*
Στις 21 Μαρτίου 2024 συμπληρώνονται δέκα χρόνια από την εκδημία του Κωστή Παπαγιώργη (1947-2014). To Νέο Πλανόδιον του είχε αφιερώσει το πρώτο τεύχος του (χειμώνας 2013-2014), τον δε Μάιο του 2016 είχε διοργανώσει μια μεγάλη εκδήλωση όπου φίλοι και συνοδοιπόροι του Κωστή είχαν διαβάσει χαρακτηριστικά αποσπάσματα από το έργο του. Από το έντυπο αφιέρωμα αναδημοσιεύουμε στη μνήμη του το κείμενο του Κώστα Κουτσουρέλη που ακολουθεί.
~.~
Ἕνας δοκιμιογράφος
Ὁ Κίμων Νησιώτης δὲν ἔγραψε πολλά. Καμμιὰ εἰκοσιπενταριὰ σημειώματα ὅλα κι ὅλα, κι αὐτὰ βραχύσωμα, τῆς μιᾶς ἢ τῶν δύο σελίδων, κάποτε καὶ μονόστηλα ἢ ἀκόμη πιὸ σύντομα, μοιρασμένα στὰ τρία τεύχη ἑνὸς περιοδικοῦ ποὺ εἶχε ὅλα τὰ φόντα νὰ γίνει θρυλικό – καὶ μὲ τὸν τρόπο του τὰ κατάφερε. Ἐπὶ ἔξι μῆνες, ἀπὸ τὸν Δεκέμβρη τοῦ 1984 ὣς τὸν Ἰούνιο τοῦ 1985, ἀφοῦ τόσο ἄντεξε ἐκεῖνο τὸ ἔντυπο ποὺ ὑπάκουε προγραμματικὰ στὸν τίτλο Κριτικὴ καὶ κείμενα καὶ διευθυνόταν ἀπὸ τετράδα νεαρῶν τότε συγγραφέων καὶ μουσικῶν, ὁ Νησιώτης ἀποτιμᾶ τὴν ἐκδοτικὴ κίνηση, βιβλία πεζογραφίας καὶ στοχασμοῦ, μὲ μιὰ αἰχμηρότητα ποὺ ἀναζητᾶ τὸ ὅμοιό της κι ἕνα ὕφος πού, ὅπως ὁ ἴδιος θὰ ἔγραφε, «ἔχει τὸ χάρισμα νὰ μὴ ζεῖ τὴν κοινοτοπία».
Καὶ τί δὲν ἀνασύρει ὁ ἀναγνώστης ἀπὸ ἐκεῖνες τὶς σπάνιες σελίδες; Κοφτά, προκλητικὰ ἀξιώματα, μεγαλόφωνα ἐγκώμια, σκωπτικὲς ἀποφάνσεις, βαρειὲς καταδίκες. Ἀπὸ τὸν φακὸ τοῦ Νησιώτη περνοῦν τρανταχτὰ ὀνόματα τῆς ἐποχῆς καὶ κάμποσα ἄλλα ποὺ ἔμελλε νὰ συζητηθοῦν πολὺ τὰ ἑπόμενα χρόνια. Ὁ Στέλιος Ράμφος λ.χ.:
«Κωμωδὸς καὶ μάρτυρας –ἀβρόχοις ποσί–, ὁ Ράμφος κατάφερε καὶ μὲ τὴ συγγραφικὴ παραγωγή του νὰ ἀποβεῖ κάτι σὰν Πασκὰλ τῆς ἑλληνικῆς ἀριστερᾶς. Κράμα εὐφυΐας καὶ ἀγοραίου πνεύματος, ἡ σκέψη του χρειάστηκε νὰ περάσει ἀπὸ τὸν Μὰρξ στὸν Χριστὸ καὶ ἀπὸ τὸ Κόμμα στὴν Ἐκκλησία γιὰ νὰ ἐπαληθεύσει τὸ ἀσίγαστο πάθος της γιὰ τὸν δογματισμὸ καὶ τὴν τυραννικὴ λατρεία τοῦ αὐτονόητου».
Ὁ Παναγιώτης Κονδύλης:
«ἱστορικὸς τῆς φιλοσοφίας μὲ τὴν καλλίστη ἔννοια τοῦ ὅρου. Γνώστης τῶν εὐρωπαϊκῶν γλωσσῶν –ζωσῶν καὶ τεθνεωσῶν–, γνώστης ὁλόκληρου τοῦ δυτικοῦ φιλοσοφικοῦ ἀρχείου, μελετητὴς ἀπὸ πρόγραμμα καὶ στοχαστὴς ἀπὸ φύση».
Ὁ Κώστας Ζουράρις:
«τέτοιο ἀνακάτωμα ἀγοραίας ρητορείας, λογιοπαθοῦς λεξιμαργίας καὶ θεωρητικῆς ἀσυναρτησίας εἶναι δύσκολο νὰ συναντήσει κανείς».
Δυὸ τρεῖς φράσεις ἀρκοῦν στὸν κριτικό μας ἐνίοτε γιὰ νὰ ἐντοπίσει στὸν χάρτη ὄχι μόνο τὸ ἐπίκαιρο στίγμα ἀλλὰ καὶ τὴν μελλοντικὴ ρότα ἑνὸς συγγραφέα. Τοῦ Πέτρου Τατσόπουλου, ἂς ποῦμε:
«ἀφήγηση ἱστοριῶν χωρὶς ἴχνος ἀναμενόμενων ἀντιδράσεων. Ἡ ἠθικὴ μετοχὴ στὴν παραγματικότητα ὑποκύπτει ἔτσι σὲ μιὰ περίτεχνη ἀναλγησία. […] Καὶ βέβαια αὐτὴ ἡ ἀποστειρωμένη αἴσθηση τῆς ἀνθρώπινης πραγματικότητας προβάλλεται ἐδῶ ὡς βαθειὰ καταγγελία. Ποιοῦ πράγματος;».
Ἢ τῆς Ζυράννας Ζατέλη:
«Τὸ βιβλίο εἶναι ‘ἐπιτυχία’ καθὼς διαρκῶς κινδυνεύει: ἀπὸ αἰσθηματολογία, γλυκασμό, ψευδομαγεία τῆς ἀναπόλησης, εὔκολη ὑποβολή, γραφικότητα τῆς ἐξομολόγησης […] Διστάζει κανεὶς νὰ πεῖ τελεσίδικα ὅτι γεύεται τὸ μέλι πάνω στὸ τσεκούρι. Ὡστόσο ‘μέλι’ ὑπάρχει. Πιθανότατα δὲ καὶ ‘τσεκούρι’».
Ἐμπρός μας ἔχουμε ἕναν σφοδρὸ πολέμιο τοῦ «πανεπιστημιακοῦ καθωσπρεπισμοῦ», αὐτῆς τῆς «ἐπίπεδης, ἀδιάφορης, ἄχαρης, ἔκθεσης φιλοσοφικῶν ‘ἀληθειῶν’ ποὺ κάνουν τὴ σκέψη ἀρκούδα στὸ παζάρι». Ἀλλὰ καὶ ἕναν ἐπίμονο ἐπικριτὴ τῶν ἐπιδόσεων τῆς ἀφηγηματικῆς μας πρόζας: «Ἀνίκανη γιὰ τὴ γνήσια μυθιστορηματικὴ σύνθεση καὶ τὴν πολυφωνία, ἡ νεοελληνικὴ πεζογραφία εἶναι ἑπόμενο νὰ ἕλκεται πότε ἀπὸ τὴν ἠθογραφικὴ γραφικότητα καὶ πότε ἀπὸ τὶς ἐξομολογητικὲς ἐξάρσεις»· «Ὡστόσο πῶς μπορεῖ νὰ ξεφύγει ἡ ἑλληνικὴ πεζογραφία ἀπὸ αὐτὴ τὴν ἀνεξάντλητη τράπεζα βιωμάτων ποὺ ἐπιμένει νὰ σκαρώνει βιβλία μὲ μόνο ἄλλοθι τὸ ‘γράφω ἐπειδὴ ἔζησα’»· «λογοτεχνικὴ λογοκοπία ποὺ εἶναι σπάταλη ἀπὸ ἀφροσύνη καὶ φλύαρη ἀπὸ βιωματικὸ πληθωρισμό»· «Ἡ νοσταλγία βέβαια δὲν εἶναι ὁ καλύτερος σύμβουλος γιὰ ἕνα συγγραφέα καὶ τὰ καλὰ αἰσθήματα, εἶναι πασίγνωστο, τὶς περισσότερες φορὲς ὁδηγοῦν στὴν κακὴ λογοτεχνία».
Ἡ ἔφεση ἐδῶ πρὸς τὸ ἀπόφθεγμα εἶναι πρόδηλη: «Ὁ δάνειος αἰσθητισμὸς πείθει γιὰ τὴν ἀντοχή του καὶ τὴν ἀλήθεια του ὅσο καὶ τὸ χνωτισμένο τζάμι»· «Ἡ carriére βέβαια συχνὰ εἶναι στρωμένη πέτρες ποὺ δὲν ἀργοῦν καμμιὰ φορᾶ νὰ σηκωθοῦν ἀπὸ μόνες τους καὶ νὰ μᾶς ἔρθουν κατακέφαλα…»· «Ὅλα ἐξαρτῶνται ἀπὸ τὸ πόσο ψηλὰ μπορεῖ νὰ κοιτάξει κανείς…» Ὅσο γιὰ τὴν προσωπικὴ στάση τοῦ συγγραφέα ἀπέναντι στὴ σκέψη καὶ τὴν γραφὴ δὲν θὰ μποροῦσε νὰ εἶναι σαφέστερη: «Στὴν ἑλληνικὴ λογοτεχνία ἔχουμε πολλοὺς ποὺ ἔφτυσαν αἷμα, ἂς φτύσουν καὶ κάποιοι στὴ φιλοσοφία…»· «ὅποιος δὲν εἶναι ἄρρωστος μὲ αὐτὸ ποὺ κάνει δὲν ἀξίζει νὰ διαβάζεται.»
Δὲν γνωρίζω ἂν ὁ Νησιώτης δημοσίευσε ποτὲ καὶ ἀλλοῦ. Ὅταν τὸ Κριτικὴ καὶ κείμενα θὰ διακόψει τὴν κυκλοφορία του, τὴ θέση του θὰ πάρει μὲ τρίμηνη ἀρχικὰ συχνότητα ἕνα ἔντυπο ποὺ ἱστορικὰ θ’ ἀποδειχτεῖ ἀσυγκρίτως βαρύτερο. Ὁ τίτλος του: Πλανόδιον. Διευθυντής του, μονήρης αὐτὴ τὴ φορά, ἕνας ἐκ τῶν ἀρχικῶν τεσσάρων, ὁ ποιητὴς Γιάννης Πατίλης. Στὰ πρῶτα πέντε νούμερα, ἀπὸ τὸν χειμώνα τοῦ ’86 ὣς αὐτὸν τοῦ ’87, στὶς στῆλες τῆς κριτικῆς συναντᾶμε ἕναν κάποιο Κ. Πλάνη. Ἡ πυκνότητα τῆς παρουσίας του ἀπὸ τεῦχος σὲ τεῦχος θὰ ἀποδειχθεῖ φθίνουσα, τὸ ὕφος ὅμως προδίδει μὲ τὸ καλημέρα. Νησιώτης καὶ Πλάνης εἶναι ὁ ἴδιος ἄνθρωπος, περσόνες ἑνὸς συγγραφέα ποὺ στὰ ἴδια ἔντυπα τὸν ἴδιο καιρὸ ὑπογράφει καὶ ἐπωνύμως κείμενα ποὺ ὣς τὶς μέρες μας δὲν ἔχουν ξεχαστεῖ. Ἐκεῖνο τὸ ἔξοχο ἀντιρρητικὸ δοκίμιο λ.χ. γιὰ τὸν πιὸ χαρακτηριστικὸ πεζογράφο τῆς ἐποχῆς, τὸν Γιῶργο Ἰωάννου. Ἢ ἕνα, περιβόητο ἔκτοτε, πρωτοπρόσωπο ἀφήγημα, κάτι μεταξὺ μαρτυρίας καὶ ἐξομολογητικῆς λογοτεχνίας, ποὺ μὲ ὠμὴ κυριολεξία ἐπιγράφεται «Βιβλιολάτρες». Ὁ συγγραφέας αὐτὸς εἶναι ὁ Κωστὴς Παπαγιώργης.
~.~
Δίχως ἄλλο, ἡ τριετία αὐτὴ ἀπὸ τὸ 1984 ὣς τὸ 1987 κατέχει θέση ἰδιαίτερη στὴ διαμόρφωση τοῦ Παπαγιώργη. Ὁ συγγραφέας ἔχει πίσω του ἤδη τρία βιβλία, τὸν Νομοθέτη ποὺ αὐτοκτονεῖ (1978), τὸ δίδυμο Ὀργὴ Θεοῦ: Μιὰ πολιτικὴ ἀνάγνωστη τῆς Βίβλου – Κορνήλιος Καστοριάδης: Ἕνας σοφιστὴς (1981) καὶ τὴν Ὀντολογία τοῦ Μάρτιν Χάιντεγγερ (1983). Καὶ τὰ τρία θὰ ἀποδειχτοῦν ἐκ τῶν ὑστέρων πρόωρα. Τὸ πρῶτο ἀπὸ αὐτὰ θὰ ἐκδοθεῖ ἐκ νέου τὸ 1995, τὰ ἄλλα δύο δὲν θὰ ξανατυπωθοῦν, σταδιακὰ μάλιστα ὁ συγγραφέας τους θὰ τὰ ἀποσιωπήσει. Στὰ βιβλία του σήμερα ὡς πρῶτο ἀναγράφεται τὸ Περὶ μέθης ποὺ ὅμως πρωτοτυπώθηκε μόλις τὸ 1987. Τὴν ἴδια χρονιά, δημοσιεύονται τὰ Σιαμαῖα καὶ ἑτεροθαλῆ, συναγωγὴ ἄρθρων καὶ δοκιμῶν ἀπὸ τὸν περιοδικὸ τύπο. Ἔκτοτε καὶ ὣς τὸ 2008, μὲ συνέπεια σπάνια γιὰ συγγραφέα Ἕλληνα, ὁ Παπαγιώργης θὰ τυπώνει ἀπὸ ἕνα βιβλίο τὸν χρόνο – σὲ 22 χρόνια θὰ κυλοφορήσουν 22 δικά του βιβλία.
Κι ὄχι μόνο δικά του. Ὅπως λένε τὰ διαθέσιμα νούμερα, οἱ τίτλοι τῶν ὁποίων τὴ μετάφραση ἔχει ὑπογράψει ἀπὸ τὸ 1978 ἕως σήμερα ἀγγίζουν τοὺς 60, χωρὶς ὁ ἀριθμὸς αὐτὸς νὰ περιλαμβάνει κὰν τοὺς ἐξαντλημένους. Δέκα εἶναι οἱ ἐκδόσεις ποὺ ἐπιμελήθηκε, ἀνάμεσά τους δύο ἀνθολογίες ποὺ μαρτυροῦν πολλὰ καὶ γιὰ τὸν ἴδιο τὸν ἀνθολόγο: τοῦ Παπαδιαμάντη καὶ τοῦ Ὀνορὲ ντὲ Μπαλζάκ. Τεράστια πλὴν ἀθησαύριστη θὰ μείνει ὅλο αὐτὸ τὸ διάστημα ἡ ἀρθρογραφία του. Σὲ ἐφημερίδες καὶ περιοδικά, μέσα χαρτῶα καὶ ψηφιακά, ἔντυπα πωλούμενα ἢ διακινούμενα ἀχρεωστί, ὁ Παπαγιώργης σχολιάζει, δημοσιολογεῖ, σταχυολογεῖ, χρονογραφεῖ, ἐπικαιρογραφεῖ, κρίνει, ἀποτιμᾶ καὶ προτείνει σχεδὸν σὲ ἡμερήσια βάση. Μόνο οἱ βιβλιοπαρουσιάσεις τῆς περιόδου 2008-2013 ποὺ ἀπογράφει ἡ Βιβλιονὲτ ξεπερνοῦν τὶς 1200!
Δὲν γνωρίζω ἂν μ’ ὅλα αὐτὰ ὁ Παπαγιώργης ἔχει περάσει ἤδη πρῶτος στὴ λίστα τῶν πλέον πολυγράφων Ἑλλήνων. Τὸ πράγμα εἶναι πιθανό, ἀκόμη καὶ μιὰ πλήρης περισυλλογὴ τῶν γραπτῶν τοῦ Παλαμᾶ, λ.χ., ἢ τοῦ Ξενόπουλου, δύσκολα θὰ τὸν ἰσοφάριζε. Τώρα, τὸ τί σημαίνει αὐτὸ γιὰ τὸν ἀναγνώστη του δὲν εἶναι ἀπολύτως σαφές. Ἀπὸ τὴ μιὰ πλευρά, μέσω τῆς παρουσίας του στὸν Τύπο, ὁ Παπαγιώργης εἶναι περίβλεπτος, ὅσο ἐλάχιστοι ἄλλοι συγγραφεῖς μας ἀπὸ τὸ 1974 καὶ μετά. Ἀπὸ τὴν ἄλλη, λόγω τοῦ ὄγκου καὶ τῆς διασπορᾶς τῶν γραπτῶν του, συνολικὴ εἰκόνα τῆς δραστηριότητάς του εἶναι περίπου ἀδύνατο νὰ ἔχει κανείς.
Ἀκόμη καὶ ἂν παραβλέψουμε συγκαταβατικὰ τὴν ἐφημερογραφία του, ἀκόμη κι ἂν τὴ θεωρήσουμε παραπροϊὸν τοῦ συγγραφικοῦ του ἐργαστηρίου, ὅπως λέμε, ἐκμαίευμα στανικὸ τοῦ βιοπορισμοῦ («ἡ ἐφημερίδα πρέπει νὰ φάει λογοτέχνη γιὰ νὰ βγεῖ», μονολογοῦσε ὁ Ζαχαρίας Παπαντωνίου τὸν καιρό του…), ἀτιμωρητὶ ἀπὸ τούτη τὴν ἐπιλογὴ δὲν θὰ βγοῦμε. Γιατί πόσοι ἀπὸ αὐτοὺς ποὺ ἔχουν τὴν εὐχέρεια νὰ γράφουν κατὰ τὴ συχνότητα τῆς ἀρεσκείας τους, εἶναι ἱκανοὶ νὰ πλησιάσουν κὰν τὴν ἐντέλεια μιᾶς δικῆς του «ἐφήμερης» φράσης;
«Ἡ ἀνοιχτὴ καρδιὰ ποὺ θερμαίνει τὸ Ἐγὼ εἶναι τὸ θαῦμα τῶν θαυμάτων. Γι’ αὐτό, ἄλλωστε, δὲν εἴμαστε σὲ θέση νὰ κρίνουμε τὸν ἑαυτό μας. Πάσα αὐτογνωσία εἶναι αὐταπάτη ἤ, μὲ ἄλλα λόγια, πρόκληση γιὰ νὰ ἐπινοήσει κανεὶς τὸν ἑαυτό του. Μόνον οἱ ἄλλοι εἶναι σὲ θέση νὰ μᾶς ξέρουν. Ὁ γάμος εἶναι τάχα ἡ σύνθεση τοῦ ἀνέφικτου; Ὅταν κάποιος γίνεται εὐτυχισμένος, κάποιος ἄλλος γίνεται ἐξίσου δυστυχισμένος, διότι τὸ ἀπαιτεῖ ἡ παγκόσμια τάξη.»
Τέτοιες ἀποστροφές, σὰν αὐτὴν ἐδῶ του Ἰουνίου ποὺ μᾶς πέρασε, τέτοιες περιόδους, παραγράφους, σελίδες ὁλόκληρες, σπαταλημένες γενναιόδωρα καὶ ἔκτοτε ξεχασμένες δεξιὰ καὶ ἀριστερά, ὁ Παπαγιώργης ἔχει ἄφθονες. Πρὸς δική μας ζημία, ὁ ἀνθολόγος τους δὲν ἔχει ἀκόμη βρεθεῖ.
~.~
Εἶπα ὅτι ἡ τριετία 1984-1987 εἶναι σημαντικὴ γιὰ τὴ συγγραφικὴ ἐξέλιξη τοῦ Παπαγιώργη. Κι αὐτό, ἀπὸ δύο τουλάχιστον πλευρές. Θεματικά, θὰ σημάνει τὴν ἔξοδό του ἀπὸ τὸν κλειστὸ περίβολο τῆς μεγαλώνυμης θεωρίας στὸν ρευστὸ κόσμο τῶν οἰκείων παθῶν. Ἤδη σὲ κάποιες ἀπὸ τὶς πρῶτες του σελίδες, τὶς πλέον σχολαστικές, ὁ καθαρόαιμος συγγραφέας ἀσφυκτιᾶ. Ξεφυλλίζοντάς τες σήμερα ὁ ἀναγνώστης ἀναρωτιέται: τί σχέση ἔχει αὐτὸς ὁ ἄνθρωπος ποὺ σκαρφίζεται μέχρι καὶ ἐπιστολιμαῖες προφάσεις προκειμένου νὰ μιλήσει σὲ πρῶτο πρόσωπο, τί δουλειὰ ἔχει ἡ δική του κεντημένη φράση μὲ τὸ στριφνὸ καὶ ἀποσαρκωμένο, ὁλότελα ἀπεδαφισμένο ἀπὸ κάθε βιωμένη ἐγγύτητα ὕφος τοῦ Χάιντεγγερ; Τί εἴδους συνάφεια μπορεῖ νὰ ἔχει ἡ ρηματικὴ εὐστροφία καὶ εὐφράδεια τοῦ Παπαγιώργη μὲ τὸ «κομπιασμένο σκοινὶ» τῆς σημερινῆς θεωρητικῆς πρόζας τῶν Γάλλων τὴν ὁποία, μολονότι μεταφραστής της ὁ ἴδιος, οἰκτίρει σχεδὸν ἐξ ἀρχῆς; Εἶναι προφανὴς ἡ γοητεία ποὺ ἀσκεῖ στὸν Ἕλληνα συγγραφέα ὁ συρμὸς τῶν φιλοσοφημάτων ποὺ ἐκ Παρισίων ὁρμώμενος θὰ κυλήσει στὶς ράγες τῶν ἀκαδημαϊκῶν καθιδρυμάτων Εὐρώπης τὲ καὶ Ἀμερικῆς ὅλη αὐτὴ τὴν περίοδο μετὰ τὸν γαλλικὸ Μάη, φτάνοντας πολυβάγονος καὶ στὸν δικό μας βαλκάνιο σταθμό. Ἀπὸ τὸν χρησμωδὸ τοῦ Τοτνάουμπεργκ ὣς τὶς λεκτικὲς ἀκροβασίες ἑνὸς Ντερριντά, κι ἀπὸ τὴ σαρτρικὴ σπουδαιοφάνεια ὣς τοὺς κάθε λογῆς τραυλοὺς μεταμοντερνισμούς, ὁ Παπαγιώργης θὰ θητεύσει ἀκάματα στὰ πιὸ γριφώδη, τὰ πιὸ ἄχαρα ἀναγνώσματα τοῦ καιροῦ του. Εἶναι ἡ ἐποχὴ ποὺ ἑρμηνεύει τὴ Βίβλο ἢ τὸν Πλάτωνα καὶ σχεδιάζει βιβλία γιὰ τὸν Ρουσσὼ καὶ τὸν Μὰρξ μὲ σκοπό, ὅπως ἀναγγέλει, νὰ ὁλοκληρώσει μιὰ «σφαιρικὴ θέαση τῆς ἔννοιας τῆς Πολιτικῆς», νὰ φέρει στὸ φῶς «τὴν ἱστορικὸ-πολιτικὴ σημασία τῆς Γαλλικῆς Ἐπανάστασης ὅσο καὶ τὴν ἱστορικὸ-οἰκονομικὴ σύλληψη τοῦ Κράτους». Τὸ παράδοξο εἶναι ὅτι στὴ δική του τὴ γλώσσα τίποτα ἀπ’ ὅλα αὐτὰ δὲν θὰ πιάσει. Παραλλάσοντας ὅ,τι ὁ Νησιώτης ἔγραφε γιὰ τὸν Θανάση Βαλτινὸ τριάντα χρόνια πρίν: «ὁ συγγραφέας ἔχει φυλάξει τὴν ψυχή του ἀπὸ κάθε λογῆς σοφολογιωτατισμό».
Τὸ σέβας ποὺ μοιάζει νὰ τρέφει ὁ Παπαγιώργης γιὰ κάμποσους ἀπὸ τοὺς θεωρητικολόγους τῆς ἐποχῆς μᾶς ἐξηγεῖται ἴσως βιογραφικά. Γιὰ τὸν αὐτοδίδακτο ἡ ἀπόσταση ἀπὸ τὸ τυπικὸ ἀκαδημαϊκὸ στάδιο, τοὺς περιφανεῖς τίτλους καὶ τὰ πολυθρύλητα ἱδρύματα, ὅπου τόσοι καὶ τόσοι συνηλικιῶτες τοῦ Παπαγιώργη σεργιάνισαν, ἕναν κάποιο ἀντίκτυπο ψυχικὸ πάντα τὸν ἔχει. Ἡ ἄρνησή του ὅμως νὰ φορέσει τὸν στενὸ κορσὲ καὶ τὴ γλώσσα τους εἶναι σημεῖο σπουδαῖο συγγραφικῆς αὐτοπεποίθησης. Τὸ Περὶ μέθης εἶναι βιβλίο σημαδιακὸ καὶ ἀπ’ αὐτὴ τὴ μεριά. Ὁ κριτικὸς τῆς Frankfurter Allgemeine Zeitung ποὺ ὅταν μεταφράστηκε στὰ γερμανικὰ (μὲ τὸν ἀνόητο ὑπότιτλο Ἕνα φιλοσοφικὸ ἀπεριτὶφ) τὸ ἔψεξε ἐπειδὴ δὲν ἀνακάλυψε στὶς σελίδες του τὴν τάδε ἢ τὴ δεῖνα βιβλιογραφικὴ ἀναφορά, ἔχει βεβαίως δίκιο. Ὅμως στὸ καθηκοντολόγιο τοῦ συγγραφέα μας, οἱ προτεραιότητες λογαριάζονται ἀλλιῶς.
Ἡ ἀπὸ καθέδρας φιλοσοφία δὲν θὰ εἶναι ἡ μόνη ἀπὸ τὴν ὁποία ὁ Παπαγιώργης θὰ πάρει σταδιακὰ τὶς ἀποστάσεις του κατὰ τὴν τριετία ποὺ συζητᾶμε. Τὸ ἴδιο θὰ ἀπομακρυνθεῖ, ἀλλὰ γιὰ διαφορετικοὺς εἰκάζω λόγους, ἀπὸ τὴ μαχόμενη κριτική. Τὸ πράγμα εἶναι καὶ συνάμα δὲν εἶναι παράδοξο. Καὶ θέλει κάτι παραπάνω ἀπὸ μιὰ παρέκβαση γιὰ νὰ ἐξηγηθεῖ. Ὁ νεαρὸς Παπαγιώργης, μισοκρυμμένος στὴν ψευδωνυμία του ἢ ἐντελῶς βγαλμένος στὰ φόρα, βραχυλόγος ἢ ἀναλυτικός, διδάχος ἢ εἴρων, πάντα μονόπλευρος, πάντα θρασύς, καὶ μόνο μ’ αὐτὸ τὸ μικρὸ δεῖγμα γραφῆς ποὺ κατέλιπε, τὸ σκορπισμένο ἀκόμη στὰ περιοδικά, ἀνήκει στὴ χορεία τῶν λίγων. Πολὺ σπανίως συγγραφέας δικός μας ἔσκυψε πάνω σὲ κείμενα συναδέλφων του μὲ τὴν εὐθύτητα καὶ τὴν ἀνεξαρτησία τὴ δική του. Πολὺ σπανίως ἀναγνωστικὴ εὐαισθησία ἀκονισμένη ὅπως ἡ δική του βρῆκε ἔκφραση τόσο ἰδανικὰ ταιριαστή. Ἐκεῖνος ὁ κριτικὸς διαβάζει ὡς ἐκ περιουσίας, διαλεγόμενος πρωτογενῶς μὲ τὰ βιβλία ποὺ κρίνει, ὄχι ἐπιτροπεύοντας ἀλλόθροα σχήματα. Στὰ κείμενά του, γοῦστο καὶ διατύπωση εἶναι συμφυεῖς, ἡ αἰχμὴ τῆς φράσης του, εἴτε ἐπαινεῖ εἴτε ψέγει –ἰδίως ὅταν ψέγει–, εἶναι ὀργανική, προέκταση ἀβίαστη τοῦ ταμπεραμέντου του, οἱ ἀποφάνσεις του, ὅποια γνώμη κι ἂν ἔχει κανεὶς γιὰ τὴν εὐστάθειά τους, ἐντέλει δικαιώνονται ἐπειδὴ πᾶνε βαθύτερα ἀπὸ τὴν ὅποια ἀφορμή τους: σ’ ἕνα ψυχικὸ στρῶμα μυχιότερο, ἐκεῖ ὅπου διαμορφώνονται οἱ προσανατολισμοί, οἱ ροπὲς καὶ οἱ ἐλξαπωθήσεις μας –ὅ,τι ὁ Παπαγιώργης θὰ ὀνόμαζε συμπάθεια– πολὺ πρὶν ἀναδυθοῦν στὸ συνειδὸς καὶ μᾶς γίνουν ἐπίγνωση.
Σ’ αὐτὸ τὸ βάθος, κάθε ἐπιδοκιμασία, κάθε ἀποδοκιμασία παύει πλέον νὰ ἀποτελεῖ μιὰ γυμνὴ κρίση, ἀλλὰ ἀνακλᾶ μιὰ θεμελιώδη ἀπόφαση – ὅ,τι θὰ ὀνόμαζα βιοτικό διαφέρον, κατὰ τὸ πνεῦμα τοῦ στίχου τοῦ Σαίξπηρ: my life hath in this line some interest. Ἐκεῖ τὰ πράγματα εἶναι ἀκόμη ἀκατέργαστα, ἡ ἴδια ἡ διάκριση μεταξὺ αἰσθητικῆς, γνωστικῆς καὶ ἠθικῆς ἀπόφανσης ἀποδεικνύεται ἐπιπόλαια, ἡ κρίση ἀφορᾶ πλέον τὸ ὅλον, ὁ κριτικός, ὅποιο κι ἂν εἶναι τὸ πεδίο τῆς ἀναφορᾶς του ἑκάστοτε, ἀποδεικνύεται κριτικὸς ἰσχυρὸς ἐπειδὴ μαζὶ μὲ τὸ ἔργο ποὺ ἔχει ἐμπρός του, προτοῦ μάλιστα ἀπ’ αὐτό, διερμηνεύει πρωτίστως τὸν ἑαυτό του καὶ τὸν κόσμο. Ὁ νεαρὸς Παπαγιώργης εἶναι ἕνας τέτοιος, ἰσχυρὸς κριτικός.
Μὲ τὸν κατοπινὸ συνεχιστή του δὲν συμβαίνει τὸ ἴδιο. Μετὰ τὸ πέρας τῆς ψευδώνυμης θητείας του στὸν μικρὸ τύπο, ὁ Παπαγιώργης σταδιακὰ θὰ βάλει νερὸ στὸ κρασί του. Ἀπ’ τὴν ἀσύγκριτα πληθωρικότερη ἀρθρογραφία του στὸν μεγάλο Τύπο τῶν τελευταίων δεκαετιῶν λείπει ὁ ἀρχικὸς σπινθήρας, λείπει πρὸ πάντων τὸ σφρίγος καὶ ἡ ἀνεξαρτησία τῆς πρώτης ματιᾶς. Αὐτὸς ὁ ὄψιμος Παπαγιώργης στὰ κέφια του παραμένει βέβαια συγγραφέας ὀξυδερκὴς καὶ λαμπρός. Ὅμως τὸ στρογγύλεμα τῆς φράσης, οἱ ἀμβλυμένες αἰχμὲς καὶ γωνίες κάνουν τὸν ἀναγνώστη νὰ ψυχανεμίζεται ἐξ ἀρχῆς ὅ,τι τὰ πρῶτα σημειώματα ἀκόμη δὲν προόδιδαν: πὼς ἔχει νὰ κάνει μὲ πάρεργο. Ὁ Νησιώτης θὰ τὸ ἔλεγε ἀλλιῶς: «ἡ φωτιὰ εἶναι σιγανὴ καὶ τὸ ὑλικὸ δὲν ἀναχωνεύεται».
Ἔχουμε νὰ κάνουμε ἀσφαλῶς μὲ ἐπιλογή, ἀλλὰ καὶ μὲ ἀνάγκη. Ὁ βιοποριστὴς Παπαγιώργης, ὁ συγγραφέας τῶν πρώτων βιβλίων, ὁ δοκιμιογράφος, πρέπει νὰ εἶδε ἤδη νωρὶς ὅτι ὁ βιβλιοκρίτης Παπαγιώργης σήκωνε ἐμπόδια στὸν δρόμο του. Ὅτι τὰ αὐτοτελῆ του πονήματα τὰ ἐπεσκίαζε ἡ σκανδαλώδης φήμη τῆς ἐλευθερόστομης σημειωματογραφίας του, μὲ ὅ,τι αὐτὸ συνεπάγεται στὴν ἑλλαδικὴ ἐπικράτεια τῶν γραμμάτων. Κι ὅτι ἀκολουθώντας αὐτὴ τὴ γραμμή, εἶναι ζήτημα ἂν ἀπὸ ἕνα σημεῖο καὶ μετὰ θὰ βρισκόταν κὰν ἄλλο ἔντυπο πρόθυμο νὰ τοῦ παράσχει βῆμα, πολλῶ δὲ μᾶλλον ἐπ’ ἀμοιβῇ. Σὲ ἄλλη χώρα, ὅπου ἡ ἔριδα καὶ ἡ πολεμικὴ ἐκτιμῶνται ὅσο τοὺς ἀξίζει, ὁ κριτικὸς Παπαγιώργης θὰ εἶχε ἄλλη τύχη. Ἂν ἴσχυαν παρ’ ἠμῖν τὰ εἰωθότα τὰ γερμανικὰ λ.χ., θὰ ἦταν σήμερα ἕνας ἡμεδαπὸς Μαρσὲλ Ράιχ-Ρανίτσκι, μιὰ δηκτικὴ ἐξοχότης πασίγνωστη, παρότι σὲ κάποιους ἀντιπαθής. Σ’ αὐτὴν ἐδῶ τὴ χώρα ὡστόσο, οἱ συνθῆκες ἔχουν ἀλλιῶς. Ἡ ἀρνητικὴ κρίση, ὄντας μετέωρο δακτυλοδεικτούμενο, γρήγορα μεταφράζεται σὲ κρυφὴ ἀντιπαλότητα καὶ κακοφορμίζει μὲ τὸν καιρό. Ὁ πατροπαράδοτος συντεχνιασμός μας ἔχει τὸ δικό του anything goes· δὲν περιμένει τοὺς μετανεωτερικοὺς γιὰ νὰ τοῦ τὸ διδάξουν. Ὑπὸ τὸ προσωπεῖο τῆς ἀνοχῆς, ἡ μοιρασιὰ γίνεται ἀλλοῦ, ἐρήμην τῆς δημόσιας σφαίρας καὶ τῶν ἐπιχειρημάτων της. Καὶ ὅσοι ἐπιμένουν σ’ αὐτὰ τὰ τελευταῖα, καὶ δὲν ἐνδώσουν στὴ σιωπή, εὔκολα διολισθαίνουν στὴν ὀργίλη γραφικότητα. Ἀπὸ τὸν Γιάννη Ἀποστολάκη ὣς τὸν Ρένο Ἀποστολίδη, τὰ σχετικὰ παραδείγματα εἶναι περιβόητα.
Τὸ πράγμα θυμίζει φυσικὰ τὰ γενικά μας ἤθη. Ἂς ἀναλογιστοῦμε τί εἰκόνες μᾶς φέρνουν στὸν νοῦ ὁ κοινοβουλευτισμὸς καὶ οἱ τελετές του. Ἢ πῶς ἐπιλύουν οἱ Συνέλληνες τὶς διαφορές τους στὸν καθ’ ἡμέραν βίο, σ’ ἕνα τράκο τυχαῖο στὸν δρόμο ἂς ποῦμε ἢ στὸ γκισὲ δημόσιας ὑπηρεσίας. Δὲν εἶναι ἐδῶ ὁ τόπος νὰ συζητήσουμε τὴν ἐνδημικὴ αὐτή μας ἀσθένεια. Ἡ ἀνεξιγλωσσία, ἡ ἀνεξιγνωμία ὡς στάση δημόσια προϋποθέτει ἄλλα θέσμια, ἄλλου τύπου συλλογικὲς παραστάσεις. Ἡ ἀπουσία τους ἐδῶ πάει χέρι χέρι μὲ τὸν κατακερματισμὸ τοῦ κοινωνικοῦ ὅλου σὲ κλειστὲς ἀλληλοδιαγκωνιζόμενες ὁμάδες καθὼς ἐπίσης μὲ τὴν ἀφάνεια τοῦ ἀτόμου ὡς μονάδας ξεχωριστῆς, ἐξ ἀρχῆς δικαιούμενης ν’ ἀπευθυνθεῖ στὸ γενικό, ἐθνικὸ ἀκροατήριο. Τὸ μασκάρεμα τοῦ κριτικοῦ λόγου σὲ φιλοφρόνηση, ὁ ὑποβιβασμός του μάλιστα σὲ οἰονεῖ διαφήμιση ἢ δελτίο τύπου συμβαδίζει μὲ τὴν καθολικὴ δυσανεξία ἀπέναντι σὲ κάθε ἀποτιμητική, τουτέστιν ἀξιοκρατικὴ καὶ ἱεραρχοῦσα πράξη. Κι αὐτὸ ἀφορᾶ κάθε μορφὴ ἀποτίμησης, σὲ ὅποιο τομέα. Πάνω ἀπὸ τὴν ἱστορία τῆς κριτικῆς παρ’ ἠμῖν, ποὺ εἶναι ἀντεστραμμένη ἡ ἱστορία τῆς εὔνοιας, κρέμεται μόττο διαχρονικὸ τὸ αἰσχύλειο: βοῦς ἐπὶ γλώσσῃ μέγας βέβηκεν – μεγάλο βόδι μᾶς πατάει τὴ γλώσσα.
Μ’ αὐτὴ τὴν ἔννοια, ἡ ἀπόφαση τοῦ Παπαγιώργη νὰ ἀναδιπλωθεῖ εἶναι κατανοητή, ἀναμενόμενη μάλιστα. Παρ’ ὅλα αὐτὰ παραμένει λυπηρή. Ἂν ὁ συγγραφέας μας πῆρε ἀποστάσεις ἀπὸ τὴ μεγαλόσχημη φιλοσοφία ἐπειδὴ διαπίστωσε ὅτι γιὰ τὸν ἄλφα ἢ βῆτα λόγο δὲν μποροῦσε νὰ προφέρει τὸ ἐνοχλητικό της ζαργκόν, ἀπὸ τὴ μάχιμη κριτικὴ ἀπομακρύνεται ἔχοντας ἀποδείξει στὴν πράξη πόσο ἡ γλώσσα της τοῦ ταιριάζει. Ἐφεξῆς τὸ βάρος του τὸ συγγραφικὸ θὰ τὸ ρίξει σ’ ἕνα ἄλλο εἶδος – τὸ μόνο ἱκανὸ νὰ χωρέσει τὰ πολυσχιδῆ του ἐνδιαφέροντα καί, συγχρόνως, τὸ ἰδίωμα τῆς γραφῆς του τὸ ἄκρως προσωπικό. Τὸ εἶδος αὐτὸ εἶναι τὸ δοκίμιο.
~.~
Ἀπὸ τὴν ἐποχὴ τοῦ Μονταίνιου τὸ ἀργότερο, τὸ δοκίμιο εἶναι ἕνα πράγμα πρωτίστως: ἡ σύμπτωση τῆς σκέψης μὲ τὸ ὕφος. Λέω τὸ ἀργότερο, γιατί δείγματα δοκιμιογραφίας avant la lettre ἔχουμε ἤδη ἀρχαῖα, στὶς διαλογικὲς σελίδες τοῦ Πλάτωνα φέρ’ εἰπεῖν, ἢ σὲ κάποια γραψίματα ἱστορικὰ ἢ ἐπιστολικὰ νεώτερα. Εἶναι ὅμως πρώτη φορὰ στὸν συνετὸ πυργοδεσπότη τῆς Ἀκουιτανίας ὅπου αὐτὴ ἡ ἰσορροπία ἐπιτυγχάνεται στὴν ἐντέλειά της, ὅπου τὸ εἶδος παίρνει τὴν κλασσική του μορφή. Μετὰ ἀπ’ αὐτόν, ὁ δοκιμιακὸς λόγος θὰ διακλαδιστεῖ σὲ ὑποτομεῖς (δοκίμιο λογοτεχνικό, φιλοσοφικό, ἐπιστημονικό), ἡ γκάμα του ἡ θεματικὴ τὶς περισσότερες φορὲς θὰ στενέψει, ὅμως δὲν θὰ πάψει ν’ ἀνθίζει. Δημιούργημα ὁμήλικο λίγο πολὺ τοῦ μυθιστορήματος, θὰ σταθεῖ δίπλα σ’ αὐτὸ ὁ κατ’ ἐξοχὴν δυτικὸς τρόπος τοῦ γράφειν. Ἔπος, δράμα, λυρικὴ ποίηση, φιλοσοφικὴ καὶ ἱστορικὴ πραγματεία προϋπάρχουν, ἀποκρυσταλλώνονται ἤδη σὲ ἄλλους καιρούς· τὸ δοκίμιο ὅμως ὅπως καὶ τὸ μυθιστόρημα γίνονται αὐτὰ ποὺ εἶναι, «ὅμοια γὰρ ὡς ἐπὶ τὸ πολὺ τὰ μέλλοντα τοῖς γεγονόσι», μόνον στοὺς δικούς μας καιρούς, ἀρχῆς γενομένης ἀπὸ τοὺς πρώιμους Νέους Χρόνους.
Ὁ Παπαγιώργης εἶναι καθαρόαιμος δοκιμιογράφος μ’ αὐτὴ τὴν πρώτη ἔννοια, τὴν ἔννοια τοῦ Μονταίνιου. Τὸ γράψιμό του δὲν τὸ κατατάσσεις εὔκολα σὲ καμμιὰ ἀπὸ τὶς λοιπὲς εἰδολογικὲς κατηγορίες χωρὶς νὰ ἀδικήσεις τὴ μοναδικότητά του. Προφανῶς, στὰ βιβλία του καταγίνεται μὲ πολλὰ καὶ ποικίλα – ζητήματα λογοτεχνικά, φιλοσοφικά, ἱστορικά, βιογραφικά. Ὡστόσο ὁ Ἀλέξανδρος Ἀδαμαντίου Ἐμμανουὴλ δὲν εἶναι φιλολογία ἢ μελέτη γραμματολογική. Ὁ Κανέλλος Δεληγιάννης δὲν εἶναι ἀκριβῶς ἱστορικὴ ἢ βιογραφικὴ πραγματεία. Ὁ Χέγκελ καὶ ἡ Γερμανικὴ Ἐπανάσταση δὲν εἶναι σύγγραμμα φιλοσοφικὸ ἢ πολιτικό. Τὸ Γειά σου Ἀσημάκη δὲν εἶναι ἁπλῶς καὶ μόνο πρωτοπρόσωπη μαρτυρία. Πίσω ἀπὸ τὴ μερικότητα ποὺ ὑπαγορεύει τὸ θέμα, δεσπόζει ἐδῶ ἡ ὀλικότητα τοῦ βλέμματος ποὺ θεματίζει. Καὶ αὐτὸ τὸ βλέμμα στὸν Παπαγιώργη εἶναι τὸ ὕφος.
Ὅταν ἰσχυρίζομαι ὅτι τὸ βλέμμα στὸν Παπαγιώργη εἶναι τὸ ὕφος καὶ ὄχι λ.χ. οἱ θέσεις, οἱ ἰδέες, ἐννοῶ ὅτι αὐτὲς οἱ δεύτερες, οἱ ἰδέες καὶ οἱ θέσεις, μ’ ὅλη τὴν αὐτονόητη σημασία τους, ριζώνουν τόσο βαθιὰ στὴν ἰδιαίτερη ἐκφραστική του γλώσσα ὥστε κάθε ἀπόσπαση, κάθε ἀναδιατύπωσή τους ἐν ὀνόματι τῶν ἀναγκῶν τῆς ἀναλυτικῆς παρουσίασης, ἐντέλει τὶς ζημιώνει. Τὸ φαινόμενο βέβαια εἶναι κοινὸ σὲ κάθε συγγραφέα ἰσόποσης δεξιοτεχνίας: μορφὴ καὶ περιεχόμενο συμπλέκονται τόσο στενά, τὸ ἕνα ἀναχωνεύεται διαρκῶς μέσα στ’ ἄλλο ἔτσι ὥστε ἡ διάκριση νὰ καθίσταται ἐγχείρημα λίγο ἢ πολὺ κινδυνῶδες γιὰ τὴν ἀκεραιότητα τοῦ ἔργου. Πολλὲς φορές, εἶναι ἀκριβῶς ἡ ἐντέλεια τῆς μορφῆς, ἡ εὐγλωττία τῆς φράσης ποὺ ἀποτρέπει τὸν χειρουργικὸ πλὴν καλαίσθητο νοῦ ἀπὸ τὴν ἀποκοτιὰ τῆς τομῆς. Μὲ τὸν Παπαγιώργη μᾶς συμβαίνει συχνὰ ὅ,τι καὶ πάνω ἀπὸ τὴν ἀκραιφνῆ λογοτεχνία: ἡ ἐντύπωση ποὺ ἀφήνουν οἱ καλύτερες σελίδες του δὲν εἶναι μιὰ δυὸ ἀφηρημένες συλλήψεις, ποὺ ὅπως ὅλες τοῦ εἴδους τους μποροῦν εὐκόλως νὰ ἀμφισβητηθοῦν, ἀλλὰ κάτι τὸ ἀμέριστο καὶ συνολικό, κάτι ποὺ ἀντιστέκεται στὴν προσπάθειά μας νὰ τὸ κατανοήσουμε ὡς κάτι ἄλλο ἀπὸ ὅ,τι εἶναι, νὰ τὸ ἀνασυγκροτήσουμε σ’ ἕνα νόημα ἀνεξάρτητο καὶ συνοπτικό.
Ψειρίζοντας κανεὶς τὰ βιβλία του, ἐξυπακούεται, βρίσκει διαρκῶς ἐπινοιες σπουδαῖες, ὀξύνοες παρατηρήσεις, ἕναν πλοῦτο ἀπὸ εἰκασίες διαφωτιστικὲς καὶ ὑποδείξεις ἀπ’ αὐτὲς ποὺ σπανίζουν. Ὅταν καταπιάνεται μὲ τὴν ἰδιαιτερότητα τῆς Φόνισσας στὸ παπαδιαμαντικὸ κόρπους λ.χ., μᾶς δείχνει μὲ τὴ μεγαλύτερη δυνατὴ διαύγεια τὸ ἀμφιίπλευρο χάσμα ποὺ τὴν χωρίζει τόσο ἀπὸ τὰ λοιπὰ διηγήματα τοῦ Σκιαθίτη ὅσο καὶ ἀπὸ τὴν ξένη ψυχογραφικὴ παράδοση, τῆς ρωσσικῆς λ.χ. σχολῆς – καὶ ἡ σύγκριση ἔνθεν καὶ ἔνθεν δὲν ἀποβαίνει ἀκριβῶς ὑπὲρ τῆς γριᾶς Χαδούλας. Ὅταν ὑπαινίσσεται τὸ ἀσύμβατο τῆς «Πριάμου Νυκτοπορίας» πρὸς τὸ λοιπὸ σῶμα τῆς Ἰλιάδας, ὡς προσθήκης ἀλλότριας ποὺ νοθεύει μὲ τὸν φιλάνθρωπο τόνο της τὸ ἀρχαϊκὸ ἠρωϊκὸ ἔθος, ἡ ὑπόνοια ἠχεῖ σκανδαλώδης ἀλλὰ πάει στὴν καρδιὰ τοῦ προβλήματος τοῦ εὐρωπαϊκοῦ οὐμανισμοῦ – εἶναι ἤδη τὸ ὁμηρικὸ ἔπος ἡ γενέθλια ὥρα του; Ὅταν διακρίνει πίσω ἀπὸ κάθε λέξη τοῦ αὐτοβιογραφούμενου Δεληγιάννη τὸ τρομερὸ κίνητρο τῆς μνησικακίας, μᾶς δίνει συνάμα ἕνα μέτρο τοῦ «νοσηροῦ συναισθηματισμοῦ» ποὺ ὅπως θά ’λεγε ἕνας Κωνσταντῖνος Καραμανλὴς διέπει διαχρονικὰ τὴν πολιτικὴ συμπεριφορὰ τοῦ Νεοέλληνα· πιασμένος ἀπὸ τὸν μίτο μιᾶς μικρῆς κλωστῆς, τὴν περίπτωση τοῦ θρυλικοῦ προεστοῦ ἀπ’ τὴ Γορτυνία, ὁ συγγραφέας φέρνει στὸ φῶς τὸ μέγα δίχτυ ποὺ πλέκουν διαρκῶς γύρω μας ἡ συλλογικὴ καχυποψία καὶ οἱ οἰστρηλατημένοι ἐγωισμοί, ὅλα ὅσα ἐντέλει καθιστοῦν διαχρονικὰ τὸν δημόσιο βίο τῆς χώρας μόνιμη ἀρένα.
Μ’ ὅλα αὐτά, στὸν Παπαγιώργη δὲν βρίσκει κανεὶς ἐκεῖνο τὸ εὔτακτο στρῶμα τῶν συστηματικῶν πεποιθήσεων ποὺ χαρακτηρίζει τὸν κατ’ ἐπάγγελμα στοχαστή. Κάτω ἀπὸ τὶς ἔννοιές του, ὅσες τέλος πάντων καταδέχεται καὶ μὲ τὴν ἐλευθερία ποὺ τὶς ἐπικαλεῖται, ψαύουμε ἁδρότερες, μυχιότερες προτιμήσεις καὶ κλίσεις, πνευματικὲς συγγένειες καὶ διαθέσεις θυμικὲς ἤ, γιὰ νὰ εἶμαι ἀκριβέστερος, ἀξεδιάλυτα ψυχονοητικές. Ὁ ἀντιδιανοητισμὸς τοῦ Παπαγιώργη, ὁ ἀντισχολαστικισμός του, ἡ ἀνεξαρτησία του ἀπὸ τὴν ὅποια ὕπερθεν σύμβαση, ἡ ἀφοσίωσή του σὲ θέματα βιωμένα καὶ πρωτοπρόσωπα ἀντικατοπτρίζουν μιὰ στάση ποὺ δύσκολα περιγράφεται μὲ τὶς κατηγορίες τοῦ ὅποιου ἀφηρημένου ἰδιώματος. Ὀρθὰ ἑπομένως τὴν ἀποκάλεσαν «ρομαντική». Μὲ τὴν ἀπαραίτητη διευκρίνιση ὅτι τὴν νοσταλγία γιὰ τὴ μικρὴ κοινότητα· τὴν ἀπαρέσκεια πρὸς τὴ μίμηση καὶ τὸν κοσμοπολιτισμό· τὴν πίστη στὴ λαϊκὴ ψυχή· τὴν ἐμμονὴ στὴ λεγόμενη αὐθεντικότητα ἢ τὴν ἀντίληψη ὅτι τὸ βαθὺ καὶ τὸ γνήσιο ἐντέλει ταυτίζονται μὲ τὸ πηγαῖο καὶ τὸ ψυχικὰ ἐκχειλίζον –ὅλα αὐτὰ δηλαδὴ ποὺ συναντοῦμε στὰ γραπτά του καὶ ἔχουμε μάθει νὰ τὰ γενεαλογοῦμε ἀπὸ τὸν ρομαντισμό–, ὁ Παπαγιώργης μᾶς πείθει ἐξ ἀρχῆς ὅτι τ’ ἀντλεῖ ὄχι ἀπ’ τὶς δέλτους μιᾶς ὅποιας αἰσθητικῆς ἢ πολιτικῆς ἰδεολογίας, ἀλλὰ ἐκ βαθέων – ἀπ’ τὰ ἀποθέματα τοῦ πρώτου ἑαυτοῦ ἢ τὶς δαπανηρὲς προσκτήσεις τῆς πείρας. Ὁ Παπαγιώργης, κι αὐτὸ εἶναι τὸ μέγιστό του ἐπίτευγμα, κάθε φορᾶ ποὺ παίρνει τὸν λόγο, εἶναι σὰν νὰ μιλάει ἐπὶ προσωπικοῦ.
~.~
Κοινότοπη διαπίστωση: κάθε δοκιμιογράφος στὰ γραψίματά του ἑλίσσεται ἐν μέσω σκοπέλων. Ἐὰν ἐδῶ τὸν ἀπειλεῖ ἡ κομψὴ αὐταρέσκεια τοῦ στυλίστα, πιὸ δίπλα ξέρει ὅτι ἐνεδρεύει ἡ στέγνια τοῦ γυμνοῦ ἀναλυτή. Τὸ πέρασμα ἀναμεταξὺ δὲν εἶναι ποτὲ ἐντελῶς σαφές, κανεὶς αὐτοσχεδιάζει συνεχῶς. Στοιχεῖα, μαρτυρίες, τεκμήρια πρέπει νὰ βαπτιστοῦν στὴ φράση, νὰ φορεθοῦν τρόπο τινὰ ἀπὸ τὸν γράφοντα ὥστε νὰ πάρουν τὴ μυρωδιά του, νὰ χάσουν τὴ νωθρὴ ὀσμὴ τοῦ δανείου. Τὴν ἴδια στιγμή, καὶ ἡ πιὸ κατορθωμένη φωνὴ –κερδισμένο ἔπαθλο τοῦ ὕφους– ὀφείλει νὰ ἔχει ἀντιστήριξη γειωμένη καὶ σταθερή, ἀνθεκτικὴ στὸν ἀντίπαλο λόγο καὶ τὸ ξένο ἐπιχείρημα.
Ἀναλυτὴς ὁ Παπαγιώργης, εἴδαμε γιατί, κινδύνευσε πολὺ λίγο νὰ γίνει. Στυλίστας ὅμως, ναί. Σὲ κάμποσες ἀπὸ τὶς σελίδες τῶν πρώτων του βιβλίων, τὸ μέλημα τοῦ ὕφους, τὸ αἴτημα τῆς διαρκοῦς πρωτοτυπίας τῆς φράσης ἰδίως, κουράζει. Τὸ κείμενο γίνεται δύσροο, ὁ ρητορικὸς διάκοσμος βαρύς, τὸ νόημα πίσω ἀπὸ τόσα φλὰς ἐκφραστικὰ ἐνίοτε ξεθωριάζει. Σ’ αὐτὰ τὰ πρῶτα κείμενα –τὸ Περὶ μέθης ἀνήκει σ’ αὐτά– διαβάζεται ἴσως πιὸ καλὰ κατ’ ἀποσπάσματα. Ἀπὸ τὸν Ντοστογιέφσκι (1990) καὶ ἐφεξῆς, στὰ βιβλία του γιὰ τὸν Ὅμηρο (1993), τὸν Παπαδιαμάντη (1997), τὸν Χέγκελ (2000), στὴν τριλογία γιὰ τὸ 1821 –Κανέλλος Δεληγιάννης (2001), Τὰ καπάκια (2003), Ἐμμανουὴλ Ξάνθος (2005)–, ὁ καμβὰς πλαταίνει, τὸ κείμενο παίρνει ἀφηγηματικὲς ἀνάσες, ἡ ἱστορία μὲ τὸν φόρτο τῶν λεπτομερειῶν της τὸ προσεδαφίζει σ’ ἕνα ἔδαφος ἀντικειμενικότερο. Ἰδίως ἡ στροφὴ στὰ καθέκαστα τῆς νεοελληνικῆς περιπέτειας θὰ σταθεῖ ἐδῶ ζωτική. Ἀπὸ τὸ ἀφηρημένο στὸ συγκεκριμένο· ἀπὸ τὴ φιλοσοφία στὴν ἱστορία· ἀπὸ τὴν ἀλλοδαπὴ στὴν ἰθαγένεια· ἀπὸ τὴ μυθοπλασία στὸν ἀναφορικὸ λόγο – σὲ γενικὲς γραμμὲς ἡ πορεία τοῦ Παπαγιώργη εἶναι αὐτή. Καὶ στὸ ξετύλιγμά της, εἶναι προφανὴς ὁ μετατονισμὸς τῆς γραφῆς του, ἀπὸ τὴν πρώτη αὐτάρκεια σὲ ἕνα ὕφος περισσότερο φίλιο πρὸς τὸν ἀναγνώστη καὶ δεκτικό.
Ποιό εἶναι ὅμως τὸ ὕφος τοῦ Παπαγιώργη; Τί ἔχουν ἢ τί θὰ ‘πρεπε νά ‘χουν κατὰ νοῦν ὅσοι τὸ ἐπαινοῦν ἢ τὸ μνημονεύουν; Τὸ πρῶτο καὶ κύριο εἶναι ὅτι πρόκειται γιὰ ὕφος ἐξαιρετικὰ περίτεχνο καὶ ἄκρως ἐκλεπτυσμένο. Ἡ παρατήρηση μοιάζει αὐτονόητη, ὅμως δὲν εἶναι. Τοποθετημένη στὰ συμφραζόμενα τῆς ἐποχῆς, διευκρινίζει τὴ στάση τοῦ συγγραφέα, δείχνει ὅτι σὲ μιὰ περίοδο ὅπου ὁ γραφόμενος λόγος εἴτε λαϊκίζει εἴτε ἐπιστημονίζει φρικτά, ὁ Παπαγιώργης πάει ἀναπόταμα. Πέρα ἀπ’ τοὺς κλασσικοὺς τοῦ δοκιμίου, τὶς ρίζες του μποροῦμε νὰ τὶς ἀναζητήσουμε στὸ ἐκφραστικὸ συνεχές του εὐρωπαϊκοῦ μυθιστορήματος τοῦ 19ου αἰώνα, σ’ αὐτὴ τὴ μεγάλη νοερὴ οἰκογένεια ἀπὸ τὸν Ἐξάδελφο Πὸνς ὣς τοὺς Ἀδελφοὺς Καραμαζώφ. Ἡ ἐπιρροὴ τῆς γαλλικῆς πρόζας, ἡ ρυθμολογία της, ἡ ἀριστοκρατική της ἀπόσταση ἀπὸ τὰ τετριμμένα πρέπει νὰ τοῦ στάθηκε ἐξίσου ὁδηγός, εἰδικὰ στὴν ἀρχή. Γλωσσικά, μορφικά, ὁ Παπαγιώργης πατάει περισσότερο στὴ λόγια παράδοση τοῦ ἑλληνικοῦ δοκιμίου, ποὺ μὲ ἀφετηρία του τὴν καθαρεύουσα θὰ βγάλει τεχνίτες τῆς περιωπῆς ἑνὸς Ροΐδη ἢ ἑνὸς Παπαρρηγόπουλου προτοῦ –μὲ γέφυρα ἐνδιάμεση τὸν Παλαμὰ– σβήσει ὡς ἀπόηχος στὴν κουβεντιαστὴ δοκιμιογραφία ἑνὸς Σεφέρη ἢ ἑνὸς Λορεντζάτου. Ὁ Παπαγιώργης παίρνει ἀπ’ αὐτοὺς τοὺς δεύτερους τὴν ἀγάπη γιὰ τὴ χαμηλὴ λέξη, τὴ λέξη τὴν κοινὴ ποὺ ὅμως διατηρεῖ ὑψηλὴ τὴν συναισθηματική της θερμοκρασία, τὴν ἀναμειγνύει ὅμως σοφὰ μὲ τὴ στιλπνὴ φόρμα τῶν πρώτων. Στὰ περὶ παθῶν κείμενά του, στὰ χρονογραφήματά του συχνά, συνανακρούεται ἐνίοτε κι ἕνας τόνος οἰκειότερος, σχεδὸν λαϊκός· ὡστόσο μόνο ὡς ποίκιλμα – στὸ βάθος ἡ ὀρχήστρα ἀκολουθεῖ ἄλλη ἁρμονικὴ γραμμή.
Μὲ βάση τὶς κατηγορίες τῶν ἀρχαίων γραμματικῶν, τὸ ὕφος τοῦ Παπαγιώργη εἶναι ἑπομένως πλούσιον, οὔτε λιτόν, ἐννοεῖται, οὔτε μέτριον, μ’ ὅλο ποὺ μὲ τὰ χρόνια τείνει κι αὐτὸ πρὸς λαγαρότερη, ἐποπτικότερη μορφή. Ἐντούτοις καὶ στὶς πιὸ ἁπλές του ἐκδηλώσεις παραμένει ποικιλότροπο καὶ δὴ σ’ ὅλο του τὸ ξεδίπλωμα: ἀπ’ τὴν κοφτὴ διατύπωση ὡς τὴ ρητορικὴ πλέξη τοῦ ἐπιχειρήματος καὶ ἀπὸ τὴν παράθεση τῶν ἀποδείξεων ἕως τὴν κορύφωση τοῦ τελικοῦ διὰ ταῦτα. Στὴ μικροκλίμακα αὐτοῦ του ὕφους συναντᾶ κανεὶς λ.χ. τὴ γεμάτη, ἀκαριαία φράση: «Γιὰ τὸ νεόδμητο ἐγώ, καὶ μόνο ἡ συγγραφὴ μιᾶς ἐπιστολῆς εἶναι κατάκτηση»· «Ἡ φιλοσοφία γράφεται μὲ χίλια χέρια – κρατάει ὅμως τὸ γραφικὸ χαρακτήρα τοῦ καλύτερου»· «εἶναι στὴ φύση τῶν ἀνίσχυρων νὰ ξυπνοῦν στοὺς γύρω τους τὸν δαίμονα τῆς καταστροφῆς». Συναντᾶ τὸν κατ’ ὑπόθεσιν λόγο: «Ἂν ὁ ἀποφασισμένος μοναχὸς ξορκίζει διὰ βίου μέσα του ἕναν κοσμικὸ ποὺ δὲ λέει νὰ ἀποθάνει, ὁ κοσμολαΐτης σέρνει πάνω του τὴ σκιὰ τοῦ ράσου σὰν ψυχικὸ βάσανο». Συναντᾶ τὸ εὐθύ, ἀπορητικὸ καὶ ἐν ταυτῷ διαπιστωτικό ἐρώτημα: «Γιατί ἡ δυστυχία τοῦ ἄλλου σταλάζει πάντα μέσα μας τὴν ἡδονή;» Ἀλλὰ καὶ τὸ ρητορικό του ἀνάλογο: «Σὲ ἕνα μικρὸ νησὶ τοῦ Αἰγαίου, ποὺ βρίθει ἁλιέων καὶ ναυτίλων, τί πιὸ μοιραῖο γεγονὸς ἀπὸ τὸν πνιγμό;» Συναντᾶ, κατὰ κόρον, τὸν παρομοιαστικὸ λόγο:
«Ὅπως τὸ παιδὶ τρέμει τὴν ἔκφραση καὶ τὸ θυμὸ τοῦ πατέρα ποὺ τὸ ξεπερνᾶ σὲ ὕψος καὶ δύναμη, ὁ πιστὸς κάνει τὰ πάντα μὲ σφιγμένη τὴν καρδιά.»
«Σὰν τὸν ζωγράφο ποὺ γιὰ νὰ ἀποκαλύψει τὴν οὐσία ἑνὸς προσώπου, μετέρχεται στὴν προσωπογραφία του τεχνικὲς προοπτικῆς καὶ φωτοσκίασης ἄγνωστες στὸν προσωπογραφούμενο, ὁ ἀφηγητὴς ἔπρεπε νὰ ἐπινοήσει ὅλα τὰ τεχνάσματα ἀνάδειξης τῶν προσώπων.»
«Σὰν νὰ κοιτάχτηκαν κάποτε μέσα στὸ ἴδιο πηγάδι κι ἀντίκρισαν ἕνα εἴδωλο ποὺ κατοπινά, διὰ βίου τὰ λούζει, τὰ μολύνει καὶ τὰ ξεδιψᾶ, τὰ ἀδέλφια ἔχουν μιὰ ἰδιάζουσα ἀναπηρία ἀνάμεσα στοὺς ξένους.»
Ἀλλὰ καὶ τὸ ξετύλιγμα τῆς παραβολῆς, ποὺ κι ὅταν ἀκόμα εἶναι δοσμένη, στὴ δική του τὴ γλώσσα ἀποκτᾶ λάμψη ἀπρόσμενη:
«Τὸν χρονικὰ ἄπειρο κόσμο μποροῦμε νὰ τὸν παραστήσουμε μὲ μιὰ ἄπειρη γραμμή, μὲ μιὰ ἄναρχη καὶ ἀκατάληκτη ἀφήγηση, ὅπως καὶ μὲ ἕνα βιβλίο ποὺ ἀπαρτίζεται ἀπὸ ἀναρίθμητες σελίδες. Ἡ μέρα ἢ ἡ στιγμὴ ποὺ ζοῦμε εἶναι μιὰ σελίδα ἢ μιὰ ἀράδα αὐτοῦ τοῦ βιβλίου, ποὺ παρευθὺς χάνεται μέσα στὶς ἄλλες. Ποτὲ δὲν μποροῦμε νὰ ξαναβροῦμε μιὰ στιγμὴ ποὺ διάβηκε καὶ ἡ μνήμη, τὸ γνωρίζουμε, εἶναι ὁ πιὸ δόλιος ὁδηγός. Δὲν ὑπάρχει τρόπος νὰ ἀνοίξουμε τὸ βιβλίο, γιατί εἶναι κιόλας μπροστὰ μας ἀνοιχτὸ ὅπως ὁ κόσμος: ἀνέκαθεν καὶ διὰ παντός. Δὲν ὑπάρχει τρόπος νὰ κλείσουμε τὸ βιβλίο, γιατί ἕνα ἀπειροσέλιδο βιβλίο ὅπως ἕνας ἀπειρόχρονος κόσμος δὲν ἔχουν ὅρια. Δὲν ὑπάρχει τρόπος νὰ δοῦμε τὰ ἐξώφυλλα τοῦ βιβλίου, ἁπλούστατα γιατί δὲν ὑπάρχουν (οὐκ ἔχειν ἀρχὴν οὐδὲ τελευτήν), ὅπως δὲν μποροῦμε νὰ τσακίσουμε μιὰ σελίδα του γιὰ νὰ τὴν ξαναβροῦμε – νὰ συγκρατήσουμε μιὰ στιγμὴ μέσα στὴ χρονικὴ διαδοχή.»
Ἄξιοι μελέτης εἰδικῆς εἶναι οἱ πρόλογοι τοῦ Παπαγιώργη. Ἢ, καλύτερα, οἱ ἐναρκτήριες φράσεις του: «Ἔμφυτη κι ἀδίδακτη, ἡ συμπάθεια δὲν προϋποθέτει κανένα ἠθικὸ φροντιστήριο»· «Τὸ ἀναπότρεπτο καὶ τὸ μοιραῖο, ὅταν τελοῦνται μὲ ξένα ἔξοδα, βρίσκουν ἀμέσως πελάτες». Ἀλλὰ καὶ οἱ κατακλεῖδες του: «Ἀκόμα καὶ νεκρὸς κανεὶς μπορεῖ νὰ εἶναι φίλος»· «Καιρὸς τοῦ κλέπτειν, καιρὸς τοῦ ἀναγιγνώσκειν».
Συνελόντι εἰπεῖν, ἂν στὴ βιοθεωρία του ὁ Παπαγιώργης εἶναι ρομαντικός, στὴν πρόζα του εἶναι κλασσικότροπος. Κάποτε, ἀψηφώντας τὰ ὅρια, ἐρωτοτροπεῖ μὲ τὸν μανιερισμὸ καὶ τοὺς ρητορικούς του μαιάνδρους, τὸ στύλ του παίρνει κάτι ἀπὸ τὰ ψιμύθια τοῦ μπαρὸκ – τὸ ἐγγύτερο παράλληλο ποὺ μπορῶ νὰ σκεφτῶ εἶναι ὁρισμένα ἐδάφια τοῦ Μπόρχες. Ἀντίθετα, μὲ τὶς καινοτομίες τοῦ 20οῦ αἰώνα δὲν μοιάζει νὰ ἔχει σχέση. Κανένα σχεδὸν ἀπὸ τὰ τεχνάσματα τῆς μοντέρνας γραφῆς ποὺ ὣς ἕναν βαθμὸ βρῆκαν ἔδαφος καὶ στὸ δοκίμιο –ὁ ἐπαγγελτικός, ἐπειγόμενος τόνος, ὁ ἑρμητισμός, ὁ ἐλεύθερος παρατακτικὸς εἱρμός, ἡ ἐλλειπτικότητα– δὲν πιάνει ρίζες ἐδῶ. Ἡ δική του ἡ πρόζα δὲν ἀποστέργει κὰν τὸ θαυμαστικό, τὴν πιὸ ἀντιμοντέρνα ἀπ’ ὅλες τὶς χειρονομίες τῆς στίξης. «Ἤθη τοῦ 19ου αἰώνα!» δὲν γράφει ὁ ἴδιος;
Στὸν ὄψιμο Παπαγιώργη, οἱ προσφυγὲς στὴν ἀφήγηση καὶ τὴν περιγραφὴ πυκνώνουν. Τεκμήριο, τὰ τρία βιβλία του γιὰ τὴν Ἐπανάσταση. Σ’ αὐτὰ ὁ συγγραφέας δὲν παρατηρεῖ τόσο τὴν Ἱστορία ἢ τὴν Πολιτική, μὲ κεφαλαῖο τὸ πρῶτο τους γράμμα, στὶς ὑψηλὲς καὶ χθαμαλές τους τροπὲς – τέτοιος εἶναι ὁ θουκυδίδειος τρόπος. Ὁ Παπαγιώργης ἀνήκει περισσότερο στὴ σχολὴ τοῦ Ἡροδότου, τὸν δελεάζει ἡ λεπτομέρεια, τὰ καθέσταστα, δικός του τρόπος εἶναι νὰ παρακολουθεῖ κατὰ πόδας τὰ πρόσωπα ποὺ διαμορφώνουν τὶς ἐξελίξεις ἢ τὶς ὑπομένουν, τὴν ὥρα ἀκριβῶς ποὺ τὸ κάνουν. Μέθη, ζηλοτυπία, χειροδικία, μισανθρωπία – στὸ μεγάλο ψηφιδωτὸ τῶν ἀνθρωπίνων παθῶν ποὺ συναρμόζει στὰ πρῶτα του βιβλία, ἔρχεται τώρα νὰ προσθέσει τὴ μνησικακία, τὴ φιλεκδικία, τὴ χολή. Τὸ γενικὸ ὅμως σχέδιο δὲν ἀλλάζει, οἱ νέες ψηφίδες τονίζουν τὴν ἤδη χαραγμένη γραμμή.
Στὰ βιβλία του γιὰ τὸν Ἀγώνα, ὁ Παπαγιώργης ξαναπιάνει τὸ ἐθνικό μας ἀφήγημα ἀπ’ τὴν ἐπίσημή του ἀρχή. Πολλὰ θὰ μποροῦσε νὰ πεῖ κανεὶς γιὰ τὴ σύνολη εἰκόνα ποὺ συνθέτουν αὐτὰ τὰ βιβλία. Ἰδεολογικά, καὶ ὁ ἐθνολάτρης καὶ ὁ ἀποδομιστὴς μποροῦν ἐδῶ νὰ βροῦν κομμάτια τῆς ἀρεσκείας τους, κατὰ τὴ χρεία καὶ τὴν ὄρεξή τους. Ὅμως ὁ Παπαγιώργης δὲν ἰδεολογεῖ, ἢ ἰδεολογεῖ πολὺ λίγο ἂν συγκριθεῖ μὲ τὸ πλεῖστον της ἱστοριογραφίας μας, παλαιᾶς τὲ καὶ νέας. Ὁ Παπαγιώργης ἐδῶ πρωτίστως δραματουργεῖ· τὰ ἄναρχα καὶ χαώδη συμβάντα, οἱ ἀντιζηλίες καὶ οἱ ἔριδες, οἱ ἀντιφάσεις ποὺ ἐξηγοῦνται ἀλλὰ δὲν συμφιλιώνονται εἶναι ποὺ τὸν συγκινοῦν – ὄχι τὸ μέλημα μιᾶς συνόψεως στρογγυλεμένης καὶ στανικῆς.
Δὲν εἶναι λίγοι οἱ ἀναγνῶστες του ποὺ κατὰ καιροὺς ἔχουν ἀναρωτηθεῖ πῶς θὰ ἔμοιαζε ἕνα μυθιστόρημά του, ἂν ἀποφάσιζε ποτὲ νὰ τὸ γράψει. Ἀπὸ μιὰ σκοπιά, αὐτὰ τὰ βιβλία μὲ τὸ πολυπρόσωπο κὰστ δίνουν τὴν ἀπάντηση. Δημογέροντες καὶ ὁπλαρχηγούς, Μωραΐτες καὶ Ρουμελιῶτες, Φιλικοὺς καὶ τουρκόφρονες, φερέοικους καὶ νοικοκύρηδες, φουκαράδες καὶ πρίγκηπες· κι ἀκόμα: ἀγιάνηδες καὶ μοραγιάνηδες, βεκίληδες καὶ παραβεκίληδες, νόες διπλωματικοὺς κι ἄλλους ἀψίθυμους, κλέφτες καὶ κάπους καὶ ἀρματωλούς, σόγια καὶ καπετανάτα καὶ καπάκια, τὰ μεγάλα ἐπώνυμα καὶ τὸν ὄχλο, ὅλους ὅσοι παρελαύνουν στὶς σελίδες του, ὁ συγγραφέας τοὺς κινεῖ ἐμπρὸς στὰ μάτια μας σὰν ρόλους ποὺ ξέφυγαν ἀπὸ ἔργο ποὺ δὲν ἔχει ἀκόμα γραφτεῖ. Μ’ αὐτοὺς ὑλικὸ στήνει μιὰ ἀφήγηση γεμάτη δραματικὲς ἐναλλαγὲς καὶ ἔνταση. Οὔτε ἡ Παλιγγενεσία καὶ ὁ θρύλος της, οὔτε ἡ παγερὴ ἀκαδημαϊκὴ βιτρίνα, οὔτε τὸ μαρτυρολόγιο τοῦ Ἔθνους· συλλογικὴ ἢ ἐξατομικευμένη, στὸ ’21 τοῦ Παπαγιώργη μετράει ἡ ὠμή, ἡ ἀκατέργαστη ἀνθρώπινη πράξη.
Ἂν στὴν Ὁμηρικὴ μάχη, θέμα του ἔχει τὴν πειθαρχημένη ἰσχύ, τὴ δεξιότητα τῆς σφαγῆς ὡς τὴ μεγίστη τῶν ἀρετῶν, τὸ γόητρο (κῦδος) ποὺ ἀποκομίζει κανεὶς ἂν ἀσκήσει σωστὰ τὴν τέχνη τῶν ὅπλων, ἡ τριλογία τῆς Ἐπανάστασης μᾶς ἀφηγεῖται τὸ σκόρπισμα καὶ τὴ διάχυση κάθε ἐξουσίας, τοὺς φυγόκεντρους ἑλιγμοὺς ποὺ καθιστοῦν τὸν πόλεμο διαρκῶς κινούμενη ἄμμο καὶ τὴν φονικὰ δυσδιάκριτη γραμμὴ ποὺ τὸν χωρίζει ἀπὸ τὴν εἰρήνη. Ἀπέναντι στὸ ἐσωτερικευμένο καὶ ἄρα πάγιο ἔθος τῶν Ἀχαιῶν, οἱ ἀγωνιστὲς τοῦ ’21 μοιάζουν ἀκυβέρνητοι, χωρὶς σημεῖα ἀναφορᾶς ἢ προσανατολισμὸ σταθερό. Κατὰ κάποιο τρόπο, φαντάζουν ἐμπρός μας ξένοι ἐντελῶς καὶ ἀπελέκητοι, πιὸ ἀρχαϊκοὶ καὶ ἀπὸ ἐκείνους τῆς Τροίας. Ἡ ἔριδα τοῦ Ἀχιλλέα μὲ τὸν Ἀγαμέμνονα ἔχει ἀρχὴ καὶ τέλος, ξέρει ἀπὸ ὅρια καὶ κανόνες. Ἡ σύγκρουση τοῦ Δεληγιάννη μὲ τὸν Κολοκοτρώνη ἀντίθετα, μ’ ὅλο τὸ ταξικό της ὑπόβαθρο, δὲν ὑπακούει σὲ τέτοιους, σοβεῖ διαρκῶς πίσω ἀπὸ κάθε τους πράξη καὶ μέλημα, δὲν σταματᾶ κὰν μὲ τὸ πέρας τῆς νίκης. Μὲ τὰ Ἀπομνημονεύματα εἰς τόμους τρεῖς, γραμμένα χρόνια πολλὰ μετὰ τὴν τελευτὴ τοῦ ἀρχιστρατήγου, ἡ «χαλασμένη καρδιὰ» τοῦ κοτζάμπαση ἐκδικεῖται τὸν φοβερό της πολέμιο καὶ πέραν τοῦ τάφου. Μὲ τὴ σειρά του, ἀναβιογραφώντας τὸν αὐτοβιογραφούμενο, ὁ Παπαγιώργης φιλοτεχνεῖ γιὰ λογαριασμό μας ὄχι μόνο τὸ πορτραῖτο τοῦ ἀνδρός, ἀλλὰ τὸ πορτραῖτο τῶν συλλογικῶν παθῶν μιᾶς ἐποχῆς – γιὰ νὰ τὸ πῶ ὀξύμωρα, συντάσσει μιὰ βιογραφία τοῦ πλήθους.
«Ἡ ψευδολογία, ἡ συκοφαντία, οἱ λεονταρισμοί, οἱ ἐπιδείξεις ἐθελοτυφλίας, ὑστερόπρωτης φιλοπατρίας καὶ αὐτοεξύμνησης εἶναι τὰ συνήθη μέσα τοῦ Κανέλλου. Πλὴν ὅμως τὸ κείμενο δὲν καταδικάζεται λόγω εὐτελείας. Ἂν καὶ γράφει μονίμως μὲ ἀρνητικὰ αἰσθήματα, εὐάλωτος στὸ προσωπικὸ μίσος, ἡ ψυχογραφία του εἶναι μοναδικὴ γιὰ τὴν ἐποχή. Οἱ προσωπικές του ἀδυναμίες ἀντιστοιχοῦν πλήρως στὰ ἀδιέξοδα τοῦ Ξεσηκωμοῦ. Ἡ χολερική του ἰδιοσυγκρασία τὸν ἀναδεικνύει, μαζὶ μὲ πλῆθος ἄλλους, σὲ ἄξιο τέκνο τοῦ πανεθνικοῦ ἐμφυλίου, ὁ ὁποῖος κατ’ εὐφημισμὸν βαπτίσθηκε Ἐπανάσταση ἀπὸ τοὺς ἰδεολόγους ἱστορικούς.»
Σ’ ὅλη τὴ διάρκεια τοῦ Ἀγώνα, οἱ Ἕλληνες ἀδυνατοῦν νὰ συγκροτηθοῦν. Ἀδυνατοῦν νὰ συνταχθοῦν πολιτικά. Ἀδυνατοῦν νὰ βάλουν τάξη στὰ οἰκονομικά τους, νὰ ὀργανώσουν στοιχειωδῶς μιὰ κάποια διοίκηση. Δὲν ὁμονοοῦν κὰν στὰ τῆς διπλωματίας καὶ τῆς τακτικῆς ἔναντι τοῦ ξένου παράγοντα. Τὰ ἔνοπλα σώματα ποὺ παρατάσσουν, κι αὐτὰ δὲν εἶναι βέβαια τακτικὲς δυνάμεις, πολυτέλεια ἀδιανόητη γιὰ τὶς συνθῆκες ποὺ ἐπικρατοῦσαν τότε σὲ Πελοπόννησο καὶ Στερεά, ἴσως καὶ βλαπτικὴ ἂν ἀναλογιστοῦμε τὸ πῶς καὶ τὸ γιατί τῶν ἑλληνικῶν ἐπιτυχιῶν, πάνω ἀπ’ ὅλα στὰ Δερβενάκια. Δὲν εἶναι κὰν δυνάμεις εὐπειθεῖς: αξέχαστος μένει ὁ στεναγμὸς τοῦ Κολοκοτρώνη ὅταν ἀντιπαραβάλλει ὑποθετικὰ τὴ μοίρα του μ’ ἐκείνην τοῦ Οὐέλλιγκτον. Τὰ διαβήματα τῶν πρωταγωνιστῶν ἀραιὰ καὶ ποὺ λογοδοτοῦν στὴν πρόνοια ἢ σὲ στρατηγικοὺς ὑπολογισμούς, οἱ θρίαμβοι καὶ οἱ συντριβὲς εἶναι λίγο πολὺ αὐτοσχέδιοι, προϊόντα τοῦ χάους ποὺ γεννοῦν ἡ ἀστάθμητη τύχη καὶ οἱ ἀνεξέλεγκτες ὁρμές. Ἀντιπροσωπευτικὴ εἶναι ἡ εἰκόνα τοῦ στίφους τῶν πολιορκητῶν («ὑπὲρ τὰς εἴκοσι χιλιάδας Ἕλληνες ὡς λυσσῶντες λύκοι», ἀναφέρει ὁ Δεληγιάννης) ποὺ «περισφίγγει τὴν Τριπολιτσὰ» τὸν Ἰούνιο τοῦ 1821:
«Δὲν ἦταν στρατὸς ποὺ ἐκτελοῦσε μιὰ τακτικὴ πολιορκία, ἀλλὰ μιὰ ἄγρια ὀρδὴ ποὺ εἶχε ζώσει τὸ κάστρο μὲ διαθέσεις διασπαραγμοῦ. Ραγιάδες ποὺ ἀπὸ γενιὲς ἀνδρώνονταν μέσα σὲ συνθῆκες ταπείνωσης καὶ ἀθλιότητας, αἴφνης ἔνιωθαν ἐλεύθεροι ἀπὸ τὸν πατρογονικὸ φόβο, ὁπλίζονταν μὲ ὅ,τι ἔβρισκε ὁ καθένας (μαχαίρια δεμένα σὲ κοντάρια, ρόπαλα, σοῦβλες) καὶ ἑτοιμάζονταν γιὰ τὴ μεγάλη ἐκδίκηση.»
Γιὰ τὴν ἀνελέητη σφαγὴ τῶν πολιορκημένων τῆς Τριπολιτσᾶς ἔχουν γραφτεῖ πολλά. Ἡ ἐθνικὴ ἱστορία στὶς δέλτους της ἀμηχανεῖ, τὰ πιὸ ἐπίσημα χείλη της τὴν ἀποκαλοῦν «ἀνώφελη», τὸ πιὸ συχνὰ τὰ συμβάντα ὑποβαθμίζονται. Ἀπὸ τὴν ἄλλη πλευρά, ὅσοι φορτώνουν στὸν ἐθνικισμὸ συλλήβδην τὰ ἁμαρτήματα τῶν τελευταίων δύο αἰώνων, μιλοῦν γιὰ γενοκτονία, γιὰ ἐθνοκάθαρση προετοιμασμένη ἰδεολογικὰ ἐκ τῶν ἄνω. Ὁ Παπαγιώργης τηρεῖ ἀποστάσεις κι ἀπ’ τὴ μιὰ κι ἀπ’ τὴν ἄλλη σχολή. Ὅπως ἤδη στὴν ἀτομικὴ περίπτωση τοῦ Κανέλλου, τὸ κρυφὸ ἐλατήριο τῆς ἱστορίας ἀποκαλύπτεται κι ἐδῶ ψυχικό, ἡ φιλεκδικία ἀσυγκράτητο κίνητρο: «Τὰ θύματα αἴφνης βρέθηκαν σὲ ἀπόλυτη θέση ἰσχύος, τοὺς ἀνατέθηκε ὁ ρόλος τοῦ δήμιου, χωρὶς νὰ ὑπάρχει ἀνασταλτικὸς παράγοντας. Ἡ μαύρη τελετὴ δὲν ἔκανε διάκριση». Ὅμως τὸ ἀνθρώπινο πράττειν εἶναι ἀδιαίρετο, ἡ ἱστορία ἔχει τὴ δική της μηχανική, ἀκόμη καὶ τὸ πιὸ ἀνεξέλεγκτο ὁρμέμφυτο κάνει ἐντέλει πολιτική. Συντασσόμενος μὲ τὴν εὐθυκρισία τοῦ Σπηλιάδη, ὁ Παπαγιώργης ἐξηγεῖ πειστικὰ ὅτι τὰ ὅσα ἀκολούθησαν τὴν κατάληψη τῆς πελοποννησιακῆς πρωτεύουσας τὴν 23η Σεπτεμβρίου 1821 ὑπῆρξαν συγχρόνως πράξεις καὶ κτηνώδεις καὶ ἀπαραίτητες, καὶ βάρβαρες καὶ ζωτικές. Ἡ ὑποτιθέμενη ἀντίφαση εἶναι μόνο ἐπίφαση, τὸ μεγαλεῖο καὶ ἡ ἀχρειότητα εἶναι πλασμένα ἀπὸ τὸ ἴδιο ζυμάρι:
«Ἐντούτοις αὐτὸ ποὺ θεωρήθηκε ἐθνικὴ ντροπὴ ἦταν στὴν πραγματικότητα μιὰ ἐθνικὴ ἀνάσταση – ἔστω καὶ ἀνόσια. Μόνο μὲ τὴν ἅλωση τῆς Τριπολιτσᾶς οἱ ραγιάδες μυήθηκαν στὸ βαθύτερο νόημα τοῦ πολέμου ποὺ εἶχαν κηρύξει. Δὲν ὑπῆρχε πλέον κανένα περιθώριο συμβιβασμοῦ ἀνάμεσα στοὺς δύο λαούς. Ὁ πόλεμος θὰ ἔφτανε μέχρις ἐσχάτων. Μέσα στὴν πρωτάκουστη αἱματοχυσία καὶ στὸ λύθρο οἱ ἐπαναστάτες ἔπαιρναν οὐσιαστικὰ τὸ ἀληθινὸ πολεμικὸ βάπτισμα. Καὶ βέβαια δὲν χρειάζεται νὰ δικαιολογοῦμε τὶς μαῦρες σκηνὲς ποὺ ἐκτυλίχθηκαν στοὺς δρόμους καὶ στὰ σπίτια τῆς πρωτεύουσας μὲ τὸ μένος αἰώνων κατὰ τοῦ τυράννου. Οἱ Μωραΐτες μετροῦσαν μόνο ἕναν αἰώνα σκλαβιᾶς. Εἶχαν ὅμως ἀνάγκη μιὰ κατάσταση ἀπολύτου ἀσυδοσίας γιὰ νὰ ἀνακτήσουν τὴ φυλετική τους αὐτοπεποίθηση. Καὶ τὴν ἀνέκτησαν μὲ μιὰ ἀθεμιτουργία ποὺ δὲν βρῆκε ποτὲ τὸν ὑμνητή της. Τὸ νεοσύστατο κράτος εἶχε ἀνάγκη τὴν προβολὴ ἠρωϊκῶν θυσιῶν, γι’ αὐτὸ τὸ Μεσολόγγι ἀπέβη ἐθνικὸ σύμβολο ἐνῶ ἡ Τρίπολη ἀποσιωπήθηκε.»
~.~
Οἱ ἀράδες αὐτὲς δείχνουν νομίζω ἐπαρκῶς γιατί ὁ Παπαγιώργης ἰσαπέχει ἀπὸ τὸν ἐθναμύντορα λόγο καὶ τὸν ἠθικολόγο καθωσπρεπισμό. Στάθηκα ὅμως σ’ αὐτὲς καὶ γιὰ ἕναν ἄλλο λόγο, κατὰ τὴ γνώμη μου ἐξίσου, ἴσως καὶ περισσότερο σημαντικό, καθὼς ἐξ ὄνυχος εἰκονογραφοῦν τὴν εἰσφορὰ τοῦ συγγραφέα στὴν ἀνανέωση τῆς ἱστορικῆς μας πρόζας. Ἐδῶ καὶ δεκαετίες, ἀφότου δηλαδὴ ζήλεψε τὸ μέλι τῶν ἀριθμῶν καὶ τὰ κοινωνιολογοῦντα θεωρήματα, αὐτὴ ἡ τελευταία ἔφτασε νὰ συναγωνίζεται σὲ ἀφηγηματικὴ χάρη τοὺς ἰσολογισμοὺς τῶν τραπεζῶν. Ὁ Παπαγιώργης, τὸ ἀποδεικνύει ἡ ἀπήχηση τῶν βιβλίων του, ἀντιπροτείνει ἕναν τρόπο ποὺ παρακάμπτει τὴν τρέχουσα πανεπιστημιακὴ ξηρογραφία.
Ἐκπλήσσει πάντως ὁ ἰσχυρισμὸς ὅτι ἡ σφαγὴ τῆς Τριπολιτσᾶς «δὲν βρῆκε ποτὲ τὸν ὑμνητή της». Ἂν αὐτὸ ἀληθεύει γιὰ τὴν αἰδήμονα ἱστοριογραφία μας, δὲν ἰσχύει διόλου γιὰ τὴν ποίηση. Στὸν Διονύσιο Σολωμό, πιὸ συγκεκριμένα στὸν Ὕμνο εἰς τὴν Ἐλευθερία, ἡ ἅλωση τῆς πόλης καὶ οἱ συνέπειές της αἰνοῦνται πράγματι, καὶ κατὰ τρόπο μνημειώδη. Χωρὶς νὰ ἐξωραΐζει στιγμὴ τὶς βαναυσουργίες τῶν πορθητῶν, ἀντίθετα ἀποκαθιστώντας τες στὴν ὠμή τους ἀλήθεια, ὁ Ζακύνθιος ἐπικεντρώνεται καὶ αὐτὸς στὸ κίνητρο τῆς ἐκδίκησης. Ὁ ὑμνικὸς τόνος εἶναι ἀπαραγνώριστος, ἡ δύναμη τοῦ μίσους καταφάσκεται ἀπόλυτα, ὁ δρόμος τῆς ἐπαναστατημένης Ἐλευθερίας προβάλλει ἐξ ὁρισμοῦ πολυαίμακτος. Συγκλονιστικὴ εἶναι ἡ εἰκόνα τῶν ἀπὸ αἰῶνος θυμάτων τοῦ ἔθνους ποὺ ἐγείρονται στὸν Κάτω Κόσμο προσμένοντας τὴν ὥρα τῆς Κρίσης γιὰ τὸν φρικτό τους δυνάστη. Κάθε νεκρὸς ποὺ ἀδικήθηκε, κάθε ραγιὰς ποὺ κακοθανάτισε ποτὲ σὲ χέρια Τούρκων, σύψυχος ὁ ἴδιος ὁ Ἅδης, γράφει ὁ ποιητής, «ἀκαρτέριε τὰ σκυλιά»:
Τ’ ἀκαρτέριε. Ἐφαίνοντ’ ἴσκιοι
ἀναρίθμητοι, γυμνοί,
κόρες, γέροντες, νεανίσκοι,
βρέφη ἀκόμη εἰς τὸ βυζί.
Ὅλη μαύρη μυρμηγκιάζει,
μαύρη ἡ ἐντάφια συντροφιά,
σὰν τὸ ροῦχο ὁπού σκεπάζει
τὰ κρεβάτια τὰ στερνά.
Στὸν Ὕμνο, σ’ αὐτὲς τὶς σαράντα περίπου στροφὲς τοῦ ποιήματος ποὺ ἱστοροῦν τὴ μοίρα τῆς ἀθλίας Τριπολιτσᾶς, βρίσκει κανεὶς λυρικὰ ἀποσταγμένες τὶς περισσότερες ἀπὸ τὶς παρατηρήσεις τοῦ Παπαγιώργη. Τόσο μάλιστα, ποὺ ἐνῶ ὁ ἴδιος μνημονεύει διαρκῶς τὸν Δεληγιάννη, μοιάζει σὰν νὰ ὑπομνηματίζει τὸν Σολωμό. Δὲν διατείνομαι ὅτι ὁ συγγραφέας μας τὰ ἀποσιωπᾶ ὅλα αὐτὰ ἢ τὰ ἀγνοεῖ, φυσικά· περισσότερο μπαίνω στὸν πειρασμὸ νὰ ὑποθέσω ὅτι εἶναι ἡ θρυλικὴ πιὰ ἀποστροφή του γιὰ τοὺς ποιητὲς καὶ τὰ ἔργα τους ποὺ τὸν κάνει νὰ τ’ ἀπωθεῖ. Ὅμως ἀκόμη καὶ γιὰ ἕναν ἄνθρωπο ὅπως ἐκεῖνος, ποὺ δὲν χάνει εὐκαιρία νὰ δηλώσει ὅτι «δὲν ἔχει πάρε δῶσε μὲ τὴν ποίηση οὔτε πετάει τὴ σκούφια του γιὰ τὰ ποιήματα», ὅσο νά ‘ναι, τὸ πράγμα εἶναι ἀξιοσημείωτο.
Τὸ ἀντίστροφο πάντως δὲν ἰσχύει. Στοὺς κύκλους τῶν ποιητῶν, αὐτῶν τῶν «ἀρχοντοξεπεσμένων» τοῦ σιναφιοῦ ὅπως ἐνίοτε τοὺς ἀποκαλεῖ, ὁ Παπαγιώργης εἶναι ἀναφορὰ σταθερή. Καὶ τὰ καλύτερα κείμενα ποὺ ἔχουμε γι’ αὐτὸν εἶναι γραμμένα ἀκριβῶς ἀπὸ ποιητές. Σκέφτομαι τώρα ἕνα παλιότερο ἄρθρο τοῦ Ἀντώνη Ζέρβα, κυρίως ὅμως ἕνα πλούσιο σὲ ἰδέες, ἐφ’ ὅλης τῆς ὕλης κείμενο τοῦ Ἠλία Λάγιου, δημοσιευμένο τὸ 2003 στὴ Νέα Ἑστία. Ἂν δὲν σφάλλω, ἐκεῖ πρωτοβρίσκει κανεὶς τὴν ὑπόθεση ὅτι ὁ Παπαγιώργης εἶναι κατὰ τὸ φυσικό του συγγραφέας «ρομαντικός». Καὶ ἐκεῖ ἐπιχειρεῖται γιὰ πρώτη φορὰ νὰ τοποθετηθεῖ ἀνάμεσα στοὺς Ἕλληνες συγγραφεῖς. Ὡς συνήθως, ὁ Λάγιος δὲν μασάει τὰ λόγια του. Διατείνεται προκλητικὰ ὅτι «ὁ Παπαγιώργης εἶναι μακρὰν ὁ καλύτερος πεζογράφος μας, τὰ τελευταία τριάντα σαράντα χρόνια».
Τὸ πρόσκομμα εἶναι ὅτι ὁ ὅρος «πεζογραφία» εἶναι πολὺ γενικός. Ἡ σύγκριση τῆς γραφῆς τοῦ Παπαγιώργη μὲ τὴ καθαυτὸ ἀφηγηματικὴ πρόζα, τὸ σημερινὸ ἑλληνικὸ μυθιστόρημα ἢ διήγημα δηλαδή, σκορπίζει τόσο τὴ συζήτηση ὥστε εἶναι δύσκολο μετὰ νὰ τὴν ξαναμαζέψουμε. Ὅμως, ἂν στὴν ἐπίμαχη ἀπόφανση ἀντικαταστήσουμε τὸ πεζογράφος μὲ τὸ δοκιμιογράφος, ἡ κριτικὴ τόλμη τοῦ Λάγιου, νομίζω, εἶναι πολὺ πιθανὸν νὰ πατήσει σὲ χῶμα πιὸ στέρεο.
Ὁ Παπαγιώργης δὲν εἶναι βέβαια θεωρητικὸς δοκιμιογράφος μὲ τὴν ἔννοια τὴ συστηματική, ὅπως ὑπῆρξε ἐδῶ σὲ μᾶς πάνω ἀπ’ ὅλους ὁ Παναγιώτης Κονδύλης. Δὲν εἶναι ἱστορικὸς δοκιμιογράφος, συγκρίσιμος στὰ ἐρευνητικά του κατορθώματα μ’ ἕναν Δημαρά, ἕναν Σβορῶνο. Δὲν εἶναι ἀκόμα κριτικὸς δοκιμιογράφος μὲ τὸν τρόπο ποὺ εἶναι τέτοιος ἕνας Βαγενᾶς ἢ ὑπῆρξε κάποτε ἕνας Μαρωνίτης. Ὅπως προσπάθησα νὰ δείξω, εἶναι κάτι ἄλλο: δοκιμιογράφος καθολικός, μὲ τὴ βαθύτερη, τὴν ἀρχετυπικὴ ἔννοια τοῦ ὄρου. Τὸ εἶδος ποὺ καλλιεργεῖ, αὐτὴ ἡ στοχαστική, νευρώδης, ἐλευθερόθεμη γραφὴ ποὺ παλινδρομεῖ διαρκῶς ἀνάμεσα στὴν προσωπικὴ ἔκφραση καὶ τὴ γενικὴ ἑρμηνευτική, ἀνάμεσα στὴ φιλοσοφία καὶ τὴ λογοτεχνία, χωρὶς ἐντούτοις νὰ λογοδοτεῖ πλήρως σὲ καμμία ἀπ’ αὐτές, τὸ εἶδος αὐτὸ ἐδῶ σ’ ἐμᾶς δὲν ἔχει παράδοση. Πράγμα ποὺ μὲ τὴ σειρά του καθιστᾶ τὴν ἀποτίμηση τοῦ Παπαγιώργη καὶ τῶν κειμένων του, τὴν ἔνταξή του σὲ μιὰ εἰκόνα πιὸ ἑνιαία, δυσχερῆ. Ἀπὸ τὴ μιά, πολλὰ ἀπ’ τὰ ἐνδιαφέροντά του τὰ μοιράζεται μὲ συγγραφεῖς εἰδικοὺς – φιλοσόφους, βιογράφους, ἱστορικούς. Ἀπ’ τὴν ἄλλη, πιὸ οὐσιώδης, πιὸ ἐσωτερικὴ φαντάζει ἡ συγγένειά του μὲ τοὺς λογοτέχνες δοκιμιογράφους μας στὴ μείζονά τους γραμμὴ – ἀπὸ τὸν Πολυλᾶ ὣς τὸν Παλαμᾶ κι ἀπ’ τὸν Σεφέρη ὣς τὸν Λορεντζάτο. Καὶ πάλι ἐδῶ ἡ εἰρωνεία μᾶς κλείνει τὸ μάτι: στὴν οἰκογενειακὴ φωτογραφία ποὺ τοῦ φτιάχνουμε, ὁ Παπαγιώργης μᾶς χαμογελᾶ ἐν μέσω ποιητῶν καὶ ἐραστῶν τῆς ποιήσεως.
Κατὰ τὰ λοιπά, ὁ Λάγιος φυσικὰ ἔχει δίκιο. Ὁ συγγραφέας αὐτὸς ἀνήκει στοὺς κορυφαίους. Σ’ ὅποια σκοπιὰ κι ἂν βρεθοῦμε, ἀπ’ ὅποια γωνιὰ κι ἂν κοιτάξουμε τὴν ἀνελισσόμενη κλίμακα, τὸ δικό του τὸ σκαλοπάτι στέκει ψηλά.
ΚΩΣΤΑΣ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗΣ
~.~
Βλ. ακόμη
-
Κωστής Παπαγιώργης, Η αποτυχία είναι το γούστο μου, Μια συνομιλία με το ΝΠ
-
Ο Νίκος Παναγιωτόπουλος (1945-2023) διαβάζει Κωστή Παπαγιώργη
-
Το Νέο Πλανόδιον θυμάται τον Κωστή Παπαγιώργη (23 Μαΐου 2016)
*
*
*

