*
του ΚΩΣΤΑ ΧΑΤΖΗΑΝΤΩΝΙΟΥ
~.~
ΚΑΜΠΥΛΗ, Η ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΓΡΑΜΜΗ
Στις αρχές του εικοστού αιώνα ο Περικλής Γιαννόπουλος καλούσε τους Έλληνες να ανεβούν στην Ακρόπολη για να αντιληφθούν, παρατηρώντας το αττικό τοπίο τριγύρω, την σαφήνεια, την δύναμη του φωτός, την διαφάνεια του αέρα, την διαυγέστατη ελληνική γραμμή. «Ἡ φυσικὴ αὐτή, διαυγεστάτη Γραφὴ τῆς Γραμμῆς», έγραφε,
«δὲν εἶναι δυνατὸν παρὰ νὰ εἶναι ἡ θεμελιώδης ἰδέα, ἡ θεμελιώδης βάσις, ἡ ἀναπότρεπτος Ἀνάγκη, πρὸς τὴν ὁποίαν θέλουσαι καὶ μὴ θέλουσαι θὰ συμμορφωθοῦν αἱ Τέχναι ὅλαι (…) Πουθενὰ μαυρίλα, πουθενὰ θηριωδία, πουθενὰ πάλη, πουθενὰ μῖσος, πουθενὰ κτηνωδία, πουθενὰ ὀξύτης, πουθενὰ χολή, πουθενὰ ἀπαισιοδοξία, πουθενὰ τεραστιότης, πουθενὰ ὄγκος, πουθενὰ κόμπος, πουθενὰ βάρος, πουθενὰ πλῆθος, πουθενὰ ἀνάμιξις, πουθενὰ σύγχυσις, πουθενὰ θεομανία, πουθενὰ βαρυσοφία, πουθενὰ ἀπελπισία, πουθενὰ βαρυθυμία, πουθενὰ καρηβαρία, πουθενὰ συλλογισμός.
Παντοῦ φῶς, παντοῦ ἡμέρα, παντοῦ τερπνότης, παντοῦ ὀλιγότης, ἄνεσις, ἀραιότης· παντοῦ εὐταξία, συμμετρία, εὐρυθμία· παντοῦ εὐγραμμία, εὐστροφία Ὀδυσσέως, λιγυρότης παλληκαριοῦ· παντοῦ ἡμερότης, χάρις, ἱλαρότης· παντοῦ παίγνιον ἑλληνικῆς σοφίας, διάθεσις γελαστική, εἰρωνεία Σωκρατική· παντοῦ φιλανθρωπία, συμπάθεια, ἀγάπη· παντοῦ ἵμερος, πόθος ᾄσματος, φιλήματος· παντοῦ πόθος ὕλης, ὕλης, ὕλης· παντοῦ ἡδονὴ Διονύσου, πόθος φωτομέθης, δίψα ὡραιότητος, λίκνισμα μακαριότητος· παντοῦ πέρασμα ἀέρος θουρίου, ἀέρος ὁρμῆς, ἀέρος ἀλκιμότητος, σφριγηλότητος καὶ παντοῦ μαζὺ πέρασμα ἀέρος μελαγχολίας καλλονῆς, λύπης καλλονῆς, θρήνου θνήσκοντος Ἀδώνιδος. Καὶ παντοῦ ἀὴρ φωτεινοῦ θουρίου δένων τὰ μέλη καὶ μαζὺ ἀὴρ φλογέρας λύων τὰ μέλη μὲ ἡδυπάθειαν. Καὶ παντοῦ πέρασμα ἀέρος φέρον ὀλοφυρμοὺς Ἀφροδίτης καὶ μαζὺ δυνατὸν Σατυρικὸν ὀξύ».
Αν το ελληνικό Τοπίο επέτρεπε ευλόγως πριν από έναν αιώνα μια τέτοια υψιπετή διακήρυξη, για ποιαν ελληνική γραμμή μπορούμε σήμερα να μιλήσουμε εμείς, οι επιζώντες του ελληνικού ναυαγίου (ναι, ναυαγίου, αφού ο μείζων στόχος της Παλιγγενεσίας, ένας νέος ελληνικός πόλος και πολιτισμός δεν ολοκληρώθηκε ποτέ); Τώρα που από την Ακρόπολη είναι αδύνατον πια να δει κανείς εκείνη την εικόνα (μάλλον σε αυτά που εξορκίζει ο Γιαννόπουλος καταλήξαμε), τι απομένει ακριβώς ως θεμέλιο ελληνικής αισθητικής;
Η καμπύλη γραμμή. Ναι, η γραμμή για την οποία μιλούσε ο Περικλής Γιαννόπουλος, σε πείσμα της καταστροφής του ελληνικού Τοπίου, παραμένει ζωντανή και σ’ αυτήν μπορεί κανείς να βρει ακόμη, αν θέλει φυσικά, την χαρά της ζωής και της τέχνης:
«Ἡ ἁπλουστάτη, μαλακωτάτη καμπύλη, ἡ ὑγρὰ καὶ φευγαλέα σὰν τὰς μεγάλας καὶ ἠρέμους ἀναπνοὰς τῆς θαλάσσης, σὰν τὰ μεγάλα ἥμερα κύματα, παράγουσα μίαν βαθυτάτην αἰσθητικὴν ἡδονήν. Ἡ εὐθεῖα γραμμή, ἡ ὀρθὴ γραμμὴ ἑνὸς μονοκοκκάλου ἄγγλου, μιᾶς λογχοειδοῦς ἀγγλίδος, εἶναι γραμμὴ προξενοῦσα δύναμιν, γεννῶσα ἀντίστασιν, εἶναι γραμμὴ ἀποκρουστική. Μιὰ καμπύλη γραμμὴ λόφου, ἕνας μαλακὰ καμπυλωμένος λαιμὸς γυναικός, εἶναι γραμμὴ γεννῶσα συμπάθειαν, πόθον θωπείας, ἕλκουσα τὸ φίλημα, εἴτε γυναικὸς εἴτε λόφου γραμμὴ εἶναι ἡ ἕλκουσα προφανῶς τὸ χέρι διὰ τὴν ἁπαλὴν θωπείαν, ζητητικὴ θωπείας. Καὶ εἶναι παραδοξότατον ὅτι θαυμάζεται τόσον ἡ ἰδέα τῶν καμπύλων τοῦ Παρθενῶνος, διότι εἶναι φανερὸν ὅτι ἀληθὴς καλλιτέχνης ἔχων νὰ ὑψώσῃ γραμμὰς εἰς ἕνα λόφον τῆς Ἀττικῆς δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ λάβῃ οὐδὲν ἄλλο ὑπ᾿ ὄψιν παρὰ ν᾿ ἁρμόνισῃ τὰς γραμμάς του πρὸς τὴν τριγύρω ἁρμονικὴν καμπύλην».
Τιμή και δόξα στην καμπύλη λοιπόν, την γραμμή της οποίας
«βλέπομεν τὸ ὁμοίωμα εἰς ὅλα τὰ ἀρχαῖα ἀγάλματα καὶ καλλιτεχνήματα, εἰς τὰς Βυζαντινὰς Παναγίας καὶ τοὺς ἁγίους, εἰς τὰ δημοτικὰ τραγούδια, εἰς τὸ παλληκάρι, εἰς τὸν σημερινὸν νέον χωρικόν καὶ τὴν νέαν χωρικήν, τῶν ὁποίων ὅλων τὸ σῶμα εἶναι ἁπαλόγραμμον, ἁπαλαὶ ὅλαι αἱ κινήσεις καὶ ἐκφράσεις καὶ τὸ πρόσωπον περιβάλλει τὸ αὐτὸ μέθυ ὡραίας μελαγχολίας, ἐκφράζον τὸ παράδοξον αὐτὸ μίγμα ποὺ εἴμεθα, ἐλαφρᾶς ἑορτῆς καὶ σεμνῆς τινος καὶ μελαγχόλου μετὰ περισκέψεως ἐνατενίσεως».
~.~
ΚΑΙ ΣΤΑ ΥΠΟΓΕΙΑ ΖΑΡΙΑ ΤΟΥΣ ΑΙΩΝΕΣ
ΠΑΙΧΝΙΔΙ ΠΑΙΖΟΥΝ ΟΙ ΑΡΓΥΡΑΜΟΙΒΟΙ
Ο Μάνος Ελευθερίου το είχε γράψει, το θυμάστε. Μια πόλη, ένας πολιτισμός δεν μπορεί να ξεφύγει από την μοίρα του, δηλαδή από την ελευθερία των κουρασμένων ανθρώπων να παραδοθούν. Δεν είναι ένα αιώνιο και ανώλεθρο Είναι μια Πόλη. Πλήθος τα παραδείγματα: Αλεξάνδρεια, Κωνσταντινούπολη, Αθήνα. Μια πόλη είναι οι μούσες της, δηλαδή η μουσική της. Είναι ο τρόπος που θέλει να συστήνεται προς τους άλλους. Σαν Ακρόπολη. Ή σαν ένα τουριστικό υβρίδιο, κάτι μεταξύ Πρίστινας, Λαχόρης και Χαρτούμ υπό ευρωπαϊκή διοίκηση. Δεν είναι ένα αιώνιο και ανώλεθρο Είναι μια Πόλη. Αλλά το μέλλον δεν ήρθε τελικά εξαίφνης θείε Πλάτωνα. Εμείς το φτιάξαμε. Εμείς το ρίξαμε το ζάρι.
~.~
ΟΙ «ΛΗΣΤΕΣ» ΤΟΥ ΣΙΛΛΕΡ ΩΣ ΠΑΡΩΔΙΑ
Είναι, πραγματικά, άξια μελέτης η αδυναμία της εποχής μας να αναχθεί στο τραγικό ύψος των έργων του κλασικού δραματολογίου. Αυτήν την σκέψη έκανα βλέποντας στο ΚΘΒΕ τους Ληστές του Φρήντριχ Σίλλερ, αυτήν την κραυγή ελευθερίας, όπου η αποτίναξη του ζυγού της βίας με κάθε μέσο (που προβάλλει αρχικά ως φυσική υποχρέωση), κλιμακώνεται σταδιακά ως την τελική γαλήνη της ιδεαλιστικής αυτοθυσίας και της εσωτερικής ελευθερίας που ο Σίλλερ σταθερά αναζήτησε σε όλη του τη ζωή. Δεν θα σταθώ στην σκηνοθεσία και τις ερμηνείες της παράστασης- υπάρχουν αρμοδιώτεροι. Θα αναφερθώ στην πλήρη παράλειψη της τελευταίας σκηνής του έργου, που στο έργο του Σίλλερ είναι η λύση του δράματος, ο πυρήνας της σκέψης του.
Υπενθυμίζω: ο Καρλ (ο ευγενικός ήρωας με το φλογερό πνεύμα και την πληθωρική ζωτικότητα, που μετά από δολοπλοκίες του υλιστή αδελφού του Φραντς, αποκηρύσσεται από τον πατέρα τους και γίνεται αρχηγός συμμορίας ληστών, από πληγωμένο αίσθημα τιμής, από ενόραση ενός δικαιότερου και καλύτερου κόσμου) κατανοεί το αδιέξοδο της βίας. Η βία για την επιδίωξη οποιουδήποτε ιδανικού συνιστά ύβρη. Βλέπει τα δεινά που μπορεί να προκαλέσει ο ιδεαλισμός και τις αδικίες που γεννά ο αγώνας κατά της αδικίας και επιλέγει εκούσια την πτώση και τον αφανισμό του. Συγκρούεται με τη συμμορία του, σκοτώνει ο ίδιος την αγαπημένη του (την ευγενική και πιστή Αμαλία) και πηγαίνει να παραδοθεί σε ένα φτωχό φουκαρά, πατέρα ένδεκα παιδιών, για να πάρει αυτός την αμοιβή της σύλληψης του επικηρυγμένου αρχιληστή. Όλα αυτά, η κορύφωση δηλαδή του δράματος, κρίθηκαν ασήμαντα και παρελείφθησαν.
Υ.Γ. Οι Ληστές, μεγαλοφυής επίλογος του κινήματος «Θύελλα και Ορμή» και αναγγελία του ρομαντισμού, υπήρξαν απαρχή μεγάλης προσωπικής περιπέτειας του Σίλλερ καθώς προκάλεσαν την τιμωρία του από τον αυταρχικό δούκα της Βυρτεμβέργης που διέταξε την… κράτησή του, απαγόρευση εξόδου από τα όρια του δουκάτου και κάθε επικοινωνίας με αλλοδαπούς, όπως ονομάζονταν την εποχή εκείνη ακόμη και οι Γερμανοί, υπήκοοι των άλλων κρατιδίων. Επιπρόσθετα ο δούκας τον διέτασσε να διακόψει τη λογοτεχνική του δραστηριότητα! Ο Σίλλερ θα πάρει τη μεγάλη απόφαση να λιποτακτήσει και να φύγει από τη Βυρτεμβέργη όπου δεν θα γυρίσει παρά μετά από είκοσι σχεδόν χρόνια. Έφυγε με την ανάμνηση της πρεμιέρας της παράστασης στις 13 Ιανουαρίου 1782 που ήταν ένας θρίαμβος μοναδικός στα θεατρικά χρονικά καθώς η αίθουσα εσείετο από χειροκροτήματα, κραυγές και υψωμένες γροθιές.
Αλίμονο! Τα γέλια στη διάρκεια της παράστασης του ΚΘΒΕ και τα χαμόγελα κατά την έξοδο μάλλον σε κωμωδία παρέπεμπαν, και όχι σε μια τέτοια μεγαλειώδη στιγμή του παγκόσμιου πολιτισμού.
~.~
ΣΙΟΡΑΝ / ΕΠΙΣΤΟΛΙΚΗ ΜΑΝΙΑ
Χαρά για τους Σιορανιστές! Εκδόθηκε πριν από λίγες ημέρες στην Γαλλία, με επιμέλεια του δεινού μελετητή του Εμίλ Σιοράν, Nicolas Cavaillès, μια εκλογή από επιστολές του Γαλλορουμάνου φιλοσόφου, με τίτλο Manie épistolaire (Lettres choisies, 1930-1991 / Collection Blanche, Gallimard).
Η Επιστολική μανία περιλαμβάνει 170 επιστολές, επιλεγμένες από πολλές χιλιάδες, από τα προσωπικά αρχεία του Σιοράν, οι περισσότερες αδημοσίευτες. Απευθύνονται σε πληθώρα προσώπων, στη Ρουμανία και μετά στη Γαλλία, στα δεκαεννιά του χρόνια η πρώτη, στα εβδομήντα εννιά η τελευταία. Μεταξύ αυτών: Aurel Cioran, Mircea Eliade, Carl Schmitt, Jean Paulhan, François Mauriac, María Zambrano, Samuel Beckett, Armel Guerne, André Maurois, Roland Jaccard, Clément Rosset, αλλά και η Friedgard Thoma, η τελευταία του αισθηματική ιστορία.
Οι λάτρεις της μελαγχολίας, της οργής, της αϋπνίας, του πονοκέφαλου, της μοναξιάς και του υπέροχου στυλ έχουν εδώ ένα σπάνιο δείγμα του μυστικιστή που αντιμάχεται τα πάντα – και πρώτα απ’ όλα τον εαυτό του. Που αιωρείται γύρω από έναν απόντα Θεό, αντιφατικός, μεταφυσικός, πάντα σκαρφαλωμένος «στα ύψη της απελπισίας», που κρατάει τον αφορισμό σαν στιλέτο. Διαυγή, ειρωνικά, υπαρξιακά, τα γράμματα αυτά συνθέτουν μια εσωτερική και διανοητική αυτοπροσωπογραφία και αποκαλύπτουν την ιδιοφυΐα του Σιοράν σε μια τέχνη, την επιστολική, που την έβαζε πάνω από όλες.
«Τα βιβλία είναι ατυχήματα. Τα γράμματα είναι γεγονότα» έλεγε. «Αναζητήστε την αλήθεια για έναν συγγραφέα μάλλον στην αλληλογραφία του παρά στο έργο του. Το έργο είναι τις περισσότερες φορές μια μάσκα». Κι η αλήθεια αυτή λάμπει στην αλληλογραφία, παράλληλα με την ζωή του, από την νεανική του πίστη στην εθνικιστική Σιδηρά Φρουρά (παράπτωμα όχι βαρύτερο από την πίστη άλλων στον Στάλιν και τον Μάο που οι μονόφθαλμοι συγχωρούν) ως το τρομερό αντίκρισμα του Μηδενός και του επικείμενου τέλους του πολιτισμού.
«Ένα όραμα κατάρρευσης: Έχω όλες τις αναπηρίες ενός προφήτη χωρίς να έχω τα δώρα τους. Κι όμως ξέρω –με μια παρορμητική, ακαταμάχητη βεβαιότητα– ότι διαθέτω, αν όχι το φως, τουλάχιστον αναλαμπές από το μέλλον. Και τι μέλλον, Θεέ μου! Νιώθω σύγχρονος όλων των μελλοντικών τρόμων»,
έγραφε στα Σημειωματάριά του, στις 24 Φεβρουαρίου 1958. Απαισιοδοξία; Κάθε άλλο. Όπως έγραφε στην Σύνοψη της Αποσύνθεσης,
«η ευφυΐα ανθεί μόνο στις εποχές που οι πεποιθήσεις μαραίνονται, όταν τα άρθρα πίστεως και οι εντολές χαλαρώνουν, όταν οι κανόνες καταρρέουν. Το τέλος κάθε περιόδου είναι ο παράδεισος του νου, γιατί το μυαλό ανακτά το παιχνίδι και τις δημιουργικές ιδιοτροπίες του μόνο μέσα σε έναν οργανισμό σε πλήρη διάλυση».
~.~
ΕΠΙΧΡΩΜΑΤΙΣΜΟΙ ΣΤΟ ΚΕΝΟ
γράφει ο Κώστας Χατζηαντωνίου
*
*
*
*
