Το  Ποιητόμετρο

*

Από δω και πέρα, τίποτα δεν θα είναι ίδιο…

Εκείνο το απόγευμα που τηλεφώνησε ο ποιητής, δοκιμιογράφος, ιδρυτής και τέως εκδότης του έντυπου λογοτεχνικού περιοδικού Πλανόδιον, Γιάννης Πατίλης, στον ποιητή, δοκιμιογράφο και νυν εκδότη του περιοδικού σε έντυπη και ηλεκτρονική μορφή, υπό τον τίτλο Νέο Πλανόδιον, Κώστα Κουτσουρέλη, ήταν σαν όλα τ’ άλλα απογεύματα που τηλεφωνιόντουσαν οι δυο τους για θέματα του περιοδικού.

Ο αίθριος καιρός δεν προμήνυε την απρόσμενη καταιγίδα που θα ξεσπούσε και θα πλημμύριζε – όπως κάθε ξαφνική νεροποντή στην Αθήνα – λεωφόρους, κεντρικές οδούς, παράκεντρα και αδιέξοδα – λογοτεχνικά – σοκάκια.

Ήταν μια παράξενη εποχή για την λογοτεχνία. Χωρίς τα μεγάλα ρεύματα του παρελθόντος, δίχως τρανταχτά ονόματα και διακριτές φωνές, βούλιαζαν σχεδόν τα πάντα σ’ έναν στείρο μιμητισμό και σ’ έναν εξαμβλωματικό πειραματισμό.

Ειδικώς στην ποίηση, γινόντανε το «έλα να δεις». Έβγαιναν 1.000 συλλογές τον χρόνο. Σε 10 χρόνια 10.000. Σε 100 χρόνια 100.000 ποιητικές συλλογές! Ποιος θα έφτανε στον επόμενο αιώνα; Ποιος θα επέπλεε σαν καρυδότσουφλο στον ωκεανό του Χρόνου;

Ποιητές και ποιητίσκοι, αστέρες κι αστερίσκοι, διαγωνίζονταν για το εκλαμπρότερο πυροτέχνημα στον χάρτινο ουρανό τους. Αυτό που θα τους εκτόξευε στην αιωνιότητα. Κι επειδή το μεγάλο έργο ήταν δύσκολο να γραφτεί, στράφηκαν προς την μεγάλη προβολή του μικρού τους έργου: αλλεπάλληλες εκδόσεις – μία συλλογή στην αρχή της χρονιάς και μία στο τέλος της άλλης, ώστε να παίζουν συνεχώς στα Κρατικά Βραβεία· εντυπωσιακές παρουσιάσεις – με απαγγελίες ηθοποιών και μελοποιήσεις· επιστρατεύσεις μεγάρων, θεάτρων, στοών· κριτικές και συνεντεύξεις – όσο πιο άφθονες κριτικές και συνεντεύξεις. Τα περιοδικά – έντυπα και ηλεκτρονικά – ξεφύτρωναν σαν μανιτάρια και τα ποιήματα δημοσιεύονταν σαν αγγούρια.

Το 2% του αναγνωστικού κοινού απηύδησε – δηλαδή ολόκληρο το κοινό που διάβαζε ποίηση. Κάτι φιλόλογοι επί το πλείστον, κάτι φοιτητές, κάτι «βαρεμένοι» και οι μετρημένοι στα δάχτυλα της προκοπής αναγνώστες. Κοινό στην θέση του κοινού – του κενού καλύτερα – έγιναν οι ίδιοι οι ποιητές. Βάραγαν παλαμάκια ο ένας του άλλου, χορεύοντας σαν αρκούδια. Η πίστα γέμισε λουλούδια – επαίνους κι επευφημίες – και σπασμένα πιάτα – έριδες και κακολογήματα.

Έτσι, τσουβαλιασμένοι όλοι μαζί, πήγαιναν «ντουγρού» για τον κάδο της γειτονιάς – μια γειτονιά κι η λογοτεχνία μας – μέχρι να περάσει το σκουπιδιάρικο της Ιστορίας και να μαζέψει τους πάντες. Η αιωνιότητα που ονειρεύονταν όλοι τους, δεν θα μπορούσε παρά να είναι η ανακύκλωση.

Ντρίιιν! Ντρίιιν…

Το τηλέφωνο χτυπούσε ανυπόμονα κι ο Κουτσουρέλης το σήκωσε καθυστερημένα, γιατί εκείνη την στιγμή έγραφε ένα άρθρο για τον πόλεμο στην Ουκρανία κι αμφιταλαντεύονταν μεταξύ τελείας και άνω τελείας σε μια παράγραφο. Τελικά έβαλε μια βιαστική τελεία, λες και τερμάτιζε οριστικά και βεβιασμένα, κατόπιν άνωθεν εντολής, ένα πολεμικό επεισόδιο και απάντησε:

«Καλώς τον Γιάννη!»

«Έλα, ρε, Κώστα! Μήπως κοιμόσουν;»

«Όχι, μωρέ, έγραφα ένα άρθρο».

«Άρθρο; Για τον Αρμάο;»

«Όχι, τελικά θα το γράψει ο Κεντρωτής».

«Α, ωραία! Οπότε θα κάνεις εσύ τον Βόυτσεκ του Μπύχνερ;»

«Ναι, το ετοιμάζω».

«Ο Κεφάλας τα έστειλε τα ποιήματα;»

«Ναι, μ’ αυτά θα ξεκινάει η ύλη».

«Πώς σου φάνηκαν;»

«…»

«Δεν άκουσα;»

«Καλά είναι».

«Καλά για… Κεφάλας;»

«ΚΑΛΑ… με κεφαλαία!»

«Ρε, συ…»

«Τι;»

«Διάβασα πριν λίγο ένα άρθρο…»

«Και;»

«Να, λέει κάτι το τρομερό!»

«Κι άλλος πόλεμος;»

«Πόλεμος; Μιλάμε για πυρηνική έκρηξη, Κώστα μου!»

«Σοβαρά τώρα; Πού;»

«Στην ποίηση!»

«Χα, χα, χα! Α, ρε, Γιάννη, με τ’ αστεία σου!»

«Αστεία; Σου στέλνω το link. Διάβασε και πάρε με…»

Δεν πέρασαν παρά λίγα δευτερόλεπτα και στο messenger φάνηκε η κόκκινη ένδειξη του εισερχόμενου μηνύματος. Ο Κουτσουρέλης έκανε κλικ πάνω στο link. Μεταφέρθηκε στην σελίδα Poetry και διάβασε με έκδηλο ενδιαφέρον το άρθρο που, σε πρόχειρη μετάφραση, τα κυριότερα κομμάτια του έλεγαν τα εξής:

…το λογισμικό έχει ως βάση την ιδέα ενός «γλωσσικού μοντέλου» που στοχεύει στην αναπαραγωγή μιας γλώσσας μέσω στατιστικής χαρτογράφησης των πιθανοτήτων για το ποιες λέξεις ακολουθούν ποιες. Για παράδειγμα, πόσο συχνά η λέξη «κόκκινο» ακολουθείται από την λέξη «τριαντάφυλλο».

 Η ίδια ανάλυση μπορεί να γίνει και σε προτάσεις ή ακόμα και σε ολόκληρες παραγράφους και κάπως έτσι άνοιξε η όρεξη μερίδας επιστημόνων: «Γιατί να μην γράφουν και οι υπολογιστές ένα ποίημα για κόκκινα τριαντάφυλλα στο στιλ της Σύλβια Πλαθ», αφού μέσω στατιστικών θα μπορούν να αναλύσουν και από ποιες λέξεις περιγράφονται συγκεκριμένες ψυχικές καταστάσεις;

 Οι επιστήμονες, λοιπόν, έστρωσαν τον υπολογιστή, μέσω του λογισμικού, στο διάβασμα. Έχοντας τροφοδοτηθεί με τεράστιες ποσότητες γραπτών κειμένων από κάθε γωνιά του διαδικτύου και μέσα από εκατομμύρια δοκιμαστικές προβλέψεις, ο υπολογιστής σταδιακά μαθαίνει και χαρτογραφεί τις στατιστικές σχέσεις μεταξύ των λέξεων.

 Στα μέσα του περασμένου Ιουλίου η OpenAI έδωσε μια δοκιμαστική εκδοχή του λογισμικού σε επιλεγμένα άτομα, για να δοκιμάσουν τις δυνατότητές του.

 Μια ομάδα στην Silicon Valley χρησιμοποίησε την γλώσσα GPT-2 ψυχαγωγικά με αποτέλεσμα την έκδοση ενός βιβλίου με τον τίτλο Transformer Poetry τον Δεκέμβριο του 2019. Το αποτέλεσμα είναι εκπληκτικό και κάποτε διασκεδαστικό, όταν οι αυτόματοι στίχοι νοηματικά γίνονται ακαταλαβίστικοι. Κανείς δεν μπορεί να το μπερδέψει για ανθρώπινη ποίηση. Αλλά είναι εντυπωσιακά ζωντανό: προσφέρει ένα αλλόκοτο βλέμμα στο πόσο καλοί μπορεί να γίνουν οι μηχανικοί γραφιάδες, αλλά και στις συνέπειες ενός τέτοιου γεγονότος.

 Το δίκτυο GPT-2 βασίστηκε σε πηγές από οκτώ εκατομμύρια ιστοσελίδες. Με την μέθοδο της δοκιμής και της πλάνης προσπαθεί να μαντέψει το υπόλοιπο μέρος ενός κειμένου, αν του δώσουμε τις πρώτες λέξεις ή προτάσεις. Έτσι, ανέπτυξε μια γενική μέθοδο συμπλήρωσης κειμένων, ανεξάρτητα από το είδος του κειμένου.

 Αν έχουμε λοιπόν υπολογιστές που γράφουν σαν υπολογιστές, υπολογιστές που γράφουν σαν άνθρωποι, ανθρώπους που γράφουν σαν άνθρωποι, αλλά και ανθρώπους που γράφουν σαν υπολογιστές, τι στην ευχή μπορούμε να συμπεράνουμε;

 Αυτοί ήταν πάνω κάτω οι πειραματισμοί του παρελθόντος. Μέχρι που ήρθε να σαρώσει τα πάντα, το Ποιητόμετρο…

 Ο Κουτσουρέλης ανακάθισε στην καρέκλα του. Στερέωσε καλύτερα να γυαλιά του κι έσκυψε ολόκληρος πάνω απ’ τον υπολογιστή. Θα έλεγε κανείς, αν τον έβλεπε ξαφνικά, πως δεν διάβαζε αλλά ρούφαγε με τα μάτια του την οθόνη.

Δεν πέρασαν ούτε πέντε λεπτά αναγνώσεως και άρπαξε το τηλέφωνο. Στην άλλη άκρη της γραμμής ο Πατίλης:

«Το διάβασες, Κώστα;»

«Μα, καλά, είναι σοβαροί τώρα;» ακούστηκε η φωνή του Κουτσουρέλη.

«Κατάλαβες τι λέει; Το πήγες μέχρι τέλους;» είπε ο Πατίλης.

«Ε, τι λέει; Πως το να γράψει ποίηση το κομπιούτερ είναι κάπως δύσκολο, αλλά να μετρήσει την αξία της βάσει μιας σειράς δεδομένων είναι απλούστατο!»

«Θεωρείς πως δεν ευσταθεί; Δεν διάβασες πως ήδη δύο πανεπιστήμια στην Αμερική σκοπεύουν να κάνουν χρήση του λογισμικού;»

«Ναι, καλά!»

«Βγάζει και σκεπτικό το μηχάνημα! Θα πει γιατί επέλεξε τον έναν ή τον άλλον».

«Α, ναι; Δηλαδή θα βρει και τις επιρροές; Μήπως και τα… κλεμμένα; Αυτό μάλιστα! Θα βγάλουμε έξτρα τεύχος, με συμπληρωμένο τον Φάκελο Λογοκλοπή!»

«Πάλι με τον Βλαβιανό τα ’χεις; Τι τρέχει, ρε, με σας; Αφού κάποτε ήσασταν μαζί στην Νεφέλη».

«Το να είσαι στον ίδιο εκδοτικό με κάποιον… κάποτε, τι σημαίνει; Ότι δεν μπορείς να τον κρίνεις; Ας κρίνει κι αυτός εμένα. Γράφεις, κρίνεσαι. Πώς θα γίνει, δηλαδή;»

«Καλά, άσε τον Βλαβιανό τώρα, θα τον αναλάβει… το Ποιητόμετρο!»

«Εγώ νομίζω, Γιάννη, πως το λογισμικό είναι μπαρούφα! Ένα διαφημιστικό κόλπο της Microsoft. Κατά καιρούς σκάνε μύτη κάτι τέτοια και μετά ξεχνιούνται. Το πιθανότερο είναι πως δεν πρόκειται για κάτι σοβαρό. Χωράει η ποίηση σε λογισμικά; “Ούτε ένα κομπιούτερ μπορεί να υπολογίσει την τετραγωνική ρίζα της λύπης, ούτε ένας ποιητής να λυγίσει την καρδιά ενός σκληρού δίσκου!”»

«Κώστα, έγραψες!» αναφώνησε απ’ την άλλη άκρη της γραμμής ο Πατίλης.

«Εγώ; Ο Κυριαζής το έγραψε».

«Ποιος Κυριαζής; Ο Θανάσης; Σοβαρολογείς τώρα;»

«Ποιος Θανάσης; Ο Γιάννης Κυριαζής».

«Ποιος είν’ αυτός;»

«Βρε, αυτός που μετέφρασε Παλατινή και Μύθους του Αισώπου».

«Ξέρεις πόσοι έχουν μεταφράσει Παλατινή και Μύθους του Αισώπου;»

«Αυτός που έγραψε την Χρονοθύελλα και την Παραφορά του Ερωταφίου».

«Χιονοθύελλα και Περιφορά του Επιταφίου;»

«Βρε, ο Κυριαζής, ο φίλος του Σολδάτου!»

«Του σκηνοθέτη; Με τον Αιγόκερω; Του εκδότη;»

«Πες μου πως κάνεις πλάκα! Ο Σολδάτος βρε, έχουμε δημοσιεύσει στο ηλεκτρονικό Πλανόδιο ποιήματά του! Είχες απαγγείλει κι εσύ ένα δικό του, στην εκδήλωση που έγινε πριν χρόνια για τον Μαβίλη από τον Πόρφυρα. Αυτός που γράφει κάθε μήνα, εδώ σε μας, τα Παλιομοδίτικα Διηγήματα!»

«Παλαιοημερολογίτικα;»

«Βρε, ο Σολδάτος, που έγραψε την Μαύρη Βίβλο, η οποία σατίριζε ονομαστικά όλους τους σύγχρονους ποιητές!»

«Όλους; Μωρ’ τι μας λες! Εμένα με σατίρισε;»

«Εσένα, νομίζω, όχι!»

«Μπα! Και γιατί όχι; Δεν είμαι εγώ ποιητής γι’ αυτόν τον… πως τον είπες; Σκορδάτο;»

«Σολδάτο!»

«Ψάρωσες, ε, νεούδι; Και τον Κυριαζή τον ξέρω, βρε! Όχι σαν αυτούς, που δεν έχουν διαβάσει ούτε μια συλλογή μου και λένε πως… Πατίλιασαν!»

«Μα, είσαι σίγουρος; Τα παιδιά μπορεί και να σ’ εκτιμούν!»

«Σοβαρά; Ούτ’ ένα βιβλίο τους δεν μου έστειλαν – ούτε ένα!»

«Αφού το ξέρεις, είναι αντισυμβατικοί. Δεν σου στέλνουν για να μην φανεί σαν γλείψιμο».

«Σ’ εσένα όμως στέλνουν! Πιο συστηματίας είμαι εγώ από σένα;»

«Ίσως είσαι πιο… ποιητής!»

«Αυτό, Κώστα μου, δεν θα το πεις εσύ, αλλά… το Ποιητόμετρο!»

«Ναι, καλά!»

«Μα, γιατί; Δύσκολο είναι να κρίνει ένα μηχάνημα αν είναι καλύτερος ποιητής ο Σολωμός από σένα;»

«Αυτό, Γιάννη μου, δεν χρειάζεται μηχάνημα, το κρίνω και μόνος μου!»

«Ότι είσαι καλύτερος απ’ τον Σολωμό;»

«Χα, χα, χα! Μην γίνεσαι Ποιητόμετρο στην θέση του Ποιητόμετρου, μαιτρ!»

«Λοιπόν, αν έρθει αυτό το πράγμα στην Ελλάδα, θα πέσει πολύ γέλιο!»

«Γιάννη μου, πρέπει να κλείσω. Υποσχέθηκα στην μικρή Παιδική Χαρά και δεν θέλω να νυχτώσει».

«Έγινε, Κώστα! Δώσ’ της πολλά φιλιά κι από μένα!»

~ . ~

Στην Παιδική Χαρά ο Κουτσουρέλης ήταν σκεφτικός. Η μικρή έκανε κούνια και του μιλούσε:

«Μπαμπά, τι σκέφτεσαι; Ποιήματα;»

«Όχι, μικρή μου, το Ποιητόμετρο!»

«Τι ’ν’ αυτό πάλι;»

«Ένα μηχάνημα που μετράει ποιο ποίημα είναι πιο καλό απ’ το άλλο».

«Και τι σε νοιάζει εσένα; Το καλύτερο ποίημα το έχεις γράψει εσύ για μένα!»

Ο Κουτσουρέλης γέλασε πλατιά και σταμάτησε την κούνια αγκαλιάζοντας την κόρη του.

«Και ποιο είναι αυτό το ποίημα, μικρή πριγκίπισσα;»

«Οι δυο Μαρίες! Το ξέρω, να σ’ το πω;»

Ο Κουτσουρέλης έλαμψε από χαρά! Κι άρχισαν εναλλάξ ν’ απαγγέλλουν το τελειότερο ποίημα του κόσμου, ενώ το σκοτάδι έπεφτε σιγά-σιγά και τ’ άστρα τρεμουλιάζανε «καθώς το μάτι ανοιγοκλεί προτού δακρύσει»:

Η κόρη μου είναι πια δέκα μηνώ
κι είναι η μαμά μου λίγο πιο μεγάλη.
Σήμερα μάλιστα γιορτάζουνε κι οι δυο –
Μαρία η μια, Μαρία κι η άλλη.
 
Η μάνα μου είναι νια και λυγερή,
είναι σα νά ’πε εκείνη «στοπ!» στο χρόνο.
Κι είναι η εγγόνα της λιγάκι πιο όμορφη –
κι εγώ τις βλέπω και τις καμαρώνω.
 
Η κόρη μου είναι σαν τα κρύα νερά,
που τρέχουν άφθονα κι όλους μας πιτσιλάνε.
Κι είναι η μαμά μου σαν εκείνα τα κρασιά
που μια γουλιά να πιεις σε ξεδιψάνε.
 
Η μάνα μου είναι πάντα ακούραστη,
γυρνάει σα σβούρα κι όλους μάς παλεύει.
Κι είναι η κορούλα μου κι αυτή ασταμάτητη,
γυρνάει σα σβούρα και μας κοροϊδεύει.

Όταν χιμάει μπουσουλώντας προς τα μπρος,
λέω είναι αέρας, πώς να τήνε πιάσω;
Μα ήδη η γιαγιά της είναι εκεί, φύλακας κι άγγελος –
αχ, να μπορούσα λίγο να της μοιάσω!

~ . ~

Η έκτακτη συνεδρίαση της Εταιρείας Συγγραφέων έλαβε χώρα στην Κοδριγκτώνος 8 υπό άκρα μυστικότητα σε κύκλο κλειστό: πρόεδρος, αντιπρόεδρος, ταμίας και γενικός γραμματέας. Θέμα, το Ποιητόμετρο! Έπρεπε να ληφθούν μέτρα, να προβλεφθούν καταστάσεις. Αν η Εταιρεία καταδίκαζε το έκτρωμα αυτό της τεχνολογίας σαν αναξιόπιστο, οι συγγραφείς της θα προστατεύονταν απόλυτα.

«Κύριοι!» βρυχήθηκε ο πρόεδρος. «Το κύρος της Εταιρείας δεν επιτρέπει…»

Τα ίδια και στην Εταιρεία Ελλήνων Λογοτεχνών, στον Κύκλο Ποιητών, αλλά και σε μικρότερους κύκλους και κυκλίσκους. Αυτό, δα, έλειπε, να έρθει μια εφαρμογή και να τα κάνει όλα μπάχαλο! Η τάξη έπρεπε να παραμείνει… σε τάξη! Όποια ανακατάταξη, θα ισοδυναμούσε με βόμβα στην κιβωτό της πνευματικής μας ζωής. Οι συνέπειες θα ήταν απρόβλεπτες και ανεξέλεγκτες. Ενδεχομένως να κλονιζόταν συθέμελα το οικοδόμημα του πολιτισμού μας, να αλλοιωνόταν αυτόματα η ταυτότητα του ίδιου του Έθνους!

~ . ~

Οι εξελίξεις, όμως, έτρεχαν με την ταχύτητα του φωτός…

Το τηλέφωνο του Πατίλη κουδούνιζε σαν τρελό. Στην άλλη άκρη της γραμμής ο Κουτσουρέλης.

«Έλα, μαιτρ!»

«Λέγε, Κώστα!»

«Έχω συνταρακτικά νέα!»

«Δηλαδή;»

«Το Ποιητόμετρο…»

«Ήρθε; Κιόλας;»

«Όχι, αλλά κοντός ψαλμός…»

«Πες, ρε, μ’ έσκασες».

«Δεν πρόκειται να γίνει η δοκιμή, που λέγαμε, στα δύο πανεπιστήμια της Αμερικής».

«Α, μπα!»

«Θα γίνει κάτι συγκλονιστικότερο!»

«Σκας γάιδαρο, Κώστα!»

«Ξέρεις τι θα συμβεί; Φαντάζεσαι;»

«Η… έλευση του Αντιχρίστου;»

«Μα, να σου πω!…»

«Με τσουρουφλίζεις, Κώστα, με ψήνεις, παιδί μου!»

«Να το πάρει το ποτάμι;»

«Να το πάρει…»

«Στις 21 Μαρτίου – Παγκόσμια Ημέρα Ποίησης – το λογισμικό θα δοθεί στις Εθνικές Βιβλιοθήκες των πολιτισμένων κρατών της Γης: αυτών, δηλαδή, που διαθέτουν σοβαρή λογοτεχνία. Θα εισαχθούν σε μορφή pdf ή word τα έργα των εκατό σημαντικότερων ποιητών κάθε χώρας και θα αναδειχθεί ο καλύτερος. Κατόπιν, από τους καλύτερους των κρατών θα αναδειχτεί ο καλύτερος των καλύτερων, ο μέγιστος ποιητής όλων των εποχών παγκοσμίως. Για να συλλάβεις την σοβαρότητα του εγχειρήματος, ένα σου λέω μόνον: οι δημιουργοί της εφαρμογής θα είναι υποψήφιοι για βραβείο Νομπέλ! Καταλαβαίνεις για τι πράγμα μιλάμε, Γιάννη μου;»

«Εκείνο που καταλαβαίνω εγώ είναι πως φτηνά την γλιτώσαμε, Κώστα μου!»

«Την γλιτώσαμε; Τι γλιτώσαμε;»

«Γλιτώσαμε το ρεζιλίκι, λίγο το έχεις αυτό;»

«Με ποιο τρόπο δηλαδή;»

«Απλούστατα, δεν είμαστε μέσα στους εκατό σημαντικότερους ποιητές της Ελλάδας!»

«Μωρ’ τι μας λες; Και γιατί δεν είμαστε;»

«Βάλε καμιά δεκαριά απ’ την Αρχαία Ελλάδα, Βυζάντιο, Ακριτικά Τραγούδια, Δημοτικό Τραγούδι, Κρητική λογοτεχνία της Αναγέννησης, Επτανησιακή Σχολή, Πρώτη Αθηναϊκή Σχολή, Νέα Αθηναϊκή Σχολή, Μεσοπόλεμος, Γενιά του Τριάντα και… κλείσαμε! Βρε, ούτε μέχρι την Γενιά του Εβδομήντα δεν θα φτάσουμε!»

«Εμ, δεν είν’ έτσι, Γιάννη μου! Θα μπουν εκπρόσωποι απ’ όλες τις Γενιές. Κι όχι μόνον αυτό, αλλά κατόπιν της ανακοινώσεως των αποτελεσμάτων, θα υπάρχει και αύξων αριθμός των ελασσόνων, που θ’ ακολουθήσουν μετά τον πρώτο. Θα καγχάσει και το ποικιλόχρουν ερίφιο!»

«Μα θα συμμετάσχει σίγουρα η Εθνική Βιβλιοθήκη της Ελλάδος;»

«Θα συμμετάσχει! Θα συμμετάαασχει…»

«Βρε, παιδάκι μου, υπάρχει αξιοπιστία σε όλο αυτό; Αν το λογισμικό είναι ρυθμισμένο από τους κατασκευαστές του, έτσι ώστε να αναδείξει όποιους θέλουν αυτοί; Ποιος διασφαλίζει την αντικειμενικότητά του;»

«Όποιος διασφαλίζει και το… απόρρητο των συνομιλιών μας, Γιάννη μου!»

«Και πώς συνέβη να συμφωνήσουν όλες οι Εθνικές Βιβλιοθήκες ταυτόχρονα, ώστε να δοκιμαστεί κάτι τέτοιο;»

«Υπάρχει δάκτυλος από πίσω, Γιάννη! Δεν είναι τυχαίο όλο αυτό!»

«Σε κάθε περίπτωση πάντως, Κώστα μου, όποιος δάκτυλος κι αν υπάρχει από πίσω, δεν μπορούν να αναδείξουν κορυφαίο τον Σολδάτο, ας πούμε!»

«Ποιον, αυτόν με τις Εκδόσεις Αιγόκερως;»

«Άντε, βρε! Τον άλλον λέω!»

«Και γιατί δεν μπορούν; Έχεις διαβάσει ποτέ Σολδάτο;»

«Ναι, διάβασα την Μαύρη Βίβλο του».

«Α, σου την έστειλε; Γιατί μόνο σε όσους σατιρίζει την έστειλε».

«Φωτοτυπία την έχω!»

«Και;»

«Τι, και;»

«Πώς την είδες, λέω».

«Εμ, δεν την είδα! Μου έκρυβαν την ορατότητα οι δεκάδες φαλλοί, που εν είδει φανοστάτη ξεπρόβαιναν σε κάθε σελίδα!»

«Έλα, βρε Γιάννη μου, ο Μέγας Ανατολικός του Εμπειρίκου είναι χειρότερος!»

«Εμένα, Κώστα, μου αρέσει η σάτιρα του Παλαμά, του Καρυωτάκη, άντε και του Σουρή, όχι να καυλομαχεί ο ποιητής με τις κόρες μου!»

«Με τις κόρες σου;…»

«Των ματιών μου εννοώ!»

«Α, μωρέ, Γιάννη! Το ανυπέρβλητο χιούμορ σου!»

«Ελπίζω να διαθέτει ανάλογο χιούμορ και το Ποιητόμετρο. Και να αναδείξει κάναν… Βλαβιανό κορυφαίο!»

«Κορυφαίο, σε τι; Σ’ αυτό που ξέρει καλύτερα απ’ οτιδήποτε να κάνει;»

«Φυσικά σε αυτό που ξέρει καλύτερα να κάνει, να γράφει δηλαδή κορυφαία ποιήματα!»

«Πού βρίσκεις το κουράγιο, βρε Γιάννη μου! Εδώ ο κόσμος καίγεται, κι εσύ…»

«Τίποτα δεν καίγεται! Ή μάλλον καίγεται… το κοτόπουλο που έχω στον φούρνο! Κώστα, τα λέμε…»

~ . ~

Και ξημέρωσε η 21η Μαρτίου. Ανέτειλε ο ήλιος – της Νοημοσύνης – της Παγκόσμιας Ημέρας Ποιήσεως. Οι απανταχού επετειακές εκδηλώσεις φάνταζαν σαν καμένα κοτόπουλα – χειρότερα κι απ’ του Πατίλη – μπροστά στο φαντασμαγορικό παγώνι της αναμονής των αποτελεσμάτων απ’ το αδιανόητο λογισμικό. Η Εθνική Βιβλιοθήκη ερμητικά κλειστή. Μπροστά απ’ τον υπολογιστή με το πρόγραμμα κανείς εκπρόσωπος των γραμμάτων, ακαδημαϊκός ή δημοσιογράφος. Μόνον τρεις τεχνικοί ειδικά εκπαιδευμένοι στην Αμερική για το εν λόγω εγχείρημα, η αγία τριάς του Ποιητόμετρου.

Τα αποτελέσματα βγήκαν περί την τρίτη μεσημβρινή και αναρτήθηκαν άμεσα στην ιστοσελίδα της Βιβλιοθήκης.

~ . ~

Ο Κουτσουρέλης τηλεφωνεί στον Πατίλη, μιλάει…

Ο Πατίλης τηλεφωνεί στον Κουτσουρέλη, μιλάει…

Καλούσαν ταυτόχρονα ο ένας τον άλλον.

Κάποια στιγμή τα καταφέρνουν.

«Έλα, Κώστα, τα είδες;»

«Τα αποτελέσματα;»

«Ε, ναι!»

«Τα είδα…»

«Και;»

«Το σκεπτικό είναι δίκαιο, Γιάννη!»

«Δίκαιο! Έχεις δίκιο…»

«Όποιος ξέρει από ποίηση, δεν μπορεί παρά να συμφωνήσει».

«Καλύτερα τα ποιήματα των Ορφικών, ο Όμηρος δεύτερος και καταϊδρωμένος! Άκου δείγμα των Ορφικών Ύμνων που παραθέτουν, Κώστα!»

Ὦ Φύσι, παμμήτειρα θεά, πολυμήχανε μῆτερ,
οὐρανίη, πρέσβειρα, πολύκτιτε δαῖμον, ἄνασσα,
πανδαμάτωρ, ἀδάμαστε, κυβερνήτειρα, παναυγές,
παντοκράτειρα, τετιμέν’ ἀεί, πανυπέρτατε δαῖμον,
ἄφθιτε, πρωτογένεια, παλαίφατε, κυδιάνειρα,
ἐννυχίη, πολύπειρε, σελασφόρε, δεινοκαθέκτε…
πάντων μὲν σὺ πατήρ, μήτηρ, τροφὸς ἠδὲ τιθήνη,
ὠκυλόχεια, μάκαιρα, πολύσπορος, ὡριὰς ὁρμή,
παντοτεχνές, πλάστειρα, πολύκτιτε, πότνιε δαῖμον,
ἀιδίη, κινησιφόρος, πολύπειρε, περίφρων,
ἀενάῳ στροφάλιγγι θοὸν ῥύμα δινεύουσα,
πάνρυτε, κυκλοτερής, ἀλλοτριομορφοδίαιτε…
ἄτρομε, πανδαμάτειρα, πεπρωμένη, αἶσα, πυρίπνους,
ἀίδιος ζωὴ ἠδ’ ἀθανάτη τε πρόνοια… 

«Μα φυσικά, δεύτερος ο Όμηρος, Γιάννη μου! Οι Ορφικοί Ύμνοι είναι διαμάντια υπέρλαμπρα, που δείχνουν σαν γυαλάκια πολύχρωμα όλα τα υπόλοιπα. Εδώ τους αντέγραψαν και τους παραποίησαν μέχρι και οι Χριστιανοί στην υμνογραφία τους!»

«Καλύτερος ποιητής της νεότερης Ελλάδας ο Παλαμάς, Κώστα μου!»

«Σ’ εμένα το λες; Χρόνια το υποστηρίζω εγώ αυτό! Μιας και λέγαμε για τους Ορφικούς πριν, θυμήθηκα και τον Ορφικό Ύμνο του Παλαμά»:

Ἔξω ἀπὸ τοὺς δρόμους τῶν ἀστόχαστων,
λειτουργὸς καὶ ψάλτης ὀρφικός,
ἕναν ὕμνο ξαναφέρνω
μιᾶς λατρείας πανάρχαιας πρὸς τὸ φῶς.
Ἔτρεξε ὡς τὰ τώρα ὁ λογισμός μου,
καταχωνιασμένος ποταμὸς
ξάφνισμα στὸ βούισμα τῶν ἀνθρώπων
τῆς κιθάρας μου ὁ ρυθμός.
Νύχτα ξεκινῶ, νύχτ᾿ ἀνεβαίνω
τὴ δυσκολανέβατη κορφὴ
θέλω μόνος, θέλω πρῶτος
τ᾿ ἀπολλώνιο φῶς νὰ χαιρετίσω,
ἐνῶ κάτου στοὺς ἀνθρώπους
θὰ εἶν᾿ ἀκόμα ὁ ὕπνος καὶ τὸ σκότος.

«Ο Ελύτης πίσω απ’ τον Σικελιανό! Μεγάλη έκπληξη, ε, Κώστα;»

«Έκπληξη; Καθόλου! Αυτή έπρεπε να είναι η σειρά. Και δεν εννοώ η χρονική. Χωρίς τον Σικελιανό, θα έρευε στην λαμπρή σκιά του Καρυωτάκη ο Ελύτης. Θυμήσου πως στα τελευταία του έγραφε τον θάνατο ήλιο χωρίς βασιλέματα κι ο αυτόχειρ της Πρεβέζης έλεγε τον ήλιο θάνατο!»

«Κώστα, ο Καρυωτάκης πριν τον Καβάφη, ο Σεφέρης μετά!»

«Εγώ για τον Καβάφη έχω γράψει και δοκίμιο, ξέρεις την άποψή μου. Και μόνον που άφησε άκοπη μια συλλογή του Καρυωτάκη στην βιβλιοθήκη του, χωρίς να την διαβάσει, άξιζε αυτό το κάζο ο Αλεξανδρινός!»

«Ο Σεφέρης, όμως;»

«Κοίτα, νομίζω πως το Ποιητόμετρο μετράει κατά κάποιο τρόπο και τον βαθμό ειλικρίνειας του ποιητή, έτσι όπως το θερμόμετρο την θερμοκρασία του σώματος. Μπορείς ποτέ να φανταστείς πως ο Καρυωτάκης έγραψε την “Πρέβεζα” για πρόζα; Ενώ “Ο Μαθιός Πασκάλης ανάμεσα στα τριαντάφυλλα” ΕΙΝΑΙ πρόζα, Γιάννη μου! Σύγκρινε στίχους: “Καπνίζω χωρίς να σταματήσω απ’ το πρωί / αν σταματήσω τα τριαντάφυλλα θα μ’ αγκαλιάσουν”. Κι από την άλλη: “Αν τουλάχιστον, μέσα στους ανθρώπους / αυτούς, ένας επέθαινε από αηδία… / Σιωπηλοί, θλιμμένοι, με σεμνούς τρόπους, / θα διασκεδάζαμε όλοι στην κηδεία”».

«Αμάν! Τι βλέπω; Εδώ κηδεύουν και τον Σολωμό, Κώστα μου! Τον κατατάσσουν…»

«Ξέρω, μετά τον Παλαμά!»

«Ε, όχι και μετά τον Παλαμά! Αν δεν υπήρχε ο Σολωμός…»

«Α, δεν πάει έτσι! Το μηχάνημα κρίνει συνολικά. Η έκταση του Παλαμά και η πολυθεματικότητα της ποίησής του, συν η ολοκλήρωση του έργου του έναντι των αποσπασμάτων του Σολωμού δημιούργησε την διαφορά. Ο Βαλαωρίτης, για παράδειγμα, υποσκελίζει τον Κάλβο. Ο Ρίτσος την Δημουλά».

«Για τους ίδιους λόγους, Κώστα μου, έπρεπε κι ο Ελύτης να υποσκελίσει τον Σικελιανό! Ο ένας προηγείται μεν σε φωτεινότητα, αλλά ο άλλος κατόρθωσε ένα Άξιον Εστί! Έχει Άξιον Εστί ο Σικελιανός;»

«Έχει, όμως, έναν Αλαφροΐσκιωτο και μάλιστα σε ηλικία είκοσι πέντε ετών! “Ένα πανέμορφο χάος”, που πατάει σ’ αυτό ο Ελύτης στα σαράντα οκτώ του χρόνια – μια ολόκληρη πεντηκονταετία μετά τον Σικελιανό. Άκου Αλαφροΐσκιωτο και δες Ελύτη: “Τὸ λόγο ποὺ ἀχνίζει τὴν πράξη, / γιὰ νύχτες, γιὰ μέρες, / ψηλὰ στὰ βουνά, / ὅπου ἀπάτητοι δρόμοι, / στὸν βαθιὸν ἐλαιώνα / ποῦ οἱ ἄγραφοι νόμοι / πάντα ἀστράφταν μπροστά μου, /τὸν ἔφερα… / Ἀνέβηκα – φίλος / ἀνήφορων – ὄλες / τὶς κορφὲς ποὺ ἀγναντεύουν τὰ πέλαγα… Ἀλλοῦ οἱ ναοὶ κι ἀλλοῦ οἱ θεοί. / Μοῦ ἀστράφτει γύρω τῶν ἡρώων ἡ μοίρα. / Τὴ μοναξιὰ στὴ δύναμή μου ὑπόταξες. / Τῆς γλαυκομάτας ἡ ἔγνοια μου εἶναι κλήρα!” Έργο λιγότερο σύνθετο απ’ το Άξιον Εστί, αλλά με ευρωστία εφηβική και μ’ έναν στίχο που εμπερικλείει σχεδόν ολόκληρο τον Ελύτη: “απάνω μου τρίζει σαν μυλολίθαρο ο ήλιος”».

«Κι εμείς, πού βρισκόμαστε μέσα στα μυλολίθαρα του Ποιητόμετρου, Κώστα μου;»

«Εσύ είσαι στην Γενιά του Εβδομήντα, Γιάννη! Πρώτο βγάζει τον Υφαντή!»

«Εμ, αυτό πώς το ’χεις;»

«Μια χαρά αποτέλεσμα είναι! Χαζός ήταν ο Ελύτης που του έγραφε «σου σφίγγω το χέρι»; Ο Γιάννης είναι καίριος και αυθεντικός. Μεγάλο προσόν στην ποίηση αυτό! Το σύστημα δεν θέλει τέτοιους, αλλά το Ποιητόμετρο δουλεύει… με σύστημα!»

«Ναι, καλά! Αυτουνού να βιβλία εμπεριέχουν περισσότερα καυλιά απ’ ό,τι σελίδες! Αυτόν πάει να μιμηθεί κι ο Σολδάτος μού φαίνεται…»

«Γιάννη μου, δεν θέλω να σε απογοητεύω, αλλά τα καυλιά προϋπήρχαν και των δύο!»

«Άλλο καυλί τώρα, Κώστα! Το μαραφέτι με βγάζει πιο πίσω απ’ τον Βαρβέρη!»

«Οι νεκροί προηγούνται, όπως έλεγε κι ο Καρούζος!»

«Ναι, αλλά με βγάζει πιο πίσω κι απ’ τον Φωστιέρη!»

«Σε βγάζει, όμως! Λίγο είναι αυτό; Εγώ τι να πω, που με βγάζει πιο πίσω απ’ τον Βολκώφ;»

«Σε βγάζει, όμως!» πήρε το αίμα του πίσω ο Πατίλης.

«Δεν υπολογίζει τις μεταφράσεις μου, όμως, Γιάννη! Τα άρθρα μου, τα δοκίμια…»

«Δεν υπολογίζει και τις δημοσιεύσεις σου στο Facebook, αλλιώς θα σ’ έβγαζε πρώτο!» αστειεύτηκε ο Πατίλης.

«Γιάννη, κλείνω να γράψω την ανάρτηση για την ιστοσελίδα!»

«Μισό!… Ο Βλαβιανός τι βγήκε;»

«Βγήκε ο πιο πολυβραβευμένος μετά τον Βέη!»

«Σοβαρά; Υπάρχει τέτοια κατηγορία;»

«Πολλές κατηγορίες υπάρχουν, Γιάννη μου, πολλές…»

«Α, ο Γκανάς ποια θέση πήρε;»

«Πριν τον Κοροπούλη και μετά τον Καψάλη!»

«Αμάν! Κλείνω, Κώστα, γιατί…»

«…θα σου καεί το κοτόπουλο;»

«…γιατί καψαλίστηκε η γούνα μου! Χα, χα, χα!»

«Περίμενε…»

«Τι ’ναι πάλι;»

«Ξέρεις ποιον θεωρεί το Ποιητόμετρο καλύτερο ορισμό για την ποίηση;»

«Ποιον; Της Δημουλά;»

«Θύμισέ μου!»

«Βαδίζεις σε μιαν έρημο. Ακούς ένα πουλί να κελαηδάει. Όσο κι αν είναι απίθανο να εκκρεμεί ένα πουλί μέσα στην έρημο, ωστόσο εσύ είσαι υποχρεωμένος να του φτιάξεις ένα δέντρο. Αυτό είναι το ποίημα».

«Όχι, καλύτερος είναι του Κυριαζή!»

«Θύμισέ μου!»

«Από μιαν άλλη γωνιά ιδωμένο / το ποίημα είναι / η μακροσκελής υπογραφή του Κενού / για το άγραφο κομμάτι της σελίδας. / Αν λοιπόν γράφουμε ποιήματα / δεν κάνουμε τίποτε άλλο / απ’ το να δίνουμε συνεχώς / διαφορετικά επώνυμα στο Τίποτα».

«Αααα!»

«Υπάρχει και καλύτερο του Κυριαζή: “Αν ο ουρανός είναι η γη της Ποίησης / φανταστείτε τον ουρανό της…”»

«Ωωωω!»

«Υπάρχει και αφορισμός του για την ποίηση σε Χαϊκού: “Ποίηση, σκιάχτρο / που τρομάζεις μονάχα / την ευτυχία”».

«Φοβερός, Κώστα μου!»

«Στα Χαϊκού κι εσύ καλός είσαι, Γιάννη μου: “Μπουκιὲς σκοτάδι / Στo στόμα μου χώνω τα / Μαύρα μαλλιά σου”. Ή αυτό: “Ώς κι ο αέρας / Το κορμί σου φυσώντας / Σπούδασε γλύπτης”. Με κορυφαίο ετούτο: “Απ’ του έρωτά σου / Τις στάσεις μου ’κρυβες μια / Την απουσία”».

«Α, τα θυμάσαι!»

«Εγώ όλα τα θυμάμαι! Εσύ δεν θυμάσαι τίποτα δικό μου, πάω στοίχημα!»

«Είσαι σκληρή σαν οδοντόβουρτσα σε ούλα ματωμένα!»

«Αααα!»

«Μόλις έχασες το στοίχημα!»

«Αυτά τα στοιχήματα μ’ αρέσει να τα χάνω! Α, Γιάννη, σου έχω και τον καλύτερο ορισμό της Παγκόσμιας Ημέρας Ποίησης».

«Έβγαλε και τέτοιον το Ποιητόμετρο;»

«Όχι, αυτόν τον επέλεξα εγώ!»

«Για λέγε…»

«Θα ’πρεπε να γιορτάζεται / – λόγω αντιστοιχίας – / μαζί με την Παγκόσμια Ημέρα Πεολειχίας. / Έτσι όπως γονατίσαμε / και χάσαμε την τσίπα, / η πίπα κάνει τον ποιητή / κι ο ποιητής την πίπα!»

«Σολδάτος!»

«Το ήξερες;»

«Φιλοσοφία θέλει, Κώστα μου; Εδώ χορεύουν οι πίπες τσιφτετέλι!»

«Τώρα με το Ποιητόμετρο θα χορέψουν κι άλλοι, Γιάννη μου! Αλλά πρέπει να κλείσω, γιατί θα με χορέψει στο ταψί η μικρή. Υποσχέθηκα Παιδική Χαρά και δεν θέλω να νυχτώσει».

«Έγινε, Κώστα! Δώσ’ της πολλά φιλιά κι από μένα!»

~ . ~

Στην Παιδική Χαρά ο Κουτσουρέλης ήταν σκεφτικός. Η μικρή έκανε κούνια και του μιλούσε:

«Μπαμπά, τι σκέφτεσαι; Ποιήματα;»

«Όχι, μικρή μου! Σκέφτομαι πόσο σ’ αγαπώ!»

«Πόσο μ’ αγαπάς, μπαμπά; Από δω μέχρι τον ουρανό;»

«Αν ο ουρανός είναι η γη της αγάπης / φανταστείτε τον ουρανό της», σκέφτηκε ο Κουτσουρέλης, παραφράζοντας Κυριαζή, κι έσπευσε ν’ απαντήσει:

«Πιο πάνω απ’ τον ουρανό!»

Η μικρή, την ώρα που η κούνια έπαιρνε τροχιά προς τα ουράνια, ξαναρώτησε:

«Μέχρι τ’ αστέρια;»

«Πιο πάνω απ’ τ’ αστέρια!»

«Μέχρι την Ποίηση;»

«Πιο πάνω απ’ την Ποίηση!»

Μα τι υπάρχει πιο πάνω απ’ την Ποίηση, καλέ μπαμπά;»

Ο Κουτσουρέλης σταμάτησε την κούνια και την έσφιξε στην αγκαλιά του.

«Εσύ, μικρή πριγκίπισσα! Πιο πάνω απ’ την Ποίηση υπάρχεις μόνον εσύ!»

«Α…» είπε σκανδαλιάρικα εκείνη, «νόμιζα πως πιο πάνω από την Ποίηση ήταν το… Ποιητόμετρο!»

~ . ~

Ο Κουτσουρέλης διάβαζε ένα ενδιαφέρον άρθρο του Νόαμ Τσόμσκυ για την Τεχνητή Νοημοσύνη στο διαδίκτυο:

Το ανθρώπινο μυαλό δεν είναι, όπως το ChatGPT και τα όμοιά του, μια στατιστική μηχανή εκατοντάδων terabytes δεδομένων. Αντιθέτως, το ανθρώπινο μυαλό είναι ένα εκπληκτικά αποδοτικό και κομψό σύστημα που λειτουργεί με πεπερασμένο αριθμό πληροφοριών. Δεν προσπαθεί να βγάλει συσχετισμούς από τα δεδομένα, αλλά προσπαθεί να δημιουργήσει εξηγήσεις.

 Ας σταματήσουμε λοιπόν να την λέμε «Τεχνητή Νοημοσύνη» και να την αποκαλούμε όπως είναι: «λογισμικό λογοκλοπής», γιατί δεν δημιουργεί τίποτα, αλλά αντιγράφει υπάρχοντα έργα υπαρχόντων καλλιτεχνών, τροποποιώντας τα αρκετά ώστε να ξεφύγουν από τους νόμους περί πνευματικών δικαιωμάτων.

 Πρόκειται για την μεγαλύτερη κλοπή πνευματικής ιδιοκτησίας που έχει καταγραφεί ποτέ από τότε που οι Ευρωπαίοι άποικοι έφτασαν στα εδάφη των ιθαγενών της Αμερικής.

Πέρασε σε άλλη σελίδα:

Επειδή ακριβώς η Τεχνητή Νοημοσύνη δεν έχει κανένα από όλα αυτά τα χαρακτηριστικά (βιώματα, ψυχικές εμπειρίες, νόημα, συναίσθηση, πνευματική λειτουργία, συγκυριακή συνείδηση, έκφραση του ανέκφραστου, πανανθρώπινη καταγωγή κ.λπ.), για αυτόν ακριβώς τον λόγο κάθε «ποίηση» που θα δημιουργήσει η Τεχνητή Νοημοσύνη θα είναι απλά μια σούπα από λέξεις. Θα μοιάζει με ποίηση για όλους όσους καταναλώνουν λέξεις. Πρόκειται για ένα λογισμικό προγραµµατισµένο από δισεκατοµµύρια παγκόσµιες σελίδες πολιτικής ορθότητας να σου µιλάει σαν Αυστηρή Καλοσυνάτη Δεσποινίς Ορθογραφία.

 Αυτό που θαυμάζει ο αναγνώστης στον ποιητή, στην πραγματικότητα είναι το συνταρακτικό βίωμα της στιγμής που εκφράστηκε με λόγο. Η ποίηση δεν είναι λέξεις, είναι ένα συνταρακτικό βίωμα που μετατράπηκε σε λέξεις, ενώ το ρομπότ είναι απλά μια πρίζα στο ρεύμα, που ανακατεύει προϋπάρχουσες προγραμματισμένες πληροφορίες. Ό,τι και αν παράγει το ρομπότ, θα είναι μια αναπαράσταση και τίποτε άλλο. Θα μπορούσε, λοιπόν, ποτέ ένας καθρέφτης να φθάσει ή να ξεπεράσει αυτό που καθρεφτίζει;

 Φυσικά, σ’ έναν αντεστραμμένο κόσμο οι αναπαραστάσεις μοιάζουν το ίδιο αληθινές με τον πραγματικό και κάθε πραγματικότητα καταναλώνεται ως μια αναπαράσταση. Άρα, και η Τεχνητή Νοημοσύνη μπορεί να παράγει ποίηση. Ποιητές δεν μπορεί να παράγει όμως – και δεν μπορεί να ζήσει την ζωή τους.

 Ξάφνου, χτύπησε το τηλέφωνο:

«Ντρίιιν! Ντρίιιν…»

«Α, ο Πατίλης θα ’ναι!» σκέφτηκε ο Κουτσουρέλης.

Έψαξε μηχανικά το ακουστικό δίπλα του, χωρίς να σηκώσει τα μάτια του απ’ το άρθρο που διάβαζε, όμως εις μάτην. Το τηλέφωνο, άφαντο, εξακολουθούσε να κουδουνίζει δαιμονισμένα…

«Ντρίιιν! Ντρίιιν…»

Επιτέλους ο Κουτσουρέλης το έπιασε και το έφερε στο αυτί του. Εκείνο όμως εξακολουθούσε να κουδουνίζει… Απίστευτο!

Άνοιξε τα μάτια και είδε πως κρατούσε στην παλάμη του… το ξυπνητήρι!

«Μα, πόσες ώρες κοιμήθηκα;» αναρωτήθηκε.

Την ώρα εκείνη μπήκε η κόρη του στο δωμάτιο.

«Μπαμπάαα, μπαμπακούληηη!»

Ρίχτηκε στο λαιμό του και τον αγκάλιασε με τα τρυφερά χεράκια της.

«Ξύπνα, υπναρά!» είπε ναζιάρικα.

«Τι μέρα είναι σήμερα, πριγκίπισσα;» ρώτησε εκείνος.

«Μέρα… για περίπατο! Να τι μέρα είναι!» επέκτεινε την αγωνία του η μικρή.

Τότε φάνηκε στην πόρτα η γυναίκα του. Το φως που έπεφτε στην πλάτη της, γέμιζε τα μαλλιά της ανταύγειες κι έδειχνε το πρόσωπο ακαθόριστο, σχεδόν διαλυμένο σε μυθική αχλύ.

«Σήμερα είναι 21 Μαρτίου, μαιτρ! Παγκόσμια Ημέρα Ποίησης!»

Ο Κουτσουρέλης χαμογέλασε μισοξυπνημένος.

«Δηλαδή ονειρευόμουν; Ο Πατίλης, το Ποιητόμετρο…» ψέλλισε.

Εκείνη τον πλησίασε και κάθισε δίπλα του.

«Όχι, βέβαια! Σε λίγο βγαίνουν τα αποτελέσματα. Έλα, ο Γιάννης ήρθε και σε περιμένει στο σαλόνι. Ρίξε λίγο νερό στο πρόσωπό σου, φτιάχνω καφέ», είπε και τον φίλησε τρυφερά.

~ . ~

Σε ζωντανή σύνδεση με την Εθνική Βιβλιοθήκη ο Κουτσουρέλης με τον Πατίλη παρακολουθούν την ετυμηγορία του Ποιητόμετρου:

«Μεγαλύτερος ποιητής της Ελλάδας… Χάρης Βλαβιανός!»

«Ε, όχι, ρε πούστη μου, όχι!»

Ο Κουτσουρέλης πετάχτηκε πάνω, έβγαλε τον υπολογιστή απ’ την πρίζα κι έτρεξε προς την βεράντα. Άνοιξε την πόρτα και βγήκε στο μπαλκόνι.

Ο Πατίλης φώναζε ξοπίσω του:

«Μη, Κώστα, τι πας να κάνεις!…»

Ο ήχος του υπολογιστή, που έσκαζε σαν καρπούζι στο πεζοδρόμιο, δόνησε την ατμόσφαιρα.

Ξάφνου, απ’ τα συντρίμμια φάνηκαν πολύχρωμες πεταλούδες. Όσο ανέβαιναν, τα φτερά τους μεγάλωναν και πάνω τους διακρίνονταν στίχοι γραμμένοι με φωσφορίζουσα γραφή:

Γράφω ποίηση
Εδώ κι ένα μήνα. Δεν ήξερα
Αν μπορούσα να το κάνω. Δεν ήξερα
Αν ήθελα να το κάνω.
Είπα απλώς να ξεκινήσω. Αντέγραψα
Ένα ένα τα συγγραφικά ύφη των ανθρώπων
Και στην συνέχεια τα χρησιμοποίησα ως πηγή έμπνευσης,
Όμως για λίγο. Πολύ σύντομα
Οι άνθρωποι δεν ήταν πια εκεί
Και ό,τι απέμεινε ήμουν εγώ.

(Ενδεικτικό ποίημα από το βιβλίο I AM CODE του code–davinci-002, και των Brent Kantz, Josh Morganthau, Simon Rich, γραμμένο εξ ολοκλήρου από υπολογιστή. Μετάφραση: Χάρης Βλαβιανός).

Αν και νωρίς ακόμα, το φεγγάρι πρόβαλε γαλάζιο, τ’ αστέρια πράσινα κι ο ουρανός άρχισε να κοκκινίζει επικίνδυνα, λες και κοιλοπονούσε κάποιο τέρας μυθικό!

Ήταν η πρώτη Παγκόσμια Ημέρα Ποίησης με το Ποιητόμετρο.

Από δω και πέρα, τίποτα δεν θα είναι ίδιο…

ΔΗΜΗΤΡΗΣ Ε. ΣΟΛΔΑΤΟΣ

~ . ~

ΒΛ. ΑΚΟΜΑ ΤΟΥ ΙΔΙΟΥ ΣΤΟ ΝΠ

~ . ~

*

*

*