαλεύει.
                 Οἱ ἀδάμαστοι, αὐστηροὶ θεοί, ν’ ἀλλάξουν
                 τὴν ἐρωτευμένη, δὲν δύνονται καρδιά μου.
 
                 Τὰ νερὰ τῆς βροχῆς καὶ τῆς πλημμύρας
                 τοῦ Σιντιρύα τὴν πηγὴ δὲν ταράζουν.
                 Οἱ ἄνθρωποι, οἱ μέρες ποὺ περνοῦνε
                 νὰ θαμπώσουν, δὲ δύνονται, τὸν ἔρωτά μου.

Δὲν εἶναι μόνο τὸ θέμα ποὺ βρίσκεται τόσο κοντὰ στὴν καρδιά μας. Εἶναι προπάντων ὁ ἀριστουργηματικὸς τρόπος μὲ τὸν ὁποῖο ὀ ἀνώνυμος μακρινὸς ποιητὴς ἐκφράζει τὸ αἴστημά του. Ἡ ἀληθινὰ πολιτισμένη λεπτότητα, τὸ συγκρατημένο πάθος, τὸ αὐστηρὰ καθορισμένο σχέδιο τοῦ ποιήματος.

Οἱ ἰθαγενεῖς τῆς Ἰνδονησίας χύνουνε τοὺς ἐρωτικοὺς καϋμούς τους σὲ μικρὰ τετράστιχα, τὰ «παντοὺν» πού ’χουνε συχνὰ τὴν ἐπιγραμματικότητα καὶ τὴν τρυφερότητα τῶν δικών μας λαϊκῶν δίστιχων. Εἶναι καθαρὰ ἀποστάγματα ποίησης:

                 Τὸ πουλί, ποὺ ὡς ἀστραπὴ πετᾶ, ἀπὸ ποῦ ’ρθε;
                 Ἀπ’ τὰ ὕψη τ’ οὐρανοῦ χυμᾶ στὸν ὀρυζῶνα.
                 Ὁ ἔρωτας ἀπὸ ποῦ ἔρχεται; Ὁ πόθος μου πόθε;
                 Ἄχ, τὸ φῶς τῶν ματιῶν σου στὴν  καρδιά μου ἐχύθη.

Ἢ ἕν’ ἄλλο:

                 Χιλιάδες πετοῦνε τὰ πιτσούνια,
                 ἕνα μόνο στὸ φράχτη μου κουρνιάζει.
                 Θά ’θελα στὸ ἀκροδάχτυλό σου νὰ πεθάνω,
                 καὶ στὴ φούχτα σου μέσα νὰ βρῶ τάφο.[3]
 
Δύσκολα μποροῦμε νὰ φανταστοῦμε ἰδανικότερη ποιητικὴ ἔκφραση τοῦ ἐρωτικοῦ αἰστήματος.

Ἡ μεταφυσικὴ ἀνησυχία δὲν εἶναι κάτι τὸ ἄγνωστο στὸν «πρωτόγονο» ἄνθρωπο. Ὁ θάνατος  στάθηκε μιὰ ἀπ’ τὶς πρῶτες ἐμπειρίες του. Πολὺ νωρὶς εἶδε νὰ γέρνουνε στὴ γῆ γιὰ νὰ μὴν ξανασηκωθοῦνε πρόσωπα ποὺ ζούσανε γύρω του καὶ διαπίστωσε καὶ τὴ δική του προσκαιρότητα. Τὰ τραγούδια του γύρω ἀπὸ τὸ θάνατο δὲν ἔχουνε βέβαια τὸ συγκλονιστικὸ βάθος τῶν ποιημάτων, ἂς ποῦμε τοῦ Ρίλκε, μ’ ὅλο τοῦτο δὲν εἶναι λιγότερο ἀληθινὰ μὲ τὸ ἁπλοϊκὸ δέος τους. Νά ἕνα τραγούδι τῆς Ἀνατολικῆς Ἀφρικῆς:

                 Ὅταν ὁ Θεὸς μαστόρευε τοὺς σκοτεινούς, ἀρχαίους χρόνους,
                 δημιούργησε τὸν ἥλιο,
                 κι ὁ ἥλιος βγαίνει καὶ χάνεται, μὰ πάλι γυρίζει.
                 Δημιούργησε τὸ φεγγάρι,
                 καὶ τὸ φεγγάρι βγαίνει καὶ χάνεται, μὰ πάλι γυρίζει.
                 Δημιούργησε τὸν ἄνθρωπο,
                 κι ὁ ἄνθρωπος βγαίνει καὶ χάνεται, μὰ ποτὲ δὲ γυρίζει.[4]

Σ’ ἕναν «ὕμνο» τῶν νησιῶν Φίτζι [στὴν Ὠκεανία] τὰ πνεύματα τῶν νεκρῶν μιλοῦνε στοὺς θεούς:

                 Ὦ θεοί, πόσο φριχτὰ εἴμαστε θαμμένοι,
                 θαμμένοι μὲ ἀλύγιστο, πετρωμένο πρόσωπο,
                 κατὰ τὸν οὐρανὸ γυρισμένο καὶ στὸν οὐρανὸ
                 τὰ σύννεφα τῆς βροχῆς νὰ περνοῦν θωροῦμε
                 καὶ τ’ ἄσωτα πόδια ἄσωτα ὁλοένα μᾶς χτυποῦνε
                 καὶ μᾶς πιέζουν καὶ πιὸ βαθιὰ μᾶς σπρώχνουν.[5]

Κι ὁ θρῆνος τῶν νεκρῶν συνεχίζεται μὲ μιὰ περιγραφή, ὅλο δύναμη καὶ ρεαλισμό, τῆς διάλυσης καὶ τῆς ἀποσύνθεσης τοῦ ἀνθρώπινου κορμιοῦ μέσα στὸ χῶμα καὶ μὲ τὴ γεμάτη πόνο θύμηση κάθε χαρᾶς τῆς ζωῆς.

Ἡ φύση, βέβαια, γιὰ τὸν κάτοικο τοῦ τροπικοῦ δάσους ἢ τῆς ἄσπρης ἀπεραντοσύνης τοῦ πόλου δὲν εἶναι μόνον τὸ περιβάλλον ὅπου μέσα του ζεῖ. Εἶναι μιὰ φωλιὰ πνευμάτων καλῶν καὶ κακῶν. Ἔτσι τὰ τραγούδια ποὺ μιλοῦνε γιὰ τὴ φύση εἶναι στὴν πραγματικότητα θρησκευτικὰ τραγούδια, ὕμνοι κι εὐχαριστίες τῶν καλῶν πνευμάτων καὶ ξορκισμοὶ τῶν κακῶν. Ὅμως τί λεπτότατης ὑφῆς ποίηση κλείνουνε πολλὲς φορές!

                 Τ’ Ἀστέρια εἴμαστε μεῖς ποὺ τραγουδοῦν·
                 τραγούδι μας εἶναι τὸ φῶς μας·
                 τὰ πυροπούλια εἴμαστε ἐμεῖς:
                 πάνω ἀπὸ τὸν οὐρανὸ πετοῦμε.
                 Μιὰ φωνή ’ναι τὸ φῶς μας.
                 Γιὰ τὰ πνεύματα ἀνοίγομε δρόμο,
                 τὰ πνεύματα νὰ τὸν περπατήσουν.[6]
 
Εἶν’ ἕνα κομμάτι ἀπὸ τὸ «Τραγούδι τῶν ἄστρων» τῶν Ἀλγκονκὶν[7] τῆς Β. Ἀμερικῆς. Ἀμέσως ἀπὸ τὸν πρῶτο στίχο φαίνεται πὼς ὁ στιχουργός του ἔχει μιὰ γνήσια ποιητικὴ ὅραση. Τὴν ἴδια ἐντύπωση μᾶς ἀφήνει κι ἕνα ἄλλο ἰνδιάνικο τραγούδι:

                 Ἡ Φωνὴ ποὺ τὴ γῆν ὀμορφαίνει!
                 Ἡ φωνὴ ἐκεῖ ψηλά,
                 τοῦ κεραυνοῦ ἡ φωνή,
                 μέσα ἀπ’ τὰ σκοτεινὰ σύννεφα
                 ἀντιλαλεῖ πάλι καὶ πάλι
                 ἡ φωνὴ ποὺ τὴ γῆν ὀμορφαίνει!
 
                 Ἡ Φωνὴ ποὺ τὴ γῆν ὀμορφαίνει!
                 Ἡ φωνὴ ἐδῶ κάτω,
                 τῆς ἀκρίδας ἡ φωνή,
                 μέσα ἀπὸ λουλούδια καὶ χόρτα
                 ἀντιλαλεῖ πάλι καὶ πάλι
                 Ἡ φωνὴ ποὺ τὴ γῆν ὀμορφαίνει![8]
 
Ὁ καιρὸς ποὺ πιστεύαμε πὼς ἡ μοναδικὴ μητέρα τῆς Τέχνης εἶν’ ἡ Εὐρώπη κι οἱ χῶρες οἱ γύρω ἀπὸ τὴ Μεσόγειο καὶ ὅπου, μὲ κάποια συγκατάβαση, προσθέταμε καὶ τὴν Κίνα, τὴν Ἰαπωνία καὶ τὶς Ἰνδίες πέρασε. Κι ὅμως δὲν εἶναι μικρὴ ἡ ἔκπληξή μας, ὅταν βρισκόμαστε μπροστὰ σὲ δημιουργήματα σὰν τὰ παραπάνω. Ἐξακολουθοῦμε νὰ μὴ μποροῦμε νὰ νιώσουμε πῶς εἶναι δυνατὸ νὰ ὑπάρχει τέτοια εὐαιστησία καὶ τέτοια καλλιτεχνικὴ συγκίνηση στὴν ψυχὴ ἑνὸς κυνηγοῦ κεφαλῶν. Ξεχνοῦμε πὼς ἡ αἴστηση τῆς ὀμορφιᾶς γεννιέται στὸν ἄνθρωπο σχεδὸν μαζὶ μὲ τὴ συνείδηση τῆς ὕπαρξής του. Κι ἀκόμη πὼς κι ὁ κυνηγὸς τῶν κεφαλῶν ἔχει πίσω του, ὅπως λέει ὁ Λεβὺ–Μπρύλ,[9]  κάμποσες χιλιετηρίδες πολιτισμοῦ, ἀδιάφορο ἂν αὐτὸς ὁ πολιτισμὸς ἔμεινε στάσιμος.

~.~
ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ ΤΗΣ ΕΠΙΜΕΛΗΤΡΙΑΣ
Πρώτη δημοσίευση τῆς ἐπιφυλλίδας: Κῆρυξ Χανίων 3.6.1962.
[1] Βλ. στὸ Ἄρης Δικταῖος, Ἀνθολογία Παγκοσμίου Ποιήσεως, 2.500 π.Χ. ‒1960. Ἐκδ. Φέξης, 1960, σ. 39: 1. «Ὁ προφορικὸς λόγος. Α΄ Ἀπὸ τὴ μαγεία στὴν ποίηση», ὅπου σχετικὴ ἀναφορὰ τοῦ Λεβύ‒ Μπρὺλ Λυσιέν (Lucien Lévy-Bruhl: Γάλλος κοινωνιολόγος 1857‒1939).
[2] Τίτλος τοῦ τραγουδιοῦ: «Σιντιρύα», ὅπου στὴ σημ. 2, σ. 75.
[3] Τὰ τετράστιχα ἀρ. 5 καὶ 9, ὅπου στὴ σημ. 2, σ. 80.
[4] Τὸ ποίημα ἔχει τίτλο: «Γιὰ τὴν προσκαιρότητα τοῦ ἀνθρώπου», ὅπου στὴ σημ. 2, σ. 52.
[5] Ἡ πρώτη στροφὴ ἀπὸ τὸ ποίημα «Ὕμνος τῶν πνευμάτων τῶν νεκρῶν μπροστὰ στοὺς Θεούς», ὅπου στὴ σημ. 2, σ. 65.
[6] Ἡ πρώτη στροφὴ ἀπὸ «Τὸ τραγούδι τῶν ἄστρων», ὅπου στὴ σημ. 2, σ. 89.
[7] Οἱ  Ἀλγκονκὶν ἦταν ἰθαγενεῖς τῆς περιοχῆς τοῦ Καναδᾶ.
[8] «Ἡ δυνατὴ φωνή», τραγούδι τῶν Νάβαχο (Ἰθαγενῶν τῆς περιοχῆς τῶν νοτιοδυτικῶν ΗΠΑ), ὅπου στὴ σημ. 2, σ. 91.
[9] Βλ. σημ. 2.

*

*

*