*
του ΠΑΝΤΕΛΗ ΜΠΟΥΚΑΛΑ
Ηρώ Νικοπούλου
Το θαύμα στην εντατική
Εκδόσεις ΑΩ, 2024
Κοντεύουν πια να κλείσουν σαράντα χρόνια από το 1986, τη χρονιά που η εικαστικός Ηρώ Νικοπούλου κατέθεσε την πρώτη λογοτεχνική της δοκιμή, την ποιητική συλλογή Ο μύθος του οδοιπόρου. Από βιβλίο σε βιβλίο, από εγχείρημα σε εγχείρημα, έφτασε να οδοιπορεί με σταθερό βήμα σ’ έναν δρόμο που σπανίως μοιάζει με λεωφόρο και συνήθως είναι ατραπός. Τον δρόμο της γραφής, της λογοτεχνικής γραφής, στην τριπλή της εδώ ανάπτυξη: ποιητική, διηγηματική και μυθιστορηματική.
Τρίστρατο, με κάθε δρόμο αυτόνομο, χωρίς διασταυρώσεις με τους άλλους δύο; Όχι βέβαια. Γνωρίζουμε και από την πορεία αρκετών άλλων λογοτεχνών που πρωτομπήκαν στον χώρο της γραφής από την ποίηση, για να καταπιαστούν κατόπιν συστηματικά ή και αποκλειστικά με την πεζογραφία, ότι το πρώτο πρώτο πάθος, εκείνο που όρισε τη σχέση σου με τη γλώσσα, αν ήταν στ’ αλήθεια βαθύ, δεν γιατρεύεται με τον καιρό. Δεν υποχωρεί και δεν ληθαργεί, αλλά συνεχίζει να σε ονομάζει ως λογοτέχνη, χρωματίζοντας και τη γλωσσική σου στάση και τις αφηγηματικές τεχνικές σου.
Άλλωστε η Ηρώ Νικοπούλου ασκείται ταυτόχρονα στην ποίηση και στην πεζογραφία, με την ίδια σκευή και τον ίδιο στόχο: την απεικόνιση του ψυχικού μας τοπίου όσο βαθύτερα γίνεται. Όσο πιο βαθιά τόσο και πιο οδυνηρά. Η αυτοανασκαφή έχει τον πόνο και το κόστος της. Έχει και την ιαματική ανταμοιβή της; Ναι, σε στιγμές ευλογημένες, λιγοστές φοβάμαι, συμβαίνει και αυτό.
Η Νικοπούλου όμως διακονεί και μια τέταρτη εκδοχή γραφής: τη ζωγραφική. Τα σημάδια της, πολλά και ουσιαστικά, είναι ευδιάκριτα και στην ποίησή της και στην πεζογραφία της. Θυμόμαστε εδώ, σχεδόν υποχρεωτικά, δύο αποφθεγματικές φράσεις που αποδίδονται στον Σιμωνίδη τον Κείο, τον σπουδαίο λυρικό ποιητή του 6ου/5ου αιώνα π.Χ., ο οποίος, εντελώς παρεμπιπτόντως και σύμφωνα με έναν αρχαίο Σχολιαστή, «δοκεί πρώτος γράψαι άσμα μισθού». Πρώτος αυτός δηλαδή, καταπώς φαίνεται, έγραψε ποιήματα επί πληρωμή. Και ω του παραδόξου θαύματος, τον έψεξε υπαινικτικά γι’ αυτήν τη στάση τού δούναι και λαβείν ο Πίνδαρος, σε κάποιον Ισθμιόνικό του. Μολονότι, όπως είναι πολλαπλώς μαρτυρημένο, ο Θηβαίος λυρικός έγραψε τα περισσότερα ποιήματά του κατόπιν παραγγελίας ή αναθέσεως και έναντι αδράς αμοιβής.
Από τον Μιχαήλ Ψελλό, λοιπόν, γνωρίζουμε ότι «κατά τον Σιμωνίδην ο λόγος των πραγμάτων εικών εστίν». Επιθυμεί να είναι, θα λέγαμε σήμερα, περισσότερο ψυλλιασμένοι, περισσότερο δύσπιστοι απέναντι στον μαγικό λόγο, άρα και περισσότερο μελαγχολικοί. «Λίγο λίγο τα ονόματα δεν εφαρμόζουν πάνω στα πράγματα» συμπεραίνει ο Οδυσσέας Ελύτης στα Ελεγεία της Οξώπετρας (1991). Και συμφωνεί ο Γιάννης Ρίτσος της μεταθανάτιας συλλογής Αργά, πολύ αργά μέσα στη νύχτα (1991): «τα ονόματα δεν εφάρμοζαν πια πάνω στα πράγματα». Μήπως αυτός ο καημός δεν αρχίζει να τρώει την ψυχή των ποιητών, μόλις περάσει, με απογοητευτική ταχύτητα, η αρχική ευδία και ευφροσύνη και σιγουριά;
Από τον Πλούταρχο πάλι έφτασε έως εμάς, και έγινε περίπου κοινός τόπος, ένα άλλο πόρισμα του ποιητή από την Κέα: «Πλην ο Σιμωνίδης την μεν ζωγραφίαν ποίησιν σιωπώσαν προσαγορεύει, την δε ποίησιν ζωγραφίαν λαλούσαν· ας γαρ οι ζωγράφοι πράξεις ως γινομένας δεικνύουσι, ταύτας οι λόγοι γεγενημένας διηγούνται και
συγγράφουσιν». Δανείζομαι εδώ τη μετάφραση του Κώστα Τοπούζη: «Ο Σιμωνίδης την μεν ζωγραφική την ονομάζει σιωπηλή ποίηση, την δε ποίηση ζωγραφική ομιλούσα. Τις πράξεις δηλαδή που οι ζωγράφοι τις δείχνουν ως πράγματα που γίνονται, ο λόγος τις διηγείται και τις καταγράφει ως πράγματα που έγιναν».[1]
Για αφορισμό πρόκειται. Κι αυτό σημαίνει πως όσο επίμονα κι αν τον επερωτήσουμε, όσο αυστηροί ή επιφυλακτικοί κι αν είμαστε μαζί του, και ιδιαίτερα με το δεύτερο μισό του, το εξηγητικό, θα μας απαντά επικαλούμενος την αυθεντία. Όπως και να ’χει, κάθε άλλο παρά λίγοι είναι οι στίχοι της Νικοπούλου, ή και ολόκληρα ποιήματά της, που δικαιώνουν τον χαρακτηρισμό της ποίησής της ως λαλούσας, γλαφυρής ζωγραφιάς. Το ξέρω, κομίζω γλαύκα στην Αθήνα λέγοντάς το, αφού το έχει ήδη επισημάνει η κριτική. Η εικονοποιητική της δύναμη (δεν θα την έλεγα ευχέρεια, θα αδικούσα τον εσωτερικό κόπο της) εκδηλώνεται τερπνή και στο νέο ποιητικό βιβλίο της, «Το Θαύμα στην Εντατική» (Εκδόσεις ΑΩ, 2024), απαρτισμένο από τρία μέρη.
Το πρώτο μέρος δίνει τον τίτλο του στο βιβλίο συνολικά, το δεύτερο ιστορεί «Τόπους» (τη Σαλαμίνα, τη γενέτειρα Καλαμάτα, την Αμμόχωστο, τη Γάζα), το δε τρίτο «Ανθρώπους»: τον ζωγράφο και τον μουσικό, τον κρεοπώλη, τον μελισσοκόμο και τον ξυλουργό, την ψυχολόγο, τη σερβιτόρα, την κομμώτρια, αυτή την «επίσημη ναυαγοσώστρια Σαββάτου», που εξομολογεί τις «ικέτιδές» της, όσες «πνιγμένες / βρεθήκανε μες στη ζωή μαλλιά κουβάρια». Δεκατρία διεισδυτικά και πολυεπίπεδα πορτρέτα επαγγελματιών ή μάλλον επαγγελμάτων, που εκδιπλώνονται σαν σήματα αλληλεγγύης (δεν θα πω «ενσυναίσθηση», τον τσάκισε ο ρηχός και ψευδολόγος πολιτικαντισμός τον όρο αυτόν). Αλληλεγγύη που κυριαρχεί σαν αίσθημα ακόμα κι όταν φαίνεται ότι το πάνω χέρι το έχει ο μελάγχολος σαρκασμός.
Η αμέσως προηγούμενη ποιητική συλλογή της Νικοπούλου, που εκδόθηκε το 2018, με τον τίτλο Το πριν και το μετά την παύλα, την παύλα που χωρίζει ή συνδέει τη γέννηση ενός ανθρώπου με τον θάνατό του, άνοιγε με το ποίημα «Εκκίνηση». Πρόκειται για ποίημα παλαιοδιαθηκικού υποστρώματος, δεδομένου ότι οι στίχοι του εικονογραφούν την κλίμακα του Ιακώβ, πλην όμως με καθοδική την πορεία της, όχι με την ουρανοβάμονα βιβλική. Για να υψωθούμε, όσο γίνεται, πρέπει να καταβυθιστούμε, να φτάσουμε στα αδιερεύνητα και αφώνητα των εγκάτων μας και να τους δώσουμε τον λόγο· να τους δώσουμε την ευκαιρία τους, τον καιρό τους, ώστε να μιληθούν, να απευθυνθούν, να μοιραστούν.
Θυμίζω την ιστόρηση της Γενέσεως: Ο Ιακώβ έχει σφετεριστεί δι’ απάτης από τον δίδυμο αδερφό του τον Ησαύ τα πρωτοτόκια, έναντι πινακίου φακής, και με την ευλογία και την εντολή του πατέρα του τού Ισαάκ οδεύει προς τη Μεσοποταμία για να βρει γυναίκα. Και όχι οποιαδήποτε μη Χαναναία αλλά μια πρωτοξαδέρφη του (τελικά παντρεύτηκε δύο, τις αδερφές Λεία και Ραχήλ, αλλά αυτό είναι αλλουνού παπά βαγγέλιο κι αλλουνού φαρισαίου φαρισαϊσμός). Καθ’ οδόν έδυσε ο ήλιος και ο μέλλων πατριάρχης του Ισραήλ έβαλε μια πέτρα σαν μαξιλάρι, σαν ήρωας κλέφτικου τραγουδιού, κι έπεσε να κοιμηθεί. Και ονειρεύτηκε μια σκάλα που ξεκινούσε από τη γη κι έφτανε στον ουρανό. Στην κορυφή της στεκόταν ο Γιαχβέ, ο οποίος υπέγραψε με τον Ιακώβ ένα ενύπνιο συμβόλαιο που ίσως ευθύνεται και για το σημερινό δράμα της Παλαιστίνης, αφού η ακροδεξιά ηγεσία του περιούσιου λαού εξακολουθεί να πολιτεύεται και να στρατεύεται παραπέμποντας στο θέσφατο δίκαιο της Βίβλου. Ιδού:
«Εγώ ειμί ο Θεός Αβραάμ του πατρός σου, και ο Θεός Ισαάκ· μή φοβού· η γη, εφ’ ης συ καθεύδεις επ’ αυτής, σοι δώσω αυτήν, και τω σπέρματί σου. Και έσται το σπέρμα σου ωσεί άμμος της γης και πλατυνθήσεται επί θάλασσαν, και λίβαν, και βορράν, και επί ανατολάς, και ενευλογηθήσονται εν σοι πάσαι αι φυλαί της γης, και εν τω σπέρματί σου. Και ιδού εγώ ειμί μετά σού, διαφυλάσσων σε εν τη οδώ πάση, ου εάν πορευθής. Και επιστρέψω σε εις την γην ταύτην, ότι ου μη σε εγκαταλείπω, έως του ποιήσαι με πάντα όσα ελάλησά σοι».
Στο ξεκίνημα του νέου βιβλίου της, η Νικοπούλου μετατοπίζεται από τη φιλέκδικη και φυλετικά μεροληπτικότατη Παλαιά Διαθήκη στην αγαπητική και οικουμενική Καινή. Και παρότι ο τίτλος της συλλογής της ζωγραφίζει το θαύμα βαριά τραυματισμένο, στην εντατική, άρα και την πίστη στο θαύμα κλονισμένη και τσακισμένη, στο εναρκτήριο ποίημα «Εμμαούς» αναδιφά ό,τι πιο θαυμαστό: την ανάσταση του Ιησού και την πρώτη έγκυρη στα μάτια των ένδεκα μαθητών πιστοποίησή της. Οι ένδεκα «ηπίστουν» στη Μαρία τη Μαγδαληνή, την Ιωάννα, τη Μαρία Ιακώβου και τις λοιπές, που επέμεναν ότι δίπλα στο κενό μνήμα του Ιησού δύο άντρες με «αστράπτουσες εσθήτες» τις έψεξαν που αναζητούσαν τον ζώντα μετά των νεκρών. «Και εφάνησαν ενώπιον αυτών ωσεί λήρος τα ρήματα αυτών» γράφει ο Λουκάς, πιθανόν επειδή επρόκειτο για λόγο γυναικών, εξ ορισμού ανίσχυρο, κατώτερο, διαχρονικά και διαπολιτισμικά.
Λίγο παρακάτω ο Λουκάς περιγράφει την πορεία προς το χωριό Εμμαούς του Κλεόπα και ενός ανωνύμου (ορισμένοι εκκλησιαστικοί ερμηνευτές εικάζουν ότι πρόκειται για τον ίδιο τον ευαγγελιστή) και τη συνάντησή τους με κάποιον εκθαμβωτικό άγνωστό τους. Συμβαδίζουν ώρα πολλή και προς το βράδυ, όταν πια κάθονται στο τραπέζι, αποκαλύπτεται πως ο συνοδοιπόρος τους είναι ο αναστημένος Χριστός. Η απόδειξη:
«Λαβών τον άρτον ευλόγησε, και κλάσας επεδίδου αυτοίς. Αυτών δε διηνοίχθησαν οι οφθαλμοί, και επέγνωσαν αυτόν· και αυτός άφαντος εγένετο απ’ αυτών».
Η πορεία προς τους Εμμαούς είναι χιλιοζωγραφισμένη, και παλιά κάποιες λαϊκότροπες απεικονίσεις του ευαγγελικού επεισοδίου τις συναντούσαμε καδραρισμένες στους τοίχους αρκετών σπιτιών. Ίσως να είναι ένα τέτοιο κάδρο αυτό που «ισιώνει» η Νικοπούλου στο ποίημά της, πριν «στρώσει το Τραπέζι» στους καταληκτικούς στίχους.
Λοιπόν; Μπορούμε ακόμα να πιστεύουμε στο θαύμα; Προς το τέλος πια του βιβλίου, στο ποίημα «Η κομμώτρια» γίνεται ξανά μνεία της Ανάστασης:
Μόνη τώρα με πόδια πρησμένα
χαμένη σκουπίζει περηφάνια
κι αμετροέπειας ξέπλεκες ουρές
στεγνώνει στοργικά την αγωνία
από την πλάτη των καθισμάτων
σβήνει γι’ απόψε τις κάσκες
φεύγουν τα φώτα του δρόμου
κλείνει αργά πάντα βρεγμένη κι αχτένιστη
προσμένοντας ένα άλλο Σάββατο
που σίγουρα κι αυτή Εκείνος
θα σώσει
Είναι σαν να τη βλέπουμε την κομμώτρια, έτσι ευαίσθητα και διεισδυτικά όπως εικονογραφείται. Και σαν να μας λέει με το καταπονημένο βλέμμα της πως αυτό το «σίγουρα» του προτελευταίου στίχου είναι ένα επίρρημα αυτοσαρκάζουσας αποκαρδίωσης παρά ακλόνητης και παραμυθητικής πεποίθησης.
Δεύτερο ερώτημα που αναδεικνύεται στο βιβλίο: Μπορούμε άραγε να εμπιστευόμαστε τον κόσμο που συνδιαμορφώνουμε, με το μερτικό του ο καθένας; Ήδη το δεύτερο ποίημα, με τον τίτλο «ΤοΜεγαΘήτα», όπου Θήτα το γράμμα του Θηρίου, του «Μεγάλου Θεριστή», με την αναφορά στον Αδόλφο Χίτλερ και τον Ιωσήφ Στάλιν, κι από κοντά το τρίτο, το «Γνώρισε κάποτε μια Βία», με την αναφορά στη Μαρφίν, το Ντονμπάς και τη Λωρίδα της Γάζας, εξεικονίζουν έναν κόσμο-γεννήτρια κακίας, μίσους και θανάτου.
Τα ποιήματα της Νικοπούλου είναι εν-χρονισμένα, ή καλύτερα έγκαιρα, και εν-κοινωνισμένα. Βλέπουν κι ακούνε όσα μέχρις απελπισίας λυπηρά συμβαίνουν στο πεδίο Ελλάδα, στο πεδίο Ευρώπη, στο πεδίο Μεσόγειος, στο πεδίο πλανήτης. Ο «Μελισσοκόμος» της δεν θεωρητικολογεί -παραπέμποντας ας πούμε εμμέσως ή ευθέως σε μια ιδέα που αποδίδεται στον Αϊνστάιν, ότι με το τέλος των μελισσών θα επέλθει και το τέλος του σύμπαντος κόσμου- αλλά εδράζεται γερά στο περυσινό δράμα του δάσους της Δαδιάς, στη Θράκη. «Στις πυρκαγιές του Έβρου το 2023 κάηκαν 1.200 μελίσσια» υποσημειώνει στο τέλος του ποιήματος η Νικοπούλου, για να θυμηθούμε έτσι τις τραγικές μέρες που έζησε η Θράκη, με την πολιτεία εθιμικά ασυντόνιστη, με ράθυμα αντανακλαστικά και λειψό δυναμικό.
Η οικολογική έγνοια της ποιήτριας αποτυπώνεται και στο ποίημα «Στιγμιότυπα που βλέπει»:
Στην Αρκτική χιονίζει πλαστικό
φωνάζει κατάπληκτη η Ερευνήτρια
κι αλλού φρυγμένο το χώμα ταξιδεύει
στη ράχη φιδωτών ανέμων
μεταναστεύουν οροσειρές ολόκληρες
Ο Προμηθέας χαροπαλεύει στην εντατική
τρεμοσβήνει η γεννήτρια πάνω του
κι ο καλός μας Βολταίρ
που άναψε του διαδρόμου τα Φώτα
μισοκλείνει του θαλάμου την πόρτα
Τα πλήθη κοιτούν ανήμπορα
Και μόνο ο Σίσυφος
στ’ αναπηρικό του καροτσάκι
κοιμάται την γαλήνη του αναπότρεπτου
Έτσι, σαν αναπότρεπτη οδηγούμαστε να αποδεχτούμε την κλιματική κατάρρευση, εξόφθαλμη πια.
Μια βουτιά στην πραγματικότητα, εσωτερική και εξωτερική, είναι το βιβλίο της Νικοπούλου τρία ποιήματα του οποίου δηλώνονται ως ποιήματα της πανδημίας, του εγκλεισμού και της μοναξιάς. Ένα άλλο ποίημα, η σπαραχτική «Γάζα», αφορμάται από το παρόν, η ένδειξη ωστόσο κάτω από τον τίτλο του, «Τζαμπαλίγια 06-01-2009» έρχεται να δείξει πως η Ιστορία ουδέποτε ξεκινάει τώρα, σήμερα. Τι έγινε τη μέρα εκείνη στην Τζαμπαλίγια, πριν από δεκαπέντε χρόνια, πιθανότατα δεν το θυμόμαστε, πόση φρίκη ν’ αντέξει άλλωστε η μνήμη. Παραθέτω λοιπόν από τη Βικιπαίδεια:
«Στις 6 Ιανουαρίου περίπου 40 Παλαιστίνιοι, ανάμεσά τους και πολλά παιδιά, σκοτώθηκαν από ισραηλινά πυρά εναντίον σχολείου που λειτουργεί υπό την αιγίδα του ΟΗΕ. Οι Ισραηλινοί ισχυρίζονται ότι απάντησαν σε πυρά που προέρχονταν από το σχολείο. Ο Κρις Γκάνες, εκπρόσωπος της UNRWA, υπηρεσίας αρωγής του ΟΗΕ, δήλωσε: “Έπειτα από μια προκαταρκτική έρευνα, είμαστε κατά 99,9% βέβαιοι ότι στο σχολείο δεν βρίσκονταν ένοπλοι ούτε εκδηλώθηκαν στρατιωτικές ενέργειες μέσα από αυτό. Ζητούμε τη διεξαγωγή ανεξάρτητης έρευνας. Εάν έχει παραβιαστεί το δίκαιο του πολέμου, οι υπεύθυνοι θα πρέπει να προσαχθούν ενώπιον της δικαιοσύνη”». Δύο μέρες νωρίτερα, και σύμφωνα με την υπηρεσία του ΟΗΕ για τον συντονισμό της ανθρωπιστικής βοήθειας (OCHA), στις 4 Ιανουαρίου Ισραηλινοί στρατιώτες έκλεισαν 110 αμάχους σε ένα κτίριο στη συνοικία Ζαϊτούν και τους διέταξαν να παραμείνουν εκεί, υποτίθεται για την ασφάλειά τους. Την επόμενη μέρα πυρά πυροβολικού έπληξαν το κτήριο επανειλημμένα, σκοτώνοντας 30 άτομα».
Σαν τραγωδίες επαναλαμβάνει τις τραγωδίες της η Ιστορία. Αλλά δεν πρόκειται για θεϊκό σχέδιο, για κοσμικό πεπρωμένο ή για ιστορική νομοτέλεια. Πεπρωμένο, αντίθετα, της ποίησης, μιας ουσιωδώς πολιτικής ποίησης, είναι να συγκρούεται με ό,τι παρασταίνεται σαν μοιραίο. Όσο υφαίνει, σε πρώτο ενικό πρόσωπο, το μοιρολόι της μάνας που ψάχνει στα ματωμένα συντρίμμια του σχολείου τα τετράδια του παιδιού της και βρίσκει «κεριά πρόσωπα σβηστά / μάτια αβαθείς καθρέφτες / κίτρινες τσάντες σχολικές / λευκά αθλητικά παπούτσια / γόμες ξύστρες χάρακες», που όλα τους «κοκκίνισαν σφαγμένα», μας λέει σιγανά ότι το χρέος μας ως ποιητών-πολιτών του κόσμου είναι να θυμόμαστε, γιατί αλλιώς δεν θα μπορούμε να θυμίζουμε. Και, αργά ή γρήγορα, θα πολιτογραφηθούμε στην «άλλη όχθη», την απέναντι: την όχθη της μοιρολατρίας και της παραίτησης.
[1] Βλ. Αρχαίοι Έλληνες Λυρικοί – 8: Σιμωνίδης, μετάφραση – εισαγωγή – σχόλια Κώστας Τοπούζης, Εκδόσεις Επικαιρότητα, Αθήνα 1997, σ. 37.
*
*
*
