*
τοῦ ΓΙΩΡΓΗ ΜΑΝΟΥΣΑΚΗ
Ἐπιλογὴ καὶ ἐπιμέλεια Ἀγγελικὴ Καραθανάση
Ὅσοι μὲ γνωρίζουνε, ξέρουνε καλὰ πὼς τίποτε στὸν κόσμο δὲν μπορεῖ νὰ μ’ ἀναγκάσει νὰ κάμω συμβιβασμοὺς μὲ τὴ συνείδησή μου καὶ νὰ ἐνεργήσω ἀντίθετα ἀπὸ τὶς πεποιθήσεις μου.[1]
ΜΠΟΡΙΣ ΠΑΣΤΕΡΝΑΚ
Τοῦτες τὶς μέρες ἔκλεισε ἕνας χρόνος ἀπὸ τὸν θάνατο τοῦ Μπόρις Λεονίντοβιτς Πάστερνακ.[2] Ὁ μεγαλύτερος ποιητὴς τῆς Ρωσίας, ἀπ’ ὅσους βρίσκονταν ἀκόμη στὴ ζωή, ἔσβησε μέσα στὴν πίκρα καὶ τὴ μοναξιά. Κανεὶς ἐπίσημος δὲν παρηκολούθησε τὴν κηδεία του. Ἀπ’ ὅλες τὶς ἐφημερίδες τῆς πατρίδας του, μόνο ἡ Λιτερατούρα πληροφόρησε τοὺς ἀναγνώστας της μὲ μιὰ λιγόλογη εἴδηση πὼς ὁ συγγραφέας δὲ βρισκότανε πιὰ ἀνάμεσα στοὺς ζωντανούς. Κι ἀπὸ τοὺς ραδιοσταθμούς, μόνο ὁ σταθμὸς τῆς Μόσχας, στὴν ἐκπομπή του γιὰ τὴν Αὐστραλία, σ’ ἀγγλικὴ γλῶσσα, ἀνάγγειλε, μὲ ὄχι παραπάνω ἀπὸ τριάντα πέντε λέξεις, τὸ γεγονός.
Γιατὶ ὁ Πάστερνακ εἶχε κάμει ὅ,τι λογαριάζεται πάντα μεγάλο ἔγκλημα γιὰ ἕναν ἄνθρωπο τοῦ πνεύματος: Εἶχε τολμήσει νά ’ναι ὁ ἑαυτός του. Μόνον ὁ ἑαυτός του καὶ κανεὶς ἄλλος.
Τὸ πνεῦμα ἔχει μιὰ ἀφάνταστη δύναμη. Εἶν’ ἡ φτερούγα ποὺ ὑψώνει πάνω ἀπὸ τὸ χῶμα καὶ τὴν ἀνάγκη, πάνω ἀπὸ τὸ χρόνο. Εἶν’ ἡ πνοὴ ποὺ γκρεμίζει ὅ,τι ταπεινὸ ὑπάρχει στὸν κόσμο. Γι’ αὐτὸ τὸ φοβοῦνται ὅσοι ἀντιμάχουνται τὰ λεύτερα πετάγματα. Καὶ χτίζουνε σύνορα: Ὣς ἐδῶ πρέπει νὰ πετᾶ τὸ φλόγινο πουλί, τὸ πνεῦμα. Τὸσο ὕψος, τόσο μάκρος, τόσο πλάτος. Τὸ ξεπέρασμα τούτων τῶν συνόρων εἶναι «ὕβρις».
Μιλοῦμε συχνὰ γιὰ τὸ σκοτάδι τοῦ Μεσαίωνα. Φέρνομε στὸ νοῦ μας τὸ κυνήγημα τοῦ Ἀβελάρδου[3] ἢ τοῦ Ρότζερ Μπέικον[4] γιὰ τὶς φιλοσοφικές τους ἰδέες. Ἀναφέρομε ἀκόμη τὴν Ἀναγέννηση καὶ τὸ Θεοτοκόπουλο, ποὺ ἡ Ἱερὴ Ἐξέταση τοῦ ’κανε παρατηρήσεις γιατὶ, κατὰ τὴ γνώμη της, τὰ φτερὰ τῶν ἀγγέλων του εἶχαν ὑπερβολικὸ μάκρος. Καὶ προπάντων τὴ γνωστὴ περίπτωση τοῦ Γαλιλέο Γαλιλέι. Κι ἀντιπαρατάσσομε, βέβαια, σ’ ὅλα τοῦτα τὴν ἐποχή μας, «ἐποχὴ ἐλευθερίας» ποὺ ἀρχίζει μὲ τὴ Γαλλικὴ Ἐπανάσταση. Κι ὅμως ἡ ἴδια ἐκείνη ἡ ἐπανάσταση, ὁ χείμαρρος ποὺ θὰ καθάριζε τὴν κοπριὰ ἀπὸ τοὺς σταύλους τοῦ Αὐγεία, ἔστειλε στὴ γκιλοτίνα ἕναν ποιητή, τὸν Ἀντρὲ Σενιὲ[5] κι ἕνα χημικό, τὸ μεγάλο Λαβουαζιέ.[6] «Ἡ Δημοκρατία δὲν ἔχει ἀνάγκη ἀπὸ ἐπιστήμονες» εἶχε πεῖ ὁ Ροβεσπιέρος.
Κι ὁ αἰώνας μας; Ἂς θυμηθοῦμε μόνο τὰ πιὸ πρόσφατα δείγματα σεβασμοῦ στοὺς ἀνθρώπους τοῦ πνεύματος: Τὴν ἐκτέλεση τοῦ Λόρκα[7] ἀπὸ τοὺς φαλαγγίτες τοῦ Φράνκο. Τὴν ἀναγκαστικὴ φυγὴ τοῦ Τόμας Μὰν[8] καὶ τοῦ Ἀινστάιν[9] ἀπὸ τὴ χιτλερικὴ Γερμανία. Τὴν ἀπόλυση τοῦ Ὀπενχάιμερ[10] ἀπὸ τὴ θέση του ὡς ἀτομικοῦ ἐπιστήμονα. Τὴν καταδίκη σὲ θάνατο τῶν Οὑγγαρέζων συγγραφέων πού ’χανε πάει μὲ τοὺς ἐπαναστάτες τὸ 56. Τὸν Πάστερνακ.
Ἂς μὴ γελιόμαστε. Κι ἡ ἐποχή μας φοβᾶται τὸ πολὺ φῶς, καθὼς κι οἱ περασμένες ἐποχές. Καθὼς θὰ τὸ φοβοῦνται κι οἱ μελλούμενες.
Στὸν κόσμο θὰ κυριαρχεῖ πάντα ἡ μάζα. Κι ἡ μάζα εἶναι συντηρητική, ἀκόμη καὶ στὶς ἐπαναστατικές της στιγμές. Ἰδανικό της εἶναι ἡ μετριότητα, ἡ ἰσοπέδωση. Αἰσθάνεται ἀσφαλισμένη μόνο μέσα σὲ καλούπια. Καλούπια κοινωνικὰ ἢ πολιτικά. Γι’ αὐτὸ νιώθει δυσπιστία γιὰ ὅσους τὰ ξεπερνοῦνε. Οἱ ἡγέτες τῆς μάζας, οἱ ἐκπρόσωποι τοῦ πνεύματός της, φροντίζουνε νὰ κάνουν ὑπηρέτες στὰ καθεστῶτα τους, στὰ ὁποιασδήποτε μορφῆς καθεστῶτα τους, τοὺς πνευματικοὺς ἀνθρώπους. Γιατὶ ἔτσι οἱ πράξεις τους ἀποχτοῦνε μιά, ἂς εἶναι καὶ πρόσκαιρη, λάμψη. Ἂν τὸ πετύχουνε γεμίζουνε μὲ τιμὲς τοὺς ἐπιστήμονες ἢ τοὺς καλλιτέχνες ἢ τοὺς φιλόσοφους ποὺ θὰ πάρουνε μὲ τὸ μέρος τους. Μὰ εἶναι πιὰ αὐτὸς ἄθρωπος τοῦ πνεύματος; Ἢ κίβδηλες φωνές, «καραγκιόζηδες τοῦ κοινοῦ», ὅπως τοὺς ἔλεγε ὁ Τζιοβάννι Παπίνι,[11] ἐκεῖνος ὁ ἀνήσυχος κι ἀδιάλλαχτος; Καραγκιόζηδες τοῦ κόμματος ἢ τοῦ κράτους;
Ὁ πνευματικὸς ἄνθρωπος θά ’ναι πάντα ἕνας πολεμιστής. Ἕνας μοναχικὸς ἀγωνιστής. Θὰ πρέπει νὰ παλεύει ὁλοένα μὲ τὴ μάζα κι ἐκείνους ποὺ τὴν ἀντιπροσωπεύουνε, γιὰ νὰ κρατᾶ ἄσβηστη τὴ φλόγα ποὺ καίει μέσα του καὶ καθαρὴ τὴ φωνή του. Γιὰ πληρωμὴ θά ’χει βρισιὲς κι εἰρωνεῖες. Μοναξιὰ πολλή. Πόνο πολύ. Κάποτε θὰ πρέπει ν’ ἁπλώσει καὶ τὰ χέρια γιὰ νὰ δεχτεῖ σὲ κάθε παλάμη ἀπό ’να καρφί.
Μέσα σ’ ἕνα καθεστώς, ὅπου ὅλα γίνονται γιὰ νὰ τὸ ἐξυπηρετοῦνε, ὁ Μπόρις Πάστερνακ εἶχε τολμήσει νὰ γράφει ὑπακούοντας μόνο στὸ μέσα του δαίμονα. Δὲν ἐπολέμησε τὸ καθεστώς. Ἁπλὰ καὶ μόνο δὲν τὸ χειροκρότησε. Δὲν ἤτανε πολιτικός, μήτε κοινωνικὸς ἀναμορφωτής, Ἤτανε ποιητής. Μὰ κι αὐτὸ ἤτανε πολὺ γιὰ τοὺς ἀνθρώπους μὲ τὰ καθορισμένα καλούπια. Τὸ κόμμα καὶ τὸ κράτος τὸν εἶδε πάντα σὰν ἕναν «ἀτομικιστή», σὰν «ξεκομμένο ἀπὸ τὸ λαό». Σὰν ὕποπτο. Ἀπαγόρεψε τὴν ἔκδοση τοῦ Δόχτορα Ζιβάγκο, γιατὶ μέσα στὶς ἑφτακόσιες τόσες σελίδες του ὑπήρχανε δυὸ ἢ τρεῖς μὲ κάποιες τολμηρὲς σκέψεις γιὰ τὴν Ἐπανάσταση καὶ τὴ σταλινικὴ ἐποχή. Κι ὅταν ἡ Σουηδικὴ Ἀκαδημία ἔδωσε στὸ συγγραφέα τὸ Νόμπελ, ὅλος ὁ καθεστωτικὸς μηχανισμὸς κινήθηκε ἐνάντιά του. Ὁ Πάστερνακ ἀποκόπηκε ἀπὸ τὴ σοβιετικὴ κοινωνία κι ἀπομονώθηκε πρῶτα μ’ ἕνα βουνὸ ἀπὸ κατηγορίες κι ὕστερα μ’ ἕνα τοῖχο ἀπὸ σιωπή. Καὶ μέσα σ’ αὐτὴ τὴ σιωπὴ τὸν ηὗρεν ὁ θάνατος.
~.~
