-> Από πού να ξεκινήσω; #4 Κώστας Βάρναλης

*

Νιώθουμε συχνά την επιθυμία να ασχοληθούμε σε βάθος με ποιητές, πεζογράφους, καλλιτεχνικά κινήματα και σχολές. Ωστόσο μας δυσκολεύει πολλές φορές ο όγκος τους, η διαφορά του ύφους τους ανά περιόδους και χρονικές φάσεις, καθώς και ο φόβος μιας εσφαλμένης πρώτης εντύπωσης που θα μας αποθαρρύνει. Στο πνεύμα αντίστοιχων εκλαϊκευτικών και βοηθητικών άρθρων για συγγραφείς, σκηνοθέτες, μουσικούς κ.ο.κ., που αφθονούν σε ιστότοπους του εξωτερικού, ο Θάνος Γιαννούδης επιδιώκει να σκιαγραφήσει έναν οδικό χάρτη ανάγνωσης του νεοελληνικού ποιητικού τοπίου. Έναν χάρτη σε καμία περίπτωση πατερναλιστικό, παρά περισσότερο βοηθητικό για τον νέο, καλοπροαίρετο και –κυρίως– απροκατάληπτο αναγνώστη.

~.~

ΚΩΣΤΑΣ ΒΑΡΝΑΛΗΣ
1884-1974

-> Από πού να ξεκινήσω;

Αναμφίβολα η πλέον αντιπροσωπευτική είσοδος στον ποιητικό (κι όχι μόνο) κόσμο του Κώστα Βάρναλη θα ήταν η από κοινού ανάγνωση των ποιητικών συνθέσεων Το φως που καίει και Σκλάβοι Πολιορκημένοι. Στα δύο αυτά έργα που αλληλεπιδρούν απόλυτα μεταξύ τους ο αναγνώστης θα συναντήσει έναν ποιητή ώριμο ηλικιακά, αρτιότατο μορφικά, τεχνικά κι αισθητικά και απόλυτα κατασταλαγμένο ιδεολογικά, έπειτα από τη μύησή του στις μαρξιστικές και σοσιαλιστικές ιδέες. Εδώ μπορεί κανείς να συναντήσει ποιήματα που μελοποιήθηκαν και τραγουδιούνται έκτοτε αδιάλειπτα (κυρίως από τον αριστερό ιδεολογικό χώρο), στίχους που αποκόπηκαν από τα συμφραζόμενά τους και λειτουργούν πλέον ως αυτόνομα γνωμικά, ενώ παράλληλα θα είναι σε θέση να ανιχνεύσει βασικούς άξονες που διατρέχουν όλο το πρότερο και κατοπινό έργο του Βάρναλη: από το ενδιαφέρον για μια νέα ματιά στην αρχαιότητα και το διαρκή διάλογό του με τη μεταφυσική μέχρι το αιχμηρό συγκαιρινό κοινωνικό σχόλιο και την καυστικότατη σατιρική του φλέβα. Η μελέτη μόνο μίας εκ των δύο συλλογών αφήνει αυτή την εντύπωση μάλλον ημιτελή, έτσι προτείνουμε συνειδητά τη συνεξέτασή τους ως ενός έργου κοινού και αδιαίρετου.

->Τι να διαβάσω στη συνέχεια;

Έχοντας λάβει μια κομβική εικόνα της οπτικής, του ποιητικού σύμπαντος του Βάρναλη και της διαρκούς γειτνίασης και διαλεκτικής υψηλού και χθαμαλού εντός των στίχων του, ο αναγνώστης μπορεί πλέον να καταβυθιστεί άφοβα και στις υπόλοιπες ποιητικές του συλλογές, είτε στις πιο πρώιμες, μεταπαλαμικές κι εθνικοπατριωτικές, είτε και στις μεταγενέστερες, ψυχροπολεμικές και σκληρά κοινωνικές, εντάσσοντάς τις στα δεδομένα της εποχής τους και της ποιητικής του πορείας κι ανιχνεύοντας σε αμφότερες τις κατηγορίες επιμέρους εξάρσεις και κορυφώσεις, καθώς και στίχους που διαμόρφωσαν τον νεοελληνικό ποιητικό κανόνα. Με τη σκευή αυτή, σαφέστατα το επόμενο βήμα θα ήταν η ενασχόληση με το πολύπλευρο και διαρκές πεζό τμήμα της βαρναλικής παραγωγής που αποτελείται από δοκίμια (φιλολογικά, ποιητικά, ιστορικο-πολιτικά), χρονογραφήματα, ταξιδιωτικές/κοινωνικές εντυπώσεις, αλλά και φυσικά ιστορικές μυθοπλασίες που δομούν ισχυρές αλληγορίες με το κοινωνικό «τώρα» της εποχής του και του ελληνικού λαού του πολυτάραχου 20ου αιώνα.

->Από πού να ΜΗΝ ξεκινήσω:

Παρά τη δεδομένη αξία της τόσο ως κοινωνικής και ιστορικής πραγματείας όσο κι ως ενός ακόμα χρήσιμου άξονα ερμηνείας και του ίδιου του έργου και του κοσμοειδώλου του Βάρναλη, η μεσοπολεμική μελέτη του Ο Σολωμός χωρίς μεταφυσική αποτελεί πιθανότατα ένα βαρύ και δύσκαμπτο ξεκίνημα για το νέο και απαίδευτο αναγνώστη. Εκκινώντας ως απάντηση στον εθνικιστή πανεπιστημιακό και λάτρη της μεταφυσικής προσέγγισης Γιάννη Αποστολάκη, το δοκιμιακό αυτό έργο του Κώστα Βάρναλη ερμηνεύει την ποίηση του Σολωμού με βάση τους κοινωνικούς αγώνες και τα ταξικά δεδομένα της εποχής του, αξιοποιώντας διδάγματα της μαρξιστικής σχολής και απωθώντας συνειδητά και προγραμματικά την ιδεαλιστική πλευρά του σολωμικού σύμπαντος. Οι σύνθετες, ωστόσο, ορολογίες που ο συγγραφέας μετέρχεται, η ένταξη του έργου στα στενά δεδομένα των μεσοπολεμικών πνευματικών διαξιφισμών, αλλά και η περιχαράκωση εντέλει ενός τόσο πολυσχιδούς έργου όπως εκείνο του Σολωμού σε μία μονάχα εξακτίνωσή του (που αδικεί και τον ίδιο το Βάρναλη μιας κι έχει αξιοποιήσει πολύτιμα σολωμικά διδάγματα από όλες τις σολωμικές πλευρές, ακόμα κι από εκείνη την «εξορισμένη» μεταφυσική) καθιστούν κατά τη κρίση μας το βιβλίο αυτό χρήσιμο ιδίως ως συμπλήρωμα του βαρναλικού κόσμου κι ως επικουρική θεωρητική υποστήριξη σε δεύτερο χρόνο των όσων ο αναγνώστης έχει ήδη προσπελάσει στο κατ’ εξοχήν ποιητικό, αλλά και πεζογραφικό, πεδίο.

->Αν μου άρεσε, πού να στραφώ μετά;

Μιας και το ποιητικό έργο του Κώστα Βάρναλη χωρίζεται συνειδητά στην περίοδο πριν και μετά την ιδεολογική του μεταστροφή στο σοσιαλιστικό χώρο, μοιραία και οι συνάφειές του με άλλους/-ες δημιουργούς θα είναι πολλαπλές και αντιφατικές. Έτσι, πλάι στον αρχικό ιδεαλισμό του Βάρναλη, κάλλιστα θα μπορούσαμε να συνεξετάσουμε τις επιρροές ενός Παλαμά κι ενός Σολωμού, αλλά και τις έλξεις και αποκλίσεις του με τους συνομήλικούς του Άγγελο Σικελιανό και Νίκο Καζαντζάκη (ιδίως με τον πρώτο, σε προμαρξιστικά έργα του Βάρναλη όπως η ποιητική σύνθεση Ο προσκυνητής). Στον κοινωνικό άξονα, τώρα, ενδιαφέρουσες αναλογίες με τη μεσοπολεμική ταξική και σατιρική ματιά μπορεί κανείς να βρει στην ποίηση του Φώτη Αγγουλέ και του (μη κομμουνιστή ιδεολογικά αλλά «αιρετικού» κοινωνικά) Κώστα Καρυωτάκη, ενώ στη μετέπειτα, καθαρά κομμουνιστική και μεταπολεμική συνθήκη, έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον η συσχέτιση του βαρναλικού έργου  με αμιγώς κομμουνιστές ωστόσο «νεωτερικούς» μορφικά και εικονοπλαστικά ποιητές, με προφανές και κυρίαρχο παράδειγμα το Γιάννη Ρίτσο. Ενδιαφέρουσες, τέλος, γειτνιάσεις θα ανακαλύψει ο αναγνώστης στα μεσοπολεμικά κοινωνικά ποιήματα της Γαλάτειας Καζαντζάκη, καθώς και στην (παρασιωπημένη) ποιητική παραγωγή της συζύγου του Κώστα Βάρναλη κι επίσης ποιήτριας, Δώρας Μοάτσου, που επηρεάστηκε βαθιά καλλιτεχνικά από την πληθωρική του φωνή και παρουσία.

ΘΑΝΟΣ ΓΙΑΝΝΟΥΔΗΣ

*

*

*