Tο ημερολόγιο της Λουντμίλας

*

M A R G I N A L I A
γράφει ο Γιώργος Πινακούλας

Βρισκόμαστε στις αρχές της δεκαετίας του 1950. Ο απόστρατος στρατιωτικός Λουντμίλος ζει μια ήσυχη ζωή σε μια παραθαλάσσια γαλλική πολίχνη, στην Ετρετά της Νορμανδίας. Ο ανέφελος βίος του όμως θα διακοπεί απότομα, όταν θα προσκληθεί στην ανάγνωση της διαθήκης της πρώην συζύγου του Λουντμίλας, που είχε πεθάνει λίγες μέρες νωρίτερα. Όπως αποδεικνύεται, η Λουντμίλα του κληροδότησε το σπίτι της στη Ρουέν, εκείνο το ίδιο σπίτι στο οποίο είχαν ζήσει τον έρωτά τους πολλά χρόνια πριν. Εκεί, ανάμεσα στα βιβλία της, ο Λουντμίλος θ’ ανακαλύψει το ημερολόγιό της, όπως θ’ ανακαλύψει και τον πόνο που της προκάλεσε. Διαβάζοντας το ημερολόγιο, ξαναζεί, μέσα απ’ τα μάτια της Λουντμίλας, τον έρωτά τους, αλλά και τις μάταιες προσπάθειές της να τον ξεπεράσει στα χρόνια που ακολούθησαν. Πάνω στις οδυνηρές αναμνήσεις της Λουντμίλας χτίζεται το υπέροχο μυθιστόρημα Οι αλεπούδες του Περ-Λασαίζ της Ρένας Λούνα.

Η αγγελία του θανάτου της πρώην γυναίκας του θα επηρεάσει βαθιά τον Λουντμίλο. Καθώς συνειδητοποιεί πως δε θα ξανασμίξουν, κι ας είχαν ήδη χρόνια να ιδωθούν, συντρίβεται, κι ας μην τολμά να το παραδεχτεί ούτε στον εαυτό του. Το παλιό τραύμα ξανανοίγει και ο Λουντμίλος βυθίζεται σ’ ένα σκοτεινό όραμα:

Ο εφιάλτης του συνεχίστηκε, βαθιά μέσα στην ψυχή του, με αλλόκοτες εικόνες. Ήταν, λέει, καπετάνιος σε μια μικρή αυτοσχέδια βάρκα και έκανε κουπί μετά μανίας· τα χέρια του είχαν μουδιάσει, αλλά έσπρωχνε και έσπρωχνε, όμως η βάρκα δεν κουνιόταν. Πλάκωσε δυνατή βροχή με φουρτούνα και ο ίδιος, καταραμένος από τα Θεία, ήταν καρφωμένος στο μάτι του τυφώνα. Η αγωνία χτυπούσε τη φοβισμένη του ύπαρξη, ώσπου ένα γιγάντιο θαλάσσιο πλάσμα, που μέχρι τώρα κοιμόταν στα απύθμενα βάθη του ωκεανού, ήρθε στην επιφάνεια για να τον καταστρέψει. Μπορούσε να ακούσει έναν απόκοσμο ήχο να τραντάζει συθέμελα ολόκληρο τον κόσμο, ενώ τα παρακαλετά του φτωχού Λουντμίλου δεν εισακούγονταν, αντιθέτως, σαν να όξυναν την κατάσταση. Τότε, όλα ησύχασαν μεμιάς. Βλέπει τη Λουντμίλα να του χαμογελάει διστακτικά, όπως κάνεις όταν έχεις να δεις πολλά χρόνια κάποιον αγαπημένο, λες και δεν ήξερε πώς να φερθεί μπροστά του.[1]

Το βασικό εύρημα του μυθιστορήματος και η μεγάλη αρετή του είναι το ημερολόγιο της Λουντμίλας. Ακολουθώντας την παράδοση της εξομολογητικής λογοτεχνίας, η Λούνα εξερευνά τις άπειρες μυθοπλαστικές δυνατότητες της μνημονικής λειτουργίας. Στα βήματα των δασκάλων του μοντερνισμού, η συγγραφέας βουτά βαθιά στο πηγάδι των αναμνήσεων και ανασύρει από εκεί λαμπερά πετράδια και πολύτιμους λίθους.

Στο ημερολόγιό της, η Λουντμίλα ξύνει ξανά και ξανά την πληγή που της άφησε η σχέση της με τον Λουντμίλο. Κρατά σκόπιμα ανοιχτό το τραύμα, κι ας είναι ούτως ή άλλως αδύνατον να κλείσει. Προσπαθεί μάταια να ξεπεράσει τον πόνο που της προκάλεσε ένας έρωτας που παρέμεινε απ’ την πλευρά της παντοτινός.

Τόσα όμορφα σημεία στίξης που υπήρχαν, κι εκείνος ήξερε μόνο την τελεία, λες και το μόνο που ήξερε πια να κάνει είναι να με εγκαταλείπει. Σεργιάνιζα ξανά στους δρόμους δίπλα του, συγχρονίζοντας το βήμα μου με το δικό του· ήθελα να του ενισχύσω την αίσθηση πως πλαστήκαμε αρμονικά από κάποιον Θεό, ο ένας για τον άλλον. Θα τα δεχόμουν όλα: θα ξάπλωνα στην προκρούστεια κλίνη και θα έκοβα και τις φτέρνες μου για να αποκτήσω το ιδανικό ύψος για εκείνον. Τώρα χαμογελούσε κρυπτικά ενώ εγώ ήμουν θανάσιμα άρρωστη με φαντασιώσεις που τον ήθελαν να με φιλάει παθιασμένα, έτσι χωρίς άλλες εξηγήσεις και αμετροέπειες.[2]

*  *  *

 

Από το Δεκέμβριο του 2011 ως το Μάιο του 2012 συνεχόμενες πολυπληθείς διαδηλώσεις συγκλόνισαν τη Μόσχα. Ήταν οι μαζικότερες διαδηλώσεις από τις αρχές της δεκαετίας του 1990. Είκοσι χρόνια είχαν να κατέβουν οι Ρώσοι στους δρόμους σε τόσο μεγάλους αριθμούς. Σε κάποιες συγκεντρώσεις οι διαδηλωτές ξεπέρασαν τις εκατό χιλιάδες. Οι διαδηλώσεις μάλιστα είχαν οργανωθεί από το σύνολο της αντιπολίτευσης, συστημικής κι εξωσυστημικής. Οι διαδηλωτές ζητούσαν ό,τι και είκοσι χρόνια νωρίτερα: ελεύθερες και δίκαιες εκλογές.

Απ’ ό,τι φαίνεται, ο Βλαντίμιρ Πούτιν τρομοκρατήθηκε. Είχε δει τη Σοβιετική Ένωση, το δεύτερο ισχυρότερο κράτος του πλανήτη, να καταρρέει εν μέσω διαδηλώσεων, οι οποίες συνεχίστηκαν αμείωτες από τις αρχές του 1990 μέχρι και τον Οκτώβριο του 1993, όταν βομβαρδίστηκε το κοινοβούλιο και η χώρα έφτασε στα πρόθυρα του εμφυλίου πολέμου. Ο φόβος του, πιθανόν ρεαλιστικός, ήταν πως το σενάριο θα επαναληφθεί. Έπρεπε λοιπόν ν’ αντιδράσει. Και αντέδρασε με τον μόνο τρόπο με τον οποίο ξέρει ν’ αντιδρά ένας αυταρχικός γραφειοκράτης, με τον μόνο τρόπο που ξέρουν ν’ αντιδρούν στη Ρωσία οι διάδοχοι του Στάλιν: με σκληρή, και μάλιστα προληπτική και εκφοβιστική, καταστολή.

Φυσικοί ηγέτες της αντιπολίτευσης που αναδύθηκαν από τις διαδηλώσεις, οι άνθρωποι που απειλούσαν πιο άμεσα την εξουσία του Πούτιν, ήταν ο Μπορίς Νεμτσόφ και ο Αλεξέι Ναβάλνι. Ο Πούτιν αποφάσισε πως πρέπει να περιοριστούν μέχρι εξοντώσεως. Ο πρώτος δολοφονήθηκε τρία χρόνια αργότερα, στις 27 Φεβρουαρίου 2015. Ο δεύτερος υποβλήθηκε σε μια ατελείωτη σειρά δικών και φυλακίσεων. Το 2018 του απαγορεύτηκε να συμμετάσχει στις εκλογές ως υποψήφιος πρόεδρος. Το 2020 ελήφθη η απόφαση –πιθανόν από τον ίδιο τον Πούτιν και σε κάθε περίπτωση με την έγκρισή του– να δηλητηριαστεί. Κατάφερε, παρ’ όλα αυτά, να επιβιώσει νοσηλευόμενος στη Γερμανία. Επέστρεψε αμέσως μόλις ανέρρωσε, οπότε και συνελήφθη αμέσως και καταδικάστηκε σε πολυετή κάθειρξη. Ο Πούτιν δεν άντεχε να τον βλέπει καν να κυκλοφορεί ελεύθερος σε ρωσικό έδαφος.

Παρά την κακομεταχείριση και τα βασανιστήρια, ο Ναβάλνι δε λύγισε. Συνέχιζε μέχρι και την τελευταία μέρα πριν πεθάνει να καλεί τους Ρώσους ν’ αντισταθούν στον όλο και πιο αποχαλινωμένο τύραννο. Πέθανε στη φυλακή στις 16 Φεβρουαρίου 2024, δολοφονημένος άμεσα ή έμμεσα, συνεπεία των κακουχιών και βασανιστηρίων. Ο τρόμος του Πούτιν για τον πολιτικό του ανταγωνιστή ήταν τόσο μεγάλος, που κατάφερε για πρώτη και μοναδική μέχρι τώρα φορά ν’ αρθρώσει το όνομά του δημόσια μόνο στις 17 Μαρτίου 2024. Έπρεπε δηλαδή να πεθάνει και να ταφεί ο αδάμαστος πολιτικός του αντίπαλος, έπρεπε να «κερδίσει» στις εκλογές ο ίδιος και ν’ ανακοινώσει τη νίκη του, προτού μπορέσει να ψελλίσει το όνομα Ναβάλνι.

Για ατρόμητους ανθρώπους όπως ο Ναβάλνι, τα έχει πει επιγραμματικά και καίρια ο Καβάφης προ πολλού:

Τιμή σ’ εκείνους όπου στην ζωή των
όρισαν και φυλάγουν Θερμοπύλες.
[…]
πάντοτε την αλήθεια ομιλούντες,
πλην χωρίς μίσος για τους ψευδομένους.
 
Και περισσότερη τιμή τούς πρέπει
όταν προβλέπουν (και πολλοί προβλέπουν)
πως ο Εφιάλτης θα φανεί στο τέλος,
κι οι Μήδοι επιτέλους θα διαβούνε.

*  *  *

 

Το ρωσικό πολιτικό σύστημα επέστρεψε στην κατάσταση που βρισκόταν κατά τις δεκαετίες του 1970 και του 1980. Μετά από ένα διάστημα είκοσι περίπου ετών, κατά το οποίο έγινε μεγάλη προσπάθεια εκδημοκρατισμού και φιλελευθεροποίησης, οι μεταρρυθμίσεις σταμάτησαν. Τώρα το πολιτικό σύστημα ξανάγινε, στην ουσία, μονοκομματικό. Και ταυτόχρονα επέστρεψαν οι μαζικές φυλακίσεις αντιφρονούντων και οι πολιτικές δολοφονίες. Μαζί με αυτά επιστρέφουν σιγά σιγά και τα υπόλοιπα παρακμιακά στοιχεία των τελευταίων ετών της σοβιετικής ζωής: γεροντοκρατία, οικονομική στασιμότητα κ.λπ. Θα μπορέσει άραγε το πουτινικό καθεστώς ν’ αποφύγει τη μοίρα της Σοβιετικής Ένωσης;

 


[1] Ρένα Λούνα, Οι αλεπούδες του Περ-Λασαίζ, Μωβ Σκίουρος, Αθήνα 2023, σελ. 69.
[2] Ό.π., σελ. 212.

*

*

*