*
Εισαγωγή-Μετάφραση ΚΩΣΤΑΣ ΜΑΝΤΖΑΚΟΣ
~.~
Σύμφωνα με τον Χέρμαν Έσσε, τα βιβλία της προκαλούσαν ενθουσιασμό, συγκίνηση και αγάπη. Κι όμως το λογοτεχνικό έργο της Έμμυ Χέννιγκς (1885-1948) πέρασε στη σκιά κι αν μνημονεύεται πια είναι ως μούσα των πρώτων εξπρεσιονιστών και ως συνιδρύτρια του κινήματος DADA και του Cabaret Voltaire από κοινού με τον σύζυγό της Ούγκο Μπαλ. «Μια φωνή, που μπορεί να πηδήξει πάνω από πτώματα και να τα περιγελάσει με ψυχωμένο κελάηδημα, όπως ένα καναρίνι», έγραφε μια κριτική της εποχής για την περφόρμανς της.
Γεννημένη στο Φλένσμπουργκ, υπήρξε ηθοποιός σε περιοδεύοντα θίασο ώσπου να καθιερωθεί στα καλλιτεχνικά καμπαρέ του Μονάχου και, κατόπιν, του Βερολίνου. Εθισμένη στη μορφίνη και τον αιθέρα, έζησε την μποέμικη ζωή μέχρι τον Α΄ Παγκόσμιο πόλεμο πιστή στην καθαρά αντιαστική ιδεολογία της –δεν μεγάλωσε η ίδια το παιδί της–, δούλεψε επίσης ως μοντέλο για ζωγράφους και, περιστασιακά, ως πόρνη.
Ερωμένη και πηγή έμπνευσης πολλών εξπρεσιονιστών, το όνομά της συνδέθηκε με ονόματα όπως του Γιοχάννες Ρ. Μπέχερ, για τον οποίο ήταν «η ξανθιά μούσα» του, του Γκέοργκ Χάυμ, του Φέρντιναρντ Χάρντεκοπφ (Siurlai), του αναρχικού Έριχ Μύζαμ, που την αποκάλεσε «ερωτική ιδιοφυΐα» και του «προστατευομένου» της Γιάκομπ φον Χόντις, στον οποίο πιστώνεται η επινόηση των πρώτων εξπρεσιονιστικών τρόπων. Η πολύχρονη ενασχόλησή της με τον καθολικισμό εξάλλου, ώθησε αυτόν τον τελευταίο στα πρώτα συμπτώματα της τρέλας που έβαλαν τέλος στην καριέρα του. Και η ίδια όμως κατέληξε δύο φορές στην φυλακή, βοηθώντας φίλους της να αποφύγουν την υποχρεωτική στράτευση και να μεταναστεύσουν από τη Γερμανία κατά τη διάρκεια του πολέμου.
Με τον Ούγκο Μπάλ συναντήθηκε γύρω στο 1913, όταν εκείνος αγόρασε την πρωτόλεια ποιητική της συλλογή, που κυκλοφορούσε χειρόγραφη, δεμένη σε μετάξι. Η Τελευταία χαρά είναι η πρώτη της τυπωμένη συλλογή και εκδόθηκε τον ίδιο χρόνο. Σ’ αυτήν κυριαρχεί ο εξομολογητικός τόνος που χαρακτηρίζει όλα τα γραπτά της, ακόμα και τα πεζά.
Το ζευγάρι μετακόμισε στη Ζυρίχη το 1915. Τον επόμενο χρόνο βρίσκουμε τη λέξη DADA για πρώτη φορά στο ημερολόγιο του Μπαλ. Με τη συνεργασία των Τριστάν Τσαρά, Χανς Αρπ κ.ά. ιδρύουν το Cabaret Voltaire. Το 1920 παντρεύτηκαν, επτά χρόνια πριν το θάνατο του Μπαλ. Την καλλιτεχνική τους περιπέτεια διέσωσε η Έμμυ Χέννιγκς σε μια σειρά αυτοβιογραφικών κειμένων, με αρκετές όμως – προφανώς ηθελημένες– ανακρίβειες. Τα τελευταία δέκα χρόνια, ο εκδοτικός οίκος Wallstein επανέκδοσε το έργο της (πεζά, ποίηση και αλληλογραφία) σε 4 τόμους.
*
~.~
ΑΙΘΕΡΑ ΣΤΡΟΦΕΣ
Τώρα πρέπει να πέσω απ’ την μεγάλη σφαίρα.
Εξάλλου είναι μεγάλη γιορτή στο Παρίσι.
Το Gare de l’ Est ο κόσμος έχει πλημμυρίσει,
πολύχρωμες, μεταξωτές σημαίες κυματίζουν στον αέρα.
Ανάμεσα τους όμως δε συχνάζω.
Στο μεγάλο διάστημα πετώ.
Σε κάθε όνειρο τρυπώνω εγώ
και χίλια πρόσωπα διαβάζω.
Μεσ’ στη μιζέρια, κάποιος άρρωστος είναι ξαπλωμένος.
Το τελευταίο του βλέμμα με υπνωτίζει.
Μια καλοκαιρινή μέρα λαχταράμε, που δε γυρίζει…
Μαύρος σταυρός στην κάμαρα είναι απλωμένος.
(αυτό το ποίημα είναι για τον Hardy)
~.~
Τα τζάμια η βροχή χτυπάει.
Ένα λουλούδι με κόκκινο έχει φωτιστεί.
Αγέρι δροσερό προς τα μένα φυσάει.
Ξύπνια είμαι ή νεκρή;
Ένας κόσμος βρίσκεται μακριά, πολύ,
τέσσερις ένα ρολόι χτυπάει αργά.
Μα δε ξέρω την ώρα, τη στιγμή.
Πέφτω στη δική σου αγκαλιά…
(αφιερωμένο στον Robert Jentzsch)
~.~
Και το βράδυ μεσ’ στο βαθύ σκοτάδι,
τα κάδρα απ’ τους τοίχους ξεκαρφώνονται,
και κάποιος γελάει με τρόπο τόσο αυθάδη,
καθώς χέρια μακριά πάνω μου γραπώνονται.
Και μια γυναίκα με πράσινα μαλλιά
λυπημένη με κοιτάει
και λέει, πως μάνα ήταν παλιά
και δεν αντέχει να πονάει.
Σφίγγω στην καρδιά μου αγκάθια
και μένω ακίνητη, βουβή,
να υποφέρω θέλω όλα τα πάθια,
γιατί αυτό μου έχει ζητηθεί.
ΣΤΗ FRÄNZI
Στους δρόμους μόνη περπατώ,
καθώς πέφτει η βραδιά.
Χαμηλά τραγουδώ τον δικό σου το σκοπό.
Αχ, νιώθω τόση ερημιά.
Κάτω απ’ το αχνό, κόκκινο φως,
(ω, πόσο το στόμα σου ήταν οδυνηρό),
το πρόσωπό σου τόσο γλυκό, κάπως χλωμό,
και πόσο εγκάρδιος ο λαϊκός σου ο σκοπός.
Μάτια, που τα δάκρυαν ήξεραν καλά,
που της αγάπης τα βάσανα γνωρίσαν,
σα δυο αστέρια σκοτεινά, που δε σβήσαν
μα μέσα τους φωτιές καίγανε σιγά…
ΕΝΑ ΟΝΕΙΡΟ
Σε μια λίμνη είμαστε βυθισμένοι, βαθιά
και τίποτα δεν ξέρουμε για τον πόνο, τη συμφορά.
Τα νούφαρα μας έχουν περιτριγυρίσει,
όπως κρατάμε σφιχτά ο ένας τον άλλο.
Δεν πασχίζουμε, δεν ευχόμαστε, δε θέλουμε τίποτ’ άλλο.
Κάθε επιθυμία μας έχει πια αφήσει.
Αγαπημένε, μου λείπει ακόμα ένα,
μια ευχή, μου έμεινε εμένα:
Για τη λαχτάρα μια λαχτάρα.
ΥΠΝΩΣΗ
Το σώμα μου πονάει, σε κάποια χώρα ξενιτεμένο,
δε νιώθω το κορμί μου καιρό πια,
τα πόδια σα μολύβι είναι βαριά,
το στήθος κούφιο και καμένο.
Τίποτα δεν έχω κι όμως οι πόνοι θεριά,
στα μάτια σου φαντάζω εξόριστος εχθρός.
Αποκοιμιέμαι, καίνε κεριά,
στην άγνωστη χώρα μου ρίχνουν φως.
(για τον Siurlai )
ΣΤΟ ΣΠΙΤΙ ΜΟΥ
Η γιαγιά άντεξε όλο το βράδυ
–ένα φως έκαιγε στο πράσινο ποτήρι–
σε βάρδια από ένα καγκελωτό παραθύρι,
το πρόσωπό της κοιτούσα το χλωμό μεσ’ στο σκοτάδι.
Τα έπιπλα στην κάμαρα, που μπλε είναι βαμμένη,
σ’ αυτά έχουν τα βάσανά μας συγκεντρωθεί.
Κι όταν κάποιος πεθαίνει, εκείνη τη στιγμή
το ρολόι σταματά με μια γκρίνια αρρωστημένη.
ΣΤΟ ΝΟΣΟΚΟΜΕΙΟ
Όλα τα φθινόπωρα με προσπερνούν.
Άρρωστη κείτομαι στο δωμάτιο το λευκό.
Σκέφτομαι πάντα τα βιολιά να ηχούν,
θα ‘θελα καλύτερα να πάω για χορό.
Χίλια φώτα παιχνιδίζουν.
Ω, πόσο ωραία σήμερα είμ’ εγώ!
Μακιγιαρισμένα πρόσωπα γυρίζουν,
πολύχρωμα, γρήγορα πλάϊ, στο ρυθμό.
Αχ, πολλά τριαντάφυλλα μαραμένα,
που το βράδυ σπίτι κουβαλούσα,
απ’ το φαγοπότι ήταν διαλυμένα
το πρωί που στο τραπέζι ακουμπούσαν.
Στα κορίτσια ο νους μου πάλι πάει,
αυτές που έρωτα κάνουν όπως κι εγώ,
σαν άρχιζε η καθεμιά σκοπούς να τραγουδάει
του τόπου της, με κλάμα – με χαχανητό.
Και τώρα εγκαταλειμμένη είμαι στο χτες,
στο άσπρο δωμάτιο το βουβό.
Ω, του δρόμου εσείς αδερφές,
ελάτε στ’ όνειρό μου, όταν κοιμηθώ.
ΜΕΤΑ ΤΟ ΚΑΜΠΑΡΕ
Γυρνάω σπίτι νωρίς τα πρωινά.
Το ρολόι χτυπάει πέντε, έχει ήδη φωτίσει,
τις λάμπες στο ξενοδοχείο όμως δεν έχουν σβήσει.
Το καμπαρέ επιτέλους τέλειωσε πια.
Σε μια γωνιά τα παιδιά πάνε να κρυφτούνε,
ήδη οι αγρότες για την αγορά τραβούνε.
Βουβοί και γερασμένοι πάνε στην εκκλησία.
Απ’ το καμπαναριό σοβαρά η καμπάνα καλεί
και μια πόρνη με άγριο μαλλί
περιπλανιέται ακόμα, ξενυχτισμένη και κρύα.
~.~
Δυο φορές ήδη έχω γεννηθεί,
και τότε για χρήματα τραγουδούσα,
αλλά ο κόσμος πιο ηλιόλουστος μου ’χε φανεί
και χάθηκε η ψυχή που κουβαλούσα.
Κάπου στο βάθος ο χρόνος περνάει,
στην αγκαλιά μου τον νιώθω να ξεφεύγει.
Σκέφτομαι τον εαυτό μου να πρωτοξεκινάει,
πόσο πολύ το άπειρο μου διαφεύγει.
~.~
Περιπλανιέμαι μόνη τις νύχτες με τη σκέψη σου
Κάποιες φορές διακρίνω ένα παλτό, μοιάζει με το δικό σου.
Σε φωνάζω τότε σιγανά, με τ’ όνομά σου.
Η καρδιά σταματημένη απ’ τη θλίψη.
Κουρασμένα ακουμπάω στον τοίχο και κλείνω τα μάτια.
Αργά κυλάνε τα δάκρυα στη γη.
Ο κόσμος έχει μείνει ξοπίσω.
Αιωρούμαι μεσ’ από άσπρα σύννεφα σ’ αγκαλιές ανοιχτές.
Ροδοβροχή πέφτει δροσίζοντας τ’ άρρωστα μου μάτια.
Όλα είναι τόσο λευκά και τρυφερά.
Αχ, τόσο γλυκά.
(αφιερωμένο στον Ferdinand Hardekopf)
*
*
*


