Ένας δοκιμιογράφος: Κωστής Παπαγιώργης (1947-2014)

*

Στις 21 Μαρτίου 2024 συμπληρώνονται δέκα χρόνια από την εκδημία του Κωστή Παπαγιώργη (1947-2014). To Νέο Πλανόδιον του είχε αφιερώσει το πρώτο τεύχος του (χειμώνας 2013-2014), τον δε Μάιο του 2016 είχε διοργανώσει μια μεγάλη εκδήλωση όπου φίλοι και συνοδοιπόροι του Κωστή είχαν διαβάσει χαρακτηριστικά αποσπάσματα από το έργο του. Από το έντυπο αφιέρωμα αναδημοσιεύουμε στη μνήμη του το κείμενο του Κώστα Κουτσουρέλη που ακολουθεί.

~.~

Ἕ­νας δο­κι­μι­ο­γρά­φος

Ὁ Κί­μων Νη­σι­ώ­της δὲν ἔ­γρα­ψε πολ­λά. Καμ­μι­ὰ εἰ­κο­σι­πεν­τα­ρι­ὰ ση­μει­ώ­μα­τα ὅ­λα κι ὅ­λα, κι αὐ­τὰ βρα­χύ­σω­μα, τῆς μιᾶς ἢ τῶν δύ­ο σε­λί­δων, κά­πο­τε καὶ μο­νό­στη­λα ἢ ἀ­κό­μη πι­ὸ σύν­το­μα, μοι­ρα­σμέ­να στὰ τρί­α τεύ­χη ἑ­νὸς πε­ρι­ο­δι­κοῦ ποὺ εἶ­χε ὅ­λα τὰ φόν­τα νὰ γί­νει θρυ­λι­κό – καὶ μὲ τὸν τρό­πο του τὰ κα­τά­φε­ρε. Ἐ­πὶ ἔ­ξι μῆ­νες, ἀ­πὸ τὸν Δε­κέμ­βρη τοῦ 1984 ὣς τὸν Ἰ­ού­νι­ο τοῦ 1985, ἀ­φοῦ τό­σο ἄν­τε­ξε ἐ­κεῖ­νο τὸ ἔν­τυ­πο ποὺ ὑ­πά­κου­ε προ­γραμ­μα­τι­κὰ στὸν τί­τλο Κρι­τι­κὴ καὶ κεί­με­να καὶ δι­ευ­θυ­νό­ταν ἀ­πὸ τε­τρά­δα νε­α­ρῶν τό­τε συγ­γρα­φέ­ων καὶ μου­σι­κῶν, ὁ Νη­σι­ώ­της ἀ­πο­τι­μᾶ τὴν ἐκ­δο­τι­κὴ κί­νη­ση, βι­βλί­α πε­ζο­γρα­φί­ας καὶ στο­χα­σμοῦ, μὲ μιὰ αἰχ­μη­ρό­τη­τα ποὺ ἀ­να­ζη­τᾶ τὸ ὅ­μοι­ό της κι ἕ­να ὕ­φος πού, ὅ­πως ὁ ἴ­διος θὰ ἔ­γρα­φε, «ἔ­χει τὸ χά­ρι­σμα νὰ μὴ ζεῖ τὴν κοι­νο­το­πί­α».

Καὶ τί δὲν ἀ­να­σύ­ρει ὁ ἀ­να­γνώ­στης ἀ­πὸ ἐ­κεῖ­νες τὶς σπά­νι­ες σε­λί­δες; Κο­φτά, προ­κλη­τι­κὰ ἀ­ξι­ώ­μα­τα, με­γα­λό­φω­να ἐγ­κώ­μι­α, σκω­πτι­κὲς ἀ­πο­φάν­σεις, βα­ρει­ὲς κα­τα­δί­κες. Ἀ­πὸ τὸν φα­κὸ τοῦ Νη­σι­ώ­τη περ­νοῦν τραν­τα­χτὰ ὀ­νό­μα­τα τῆς ἐ­πο­χῆς καὶ κάμ­πο­σα ἄλ­λα ποὺ ἔ­μελ­λε νὰ συ­ζη­τη­θοῦν πο­λὺ τὰ ἑ­πό­με­να χρό­νι­α. Ὁ Στέ­λιος Ράμ­φος λ.χ.:

«Κω­μω­δὸς καὶ μάρ­τυ­ρας –ἀ­βρό­χοις πο­σί–, ὁ Ράμ­φος κα­τά­φε­ρε καὶ μὲ τὴ συγ­γρα­φι­κὴ πα­ρα­γω­γή του νὰ ἀ­πο­βεῖ κά­τι σὰν Πα­σκὰλ τῆς ἑλ­λη­νι­κῆς ἀ­ρι­στε­ρᾶς. Κρά­μα εὐ­φυ­ΐ­ας καὶ ἀ­γο­ραί­ου πνεύ­μα­τος, ἡ σκέ­ψη του χρει­ά­στη­κε νὰ πε­ρά­σει ἀ­πὸ τὸν Μὰρξ στὸν Χρι­στὸ καὶ ἀ­πὸ τὸ Κόμ­μα στὴν Ἐκ­κλη­σία γιὰ νὰ ἐ­πα­λη­θεύ­σει τὸ ἀ­σί­γα­στο πά­θος της γιὰ τὸν δογ­μα­τι­σμὸ καὶ τὴν τυ­ραν­νι­κὴ λα­τρεί­α τοῦ αὐ­το­νό­η­του».

Ὁ Πα­να­γι­ώ­της Κον­δύ­λης:

«ἱ­στο­ρι­κὸς τῆς φι­λο­σο­φί­ας μὲ τὴν καλ­λί­στη ἔν­νοι­α τοῦ ὅ­ρου. Γνώ­στης τῶν εὐ­ρω­πα­ϊ­κῶν γλωσ­σῶν –ζω­σῶν καὶ τε­θνε­ω­σῶν–, γνώ­στης ὁ­λό­κλη­ρου τοῦ δυ­τι­κοῦ φι­λο­σο­φι­κοῦ ἀρ­χεί­ου, με­λε­τη­τὴς ἀ­πὸ πρό­γραμ­μα καὶ στο­χα­στὴς ἀ­πὸ φύ­ση».

Ὁ Κώ­στας Ζου­ρά­ρις:

«τέ­τοιο ἀ­να­κά­τω­μα ἀ­γο­ραί­ας ρη­το­ρεί­ας, λο­γι­ο­πα­θοῦς λε­ξι­μαρ­γί­ας καὶ θε­ω­ρη­τι­κῆς ἀ­συ­ναρ­τη­σί­ας εἶ­ναι δύ­σκο­λο νὰ συ­ναν­τή­σει κα­νείς».

Δυὸ τρεῖς φρά­σεις ἀρ­κοῦν στὸν κρι­τι­κό μας ἐ­νί­ο­τε γιὰ νὰ ἐν­το­πί­σει στὸν χάρ­τη ὄ­χι μό­νο τὸ ἐ­πί­και­ρο στίγ­μα ἀλ­λὰ καὶ τὴν μελ­λον­τι­κὴ ρό­τα ἑ­νὸς συγ­γρα­φέα. Τοῦ Πέ­τρου Τα­τσό­που­λου, ἂς ποῦ­με:

«ἀ­φή­γη­ση ἱ­στο­ρι­ῶν χω­ρὶς ἴ­χνος ἀ­να­με­νό­με­νων ἀν­τι­δρά­σε­ων. Ἡ ἠ­θι­κὴ με­το­χὴ στὴν πα­ραγ­μα­τι­κό­τη­τα ὑ­πο­κύ­πτει ἔ­τσι σὲ μιὰ πε­ρί­τε­χνη ἀ­ναλ­γη­σί­α. […] Καὶ βέ­βαι­α αὐ­τὴ ἡ ἀ­πο­στει­ρω­μέ­νη αἴ­σθη­ση τῆς ἀν­θρώ­πι­νης πραγ­μα­τι­κό­τη­τας προ­βάλ­λε­ται ἐ­δῶ ὡς βα­θει­ὰ κα­ταγ­γε­λί­α. Ποιοῦ πράγ­μα­τος;».

Ἢ τῆς Ζυ­ράν­νας Ζα­τέ­λη:

«Τὸ βι­βλί­ο εἶ­ναι ‘ἐ­πι­τυ­χί­α’ κα­θὼς δι­αρ­κῶς κιν­δυ­νεύ­ει: ἀ­πὸ αἰ­σθη­μα­το­λο­γί­α, γλυ­κα­σμό, ψευ­δο­μα­γεί­α τῆς ἀ­να­πό­λη­σης, εὔ­κο­λη ὑ­πο­βο­λή, γρα­φι­κό­τη­τα τῆς ἐ­ξο­μο­λό­γη­σης […] Δι­στά­ζει κα­νεὶς νὰ πεῖ τε­λε­σί­δι­κα ὅ­τι γεύ­ε­ται τὸ μέ­λι πά­νω στὸ τσε­κού­ρι. Ὡ­στό­σο ‘μέ­λι’ ὑ­πάρ­χει. Πι­θα­νό­τα­τα δὲ καὶ ‘τσε­κού­ρι’».

Ἐμπρός μας ἔχουμε ἕ­ναν σφο­δρὸ πο­λέ­μι­ο τοῦ «πα­νε­πι­στη­μι­α­κοῦ κα­θω­σπρε­πι­σμοῦ», αὐ­τῆς τῆς «ἐ­πί­πε­δης, ἀ­δι­ά­φο­ρης, ἄ­χα­ρης, ἔκ­θε­σης φι­λο­σο­φι­κῶν ‘ἀ­λη­θει­ῶν’ ποὺ κά­νουν τὴ σκέ­ψη ἀρ­κού­δα στὸ πα­ζά­ρι». Ἀλ­λὰ καὶ ἕ­ναν ἐ­πί­μο­νο ἐ­πι­κρι­τὴ τῶν ἐ­πι­δό­σε­ων τῆς ἀ­φη­γη­μα­τι­κῆς μας πρό­ζας: «Ἀ­νί­κα­νη γιὰ τὴ γνή­σι­α μυ­θι­στο­ρη­μα­τι­κὴ σύν­θε­ση καὶ τὴν πο­λυ­φω­νί­α, ἡ νε­ο­ελ­λη­νι­κὴ πε­ζο­γρα­φί­α εἶ­ναι ἑ­πό­με­νο νὰ ἕλ­κε­ται πό­τε ἀ­πὸ τὴν ἠ­θο­γρα­φι­κὴ γρα­φι­κό­τη­τα καὶ πό­τε ἀ­πὸ τὶς ἐ­ξο­μο­λο­γη­τι­κὲς ἐ­ξάρ­σεις»· «Ὡ­στό­σο πῶς μπο­ρεῖ νὰ ξε­φύ­γει ἡ ἑλ­λη­νι­κὴ πε­ζο­γρα­φί­α ἀ­πὸ αὐ­τὴ τὴν ἀ­νε­ξάν­τλη­τη τρά­πε­ζα βι­ω­μά­των ποὺ ἐ­πι­μέ­νει νὰ σκα­ρώ­νει βι­βλί­α μὲ μό­νο ἄλ­λο­θι τὸ ‘γρά­φω ἐ­πει­δὴ ἔ­ζη­σα’»· «λο­γο­τε­χνι­κὴ λο­γο­κο­πί­α ποὺ εἶ­ναι σπά­τα­λη ἀ­πὸ ἀ­φρο­σύ­νη καὶ φλύ­α­ρη ἀ­πὸ βι­ω­μα­τι­κὸ πλη­θω­ρι­σμό»· «Ἡ νο­σταλ­γί­α βέ­βαι­α δὲν εἶ­ναι ὁ κα­λύ­τε­ρος σύμ­βου­λος γιὰ ἕ­να συγ­γρα­φέ­α καὶ τὰ κα­λὰ αἰ­σθή­μα­τα, εἶ­ναι πα­σί­γνω­στο, τὶς πε­ρισ­σό­τε­ρες φο­ρὲς ὁ­δη­γοῦν στὴν κα­κὴ λο­γο­τε­χνί­α».

Ἡ ἔ­φε­ση ἐδῶ πρὸς τὸ ἀ­πό­φθεγ­μα εἶ­ναι πρό­δη­λη: «Ὁ δά­νει­ος αἰ­σθη­τι­σμὸς πεί­θει γιὰ τὴν ἀν­το­χή του καὶ τὴν ἀ­λή­θει­α του ὅ­σο καὶ τὸ χνω­τι­σμέ­νο τζά­μι»· «Ἡ carriére βέ­βαι­α συ­χνὰ εἶ­ναι στρω­μέ­νη πέ­τρες ποὺ δὲν ἀρ­γοῦν καμ­μι­ὰ φο­ρᾶ νὰ ση­κω­θοῦν ἀ­πὸ μό­νες τους καὶ νὰ μᾶς ἔρ­θουν κα­τα­κέ­φα­λα…»· «Ὅ­λα ἐ­ξαρ­τῶν­ται ἀ­πὸ τὸ πό­σο ψη­λὰ μπο­ρεῖ νὰ κοι­τά­ξει κα­νείς…» Ὅ­σο γιὰ τὴν προ­σω­πι­κὴ στά­ση τοῦ συγγραφέα ἀ­πέ­ναν­τι στὴ σκέ­ψη καὶ τὴν γρα­φὴ δὲν θὰ μπο­ροῦ­σε νὰ εἶ­ναι σα­φέ­στε­ρη: «Στὴν ἑλ­λη­νι­κὴ λο­γο­τε­χνί­α ἔ­χου­με πολ­λοὺς ποὺ ἔ­φτυ­σαν αἷ­μα, ἂς φτύ­σουν καὶ κά­ποιοι στὴ φι­λο­σο­φί­α…»· «ὅ­ποιος δὲν εἶ­ναι ἄρ­ρω­στος μὲ αὐ­τὸ ποὺ κά­νει δὲν ἀ­ξί­ζει νὰ δι­α­βά­ζε­ται.»

Δὲν γνω­ρί­ζω ἂν ὁ Νη­σι­ώ­της δη­μο­σί­ευ­σε πο­τὲ καὶ ἀλ­λοῦ. Ὅ­ταν τὸ Κρι­τι­κὴ καὶ κεί­με­να θὰ δι­α­κό­ψει τὴν κυ­κλο­φο­ρί­α του, τὴ θέ­ση του θὰ πά­ρει μὲ τρί­μη­νη ἀρ­χι­κὰ συ­χνό­τη­τα ἕ­να ἔν­τυ­πο ποὺ ἱ­στο­ρι­κὰ θ’ ἀ­πο­δει­χτεῖ ἀ­συγ­κρί­τως βα­ρύ­τε­ρο. Ὁ τί­τλος του: Πλα­νό­δι­ον. Δι­ευ­θυν­τής του, μο­νή­ρης αὐ­τὴ τὴ φο­ρά, ἕ­νας ἐκ τῶν ἀρ­χι­κῶν τεσ­σά­ρων, ὁ ποι­η­τὴς Γιά­ννης Πα­τί­λης. Στὰ πρῶ­τα πέν­τε νού­με­ρα, ἀ­πὸ τὸν χει­μώ­να τοῦ ’86 ὣς αὐ­τὸν τοῦ ’87, στὶς στῆ­λες τῆς κρι­τι­κῆς συ­ναν­τᾶ­με ἕ­ναν κά­ποιο Κ. Πλά­νη. Ἡ πυ­κνό­τη­τα τῆς πα­ρου­σί­ας του ἀ­πὸ τεῦ­χος σὲ τεῦ­χος θὰ ἀ­πο­δει­χθεῖ φθί­νου­σα, τὸ ὕ­φος ὅ­μως προ­δί­δει μὲ τὸ κα­λη­μέ­ρα. Νη­σι­ώ­της καὶ Πλά­νης εἶ­ναι ὁ ἴ­διος ἄν­θρω­πος, περ­σό­νες ἑ­νὸς συγ­γρα­φέ­α ποὺ στὰ ἴ­δια ἔν­τυ­πα τὸν ἴ­διο και­ρὸ ὑ­πο­γρά­φει καὶ ἐ­πω­νύ­μως κεί­με­να ποὺ ὣς τὶς μέ­ρες μας δὲν ἔ­χουν ξε­χα­στεῖ. Ἐ­κεῖ­νο τὸ ἔ­ξο­χο ἀν­τιρ­ρη­τι­κὸ δο­κί­μι­ο λ.χ. γιὰ τὸν πι­ὸ χα­ρα­κτη­ρι­στι­κὸ πε­ζο­γρά­φο τῆς ἐ­πο­χῆς, τὸν Γιῶ­ργο Ἰ­ω­άν­νου. Ἢ ἕ­να, πε­ρι­βό­η­το ἔ­κτο­τε, πρω­το­πρό­σω­πο ἀ­φή­γη­μα, κά­τι με­τα­ξὺ μαρ­τυ­ρί­ας καὶ ἐ­ξο­μο­λο­γη­τι­κῆς λο­γο­τε­χνί­ας, ποὺ μὲ ὠ­μὴ κυ­ρι­ο­λε­ξί­α ἐ­πι­γρά­φε­ται «Βι­βλι­ο­λά­τρες». Ὁ συγ­γρα­φέ­ας αὐ­τὸς εἶ­ναι ὁ Κω­στὴς Πα­πα­γι­ώρ­γης.

~.~

Δί­χως ἄλ­λο, ἡ τρι­ε­τί­α αὐ­τὴ ἀ­πὸ τὸ 1984 ὣς τὸ 1987 κα­τέ­χει θέ­ση ἰ­δι­αί­τε­ρη στὴ δι­α­μόρ­φω­ση τοῦ Πα­πα­γι­ώρ­γη. Ὁ συγ­γρα­φέ­ας ἔ­χει πί­σω του ἤ­δη τρί­α βι­βλί­α, τὸν Νο­μο­θέ­τη ποὺ αὐ­το­κτο­νεῖ (1978), τὸ δί­δυ­μο Ὀρ­γὴ Θε­οῦ: Μιὰ πο­λι­τι­κὴ ἀ­νά­γνω­στη τῆς Βί­βλου – Κορ­νή­λι­ος Κα­στο­ρι­ά­δης: Ἕ­νας σο­φι­στὴς (1981) καὶ τὴν Ὀν­το­λο­γί­α τοῦ Μάρ­τιν Χά­ιντεγ­γερ (1983). Καὶ τὰ τρί­α θὰ ἀ­πο­δει­χτοῦν ἐκ τῶν ὑ­στέ­ρων πρό­ω­ρα. Τὸ πρῶ­το ἀ­πὸ αὐ­τὰ θὰ ἐκ­δο­θεῖ ἐκ νέ­ου τὸ 1995, τὰ ἄλ­λα δύ­ο δὲν θὰ ξα­να­τυ­πω­θοῦν, στα­δι­α­κὰ μά­λι­στα ὁ συγ­γρα­φέ­ας τους θὰ τὰ ἀ­πο­σι­ω­πή­σει. Στὰ βι­βλί­α του σή­με­ρα ὡς πρῶ­το ἀ­να­γρά­φε­ται τὸ Πε­ρὶ μέ­θης ποὺ ὅ­μως πρω­το­τυ­πώ­θη­κε μό­λις τὸ 1987. Τὴν ἴ­δια χρο­νιά, δη­μο­σι­εύ­ον­ται τὰ Σι­α­μαῖα καὶ ἑ­τε­ρο­θα­λῆ, συ­να­γω­γὴ ἄρ­θρων καὶ δο­κι­μῶν ἀ­πὸ τὸν πε­ρι­ο­δι­κὸ τύ­πο. Ἔκτοτε καὶ ὣς τὸ 2008, μὲ συ­νέ­πει­α σπά­νι­α γιὰ συγ­γρα­φέ­α Ἕλ­λη­να, ὁ Πα­πα­γι­ώρ­γης θὰ τυ­πώ­νει ἀ­πὸ ἕ­να βι­βλί­ο τὸν χρό­νο – σὲ 22 χρό­νι­α θὰ κυ­λο­φο­ρή­σουν 22 δι­κά του βι­βλί­α.

Κι ὄ­χι μό­νο δι­κά του. Ὅ­πως λέ­νε τὰ δι­α­θέ­σι­μα νού­με­ρα, οἱ τί­τλοι τῶν ὁ­ποί­ων τὴ με­τά­φρα­ση ἔ­χει ὑ­πο­γρά­ψει ἀ­πὸ τὸ 1978 ἕ­ως σή­με­ρα ἀγ­γί­ζουν τοὺς 60, χω­ρὶς ὁ ἀ­ριθ­μὸς αὐ­τὸς νὰ πε­ρι­λαμ­βά­νει κὰν τοὺς ἐ­ξαν­τλη­μέ­νους. Δέ­κα εἶ­ναι οἱ ἐκ­δό­σεις ποὺ ἐ­πι­με­λή­θη­κε, ἀ­νά­με­σά τους δύ­ο ἀν­θο­λο­γί­ες ποὺ μαρτυροῦν πολλὰ καὶ γιὰ τὸν ἴ­διο τὸν ἀν­θο­λό­γο: τοῦ Πα­πα­δι­α­μάν­τη καὶ τοῦ Ὀ­νο­ρὲ ντὲ Μπαλ­ζάκ. Τε­ρά­στι­α πλὴν ἀ­θη­σαύ­ρι­στη θὰ μεί­νει ὅ­λο αὐ­τὸ τὸ δι­ά­στη­μα ἡ ἀρ­θρο­γρα­φί­α του. Σὲ ἐ­φη­με­ρί­δες καὶ πε­ρι­ο­δι­κά, μέ­σα χαρ­τῶ­α καὶ ψη­φι­α­κά, ἔν­τυ­πα πω­λού­με­να ἢ δι­α­κι­νού­με­να ἀ­χρε­ω­στί, ὁ Πα­πα­γι­ώρ­γης σχο­λι­ά­ζει, δη­μο­σι­ο­λο­γεῖ, στα­χυ­ο­λο­γεῖ, χρο­νο­γρα­φεῖ, ἐ­πι­και­ρο­γρα­φεῖ, κρί­νει, ἀ­πο­τι­μᾶ καὶ προ­τεί­νει σχε­δὸν σὲ ἡ­με­ρή­σι­α βά­ση. Μό­νο οἱ βι­βλι­ο­πα­ρου­σι­ά­σεις τῆς πε­ρι­ό­δου 2008-2013 ποὺ ἀ­πο­γρά­φει ἡ Βι­βλι­ο­νὲτ ξε­περ­νοῦν τὶς 1200!

Δὲν γνω­ρί­ζω ἂν μ’ ὅ­λα αὐ­τὰ ὁ Πα­πα­γι­ώρ­γης ἔ­χει πε­ρά­σει ἤ­δη πρῶ­τος στὴ λί­στα τῶν πλέ­ον πο­λυ­γρά­φων Ἑλ­λή­νων. Τὸ πράγ­μα εἶ­ναι πι­θα­νό, ἀ­κό­μη καὶ μιὰ πλή­ρης πε­ρι­συλ­λο­γὴ τῶν γρα­πτῶν τοῦ Πα­λα­μᾶ, λ.χ., ἢ τοῦ Ξε­νό­που­λου, δύ­σκο­λα θὰ τὸν ἰ­σο­φά­ρι­ζε. Τώ­ρα, τὸ τί ση­μαί­νει αὐ­τὸ γιὰ τὸν ἀ­να­γνώ­στη του δὲν εἶ­ναι ἀ­πο­λύ­τως σα­φές. Ἀ­πὸ τὴ μιὰ πλευ­ρά, μέ­σω τῆς πα­ρου­σί­ας του στὸν Τύ­πο, ὁ Πα­πα­γι­ώρ­γης εἶ­ναι πε­ρί­βλε­πτος, ὅ­σο ἐ­λά­χι­στοι ἄλ­λοι συγ­γρα­φεῖς μας ἀ­πὸ τὸ 1974 καὶ με­τά. Ἀ­πὸ τὴν ἄλ­λη, λό­γω τοῦ ὄγ­κου καὶ τῆς δι­α­σπο­ρᾶς τῶν γρα­πτῶν του, συ­νο­λι­κὴ εἰ­κό­να τῆς δρα­στη­ρι­ό­τη­τάς του εἶ­ναι πε­ρί­που ἀ­δύ­να­το νὰ ἔ­χει κα­νείς.

Ἀ­κό­μη καὶ ἂν πα­ρα­βλέ­ψου­με συγ­κα­τα­βα­τι­κὰ τὴν ἐ­φη­με­ρο­γρα­φί­α του, ἀ­κό­μη κι ἂν τὴ θε­ω­ρή­σου­με πα­ρα­προ­ϊ­ὸν τοῦ συγ­γρα­φι­κοῦ του ἐρ­γα­στη­ρί­ου, ὅ­πως λέ­με, ἐκ­μαί­ευ­μα στα­νι­κὸ τοῦ βι­ο­πο­ρι­σμοῦ («ἡ ἐ­φη­με­ρί­δα πρέ­πει νὰ φά­ει λο­γο­τέ­χνη γιὰ νὰ βγεῖ», μο­νο­λο­γοῦ­σε ὁ Ζα­χα­ρί­ας Πα­παν­τω­νί­ου τὸν και­ρό του…), ἀ­τι­μω­ρη­τὶ ἀ­πὸ τού­τη τὴν ἐ­πι­λο­γὴ δὲν θὰ βγοῦ­με. Για­τί πό­σοι ἀ­πὸ αὐ­τοὺς ποὺ ἔ­χουν τὴν εὐ­χέ­ρει­α νὰ γρά­φουν κα­τὰ τὴ συ­χνό­τη­τα τῆς ἀ­ρε­σκεί­ας τους, εἶ­ναι ἱ­κα­νοὶ νὰ πλη­σι­ά­σουν κὰν τὴν ἐν­τέ­λει­α μιᾶς δι­κῆς του «ἐ­φή­με­ρης» φρά­σης;

«Ἡ ἀ­νοι­χτὴ καρ­διὰ ποὺ θερ­μαί­νει τὸ Ἐ­γὼ εἶ­ναι τὸ θαῦ­μα τῶν θαυ­μά­των. Γι’ αὐ­τό, ἄλ­λω­στε, δὲν εἴ­μα­στε σὲ θέ­ση νὰ κρί­νου­με τὸν ἑ­αυ­τό μας. Πά­σα αὐ­το­γνω­σί­α εἶ­ναι αὐ­τα­πά­τη ἤ, μὲ ἄλ­λα λό­γι­α, πρό­κλη­ση γιὰ νὰ ἐ­πι­νο­ή­σει κα­νεὶς τὸν ἑ­αυ­τό του. Μό­νον οἱ ἄλ­λοι εἶ­ναι σὲ θέ­ση νὰ μᾶς ξέ­ρουν. Ὁ γά­μος εἶ­ναι τά­χα ἡ σύν­θε­ση τοῦ ἀ­νέ­φι­κτου; Ὅ­ταν κά­ποιος γί­νε­ται εὐ­τυ­χι­σμέ­νος, κά­ποιος ἄλ­λος γί­νε­ται ἐ­ξί­σου δυ­στυ­χι­σμέ­νος, δι­ό­τι τὸ ἀ­παι­τεῖ ἡ παγ­κό­σμι­α τά­ξη.»

Τέ­τοιες ἀ­πο­στρο­φές, σὰν αὐ­τὴν ἐ­δῶ του Ἰ­ου­νί­ου ποὺ μᾶς πέ­ρα­σε, τέ­τοιες πε­ρι­ό­δους, πα­ρα­γρά­φους, σε­λί­δες ὁ­λό­κλη­ρες, σπα­τα­λη­μέ­νες γεν­ναι­ό­δω­ρα καὶ ἔ­κτο­τε ξε­χα­σμέ­νες δε­ξι­ὰ καὶ ἀ­ρι­στε­ρά, ὁ Πα­πα­γι­ώρ­γης ἔ­χει ἄ­φθο­νες. Πρὸς δι­κή μας ζη­μί­α, ὁ ἀν­θο­λό­γος τους δὲν ἔ­χει ἀ­κό­μη βρε­θεῖ.

~.~

Εἶ­πα ὅ­τι ἡ τρι­ε­τί­α 1984-1987 εἶ­ναι ση­μαν­τι­κὴ γιὰ τὴ συγ­γρα­φι­κὴ ἐ­ξέ­λι­ξη τοῦ Πα­πα­γι­ώρ­γη. Κι αὐ­τό, ἀ­πὸ δύ­ο του­λά­χι­στον πλευ­ρές. Θε­μα­τι­κά, θὰ ση­μά­νει τὴν ἔ­ξο­δό του ἀ­πὸ τὸν κλει­στὸ πε­ρί­βο­λο τῆς με­γα­λώ­νυ­μης θε­ω­ρί­ας στὸν ρευ­στὸ κό­σμο τῶν οἰ­κεί­ων πα­θῶν. Ἤ­δη σὲ κά­ποιες ἀ­πὸ τὶς πρῶ­τες του σε­λί­δες, τὶς πλέ­ον σχο­λα­στι­κές, ὁ κα­θα­ρό­αι­μος συγ­γρα­φέ­ας ἀ­σφυ­κτιᾶ. Ξε­φυλ­λί­ζον­τάς τες σή­με­ρα ὁ ἀ­να­γνώ­στης ἀ­να­ρω­τι­έ­ται: τί σχέ­ση ἔ­χει αὐ­τὸς ὁ ἄν­θρω­πος ποὺ σκαρ­φί­ζε­ται μέχρι καὶ ἐ­πι­στο­λι­μαῖ­ες προ­φά­σεις προ­κει­μέ­νου νὰ μι­λή­σει σὲ πρῶ­το πρό­σω­πο, τί δου­λειὰ ἔ­χει ἡ δι­κή του κεν­τη­μέ­νη φρά­ση μὲ τὸ στριφ­νὸ καὶ ἀ­πο­σαρ­κω­μέ­νο, ὁ­λό­τε­λα ἀ­πε­δα­φι­σμέ­νο ἀ­πὸ κά­θε βι­ω­μέ­νη ἐγ­γύ­τη­τα ὕ­φος τοῦ Χά­ιν­τεγ­γερ; Τί εἴ­δους συ­νά­φει­α μπο­ρεῖ νὰ ἔ­χει ἡ ρη­μα­τι­κὴ εὐ­στρο­φί­α καὶ εὐ­φρά­δει­α τοῦ Πα­πα­γι­ώρ­γη μὲ τὸ «κομ­πι­α­σμέ­νο σκοι­νὶ» τῆς σημερινῆς θε­ω­ρη­τι­κῆς πρό­ζας τῶν Γάλ­λων τὴν ὁ­ποί­α, μο­λο­νό­τι με­τα­φρα­στής της ὁ ἴ­διος, οἰ­κτί­ρει σχε­δὸν ἐξ ἀρ­χῆς; Εἶ­ναι προ­φα­νὴς ἡ γο­η­τεί­α ποὺ ἀ­σκεῖ στὸν Ἕλ­λη­να συγ­γρα­φέ­α ὁ συρ­μὸς τῶν φι­λο­σο­φη­μά­των ποὺ ἐκ Πα­ρι­σί­ων ὁρ­μώ­με­νος θὰ κυ­λή­σει στὶς ρά­γες τῶν ἀ­κα­δη­μα­ϊ­κῶν κα­θι­δρυ­μά­των Εὐ­ρώ­πης τὲ καὶ Ἀ­με­ρι­κῆς ὅ­λη αὐ­τὴ τὴν πε­ρί­ο­δο με­τὰ τὸν γαλ­λι­κὸ Μά­η, φτά­νον­τας πο­λυ­βά­γο­νος καὶ στὸν δι­κό μας βαλ­κά­νι­ο σταθ­μό. Ἀ­πὸ τὸν χρη­σμω­δὸ τοῦ Τοτ­νά­ουμ­περγκ ὣς τὶς λε­κτι­κὲς ἀ­κρο­βα­σί­ες ἑ­νὸς Ντερ­ριντά­, κι ἀ­πὸ τὴ σαρ­τρι­κὴ σπου­δαι­ο­φά­νει­α ὣς τοὺς κά­θε λο­γῆς τραυ­λοὺς με­τα­μον­τερ­νι­σμούς, ὁ Πα­πα­γι­ώρ­γης θὰ θη­τεύ­σει ἀ­κά­μα­τα στὰ πι­ὸ γρι­φώ­δη, τὰ πι­ὸ ἄ­χα­ρα ἀ­να­γνώ­σμα­τα τοῦ και­ροῦ του. Εἶ­ναι ἡ ἐ­πο­χὴ ποὺ ἑρ­μη­νεύ­ει τὴ Βί­βλο ἢ τὸν Πλά­τω­να καὶ σχε­δι­ά­ζει βι­βλί­α γιὰ τὸν Ρουσ­σὼ καὶ τὸν Μὰρξ μὲ σκο­πό, ὅ­πως ἀ­ναγ­γέ­λει, νὰ ὁ­λο­κλη­ρώ­σει μιὰ «σφαι­ρι­κὴ θέ­α­ση τῆς ἔν­νοι­ας τῆς Πο­λι­τι­κῆς», νὰ φέ­ρει στὸ φῶς «τὴν ἱ­στο­ρι­κὸ-πο­λι­τι­κὴ ση­μα­σί­α τῆς Γαλ­λι­κῆς Ἐ­πα­νά­στα­σης ὅ­σο καὶ τὴν ἱ­στο­ρι­κὸ-οἰ­κο­νο­μι­κὴ σύλ­λη­ψη τοῦ Κρά­τους». Τὸ πα­ρά­δο­ξο εἶ­ναι ὅ­τι στὴ δι­κή του τὴ γλώσ­σα τί­πο­τα ἀπ’ ὅ­λα αὐ­τὰ δὲν θὰ πιά­σει. Πα­ραλ­λά­σον­τας ὅ,­τι ὁ Νη­σι­ώ­της ἔ­γρα­φε γιὰ τὸν Θα­νά­ση Βαλ­τι­νὸ τρι­άν­τα χρό­νι­α πρίν: «ὁ συγ­γρα­φέ­ας ἔ­χει φυ­λά­ξει τὴν ψυ­χή του ἀ­πὸ κά­θε λο­γῆς σο­φο­λο­γι­ω­τα­τι­σμό».

Τὸ σέ­βας ποὺ μοιά­ζει νὰ τρέ­φει ὁ Πα­πα­γι­ώρ­γης γιὰ κάμ­πο­σους ἀ­πὸ τοὺς θε­ω­ρη­τι­κο­λό­γους τῆς ἐ­πο­χῆς μᾶς ἐ­ξη­γεῖ­ται ἴ­σως βι­ο­γρα­φι­κά. Γιὰ τὸν αὐ­το­δί­δα­κτο ἡ ἀ­πό­στα­ση ἀ­πὸ τὸ τυ­πι­κὸ ἀ­κα­δη­μα­ϊ­κὸ στά­δι­ο, τοὺς πε­ρι­φα­νεῖς τί­τλους καὶ τὰ πο­λυ­θρύ­λη­τα ἱ­δρύ­μα­τα, ὅ­που τό­σοι καὶ τό­σοι συ­νη­λι­κι­ῶ­τες τοῦ Πα­πα­γι­ώρ­γη σερ­γιά­νι­σαν, ἕ­ναν κά­ποιο ἀν­τί­κτυ­πο ψυχικὸ πάν­τα τὸν ἔ­χει. Ἡ ἄρ­νη­σή του ὅ­μως νὰ φο­ρέ­σει τὸν στε­νὸ κορ­σὲ καὶ τὴ γλώσ­σα τους εἶ­ναι ση­μεῖ­ο σπου­δαῖ­ο συγ­γρα­φι­κῆς αὐ­το­πε­ποί­θη­σης. Τὸ Πε­ρὶ μέ­θης εἶ­ναι βι­βλί­ο ση­μα­δια­κὸ καὶ ἀπ’ αὐ­τὴ τὴ με­ριά. Ὁ κρι­τι­κὸς τῆς Frankfurter Allgemeine Zeitung ποὺ ὅταν με­τα­φρά­στη­κε στὰ γερ­μα­νι­κὰ (μὲ τὸν ἀ­νό­η­το ὑ­πό­τι­τλο Ἕ­να φι­λο­σο­φι­κὸ ἀ­πε­ρι­τὶφ) τὸ ἔ­ψε­ξε ἐ­πει­δὴ δὲν ἀ­να­κά­λυ­ψε στὶς σε­λί­δες του τὴν τά­δε ἢ τὴ δεῖνα βι­βλι­ο­γρα­φι­κὴ ἀ­να­φο­ρά, ἔ­χει βε­βαί­ως δί­κιο. Ὅ­μως στὸ κα­θη­κον­το­λό­γι­ο τοῦ συγ­γρα­φέ­α μας, οἱ προ­τε­ραι­ό­τη­τες λο­γα­ρι­ά­ζον­ται ἀλ­λιῶς.

Ἡ ἀ­πὸ κα­θέ­δρας φι­λο­σο­φί­α δὲν θὰ εἶ­ναι ἡ μό­νη ἀ­πὸ τὴν ὁ­ποί­α ὁ Πα­πα­γι­ώρ­γης θὰ πά­ρει στα­δι­α­κὰ τὶς ἀ­πο­στά­σεις του κα­τὰ τὴν τρι­ε­τί­α ποὺ συ­ζη­τᾶ­με. Τὸ ἴ­διο θὰ ἀ­πο­μα­κρυν­θεῖ, ἀλ­λὰ γιὰ δι­α­φο­ρε­τι­κοὺς εἰ­κά­ζω λό­γους, ἀ­πὸ τὴ μα­χό­με­νη κρι­τι­κή. Τὸ πράγ­μα εἶ­ναι καὶ συ­νά­μα δὲν εἶ­ναι πα­ρά­δο­ξο. Καὶ θέ­λει κά­τι πα­ρα­πά­νω ἀ­πὸ μιὰ πα­ρέκ­βα­ση γιὰ νὰ ἐ­ξη­γη­θεῖ. Ὁ νε­α­ρὸς Πα­πα­γι­ώρ­γης, μι­σο­κρυμ­μέ­νος στὴν ψευ­δω­νυ­μί­α του ἢ ἐν­τε­λῶς βγαλ­μέ­νος στὰ φό­ρα, βρα­χυ­λό­γος ἢ ἀ­να­λυ­τι­κός, δι­δά­χος ἢ εἴ­ρων, πάν­τα μο­νό­πλευ­ρος, πάν­τα θρα­σύς, καὶ μό­νο μ’ αὐ­τὸ τὸ μι­κρὸ δεῖγ­μα γρα­φῆς ποὺ κα­τέ­λι­πε, τὸ σκορ­πι­σμέ­νο ἀ­κό­μη στὰ πε­ρι­ο­δι­κά, ἀ­νή­κει στὴ χο­ρεί­α τῶν λί­γων. Πο­λὺ σπα­νί­ως συγ­γρα­φέ­ας δι­κός μας ἔ­σκυ­ψε πά­νω σὲ κεί­με­να συ­να­δέλ­φων του μὲ τὴν εὐ­θύ­τη­τα καὶ τὴν ἀ­νε­ξαρ­τη­σί­α τὴ δι­κή του. Πο­λὺ σπα­νί­ως ἀ­να­γνω­στι­κὴ εὐ­αι­σθη­σί­α ἀ­κο­νι­σμέ­νη ὅ­πως ἡ δι­κή του βρῆ­κε ἔκ­φρα­ση τό­σο ἰ­δα­νι­κὰ ται­ρια­στή. Ἐ­κεῖ­νος ὁ κρι­τι­κὸς δι­α­βά­ζει ὡς ἐκ πε­ρι­ου­σί­ας, δι­α­λε­γό­με­νος πρω­το­γε­νῶς μὲ τὰ βι­βλί­α ποὺ κρί­νει, ὄ­χι ἐ­πι­τρο­πεύ­ον­τας ἀλ­λό­θρο­α σχή­μα­τα. Στὰ κεί­με­νά του, γοῦ­στο καὶ δι­α­τύ­πω­ση εἶ­ναι συμ­φυ­εῖς, ἡ αἰχ­μὴ τῆς φρά­σης του, εἴ­τε ἐ­παι­νεῖ εἴ­τε ψέ­γει –ἰ­δί­ως ὅ­ταν ψέ­γει–, εἶ­ναι ὀρ­γα­νι­κή, προ­έ­κτα­ση ἀ­βί­α­στη τοῦ ταμ­πε­ρα­μέν­του του, οἱ ἀ­πο­φάν­σεις του, ὅ­ποια γνώ­μη κι ἂν ἔ­χει κα­νεὶς γιὰ τὴν εὐ­στά­θει­ά τους, ἐν­τέ­λει δι­και­ώ­νον­ται ἐ­πει­δὴ πᾶ­νε βα­θύ­τε­ρα ἀ­πὸ τὴν ὅ­ποια ἀ­φορ­μή τους: σ’ ἕ­να ψυ­χι­κὸ στρῶ­μα μυ­χι­ό­τε­ρο, ἐ­κεῖ ὅ­που δι­α­μορ­φώ­νον­ται οἱ προ­σα­να­το­λι­σμοί, οἱ ρο­πὲς καὶ οἱ ἐλ­ξα­πω­θή­σεις μας –ὅ,­τι ὁ Πα­πα­γι­ώρ­γης θὰ ὀ­νό­μα­ζε συμ­πά­θει­α– πο­λὺ πρὶν ἀ­να­δυ­θοῦν στὸ συ­νει­δὸς καὶ μᾶς γί­νουν ἐ­πί­γνω­ση.

Σ’ αὐ­τὸ τὸ βά­θος, κά­θε ἐ­πι­δο­κι­μα­σί­α, κά­θε ἀ­πο­δο­κι­μα­σί­α παύ­ει πλέ­ον νὰ ἀ­πο­τε­λεῖ μιὰ γυ­μνὴ κρί­ση, ἀλ­λὰ ἀ­να­κλᾶ μιὰ θε­με­λι­ώ­δη ἀ­πό­φα­ση – ὅ,­τι θὰ ὀ­νό­μα­ζα βι­ο­τι­κό­ ­δι­α­φέρον, κα­τὰ τὸ πνεῦ­μα τοῦ στί­χου τοῦ Σαίξ­πηρ: my life hath in this line some interest. Ἐ­κεῖ τὰ πράγ­μα­τα εἶ­ναι ἀ­κό­μη ἀ­κα­τέρ­γα­στα, ἡ ἴ­δια ἡ δι­ά­κρι­ση με­τα­ξὺ αἰ­σθη­τι­κῆς, γνω­στι­κῆς καὶ ἠ­θι­κῆς ἀ­πό­φαν­σης ἀ­πο­δει­κνύ­ε­ται ἐ­πι­πό­λαι­α, ἡ κρί­ση ἀ­φο­ρᾶ­ ­πλέ­ον τὸ ὅ­λον, ὁ κρι­τι­κός, ὅ­ποιο κι ἂν εἶ­ναι τὸ πε­δί­ο τῆς ἀ­να­φο­ρᾶς του ἑ­κά­στο­τε, ἀ­πο­δει­κνύ­ε­ται κρι­τι­κὸς ἰ­σχυ­ρὸς ἐ­πει­δὴ μα­ζὶ μὲ τὸ ἔρ­γο ποὺ ἔ­χει ἐμ­πρός του, προ­τοῦ μά­λι­στα ἀπ’ αὐ­τό, δι­ερ­μη­νεύ­ει πρω­τί­στως τὸν ἑ­αυ­τό του καὶ τὸν κό­σμο. Ὁ νε­α­ρὸς Πα­πα­γι­ώρ­γης εἶ­ναι ἕ­νας τέ­τοιος, ἰ­σχυ­ρὸς κρι­τι­κός.

Μὲ τὸν κα­το­πι­νὸ συ­νε­χι­στή του δὲν συμ­βαί­νει τὸ ἴ­διο. Με­τὰ τὸ πέ­ρας τῆς ψευ­δώ­νυ­μης θη­τεί­ας του στὸν μι­κρὸ τύ­πο, ὁ Πα­πα­γι­ώρ­γης στα­δι­α­κὰ θὰ βά­λει νε­ρὸ στὸ κρα­σί του. Ἀπ’ τὴν ἀ­σύγ­κρι­τα πλη­θω­ρι­κό­τε­ρη ἀρ­θρο­γρα­φί­α του στὸν με­γά­λο Τύ­πο τῶν τε­λευ­ταί­ων δε­κα­ε­τι­ῶν λεί­πει ὁ ἀρ­χι­κὸς σπιν­θή­ρας, λεί­πει πρὸ πάν­των τὸ σφρί­γος καὶ ἡ ἀ­νε­ξαρ­τη­σί­α τῆς πρώ­της μα­τιᾶς. Αὐ­τὸς ὁ ὄ­ψι­μος Πα­πα­γι­ώρ­γης στὰ κέ­φια του πα­ρα­μέ­νει βέ­βαι­α συγ­γρα­φέ­ας ὀ­ξυ­δερ­κὴς καὶ λαμ­πρός. Ὅ­μως τὸ στρογ­γύ­λε­μα τῆς φρά­σης, οἱ ἀμ­βλυ­μέ­νες αἰχ­μὲς καὶ γω­νί­ες κά­νουν τὸν ἀ­να­γνώ­στη νὰ ψυ­χα­νε­μί­ζε­ται ἐξ ἀρ­χῆς ὅ,­τι τὰ πρῶ­τα ση­μει­ώ­μα­τα ἀ­κό­μη δὲν προόδι­δαν: πὼς ἔ­χει νὰ κά­νει μὲ πά­ρερ­γο. Ὁ Νη­σι­ώ­της θὰ τὸ ἔ­λε­γε ἀλ­λι­ῶς: «ἡ φω­τιὰ εἶ­ναι σι­γα­νὴ καὶ τὸ ὑ­λι­κὸ δὲν ἀ­να­χω­νεύ­ε­ται».

Ἔ­χου­με νὰ κά­νου­με ἀ­σφα­λῶς μὲ ἐ­πι­λο­γή, ἀλ­λὰ καὶ μὲ ἀ­νάγ­κη. Ὁ βι­ο­πο­ρι­στὴς Πα­πα­γι­ώρ­γης, ὁ συγ­γρα­φέ­ας τῶν πρώ­των βι­βλί­ων, ὁ δο­κι­μι­ο­γρά­φος, πρέ­πει νὰ εἶ­δε ἤ­δη νω­ρὶς ὅ­τι ὁ βι­βλι­ο­κρί­της Πα­πα­γι­ώρ­γης σή­κω­νε ἐμ­πό­δι­α στὸν δρό­μο του. Ὅ­τι τὰ αὐ­το­τε­λῆ του πο­νή­μα­τα τὰ ἐ­πε­σκί­α­ζε ἡ σκαν­δα­λώ­δης φή­μη τῆς ἐ­λευ­θε­ρό­στο­μης ση­μει­ω­μα­το­γρα­φί­ας του, μὲ ὅ,­τι αὐ­τὸ συ­νε­πά­γε­ται στὴν ἑλ­λα­δι­κὴ ἐ­πι­κρά­τει­α τῶν γραμ­μά­των. Κι ὅ­τι ἀ­κο­λου­θών­τας αὐ­τὴ τὴ γραμ­μή, εἶ­ναι ζή­τη­μα ἂν ἀ­πὸ ἕ­να ση­μεῖ­ο καὶ με­τὰ θὰ βρι­σκό­ταν κὰν ἄλ­λο ἔν­τυ­πο πρό­θυ­μο νὰ τοῦ πα­ρά­σχει βῆ­μα, πολ­λῶ δὲ μᾶλ­λον ἐπ’ ἀ­μοι­βῇ. Σὲ ἄλ­λη χώ­ρα, ὅ­που ἡ ἔ­ρι­δα καὶ ἡ πο­λε­μι­κὴ ἐ­κτι­μῶν­ται ὅ­σο τοὺς ἀ­ξί­ζει, ὁ κρι­τι­κὸς Πα­πα­γι­ώρ­γης θὰ εἶ­χε ἄλ­λη τύ­χη. Ἂν ἴ­σχυ­αν παρ’ ἠ­μῖν τὰ εἰ­ω­θό­τα τὰ γερ­μα­νι­κὰ λ.χ., θὰ ἦ­ταν σή­με­ρα ἕ­νας ἡ­με­δα­πὸς Μαρ­σὲλ Ρά­ιχ-Ρα­νί­τσκι, μιὰ δη­κτι­κὴ ἐ­ξο­χό­της πα­σί­γνω­στη, πα­ρό­τι σὲ κά­ποιους ἀν­τι­πα­θής. Σ’ αὐ­τὴν ἐ­δῶ τὴ χώ­ρα ὡ­στό­σο, οἱ συν­θῆ­κες ἔ­χουν ἀλ­λι­ῶς. Ἡ ἀρ­νη­τι­κὴ κρί­ση, ὄν­τας με­τέ­ω­ρο δα­κτυ­λο­δει­κτού­με­νο, γρή­γο­ρα με­τα­φρά­ζε­ται σὲ κρυ­φὴ ἀν­τι­πα­λό­τη­τα καὶ κα­κο­φορ­μί­ζει μὲ τὸν και­ρό. Ὁ πα­τρο­πα­ρά­δο­τος συν­τε­χνι­α­σμός μας ἔ­χει τὸ δι­κό του anything goes· δὲν πε­ρι­μέ­νει τοὺς με­τα­νε­ω­τε­ρι­κοὺς γιὰ νὰ τοῦ τὸ δι­δά­ξουν. Ὑ­πὸ τὸ προ­σω­πεῖ­ο τῆς ἀ­νο­χῆς, ἡ μοι­ρα­σιὰ γί­νε­ται ἀλ­λοῦ, ἐ­ρή­μην τῆς δη­μό­σι­ας σφαί­ρας καὶ τῶν ἐ­πι­χει­ρη­μά­των της. Καὶ ὅ­σοι ἐ­πι­μέ­νουν σ’ αὐ­τὰ τὰ τε­λευ­ταῖ­α, καὶ δὲν ἐν­δώ­σουν στὴ σι­ω­πή, εὔ­κο­λα δι­ο­λι­σθαί­νουν στὴν ὀρ­γί­λη γρα­φι­κό­τη­τα. Ἀ­πὸ τὸν Γιά­ννη Ἀ­πο­στο­λά­κη ὣς τὸν Ρέ­νο Ἀ­πο­στο­λί­δη, τὰ σχε­τι­κὰ πα­ρα­δείγ­μα­τα εἶ­ναι πε­ρι­βό­η­τα.

Τὸ πράγ­μα θυ­μί­ζει φυ­σι­κὰ τὰ γε­νι­κά μας ἤ­θη. Ἂς ἀ­να­λο­γι­στοῦ­με τί εἰ­κό­νες μᾶς φέρ­νουν στὸν νοῦ ὁ κοι­νο­βου­λευ­τι­σμὸς καὶ οἱ τε­λε­τές του. Ἢ πῶς ἐ­πι­λύ­ουν οἱ Συ­νέλ­λη­νες τὶς δι­α­φο­ρές τους στὸν καθ’ ἡ­μέ­ραν βί­ο, σ’ ἕ­να τρά­κο τυ­χαῖ­ο στὸν δρό­μο ἂς ποῦ­με ἢ στὸ γκι­σὲ δη­μό­σι­ας ὑ­πη­ρε­σί­ας. Δὲν εἶ­ναι ἐ­δῶ ὁ τό­πος νὰ συ­ζη­τή­σου­με τὴν ἐν­δη­μι­κὴ αὐ­τή μας ἀ­σθέ­νει­α. Ἡ ἀ­νε­ξι­γλωσ­σί­α, ἡ ἀ­νε­ξι­γνω­μί­α ὡς στά­ση δη­μό­σι­α προ­ϋ­πο­θέ­τει ἄλ­λα θέ­σμι­α, ἄλ­λου τύ­που συλ­λο­γι­κὲς πα­ρα­στά­σεις. Ἡ ἀ­που­σί­α τους ἐ­δῶ πά­ει χέ­ρι χέ­ρι μὲ τὸν κα­τα­κερ­μα­τι­σμὸ τοῦ κοι­νω­νι­κοῦ ὅ­λου σὲ κλει­στὲς ἀλ­λη­λο­δι­αγ­κω­νι­ζό­με­νες ὁ­μά­δες κα­θὼς ἐ­πί­σης μὲ τὴν ἀ­φά­νει­α τοῦ ἀ­τό­μου ὡς μο­νά­δας ξε­χω­ρι­στῆς, ἐξ ἀρ­χῆς δι­και­ού­με­νης ν’ ἀ­πευ­θυν­θεῖ στὸ γε­νι­κό, ἐ­θνι­κὸ ἀ­κρο­α­τή­ρι­ο. Τὸ μα­σκά­ρε­μα τοῦ κρι­τι­κοῦ λό­γου σὲ φι­λο­φρό­νη­ση, ὁ ὑ­πο­βι­βα­σμός του μά­λι­στα σὲ οἰ­ο­νεῖ δι­α­φή­μι­ση ἢ δελ­τί­ο τύ­που συμ­βα­δί­ζει μὲ τὴν κα­θο­λι­κὴ δυ­σα­νε­ξί­α ἀ­πέ­ναν­τι σὲ κά­θε ἀ­πο­τι­μη­τι­κή, του­τέ­στιν ἀ­ξι­ο­κρα­τι­κὴ καὶ ἱ­ε­ραρ­χοῦ­σα πρά­ξη. Κι αὐ­τὸ ἀ­φο­ρᾶ κά­θε μορ­φὴ ἀ­πο­τί­μη­σης, σὲ ὅ­ποιο το­μέ­α. Πά­νω ἀ­πὸ τὴν ἱ­στο­ρί­α τῆς κρι­τι­κῆς παρ’ ἠ­μῖν, ποὺ εἶ­ναι ἀν­τε­στραμ­μέ­νη ἡ ἱ­στο­ρί­α τῆς εὔ­νοι­ας, κρέ­με­ται μότ­το δι­α­χρο­νι­κὸ τὸ αἰ­σχύ­λει­ο: βοῦς ἐ­πὶ γλώσ­σῃ μέ­γας βέ­βη­κεν – με­γά­λο βό­δι μᾶς πα­τά­ει τὴ γλώσ­σα.

Μ’ αὐ­τὴ τὴν ἔν­νοι­α, ἡ ἀ­πό­φα­ση τοῦ Πα­πα­γι­ώρ­γη νὰ ἀ­να­δι­πλω­θεῖ εἶ­ναι κα­τα­νο­η­τή, ἀ­να­με­νό­με­νη μά­λι­στα. Παρ’ ὅ­λα αὐ­τὰ πα­ρα­μέ­νει λυ­πη­ρή. Ἂν ὁ συγ­γρα­φέ­ας μας πῆ­ρε ἀ­πο­στά­σεις ἀ­πὸ τὴ με­γα­λό­σχη­μη φι­λο­σο­φί­α ἐ­πει­δὴ δι­α­πί­στω­σε ὅ­τι γιὰ τὸν ἄλ­φα ἢ βῆ­τα λό­γο δὲν μπο­ροῦ­σε νὰ προ­φέ­ρει τὸ ἐ­νο­χλη­τι­κό της ζαρ­γκόν, ἀ­πὸ τὴ μά­χι­μη κρι­τι­κὴ ἀ­πο­μα­κρύ­νε­ται ἔ­χον­τας ἀ­πο­δεί­ξει στὴν πρά­ξη πό­σο ἡ γλώσ­σα της τοῦ ται­ριά­ζει. Ἐ­φε­ξῆς τὸ βά­ρος του τὸ συγ­γρα­φι­κὸ θὰ τὸ ρί­ξει σ’ ἕ­να ἄλλο εἶ­δος – τὸ μό­νο ἱ­κα­νὸ νὰ χω­ρέ­σει τὰ πο­λυ­σχι­δῆ του ἐν­δι­α­φέ­ρον­τα καί, συγχρόνως, τὸ ἰ­δί­ω­μα τῆς γρα­φῆς του τὸ ἄ­κρως προ­σω­πι­κό. Τὸ εἶ­δος αὐ­τὸ εἶ­ναι τὸ δο­κί­μι­ο.

~.~

Ἀ­πὸ τὴν ἐ­πο­χὴ τοῦ Μον­ταί­νι­ου τὸ ἀρ­γό­τε­ρο, τὸ δο­κί­μι­ο εἶ­ναι ἕ­να πράγ­μα πρω­τί­στως: ἡ σύμ­πτω­ση τῆς σκέ­ψης μὲ τὸ ὕ­φος. Λέ­ω τὸ ἀρ­γό­τε­ρο, για­τί δείγ­μα­τα δο­κι­μι­ο­γρα­φί­ας avant la lettre ἔ­χου­με ἤ­δη ἀρ­χαῖ­α, στὶς δι­α­λο­γι­κὲς σε­λί­δες τοῦ Πλά­τω­να φέρ’ εἰ­πεῖν, ἢ σὲ κά­ποια γρα­ψί­μα­τα ἱ­στο­ρι­κὰ ἢ ἐ­πι­στο­λι­κὰ νε­ώ­τε­ρα. Εἶ­ναι ὅ­μως πρώ­τη φο­ρὰ στὸν συ­νε­τὸ πυρ­γο­δε­σπό­τη τῆς Ἀ­κου­ι­τα­νί­ας ὅ­που αὐ­τὴ ἡ ἰ­σορ­ρο­πί­α ἐ­πι­τυγ­χά­νε­ται στὴν ἐν­τέ­λει­ά της, ὅ­που τὸ εἶ­δος παίρ­νει τὴν κλασ­σι­κή του μορ­φή. Με­τὰ ἀπ’ αὐ­τόν, ὁ δο­κι­μι­α­κὸς λό­γος θὰ δι­α­κλα­δι­στεῖ σὲ ὑ­πο­το­μεῖς (δο­κί­μι­ο λο­γο­τε­χνι­κό, φι­λο­σο­φι­κό, ἐ­πι­στη­μο­νι­κό), ἡ γκά­μα του ἡ θε­μα­τι­κὴ τὶς πε­ρισ­σό­τε­ρες φο­ρὲς θὰ στε­νέ­ψει, ὅ­μως δὲν θὰ πά­ψει ν’ ἀν­θί­ζει. Δη­μι­ούρ­γη­μα ὁ­μή­λι­κο λί­γο πο­λὺ τοῦ μυ­θι­στο­ρή­μα­τος, θὰ στα­θεῖ δί­πλα σ’ αὐ­τὸ ὁ κατ’ ἐ­ξο­χὴν δυ­τι­κὸς τρό­πος τοῦ γρά­φειν. Ἔ­πος, δρά­μα, λυ­ρι­κὴ ποί­η­ση, φι­λο­σο­φι­κὴ καὶ ἱ­στο­ρι­κὴ πραγ­μα­τεί­α προ­ϋ­πάρ­χουν, ἀ­πο­κρυ­σταλ­λώ­νον­ται ἤ­δη σὲ ἄλ­λους και­ρούς· τὸ δο­κί­μι­ο ὅ­μως ὅ­πως καὶ τὸ μυ­θι­στό­ρη­μα γί­νον­ται αὐ­τὰ ποὺ εἶ­ναι, «ὅ­μοι­α γὰρ ὡς ἐ­πὶ τὸ πο­λὺ τὰ μέλ­λον­τα τοῖς γε­γο­νό­σι», μό­νον στοὺς δι­κούς μας και­ρούς, ἀρ­χῆς γε­νο­μέ­νης ἀ­πὸ τοὺς πρώ­ι­μους Νέ­ους Χρό­νους.

Ὁ Πα­πα­γι­ώρ­γης εἶ­ναι κα­θα­ρό­αι­μος δο­κι­μι­ο­γρά­φος μ’ αὐ­τὴ τὴν πρώ­τη ἔν­νοι­α, τὴν ἔν­νοι­α τοῦ Μον­ταί­νι­ου. Τὸ γρά­ψι­μό του δὲν τὸ κα­τα­τάσ­σεις εὔ­κο­λα σὲ καμ­μι­ὰ ἀ­πὸ τὶς λοι­πὲς εἰ­δο­λο­γι­κὲς κα­τη­γο­ρί­ες χω­ρὶς νὰ ἀ­δι­κή­σεις τὴ μο­να­δι­κό­τη­τά του. Προ­φα­νῶς, στὰ βι­βλί­α του κα­τα­γί­νε­ται μὲ πολ­λὰ καὶ ποι­κί­λα – ζη­τή­μα­τα λο­γο­τε­χνι­κά, φι­λο­σο­φι­κά, ἱ­στο­ρι­κά, βι­ο­γρα­φι­κά. Ὡ­στό­σο ὁ Ἀ­λέ­ξαν­δρος Ἀ­δα­μαν­τί­ου Ἐμ­μα­νου­ὴλ δὲν εἶ­ναι φι­λο­λο­γί­α ἢ με­λέ­τη γραμ­μα­το­λο­γι­κή. Ὁ Κα­νέλ­λος Δε­λη­γι­άν­νης δὲν εἶ­ναι ἀ­κρι­βῶς ἱ­στο­ρι­κὴ ἢ βι­ο­γρα­φι­κὴ πραγ­μα­τεία. Ὁ Χέγ­κελ καὶ ἡ Γερ­μα­νι­κὴ Ἐ­πα­νά­στα­ση δὲν εἶ­ναι σύγ­γραμ­μα φι­λο­σο­φι­κὸ ἢ πο­λι­τι­κό. Τὸ Γει­ά σου Ἀ­ση­μά­κη δὲν εἶ­ναι ἁ­πλῶς καὶ μό­νο πρω­το­πρό­σω­πη μαρ­τυ­ρί­α. Πί­σω ἀ­πὸ τὴ με­ρι­κό­τη­τα ποὺ ὑ­πα­γο­ρεύ­ει τὸ θέ­μα, δε­σπό­ζει ἐ­δῶ ἡ ὀ­λι­κό­τη­τα τοῦ βλέμ­μα­τος ποὺ θε­μα­τί­ζει. Καὶ αὐ­τὸ τὸ βλέμ­μα στὸν Πα­πα­γι­ώρ­γη εἶ­ναι τὸ ὕ­φος.

Ὅ­ταν ἰ­σχυ­ρί­ζο­μαι ὅ­τι τὸ βλέμ­μα στὸν Πα­πα­γι­ώρ­γη εἶ­ναι τὸ ὕ­φος καὶ ὄ­χι λ.χ. οἱ θέ­σεις, οἱ ἰ­δέ­ες, ἐν­νο­ῶ ὅ­τι αὐ­τὲς οἱ δεύ­τε­ρες, οἱ ἰ­δέ­ες καὶ οἱ θέ­σεις, μ’ ὅ­λη τὴν αὐ­το­νό­η­τη ση­μα­σί­α τους, ρι­ζώ­νουν τό­σο βα­θι­ὰ στὴν ἰ­δι­αί­τε­ρη ἐκ­φρα­στι­κή του γλώσ­σα ὥ­στε κά­θε ἀ­πό­σπα­ση, κά­θε ἀ­να­δι­α­τύ­πω­σή τους ἐν ὀ­νό­μα­τι τῶν ἀ­ναγ­κῶν τῆς ἀ­να­λυ­τι­κῆς πα­ρου­σί­α­σης, ἐν­τέ­λει τὶς ζη­μι­ώ­νει. Τὸ φαι­νό­με­νο βέ­βαι­α εἶ­ναι κοι­νὸ σὲ κά­θε συγ­γρα­φέ­α ἰ­σό­πο­σης δεξιοτε­χνί­ας: μορ­φὴ καὶ πε­ρι­ε­χό­με­νο συμ­πλέ­κον­ται τό­σο στε­νά, τὸ ἕ­να ἀ­να­χω­νεύ­ε­ται δι­αρ­κῶς μέ­σα στ’ ἄλ­λο ἔ­τσι ὥ­στε ἡ δι­ά­κρι­ση νὰ κα­θί­στα­ται ἐγ­χεί­ρη­μα λί­γο ἢ πο­λὺ κιν­δυ­νῶ­δες γιὰ τὴν ἀ­κε­ραι­ό­τη­τα τοῦ ἔρ­γου. Πολ­λὲς φο­ρές, εἶ­ναι ἀ­κρι­βῶς ἡ ἐν­τέ­λει­α τῆς μορ­φῆς, ἡ εὐ­γλωτ­τί­α τῆς φρά­σης ποὺ ἀ­πο­τρέ­πει τὸν χει­ρουρ­γι­κὸ πλὴν κα­λαί­σθη­το νοῦ ἀ­πὸ τὴν ἀ­πο­κο­τιὰ τῆς το­μῆς. Μὲ τὸν Πα­πα­γι­ώρ­γη μᾶς συμ­βαί­νει συ­χνὰ ὅ,­τι καὶ πά­νω ἀ­πὸ τὴν ἀ­κραιφ­νῆ λο­γο­τε­χνί­α: ἡ ἐν­τύ­πω­ση ποὺ ἀ­φή­νουν οἱ κα­λύ­τε­ρες σε­λί­δες του δὲν εἶ­ναι μιὰ δυὸ ἀ­φη­ρη­μέ­νες συλ­λή­ψεις, ποὺ ὅ­πως ὅ­λες τοῦ εἴ­δους τους μπο­ροῦν εὐ­κό­λως νὰ ἀμ­φι­σβη­τη­θοῦν, ἀλ­λὰ κά­τι τὸ ἀ­μέ­ρι­στο καὶ συ­νο­λι­κό, κά­τι ποὺ ἀν­τι­στέ­κε­ται στὴν προ­σπά­θει­ά μας νὰ τὸ κα­τα­νο­ή­σου­με ὡς κά­τι ἄλ­λο ἀ­πὸ ὅ,­τι εἶ­ναι, νὰ τὸ ἀ­να­συγ­κρο­τή­σου­με σ’ ἕ­να νό­η­μα ἀ­νε­ξάρ­τη­το καὶ συ­νο­πτι­κό.

Ψει­ρί­ζον­τας κα­νεὶς τὰ βι­βλί­α του, ἐ­ξυ­πα­κού­ε­ται, βρί­σκει δι­αρ­κῶς ἐ­πι­νοι­ες σπου­δαῖ­ες, ὀ­ξύ­νο­ες πα­ρα­τη­ρή­σεις, ἕ­ναν πλοῦ­το ἀ­πὸ εἰ­κα­σί­ες δι­α­φω­τι­στι­κὲς καὶ ὑ­πο­δεί­ξεις ἀπ’ αὐ­τὲς ποὺ σπα­νί­ζουν. Ὅ­ταν κα­τα­πιά­νε­ται μὲ τὴν ἰ­δι­αι­τε­ρό­τη­τα τῆς Φό­νισ­σας στὸ πα­πα­δι­α­μαν­τι­κὸ κόρ­πους λ.χ., μᾶς δεί­χνει μὲ τὴ με­γα­λύ­τε­ρη δυ­να­τὴ δι­αύ­γει­α τὸ ἀμ­φιίπλευ­ρο χά­σμα ποὺ τὴν χω­ρί­ζει τό­σο ἀ­πὸ τὰ λοι­πὰ δι­η­γή­μα­τα τοῦ Σκι­α­θί­τη ὅ­σο καὶ ἀ­πὸ τὴν ξέ­νη ψυ­χο­γρα­φι­κὴ πα­ρά­δο­ση, τῆς ρωσ­σι­κῆς λ.χ. σχο­λῆς – καὶ ἡ σύγ­κρι­ση ἔν­θεν καὶ ἔν­θεν δὲν ἀ­πο­βαί­νει ἀ­κρι­βῶς ὑ­πὲρ τῆς γρι­ᾶς Χα­δού­λας. Ὅ­ταν ὑ­παι­νίσ­σε­ται τὸ ἀ­σύμ­βα­το τῆς «Πρι­ά­μου Νυ­κτο­πο­ρί­ας» πρὸς τὸ λοι­πὸ σῶ­μα τῆς Ἰ­λι­ά­δας, ὡς προ­σθή­κης ἀλ­λό­τρι­ας ποὺ νο­θεύ­ει μὲ τὸν φι­λάν­θρω­πο τό­νο της τὸ ἀρ­χα­ϊ­κὸ ἠ­ρω­ϊ­κὸ ἔ­θος, ἡ ὑ­πό­νοι­α ἠ­χεῖ σκαν­δα­λώ­δης ἀλ­λὰ πά­ει στὴν καρ­διὰ τοῦ προ­βλή­μα­τος τοῦ εὐ­ρω­πα­ϊ­κοῦ οὐ­μα­νι­σμοῦ – εἶ­ναι ἤ­δη τὸ ὁ­μη­ρι­κὸ ἔ­πος ἡ γε­νέ­θλι­α ὥ­ρα του; Ὅ­ταν δι­α­κρί­νει πί­σω ἀ­πὸ κά­θε λέ­ξη τοῦ αὐ­το­βι­ο­γρα­φού­με­νου Δε­λη­γι­άν­νη τὸ τρο­με­ρὸ κί­νη­τρο τῆς μνη­σι­κα­κί­ας, μᾶς δί­νει συ­νά­μα ἕ­να μέ­τρο τοῦ «νο­ση­ροῦ συ­ναι­σθη­μα­τι­σμοῦ» ποὺ ὅπως θά ’λεγε ἕνας Κων­σταν­τῖ­νος Κα­ρα­μαν­λὴς δι­έ­πει δι­α­χρο­νι­κὰ τὴν πο­λι­τι­κὴ συμ­πε­ρι­φο­ρὰ τοῦ Νε­ο­έλ­λη­να· πι­α­σμέ­νος ἀ­πὸ τὸν μί­το μιᾶς μι­κρῆς κλω­στῆς, τὴν πε­ρί­πτω­ση τοῦ θρυ­λι­κοῦ προ­ε­στοῦ ἀπ’ τὴ Γορ­τυ­νί­α, ὁ συγγραφέας φέρ­νει στὸ φῶς τὸ μέ­γα δί­χτυ ποὺ πλέ­κουν δι­αρ­κῶς γύ­ρω μας ἡ συλ­λο­γι­κὴ κα­χυ­πο­ψί­α καὶ οἱ οἰ­στρη­λα­τη­μέ­νοι ἐ­γω­ι­σμοί, ὅ­λα ὅ­σα ἐν­τέ­λει κα­θι­στοῦν δι­α­χρο­νι­κὰ τὸν δη­μό­σι­ο βί­ο τῆς χώ­ρας μό­νι­μη ἀ­ρέ­να.

Μ’ ὅ­λα αὐ­τά, στὸν Πα­πα­γι­ώρ­γη δὲν βρί­σκει κα­νεὶς ἐ­κεῖ­νο τὸ εὔ­τα­κτο στρῶ­μα τῶν συ­στη­μα­τι­κῶν πε­ποι­θή­σε­ων ποὺ χα­ρα­κτη­ρί­ζει τὸν κατ’ ἐ­πάγ­γελ­μα στο­χα­στή. Κά­τω ἀ­πὸ τὶς ἔν­νοι­ές του, ὅ­σες τέ­λος πάν­των κα­τα­δέ­χε­ται καὶ μὲ τὴν ἐ­λευ­θε­ρί­α ποὺ τὶς ἐ­πι­κα­λεῖ­ται, ψαύ­ου­με ἁ­δρό­τε­ρες, μυ­χι­ό­τε­ρες προ­τι­μή­σεις καὶ κλί­σεις, πνευ­μα­τι­κὲς συγ­γέ­νει­ες καὶ δι­α­θέ­σεις θυ­μι­κὲς ἤ, γιὰ νὰ εἶ­μαι ἀ­κρι­βέ­στε­ρος, ἀ­ξε­διά­λυ­τα ψυ­χο­νο­η­τι­κές. Ὁ ἀν­τι­δι­α­νο­η­τι­σμὸς τοῦ Πα­πα­γι­ώρ­γη, ὁ ἀν­τι­σχο­λα­στι­κι­σμός του, ἡ ἀ­νε­ξαρ­τη­σί­α του ἀ­πὸ τὴν ὅ­ποια ὕ­περ­θεν σύμ­βα­ση, ἡ ἀ­φο­σί­ω­σή του σὲ θέ­μα­τα βι­ω­μέ­να καὶ πρω­το­πρό­σω­πα ἀν­τι­κα­το­πτρί­ζουν μιὰ στά­ση ποὺ δύ­σκο­λα πε­ρι­γρά­φε­ται μὲ τὶς κα­τη­γο­ρί­ες τοῦ ὅ­ποιου ἀ­φη­ρη­μέ­νου ἰ­δι­ώ­μα­τος. Ὀρ­θὰ ἑπομένως τὴν ἀ­πο­κά­λε­σαν «ρο­μαν­τι­κή». Μὲ τὴν ἀ­πα­ραί­τη­τη δι­ευ­κρί­νι­ση ὅ­τι τὴν νο­σταλ­γί­α γιὰ τὴ μι­κρὴ κοι­νό­τη­τα· τὴν ἀ­πα­ρέ­σκει­α πρὸς τὴ μί­μη­ση καὶ τὸν κο­σμο­πο­λι­τι­σμό· τὴν πί­στη στὴ λα­ϊ­κὴ ψυ­χή· τὴν ἐμ­μο­νὴ στὴ λε­γό­με­νη αὐ­θεν­τι­κό­τη­τα ἢ τὴν ἀν­τί­λη­ψη ὅ­τι τὸ βα­θὺ καὶ τὸ γνή­σι­ο ἐν­τέ­λει ταυ­τί­ζον­ται μὲ τὸ πη­γαῖ­ο καὶ τὸ ψυ­χι­κὰ ἐκ­χει­λί­ζον –ὅ­λα αὐ­τὰ δη­λα­δὴ ποὺ συ­ναν­τοῦ­με στὰ γρα­πτά του καὶ ἔ­χου­με μά­θει νὰ τὰ γε­νε­α­λο­γοῦ­με ἀ­πὸ τὸν ρο­μαν­τι­σμό–, ὁ Πα­πα­γι­ώρ­γης μᾶς πεί­θει ἐξ ἀρ­χῆς ὅ­τι τ’ ἀν­τλεῖ ὄ­χι ἀπ’ τὶς δέλ­τους μιᾶς ὅ­ποιας αἰ­σθη­τι­κῆς ἢ πο­λι­τι­κῆς ἰ­δε­ο­λο­γί­ας, ἀλ­λὰ ἐκ βα­θέ­ων – ἀπ’ τὰ ἀ­πο­θέ­μα­τα τοῦ πρώ­του ἑ­αυ­τοῦ ἢ τὶς δα­πα­νη­ρὲς προ­σκτή­σεις τῆς πεί­ρας. Ὁ Πα­πα­γι­ώρ­γης, κι αὐτὸ εἶναι τὸ μέγιστό του ἐπίτευγμα, κά­θε φο­ρᾶ ποὺ παίρ­νει τὸν λό­γο, εἶναι σὰν νὰ μι­λά­ει ἐ­πὶ προ­σω­πι­κοῦ.

~.~

Κοι­νό­το­πη δι­α­πί­στω­ση: κά­θε δο­κι­μι­ο­γρά­φος στὰ γρα­ψί­μα­τά του ἑ­λίσ­σε­ται ἐν μέ­σω σκο­πέ­λων. Ἐ­ὰν ἐ­δῶ τὸν ἀ­πει­λεῖ ἡ κομ­ψὴ αὐ­τα­ρέ­σκει­α τοῦ στυ­λί­στα, πιὸ δί­πλα ξέ­ρει ὅ­τι ἐ­νε­δρεύ­ει ἡ στέ­γνι­α τοῦ γυ­μνοῦ ἀ­να­λυ­τή. Τὸ πέ­ρα­σμα ἀ­να­με­τα­ξὺ δὲν εἶ­ναι πο­τὲ ἐν­τε­λῶς σα­φές, κα­νεὶς αὐ­το­σχε­δι­ά­ζει συ­νε­χῶς. Στοι­χεῖ­α, μαρ­τυ­ρί­ες, τεκ­μή­ρι­α πρέ­πει νὰ βα­πτι­στοῦν στὴ φρά­ση, νὰ φο­ρε­θοῦν τρό­πο τι­νὰ ἀ­πὸ τὸν γρά­φον­τα ὥ­στε νὰ πά­ρουν τὴ μυ­ρω­διά του, νὰ χά­σουν τὴ νω­θρὴ ὀ­σμὴ τοῦ δα­νεί­ου. Τὴν ἴ­δια στιγ­μή, καὶ ἡ πι­ὸ κα­τορ­θω­μέ­νη φω­νὴ –κερ­δι­σμέ­νο ἔ­πα­θλο τοῦ ὕ­φου­ς– ὀ­φεί­λει νὰ ἔ­χει ἀν­τι­στή­ρι­ξη γει­ω­μέ­νη καὶ στα­θε­ρή, ἀν­θε­κτι­κὴ στὸν ἀν­τί­πα­λο λό­γο καὶ τὸ ξέ­νο ἐ­πι­χεί­ρη­μα.

Ἀ­να­λυ­τὴς ὁ Πα­πα­γι­ώρ­γης, εἴ­δα­με για­τί, κιν­δύ­νευ­σε πολὺ λί­γο νὰ γί­νει. Στυ­λί­στας ὅ­μως, ναί. Σὲ κάμ­πο­σες ἀ­πὸ τὶς σε­λί­δες τῶν πρώ­των του βι­βλί­ων, τὸ μέ­λη­μα τοῦ ὕ­φους, τὸ αἴ­τη­μα τῆς δι­αρ­κοῦς πρω­το­τυ­πί­ας τῆς φρά­σης ἰ­δί­ως, κου­ρά­ζει. Τὸ κεί­με­νο γί­νε­ται δύσ­ρο­ο, ὁ ρη­το­ρι­κὸς δι­ά­κο­σμος βα­ρύς, τὸ νό­η­μα πί­σω ἀ­πὸ τό­σα φλὰς ἐκ­φρα­στι­κὰ ἐ­νί­ο­τε ξε­θω­ριά­ζει. Σ’ αὐ­τὰ τὰ πρῶ­τα κεί­με­να –τὸ Πε­ρὶ μέ­θης ἀ­νή­κει σ’ αὐ­τά– δι­α­βά­ζε­ται ἴ­σως πι­ὸ κα­λὰ κατ’ ἀ­πο­σπά­σμα­τα. Ἀ­πὸ τὸν Ντο­στο­γι­έφ­σκι (1990) καὶ ἐ­φε­ξῆς, στὰ βι­βλί­α του γιὰ τὸν Ὅ­μη­ρο (1993), τὸν Πα­πα­δι­α­μάν­τη (1997), τὸν Χέγ­κελ (2000), στὴν τρι­λο­γί­α γιὰ τὸ 1821 –Κα­νέλ­λος Δε­λη­γι­άν­νης (2001), Τὰ κα­πά­κια (2003), Ἐμ­μα­νου­ὴλ Ξάν­θος (2005)–, ὁ καμ­βὰς πλα­ταί­νει, τὸ κεί­με­νο παίρ­νει ἀ­φη­γη­μα­τι­κὲς ἀ­νά­σες, ἡ ἱ­στο­ρί­α μὲ τὸν φόρ­το τῶν λε­πτο­με­ρει­ῶν της τὸ προ­σε­δα­φί­ζει σ’ ἕ­να ἔ­δα­φος ἀν­τι­κει­με­νι­κό­τε­ρο. Ἰ­δί­ως ἡ στρο­φὴ στὰ κα­θέ­κα­στα τῆς νε­ο­ελ­λη­νι­κῆς πε­ρι­πέ­τει­ας θὰ στα­θεῖ ἐ­δῶ ζω­τι­κή. Ἀ­πὸ τὸ ἀ­φη­ρη­μέ­νο στὸ συγ­κε­κρι­μέ­νο· ἀ­πὸ τὴ φι­λο­σο­φί­α στὴν ἱ­στο­ρί­α· ἀ­πὸ τὴν ἀλ­λο­δα­πὴ στὴν ἰ­θα­γέ­νει­α· ἀ­πὸ τὴ μυ­θο­πλα­σί­α στὸν ἀ­να­φο­ρι­κὸ λό­γο – σὲ γε­νι­κὲς γραμ­μὲς ἡ πο­ρεί­α τοῦ Πα­πα­γι­ώρ­γη εἶ­ναι αὐ­τή. Καὶ στὸ ξε­τύ­λιγ­μά της, εἶ­ναι προ­φα­νὴς ὁ με­τα­το­νι­σμὸς τῆς γρα­φῆς του, ἀ­πὸ τὴν πρώ­τη αὐ­τάρ­κει­α σὲ ἕ­να ὕ­φος πε­ρισ­σό­τε­ρο φίλιο πρὸς τὸν ἀ­να­γνώ­στη καὶ δε­κτι­κό.

Ποιό εἶ­ναι ὅ­μως τὸ ὕ­φος τοῦ Πα­πα­γι­ώρ­γη; Τί ἔ­χουν ἢ τί θὰ ‘πρε­πε νά ‘χουν κα­τὰ νοῦν ὅ­σοι τὸ ἐ­παι­νοῦν ἢ τὸ μνη­μο­νεύ­ουν; Τὸ πρῶ­το καὶ κύ­ρι­ο εἶ­ναι ὅ­τι πρό­κει­ται γιὰ ὕ­φος ἐ­ξαι­ρε­τι­κὰ πε­ρί­τε­χνο καὶ ἄ­κρως ἐ­κλε­πτυ­σμέ­νο. Ἡ πα­ρα­τή­ρη­ση μοιά­ζει αὐ­το­νό­η­τη, ὅ­μως δὲν εἶ­ναι. Το­πο­θε­τη­μέ­νη στὰ συμ­φρα­ζό­με­να τῆς ἐ­πο­χῆς, δι­ευ­κρι­νί­ζει τὴ στά­ση τοῦ συγ­γρα­φέ­α, δεί­χνει ὅ­τι σὲ μιὰ πε­ρί­ο­δο ὅ­που ὁ γρα­φό­με­νος λό­γος εἴ­τε λα­ϊ­κί­ζει εἴ­τε ἐ­πι­στη­μο­νί­ζει φρι­κτά, ὁ Πα­πα­γι­ώρ­γης πά­ει ἀ­να­πό­τα­μα. Πέ­ρα ἀ­π’ τοὺς κλασ­σι­κοὺς τοῦ δο­κι­μί­ου, τὶς ρί­ζες του μπο­ροῦ­με νὰ τὶς ἀ­να­ζη­τή­σου­με στὸ ἐκ­φρα­στι­κὸ συ­νε­χές του εὐ­ρω­πα­ϊ­κοῦ μυ­θι­στο­ρή­μα­τος τοῦ 19ου αἰ­ώ­να, σ’ αὐ­τὴ τὴ με­γά­λη νο­ε­ρὴ οἰ­κο­γέ­νει­α ἀ­πὸ τὸν Ἐ­ξά­δελ­φο Πὸνς ὣς τοὺς Ἀ­δελ­φοὺς Κα­ρα­μα­ζώφ. Ἡ ἐ­πιρ­ρο­ὴ τῆς γαλ­λι­κῆς πρό­ζας, ἡ ρυθ­μο­λο­γί­α της, ἡ ἀ­ρι­στο­κρα­τι­κή της ἀ­πό­στα­ση ἀ­πὸ τὰ τε­τριμ­μέ­να πρέ­πει νὰ τοῦ στά­θη­κε ἐ­ξί­σου ὁ­δη­γός, εἰ­δι­κὰ στὴν ἀρ­χή. Γλωσ­σι­κά, μορ­φι­κά, ὁ Πα­πα­γι­ώρ­γης πα­τά­ει πε­ρισ­σό­τε­ρο στὴ λό­γι­α πα­ρά­δο­ση τοῦ ἑλ­λη­νι­κοῦ δο­κι­μί­ου, ποὺ μὲ ἀ­φε­τη­ρί­α του τὴν κα­θα­ρεύ­ου­σα θὰ βγά­λει τε­χνί­τες τῆς πε­ρι­ω­πῆς ἑ­νὸς Ρο­ΐ­δη ἢ ἑ­νὸς Πα­παρ­ρη­γό­που­λου προ­τοῦ –μὲ γέ­φυ­ρα ἐν­δι­ά­με­ση τὸν Πα­λα­μὰ– σβή­σει ὡς ἀ­πό­η­χος στὴν κου­βεν­τια­στὴ δο­κι­μι­ο­γρα­φί­α ἑ­νὸς Σε­φέ­ρη ἢ ἑ­νὸς Λο­ρεν­τζά­του. Ὁ Πα­πα­γι­ώρ­γης παίρ­νει ἀπ’ αὐ­τοὺς τοὺς δεύ­τε­ρους τὴν ἀ­γά­πη γιὰ τὴ χα­μη­λὴ λέ­ξη, τὴ λέ­ξη τὴν κοι­νὴ ποὺ ὅ­μως δι­α­τη­ρεῖ ὑ­ψη­λὴ τὴν συ­ναι­σθη­μα­τι­κή της θερ­μο­κρα­σί­α, τὴν ἀ­να­μει­γνύ­ει ὅ­μως σο­φὰ μὲ τὴ στιλ­πνὴ φόρ­μα τῶν πρώ­των. Στὰ πε­ρὶ πα­θῶν κεί­με­νά του, στὰ χρο­νο­γρα­φή­μα­τά του συ­χνά, συ­να­να­κρού­ε­ται ἐ­νί­ο­τε κι ἕ­νας τό­νος οἰ­κει­ό­τε­ρος, σχε­δὸν λα­ϊ­κός· ὡ­στό­σο μό­νο ὡς ποί­κιλ­μα – στὸ βά­θος ἡ ὀρ­χή­στρα ἀ­κο­λου­θεῖ ἄλ­λη ἁρ­μο­νι­κὴ γραμ­μή.

Μὲ βά­ση τὶς κα­τη­γο­ρί­ες τῶν ἀρ­χαί­ων γραμ­μα­τι­κῶν, τὸ ὕ­φος τοῦ Πα­πα­γι­ώρ­γη εἶ­ναι ἑπομένως πλού­σι­ον, οὔ­τε λι­τόν, ἐν­νο­εῖ­ται, οὔ­τε μέ­τρι­ον, μ’ ὅ­λο ποὺ μὲ τὰ χρό­νι­α τεί­νει κι αὐ­τὸ πρὸς λα­γα­ρό­τε­ρη, ἐ­πο­πτι­κό­τε­ρη μορ­φή. Ἐν­τού­τοις καὶ στὶς πι­ὸ ἁ­πλές του ἐκ­δη­λώ­σεις πα­ρα­μέ­νει ποι­κι­λό­τρο­πο καὶ δὴ σ’ ὅ­λο του τὸ ξε­δί­πλω­μα: ἀπ’ τὴν κο­φτὴ δι­α­τύ­πω­ση ὡς τὴ ρη­το­ρι­κὴ πλέ­ξη τοῦ ἐ­πι­χει­ρή­μα­τος καὶ ἀ­πὸ τὴν πα­ρά­θε­ση τῶν ἀ­πο­δεί­ξε­ων ἕ­ως τὴν κο­ρύ­φω­ση τοῦ τε­λι­κοῦ δι­ὰ ταῦ­τα. Στὴ μι­κρο­κλί­μα­κα αὐ­τοῦ του ὕ­φους συ­ναν­τᾶ κα­νεὶς λ.χ. τὴ γε­μά­τη, ἀ­κα­ρι­αί­α φρά­ση: «Γιὰ τὸ νε­όδ­μη­το ἐ­γώ, καὶ μό­νο ἡ συγ­γρα­φὴ μιᾶς ἐ­πι­στο­λῆς εἶ­ναι κα­τά­κτη­ση»· «Ἡ φι­λο­σο­φί­α γρά­φε­ται μὲ χί­λι­α χέ­ρια – κρα­τά­ει ὅ­μως τὸ γρα­φι­κὸ χα­ρα­κτή­ρα τοῦ κα­λύ­τε­ρου»· «εἶ­ναι στὴ φύ­ση τῶν ἀ­νί­σχυ­ρων νὰ ξυ­πνοῦν στοὺς γύ­ρω τους τὸν δαί­μο­να τῆς κα­τα­στρο­φῆς». Συ­ναν­τᾶ τὸν κατ’ ὑ­πό­θε­σιν λό­γο: «Ἂν ὁ ἀ­πο­φα­σι­σμέ­νος μο­να­χὸς ξορ­κί­ζει δι­ὰ βί­ου μέ­σα του ἕ­ναν κο­σμι­κὸ ποὺ δὲ λέ­ει νὰ ἀ­πο­θά­νει, ὁ κο­σμο­λα­ΐ­της σέρ­νει πά­νω του τὴ σκι­ὰ τοῦ ρά­σου σὰν ψυ­χι­κὸ βά­σα­νο». Συ­ναν­τᾶ τὸ εὐ­θύ, ἀ­πο­ρη­τι­κὸ καὶ ἐν ταυ­τῷ δι­α­πι­στω­τι­κό ἐ­ρώ­τη­μα: «Για­τί ἡ δυ­στυ­χί­α τοῦ ἄλ­λου στα­λά­ζει πάν­τα μέ­σα μας τὴν ἡ­δο­νή;» Ἀλ­λὰ καὶ τὸ ρη­το­ρι­κό του ἀ­νά­λο­γο: «Σὲ ἕ­να μι­κρὸ νη­σὶ τοῦ Αἰ­γαί­ου, ποὺ βρί­θει ἁ­λι­έ­ων καὶ ναυ­τί­λων, τί πι­ὸ μοι­ραῖ­ο γε­γο­νὸς ἀ­πὸ τὸν πνιγ­μό;» Συ­ναν­τᾶ, κα­τὰ κό­ρον, τὸν πα­ρο­μοι­α­στι­κὸ λό­γο:

«Ὅ­πως τὸ παι­δὶ τρέ­μει τὴν ἔκ­φρα­ση καὶ τὸ θυ­μὸ τοῦ πα­τέ­ρα ποὺ τὸ ξε­περ­νᾶ σὲ ὕ­ψος καὶ δύ­να­μη, ὁ πι­στὸς κά­νει τὰ πάν­τα μὲ σφιγ­μέ­νη τὴν καρ­διά.»

«Σὰν τὸν ζω­γρά­φο ποὺ γιὰ νὰ ἀ­πο­κα­λύ­ψει τὴν οὐ­σί­α ἑ­νὸς προ­σώ­που, με­τέρ­χε­ται στὴν προ­σω­πο­γρα­φί­α του τε­χνι­κὲς προ­ο­πτι­κῆς καὶ φω­το­σκί­α­σης ἄ­γνω­στες στὸν προ­σω­πο­γρα­φού­με­νο, ὁ ἀ­φη­γη­τὴς ἔ­πρε­πε νὰ ἐ­πι­νο­ή­σει ὅ­λα τὰ τε­χνά­σμα­τα ἀ­νά­δει­ξης τῶν προ­σώ­πων.»

«Σὰν νὰ κοι­τά­χτη­καν κά­πο­τε μέ­σα στὸ ἴ­διο πη­γά­δι κι ἀν­τί­κρι­σαν ἕ­να εἴ­δω­λο ποὺ κα­το­πι­νά, δι­ὰ βί­ου τὰ λού­ζει, τὰ μο­λύ­νει καὶ τὰ ξε­δι­ψᾶ, τὰ ἀ­δέλ­φια ἔ­χουν μιὰ ἰ­δι­ά­ζου­σα ἀ­να­πη­ρί­α ἀ­νά­με­σα στοὺς ξέ­νους.»

Ἀλ­λὰ καὶ τὸ ξε­τύ­λιγ­μα τῆς πα­ρα­βο­λῆς, ποὺ κι ὅ­ταν ἀ­κό­μα εἶ­ναι δο­σμέ­νη, στὴ δι­κή του τὴ γλώσ­σα ἀ­πο­κτᾶ λάμ­ψη ἀ­πρό­σμε­νη:

«Τὸν χρο­νι­κὰ ἄ­πει­ρο κό­σμο μπο­ροῦ­με νὰ τὸν πα­ρα­στή­σου­με μὲ μιὰ ἄ­πει­ρη γραμ­μή, μὲ μιὰ ἄ­ναρ­χη καὶ ἀ­κα­τά­λη­κτη ἀ­φή­γη­ση, ὅ­πως καὶ μὲ ἕ­να βι­βλί­ο ποὺ ἀ­παρ­τί­ζε­ται ἀ­πὸ ἀ­να­ρίθ­μη­τες σε­λί­δες. Ἡ μέ­ρα ἢ ἡ στιγ­μὴ ποὺ ζοῦ­με εἶ­ναι μιὰ σε­λί­δα ἢ μιὰ ἀ­ρά­δα αὐ­τοῦ τοῦ βι­βλί­ου, ποὺ πα­ρευ­θὺς χά­νε­ται μέ­σα στὶς ἄλ­λες. Πο­τὲ δὲν μπο­ροῦ­με νὰ ξα­να­βροῦ­με μιὰ στιγ­μὴ ποὺ δι­ά­βη­κε καὶ ἡ μνή­μη, τὸ γνω­ρί­ζου­με, εἶ­ναι ὁ πι­ὸ δό­λι­ος ὁ­δη­γός. Δὲν ὑ­πάρ­χει τρό­πος νὰ ἀ­νοί­ξου­με τὸ βι­βλί­ο, για­τί εἶ­ναι κι­ό­λας μπρο­στὰ μας ἀ­νοι­χτὸ ὅ­πως ὁ κό­σμος: ἀ­νέ­κα­θεν καὶ δι­ὰ παν­τός. Δὲν ὑ­πάρ­χει τρό­πος νὰ κλεί­σου­με τὸ βι­βλί­ο, για­τί ἕ­να ἀ­πει­ρο­σέ­λι­δο βι­βλί­ο ὅ­πως ἕ­νας ἀ­πει­ρό­χρο­νος κό­σμος δὲν ἔ­χουν ὅ­ρι­α. Δὲν ὑ­πάρ­χει τρό­πος νὰ δοῦ­με τὰ ἐ­ξώ­φυλ­λα τοῦ βι­βλί­ου, ἁ­πλού­στα­τα για­τί δὲν ὑ­πάρ­χουν (οὐκ ἔ­χειν ἀρ­χὴν οὐ­δὲ τε­λευ­τήν), ὅ­πως δὲν μπο­ροῦ­με νὰ τσα­κί­σου­με μιὰ σε­λί­δα του γιὰ νὰ τὴν ξα­να­βροῦ­με – νὰ συγ­κρα­τή­σου­με μιὰ στιγ­μὴ μέ­σα στὴ χρο­νι­κὴ δι­α­δο­χή.»

Ἄ­ξι­οι με­λέ­της εἰ­δι­κῆς εἶ­ναι οἱ πρό­λο­γοι τοῦ Πα­πα­γι­ώρ­γη. Ἢ, κα­λύ­τε­ρα, οἱ ἐ­ναρ­κτή­ρι­ες φρά­σεις του: «Ἔμ­φυ­τη κι ἀ­δί­δα­κτη, ἡ συμ­πά­θει­α δὲν προ­ϋ­πο­θέ­τει κα­νέ­να ἠ­θι­κὸ φρον­τι­στή­ρι­ο»· «Τὸ ἀ­να­πό­τρε­πτο καὶ τὸ μοι­ραῖ­ο, ὅ­ταν τε­λοῦν­ται μὲ ξέ­να ἔ­ξο­δα, βρί­σκουν ἀ­μέ­σως πε­λά­τες». Ἀλ­λὰ καὶ οἱ κα­τα­κλεῖ­δες του: «Ἀ­κό­μα καὶ νε­κρὸς κα­νεὶς μπο­ρεῖ νὰ εἶ­ναι φί­λος»· «Και­ρὸς τοῦ κλέ­πτειν, και­ρὸς τοῦ ἀ­να­γι­γνώ­σκειν».

Συ­νε­λόν­τι εἰ­πεῖν, ἂν στὴ βι­ο­θε­ω­ρί­α του ὁ Πα­πα­γι­ώρ­γης εἶ­ναι ρο­μαν­τι­κός, στὴν πρό­ζα του εἶ­ναι κλασ­σι­κό­τρο­πος. Κά­πο­τε, ἀ­ψη­φών­τας τὰ ὅ­ρι­α, ἐ­ρω­το­τρο­πεῖ μὲ τὸν μα­νιε­ρι­σμὸ καὶ τοὺς ρη­το­ρι­κούς του μαι­άν­δρους, τὸ στύλ του παίρ­νει κά­τι ἀ­πὸ τὰ ψι­μύ­θι­α τοῦ μπα­ρὸκ – τὸ ἐγ­γύ­τε­ρο πα­ράλ­λη­λο ποὺ μπο­ρῶ νὰ σκε­φτῶ εἶ­ναι ὁ­ρι­σμέ­να ἐ­δά­φι­α τοῦ Μπόρ­χες. Ἀν­τί­θε­τα, μὲ τὶς και­νο­το­μί­ες τοῦ 20οῦ αἰ­ώ­να δὲν μοιά­ζει νὰ ἔ­χει σχέ­ση. Κα­νέ­να σχε­δὸν ἀ­πὸ τὰ τε­χνά­σμα­τα τῆς μον­τέρ­νας γρα­φῆς ποὺ ὣς ἕ­ναν βαθ­μὸ βρῆ­καν ἔ­δα­φος καὶ στὸ δο­κί­μι­ο –ὁ ἐ­παγ­γελ­τι­κός, ἐ­πει­γό­με­νος τό­νος, ὁ ἑρ­μη­τι­σμός, ὁ ἐ­λεύ­θε­ρος πα­ρα­τα­κτι­κὸς εἱρ­μός, ἡ ἐλ­λει­πτι­κό­τη­τα– δὲν πιά­νει ρί­ζες ἐ­δῶ. Ἡ δι­κή του ἡ πρό­ζα δὲν ἀ­πο­στέρ­γει κὰν τὸ θαυ­μα­στι­κό, τὴν πι­ὸ ἀν­τι­μον­τέρ­να ἀπ’ ὅ­λες τὶς χει­ρο­νο­μί­ες τῆς στί­ξης. «Ἤ­θη τοῦ 19ου αἰ­ώ­να!» δὲν γρά­φει ὁ ἴ­διος;

Στὸν ὄ­ψι­μο Πα­πα­γι­ώρ­γη, οἱ προ­σφυ­γὲς στὴν ἀ­φή­γη­ση καὶ τὴν πε­ρι­γρα­φὴ πυ­κνώ­νουν. Τεκ­μή­ρι­ο, τὰ τρί­α βι­βλί­α του γιὰ τὴν Ἐ­πα­νά­στα­ση. Σ’ αὐ­τὰ ὁ συγ­γρα­φέ­ας δὲν πα­ρα­τη­ρεῖ τό­σο τὴν Ἱ­στο­ρί­α ἢ τὴν Πο­λι­τι­κή, μὲ κε­φα­λαῖο τὸ πρῶτο τους γράμμα, στὶς ὑ­ψη­λὲς καὶ χθα­μα­λές τους τρο­πὲς – τέ­τοιος εἶ­ναι ὁ θου­κυ­δί­δει­ος τρό­πος. Ὁ Πα­πα­γι­ώρ­γης ἀ­νή­κει πε­ρισ­σό­τε­ρο στὴ σχο­λὴ τοῦ Ἡ­ρο­δό­του, τὸν δε­λε­ά­ζει ἡ λε­πτο­μέ­ρει­α, τὰ κα­θέ­στα­στα, δι­κός του τρό­πος εἶ­ναι νὰ πα­ρα­κο­λου­θεῖ κα­τὰ πό­δας τὰ πρό­σω­πα ποὺ δι­α­μορ­φώ­νουν τὶς ἐ­ξε­λί­ξεις ἢ τὶς ὑ­πο­μέ­νουν, τὴν ὥ­ρα ἀ­κρι­βῶς ποὺ τὸ κά­νουν. Μέ­θη, ζη­λο­τυ­πί­α, χει­ρο­δι­κί­α, μι­σαν­θρω­πί­α – στὸ με­γά­λο ψη­φι­δω­τὸ τῶν ἀν­θρω­πί­νων πα­θῶν ποὺ συ­ναρ­μό­ζει στὰ πρῶ­τα του βι­βλί­α, ἔρ­χε­ται τώ­ρα νὰ προ­σθέ­σει τὴ μνη­σι­κα­κί­α, τὴ φι­λεκ­δι­κί­α, τὴ χο­λή. Τὸ γε­νι­κὸ ὅ­μως σχέ­δι­ο δὲν ἀλ­λά­ζει, οἱ νέ­ες ψη­φί­δες το­νί­ζουν τὴν ἤ­δη χα­ραγ­μέ­νη γραμ­μή.

Στὰ βι­βλί­α του γιὰ τὸν Ἀ­γώ­να, ὁ Πα­πα­γι­ώρ­γης ξα­να­πιά­νει τὸ ἐ­θνι­κό μας ἀ­φή­γη­μα ἀπ’ τὴν ἐ­πί­ση­μή του ἀρ­χή. Πολ­λὰ θὰ μπο­ροῦ­σε νὰ πεῖ κα­νεὶς γιὰ τὴ σύ­νο­λη εἰ­κό­να ποὺ συν­θέ­τουν αὐ­τὰ τὰ βι­βλί­α. Ἰ­δε­ο­λο­γι­κά, καὶ ὁ ἐ­θνο­λά­τρης καὶ ὁ ἀ­πο­δο­μι­στὴς μπο­ροῦν ἐδῶ νὰ βροῦν κομ­μά­τια τῆς ἀ­ρε­σκεί­ας τους, κα­τὰ τὴ χρεί­α καὶ τὴν ὄ­ρε­ξή τους. Ὅ­μως ὁ Πα­πα­γι­ώρ­γης δὲν ἰ­δε­ο­λο­γεῖ, ἢ ἰ­δε­ο­λο­γεῖ πο­λὺ λί­γο ἂν συγ­κρι­θεῖ μὲ τὸ πλεῖ­στον της ἱ­στο­ρι­ο­γρα­φί­ας μας, πα­λαι­ᾶς τὲ καὶ νέ­ας. Ὁ Πα­πα­γι­ώρ­γης ἐ­δῶ πρω­τί­στως δρα­μα­τουρ­γεῖ· τὰ ἄ­ναρ­χα καὶ χα­ώ­δη συμ­βάν­τα, οἱ ἀν­τι­ζη­λί­ες καὶ οἱ ἔ­ρι­δες, οἱ ἀν­τι­φά­σεις ποὺ ἐ­ξη­γοῦν­ται ἀλ­λὰ δὲν συμ­φι­λι­ώ­νον­ται εἶ­ναι ποὺ τὸν συγ­κι­νοῦν – ὄ­χι τὸ μέ­λη­μα μιᾶς συ­νό­ψε­ως στρογ­γυ­λε­μέ­νης καὶ στα­νι­κῆς.

Δὲν εἶ­ναι λί­γοι οἱ ἀ­να­γνῶ­στες του ποὺ κα­τὰ και­ροὺς ἔ­χουν ἀ­να­ρω­τη­θεῖ πῶς θὰ ἔ­μοια­ζε ἕ­να μυ­θι­στό­ρη­μά του, ἂν ἀ­πο­φά­σι­ζε πο­τὲ νὰ τὸ γρά­ψει. Ἀ­πὸ μιὰ σκο­πιά, αὐ­τὰ τὰ βι­βλί­α μὲ τὸ πο­λυ­πρό­σω­πο κὰ­στ δί­νουν τὴν ἀ­πάν­τη­ση. Δη­μο­γέ­ρον­τες καὶ ὁ­πλαρ­χη­γούς, Μω­ρα­ΐ­τες καὶ Ρου­με­λιῶ­τες, Φι­λι­κοὺς καὶ τουρ­κό­φρο­νες, φε­ρέ­οι­κους καὶ νοι­κο­κύ­ρη­δες, φου­κα­ρά­δες καὶ πρίγ­κη­πες· κι ἀ­κό­μα: ἀ­γι­ά­νη­δες καὶ μο­ρα­γι­ά­νη­δες, βε­κί­λη­δες καὶ πα­ρα­βε­κί­λη­δες, νό­ες δι­πλω­μα­τι­κοὺς κι ἄλ­λους ἀ­ψί­θυ­μους, κλέ­φτες καὶ κά­πους καὶ ἀρ­μα­τω­λούς, σό­για καὶ κα­πε­τα­νά­τα καὶ κα­πά­κια, τὰ με­γά­λα ἐ­πώ­νυ­μα καὶ τὸν ὄ­χλο, ὅ­λους ὅ­σοι πα­ρε­λαύ­νουν στὶς σε­λί­δες του, ὁ συγ­γρα­φέ­ας τοὺς κι­νεῖ ἐμ­πρὸς στὰ μά­τια μας σὰν ρό­λους ποὺ ξέ­φυ­γαν ἀ­πὸ ἔρ­γο ποὺ δὲν ἔ­χει ἀ­κό­μα γρα­φτεῖ. Μ’ αὐ­τοὺς ὑ­λι­κὸ στή­νει μιὰ ἀ­φή­γη­ση γε­μά­τη δρα­μα­τι­κὲς ἐ­ναλ­λα­γὲς καὶ ἔν­τα­ση. Οὔ­τε ἡ Πα­λιγ­γε­νε­σί­α καὶ ὁ θρύ­λος της, οὔ­τε ἡ πα­γε­ρὴ ἀ­κα­δη­μα­ϊ­κὴ βι­τρί­να, οὔ­τε τὸ μαρ­τυ­ρο­λό­γι­ο τοῦ Ἔ­θνους· συλ­λο­γι­κὴ ἢ ἐ­ξα­το­μι­κευ­μέ­νη, στὸ ’21 τοῦ Πα­πα­γι­ώρ­γη με­τρά­ει ἡ ὠ­μή, ἡ ἀ­κα­τέρ­γα­στη ἀν­θρώ­πι­νη πρά­ξη.

Ἂν στὴν Ὁ­μη­ρι­κὴ μά­χη, θέ­μα του ἔ­χει τὴν πει­θαρ­χη­μέ­νη ἰ­σχύ, τὴ δε­ξι­ό­τη­τα τῆς σφα­γῆς ὡς τὴ με­γί­στη τῶν ἀ­ρε­τῶν, τὸ γό­η­τρο (κῦ­δος) ποὺ ἀ­πο­κο­μί­ζει κα­νεὶς ἂν ἀ­σκή­σει σω­στὰ τὴν τέ­χνη τῶν ὅ­πλων, ἡ τρι­λο­γί­α τῆς Ἐ­πα­νά­στα­σης μᾶς ἀ­φη­γεῖ­ται τὸ σκόρ­πι­σμα καὶ τὴ δι­ά­χυ­ση κά­θε ἐ­ξου­σί­ας, τοὺς φυ­γό­κεν­τρους ἑ­λιγ­μοὺς ποὺ κα­θι­στοῦν τὸν πό­λε­μο δι­αρ­κῶς κι­νού­με­νη ἄμ­μο καὶ τὴν φο­νι­κὰ δυσ­δι­ά­κρι­τη γραμ­μὴ ποὺ τὸν χω­ρί­ζει ἀ­πὸ τὴν εἰ­ρή­νη. Ἀ­πέ­ναν­τι στὸ ἐσω­τε­ρι­κευ­μέ­νο καὶ ἄ­ρα πά­γι­ο ἔ­θος τῶν Ἀ­χαι­ῶν, οἱ ἀ­γω­νι­στὲς τοῦ ’21 μοιά­ζουν ἀ­κυ­βέρ­νη­τοι, χω­ρὶς ση­μεῖ­α ἀ­να­φο­ρᾶς ἢ προ­σα­να­το­λι­σμὸ στα­θε­ρό. Κα­τὰ κά­ποιο τρό­πο, φαν­τά­ζουν ἐμ­πρός μας ξέ­νοι ἐν­τε­λῶς καὶ ἀ­πε­λέ­κη­τοι, πι­ὸ ἀρ­χα­ϊ­κοὶ καὶ ἀ­πὸ ἐ­κεί­νους τῆς Τροί­ας. Ἡ ἔ­ρι­δα τοῦ Ἀ­χιλ­λέ­α μὲ τὸν Ἀ­γα­μέ­μνο­να ἔ­χει ἀρ­χὴ καὶ τέ­λος, ξέ­ρει ἀ­πὸ ὅ­ρι­α καὶ κα­νό­νες. Ἡ σύγ­κρου­ση τοῦ Δε­λη­γι­άν­νη μὲ τὸν Κο­λο­κο­τρώ­νη ἀν­τί­θε­τα, μ’ ὅ­λο τὸ τα­ξι­κό της ὑ­πό­βα­θρο, δὲν ὑ­πα­κού­ει σὲ τέ­τοιους, σο­βεῖ δι­αρ­κῶς πί­σω ἀ­πὸ κά­θε τους πρά­ξη καὶ μέ­λη­μα, δὲν στα­μα­τᾶ κὰν μὲ τὸ πέ­ρας τῆς νί­κης. Μὲ τὰ Ἀ­πο­μνη­μο­νεύ­μα­τα εἰς τό­μους τρεῖς, γραμ­μέ­να χρό­νι­α πολ­λὰ με­τὰ τὴν τε­λευ­τὴ τοῦ ἀρ­χι­στρα­τή­γου, ἡ  «χα­λα­σμέ­νη καρ­διὰ» τοῦ κο­τζάμ­πα­ση ἐκ­δι­κεῖ­ται τὸν φο­βε­ρό της πο­λέ­μι­ο καὶ πέ­ραν τοῦ τά­φου. Μὲ τὴ σει­ρά του, ἀ­να­βι­ο­γρα­φών­τας τὸν αὐ­το­βι­ο­γρα­φού­με­νο, ὁ Πα­πα­γι­ώρ­γης φι­λο­τε­χνεῖ γιὰ λο­γα­ρια­σμό μας ὄ­χι μό­νο τὸ πορ­τραῖ­το τοῦ ἀν­δρός, ἀλ­λὰ τὸ πορ­τραῖ­το τῶν συλ­λο­γι­κῶν πα­θῶν μιᾶς ἐ­πο­χῆς – γιὰ νὰ τὸ πῶ ὀ­ξύ­μω­ρα, συν­τάσ­σει μιὰ βι­ο­γρα­φί­α τοῦ πλή­θους.

«Ἡ ψευ­δο­λο­γί­α, ἡ συ­κο­φαν­τί­α, οἱ λε­ον­τα­ρι­σμοί, οἱ ἐ­πι­δεί­ξεις ἐ­θε­λο­τυ­φλί­ας, ὑ­στε­ρό­πρω­της φι­λο­πα­τρί­ας καὶ αὐ­το­ε­ξύ­μνη­σης εἶ­ναι τὰ συ­νή­θη μέ­σα τοῦ Κα­νέλ­λου. Πλὴν ὅ­μως τὸ κεί­με­νο δὲν κα­τα­δι­κά­ζε­ται λό­γω εὐ­τε­λεί­ας. Ἂν καὶ γρά­φει μο­νί­μως μὲ ἀρ­νη­τι­κὰ αἰ­σθή­μα­τα, εὐ­ά­λω­τος στὸ προ­σω­πι­κὸ μί­σος, ἡ ψυ­χο­γρα­φί­α του εἶ­ναι μο­να­δι­κὴ γιὰ τὴν ἐ­πο­χή. Οἱ προ­σω­πι­κές του ἀ­δυ­να­μί­ες ἀν­τι­στοι­χοῦν πλή­ρως στὰ ἀ­δι­έ­ξο­δα τοῦ Ξε­ση­κω­μοῦ. Ἡ χο­λε­ρι­κή του ἰ­δι­ο­συγ­κρα­σί­α τὸν ἀ­να­δει­κνύ­ει, μα­ζὶ μὲ πλῆ­θος ἄλ­λους, σὲ ἄ­ξι­ο τέ­κνο τοῦ πα­νε­θνι­κοῦ ἐμ­φυ­λί­ου, ὁ ὁ­ποῖ­ος κατ’ εὐ­φη­μι­σμὸν βα­πτί­σθη­κε Ἐ­πα­νά­στα­ση ἀ­πὸ τοὺς ἰ­δε­ο­λό­γους ἱ­στο­ρι­κούς.»

Σ’ ὅ­λη τὴ δι­άρ­κει­α τοῦ Ἀ­γώ­να, οἱ Ἕλ­λη­νες ἀ­δυ­να­τοῦν νὰ συγ­κρο­τη­θοῦν. Ἀ­δυ­να­τοῦν νὰ συν­τα­χθοῦν πο­λι­τι­κά. Ἀ­δυ­να­τοῦν νὰ βά­λουν τά­ξη στὰ οἰ­κο­νο­μι­κά τους, νὰ ὀρ­γα­νώ­σουν στοι­χει­ω­δῶς μιὰ κά­ποια δι­οί­κη­ση. Δὲν ὁ­μο­νο­οῦν κὰν στὰ τῆς δι­πλω­μα­τί­ας καὶ τῆς τα­κτι­κῆς ἔναντι τοῦ ξένου παράγοντα. Τὰ ἔ­νο­πλα σώ­μα­τα ποὺ πα­ρα­τάσ­σουν, κι αὐ­τὰ δὲν εἶ­ναι βέ­βαι­α τα­κτι­κὲς δυ­νά­μεις, πο­λυ­τέ­λει­α ἀ­δι­α­νό­η­τη γιὰ τὶς συν­θῆ­κες ποὺ ἐ­πι­κρα­τοῦ­σαν τό­τε σὲ Πε­λο­πόν­νη­σο καὶ Στε­ρε­ά, ἴ­σως καὶ βλα­πτι­κὴ ἂν ἀ­να­λο­γι­στοῦ­με τὸ πῶς καὶ τὸ για­τί τῶν ἑλ­λη­νι­κῶν ἐ­πι­τυ­χι­ῶν, πά­νω ἀπ’ ὅ­λα στὰ Δερ­βε­νά­κι­α. Δὲν εἶναι κὰν δυνάμεις εὐ­πει­θεῖς: α­ξέ­χα­στος μέ­νει ὁ στε­ναγ­μὸς τοῦ Κο­λο­κο­τρώ­νη ὅ­ταν ἀν­τι­πα­ρα­βάλ­λει ὑ­πο­θε­τι­κὰ τὴ μοί­ρα του μ’ ἐ­κεί­νην τοῦ Οὐ­έλ­λιγ­κτον. Τὰ δι­α­βή­μα­τα τῶν πρω­τα­γω­νι­στῶν ἀ­ραι­ὰ καὶ ποὺ λο­γο­δο­τοῦν στὴν πρό­νοι­α ἢ σὲ στρα­τη­γι­κοὺς ὑ­πο­λο­γι­σμούς, οἱ θρί­αμ­βοι καὶ οἱ συν­τρι­βὲς εἶ­ναι λί­γο πο­λὺ αὐ­το­σχέ­δι­οι, προ­ϊ­όν­τα τοῦ χά­ους ποὺ γεν­νοῦν ἡ ἀ­στάθ­μη­τη τύ­χη καὶ οἱ ἀ­νε­ξέ­λεγ­κτες ὁρ­μές. Ἀν­τι­προ­σω­πευ­τι­κὴ εἶ­ναι ἡ εἰ­κό­να τοῦ στί­φους τῶν πο­λι­ορ­κη­τῶν («ὑ­πὲρ τὰς εἴ­κο­σι χι­λιά­δας Ἕλ­λη­νες ὡς λυσ­σῶν­τες λύ­κοι», ἀ­να­φέ­ρει ὁ Δε­λη­γι­άν­νης) ποὺ «πε­ρι­σφίγ­γει τὴν Τρι­πο­λι­τσὰ» τὸν Ἰ­ού­νι­ο τοῦ 1821:

«Δὲν ἦ­ταν στρα­τὸς ποὺ ἐ­κτε­λοῦ­σε μιὰ τα­κτι­κὴ πο­λι­ορ­κί­α, ἀλ­λὰ μιὰ ἄ­γρι­α ὀρ­δὴ ποὺ εἶ­χε ζώ­σει τὸ κά­στρο μὲ δι­α­θέ­σεις δι­α­σπα­ραγ­μοῦ. Ρα­γιά­δες ποὺ ἀ­πὸ γε­νιὲς ἀν­δρώ­νον­ταν μέ­σα σὲ συν­θῆ­κες τα­πεί­νω­σης καὶ ἀ­θλι­ό­τη­τας, αἴφ­νης ἔνι­ω­θαν ἐ­λεύ­θε­ροι ἀ­πὸ τὸν πα­τρο­γο­νι­κὸ φό­βο, ὁ­πλί­ζον­ταν μὲ ὅ,­τι ἔ­βρι­σκε ὁ κα­θέ­νας (μα­χαί­ρια δε­μέ­να σὲ κον­τά­ρια, ρό­πα­λα, σοῦ­βλες) καὶ ἑ­τοι­μά­ζον­ταν γιὰ τὴ με­γά­λη ἐκ­δί­κη­ση.»

Γιὰ τὴν ἀ­νε­λέ­η­τη σφα­γὴ τῶν πο­λι­ορ­κη­μέ­νων τῆς Τρι­πο­λι­τσᾶς ἔ­χουν γρα­φτεῖ πολ­λά. Ἡ ἐ­θνι­κὴ ἱ­στο­ρί­α στὶς δέλ­τους της ἀ­μη­χα­νεῖ, τὰ πι­ὸ ἐ­πί­ση­μα χεί­λη της τὴν ἀ­πο­κα­λοῦν «ἀ­νώ­φε­λη», τὸ πι­ὸ συ­χνὰ τὰ συμ­βάν­τα ὑ­πο­βαθ­μί­ζον­ται. Ἀ­πὸ τὴν ἄλ­λη πλευ­ρά, ὅ­σοι φορ­τώ­νουν στὸν ἐ­θνι­κι­σμὸ συλ­λή­βδην τὰ ἁ­μαρ­τή­μα­τα τῶν τε­λευ­ταί­ων δύ­ο αἰ­ώ­νων, μι­λοῦν γιὰ γε­νο­κτο­νί­α, γιὰ ἐ­θνο­κά­θαρ­ση προ­ε­τοι­μα­σμέ­νη ἰ­δε­ο­λο­γι­κὰ ἐκ τῶν ἄ­νω. Ὁ Πα­πα­γι­ώρ­γης τη­ρεῖ ἀ­πο­στά­σεις κι ἀπ’ τὴ μιὰ κι ἀπ’ τὴν ἄλ­λη σχο­λή. Ὅ­πως ἤ­δη στὴν ἀ­το­μι­κὴ πε­ρί­πτω­ση τοῦ Κα­νέλ­λου, τὸ κρυ­φὸ ἐ­λα­τή­ρι­ο τῆς ἱ­στο­ρί­ας ἀ­πο­κα­λύ­πτε­ται κι ἐ­δῶ ψυ­χι­κό, ἡ φι­λεκ­δι­κί­α ἀ­συγ­κρά­τη­το κί­νη­τρο: «Τὰ θύ­μα­τα αἴφ­νης βρέ­θη­καν σὲ ἀ­πό­λυ­τη θέ­ση ἰ­σχύ­ος, τοὺς ἀ­να­τέ­θη­κε ὁ ρό­λος τοῦ δή­μι­ου, χω­ρὶς νὰ ὑ­πάρ­χει ἀ­να­σταλ­τι­κὸς πα­ρά­γον­τας. Ἡ μαύ­ρη τε­λε­τὴ δὲν ἔ­κα­νε δι­ά­κρι­ση». Ὅ­μως τὸ ἀν­θρώ­πι­νο πράτ­τειν εἶ­ναι ἀ­δι­αί­ρε­το, ἡ ἱ­στο­ρί­α ἔ­χει τὴ δι­κή της μη­χα­νι­κή, ἀ­κό­μη καὶ τὸ πι­ὸ ἀ­νε­ξέ­λεγ­κτο ὁρ­μέμ­φυ­το κά­νει ἐν­τέ­λει πο­λι­τι­κή. Συν­τασ­σό­με­νος μὲ τὴν εὐ­θυ­κρι­σί­α τοῦ Σπη­λι­ά­δη, ὁ Πα­πα­γι­ώρ­γης ἐ­ξη­γεῖ πει­στι­κὰ ὅ­τι τὰ ὅ­σα ἀ­κο­λού­θη­σαν τὴν κα­τά­λη­ψη τῆς πε­λο­πον­νη­σι­α­κῆς πρω­τεύ­ου­σας τὴν 23η Σε­πτεμ­βρί­ου 1821 ὑ­πῆρ­ξαν συγ­χρό­νως πρά­ξεις καὶ κτη­νώ­δεις καὶ ἀ­πα­ραί­τη­τες, καὶ βάρ­βα­ρες καὶ ζω­τι­κές. Ἡ ὑ­πο­τι­θέ­με­νη ἀν­τί­φα­ση εἶ­ναι μό­νο ἐ­πί­φα­ση, τὸ με­γα­λεῖ­ο καὶ ἡ ἀ­χρει­ό­τη­τα εἶ­ναι πλα­σμέ­να ἀ­πὸ τὸ ἴ­διο ζυ­μά­ρι:

«Ἐν­τού­τοις αὐ­τὸ ποὺ θε­ω­ρή­θη­κε ἐ­θνι­κὴ ντρο­πὴ ἦ­ταν στὴν πραγ­μα­τι­κό­τη­τα μιὰ ἐ­θνι­κὴ ἀ­νά­στα­ση – ἔ­στω καὶ ἀ­νό­σι­α. Μό­νο μὲ τὴν ἅ­λω­ση τῆς Τρι­πο­λι­τσᾶς οἱ ρα­γιά­δες μυ­ή­θη­καν στὸ βα­θύ­τε­ρο νό­η­μα τοῦ πο­λέ­μου ποὺ εἶ­χαν κη­ρύ­ξει. Δὲν ὑ­πῆρ­χε πλέ­ον κα­νέ­να πε­ρι­θώ­ρι­ο συμ­βι­βα­σμοῦ ἀ­νά­με­σα στοὺς δύ­ο λα­ούς. Ὁ πό­λε­μος θὰ ἔ­φτα­νε μέ­χρις ἐ­σχά­των. Μέ­σα στὴν πρω­τά­κου­στη αἱ­μα­το­χυ­σί­α καὶ στὸ λύ­θρο οἱ ἐ­πα­να­στά­τες ἔ­παιρ­ναν οὐ­σι­α­στι­κὰ τὸ ἀ­λη­θι­νὸ πο­λε­μι­κὸ βά­πτι­σμα. Καὶ βέ­βαι­α δὲν χρει­ά­ζε­ται νὰ δι­και­ο­λο­γοῦ­με τὶς μαῦ­ρες σκη­νὲς ποὺ ἐ­κτυ­λί­χθη­καν στοὺς δρό­μους καὶ στὰ σπί­τια τῆς πρω­τεύ­ου­σας μὲ τὸ μέ­νος αἰ­ώ­νων κα­τὰ τοῦ τυ­ράν­νου. Οἱ Μω­ρα­ΐ­τες με­τροῦ­σαν μό­νο ἕ­ναν αἰ­ώ­να σκλα­βιᾶς. Εἶ­χαν ὅ­μως ἀ­νάγ­κη μιὰ κα­τά­στα­ση ἀ­πο­λύ­του ἀ­συ­δο­σί­ας γιὰ νὰ ἀ­να­κτή­σουν τὴ φυ­λε­τι­κή τους αὐ­το­πε­ποί­θη­ση. Καὶ τὴν ἀ­νέ­κτη­σαν μὲ μιὰ ἀ­θε­μι­τουρ­γί­α ποὺ δὲν βρῆ­κε πο­τὲ τὸν ὑ­μνη­τή της. Τὸ νε­ο­σύ­στα­το κρά­τος εἶ­χε ἀ­νάγ­κη τὴν προ­βο­λὴ ἠ­ρω­ϊ­κῶν θυ­σι­ῶν, γι’ αὐ­τὸ τὸ Με­σο­λόγ­γι ἀ­πέ­βη ἐ­θνι­κὸ σύμ­βο­λο ἐ­νῶ ἡ Τρί­πο­λη ἀ­πο­σι­ω­πή­θη­κε.»

~.~

Οἱ ἀ­ρά­δες αὐ­τὲς δεί­χνουν νο­μί­ζω ἐ­παρ­κῶς για­τί ὁ Πα­πα­γι­ώρ­γης ἰ­σα­πέ­χει ἀ­πὸ τὸν ἐ­θνα­μύν­το­ρα λό­γο καὶ τὸν ἠ­θι­κο­λό­γο κα­θω­σπρε­πι­σμό. Στά­θη­κα ὅ­μως σ’ αὐ­τὲς καὶ γιὰ ἕ­ναν ἄλ­λο λό­γο, κα­τὰ τὴ γνώ­μη μου ἐ­ξί­σου, ἴ­σως καὶ πε­ρισ­σό­τε­ρο ση­μαν­τι­κό, κα­θὼς ἐξ ὄ­νυ­χος εἰ­κο­νο­γρα­φοῦν τὴν εἰ­σφο­ρὰ τοῦ συγ­γρα­φέ­α στὴν ἀ­να­νέ­ω­ση τῆς ἱ­στο­ρι­κῆς μας πρό­ζας. Ἐ­δῶ καὶ δε­κα­ε­τί­ες, ἀ­φό­του δη­λα­δὴ ζή­λε­ψε τὸ μέ­λι τῶν ἀ­ριθ­μῶν καὶ τὰ κοι­νω­νι­ο­λο­γοῦν­τα θε­ω­ρή­μα­τα, αὐ­τὴ ἡ τε­λευ­ταί­α ἔ­φτα­σε νὰ συ­να­γω­νί­ζε­ται σὲ ἀ­φη­γη­μα­τι­κὴ χά­ρη τοὺς ἰ­σο­λο­γι­σμοὺς τῶν τρα­πε­ζῶν. Ὁ Πα­πα­γι­ώρ­γης, τὸ ἀποδεικνύει ἡ ἀ­πή­χη­ση τῶν βι­βλί­ων του, ἀν­τι­προ­τεί­νει ἕ­ναν τρό­πο ποὺ πα­ρα­κάμ­πτει τὴν τρέ­χου­σα πα­νε­πι­στη­μι­α­κὴ ξη­ρο­γρα­φί­α.

Ἐκ­πλήσ­σει πάν­τως ὁ ἰ­σχυ­ρι­σμὸς ὅ­τι ἡ σφα­γὴ τῆς Τρι­πο­λι­τσᾶς «δὲν βρῆ­κε πο­τὲ τὸν ὑ­μνη­τή της». Ἂν αὐ­τὸ ἀ­λη­θεύ­ει γιὰ τὴν αἰ­δή­μο­να ἱ­στο­ρι­ο­γρα­φί­α μας, δὲν ἰ­σχύ­ει δι­ό­λου γιὰ τὴν ποί­η­ση. Στὸν Δι­ο­νύ­σι­ο Σο­λω­μό, πι­ὸ συγ­κε­κρι­μέ­να στὸν Ὕ­μνο εἰς τὴν Ἐ­λευ­θε­ρί­α, ἡ ἅ­λω­ση τῆς πό­λης καὶ οἱ συ­νέ­πει­ές της αἰ­νοῦν­ται πράγ­μα­τι, καὶ κα­τὰ τρό­πο μνη­μει­ώ­δη. Χω­ρὶς νὰ ἐ­ξω­ρα­ΐ­ζει στιγ­μὴ τὶς βα­ναυ­σουρ­γί­ες τῶν πορ­θη­τῶν, ἀν­τί­θε­τα ἀ­πο­κα­θι­στών­τας τες στὴν ὠ­μή τους ἀ­λή­θει­α, ὁ Ζα­κύν­θι­ος ἐ­πι­κεν­τρώ­νε­ται καὶ αὐ­τὸς στὸ κί­νη­τρο τῆς ἐκ­δί­κη­σης. Ὁ ὑ­μνι­κὸς τό­νος εἶ­ναι ἀ­πα­ρα­γνώ­ρι­στος, ἡ δύ­να­μη τοῦ μί­σους κα­τα­φά­σκε­ται ἀ­πό­λυ­τα, ὁ δρό­μος τῆς ἐ­πα­να­στα­τη­μέ­νης Ἐ­λευ­θε­ρί­ας προ­βάλ­λει ἐξ ὁ­ρι­σμοῦ πο­λυ­αί­μα­κτος. Συγ­κλο­νι­στι­κὴ εἶ­ναι ἡ εἰ­κό­να τῶν ἀ­πὸ αἰ­ῶ­νος θυ­μά­των τοῦ ἔ­θνους ποὺ ἐ­γεί­ρον­ται στὸν Κά­τω Κό­σμο προ­σμέ­νον­τας τὴν ὥ­ρα τῆς Κρί­σης γιὰ τὸν φρι­κτό τους δυ­νά­στη. Κά­θε νε­κρὸς ποὺ ἀ­δι­κή­θη­κε, κά­θε ρα­γιὰς ποὺ κα­κο­θα­νά­τι­σε πο­τὲ σὲ χέ­ρια Τούρ­κων, σύ­ψυ­χος ὁ ἴ­διος ὁ Ἅ­δης, γρά­φει ὁ ποι­η­τής, «ἀ­καρ­τέ­ρι­ε τὰ σκυ­λιά»:

Τ’ ἀ­καρ­τέ­ρι­ε. Ἐ­φαίνοντ’ ἴ­σκιοι
ἀ­να­ρίθ­μη­τοι, γυ­μνοί,
κό­ρες, γέ­ρον­τες, νε­α­νί­σκοι,
βρέ­φη ἀ­κό­μη εἰς τὸ βυ­ζί.
 
Ὅ­λη μαύ­ρη μυρ­μηγ­κιά­ζει,
μαύ­ρη ἡ ἐν­τά­φι­α συν­τρο­φιά,
σὰν τὸ ροῦ­χο ὁ­πού σκε­πά­ζει
τὰ κρε­βά­τια τὰ στερ­νά.

Στὸν Ὕ­μνο, σ’ αὐ­τὲς τὶς σα­ράν­τα περίπου στρο­φὲς τοῦ ποιήματος ποὺ ἱ­στο­ροῦν τὴ μοί­ρα τῆς ἀ­θλί­ας Τρι­πο­λι­τσᾶς, βρί­σκει κα­νεὶς λυ­ρι­κὰ ἀ­πο­σταγ­μέ­νες τὶς πε­ρισ­σό­τε­ρες ἀ­πὸ τὶς πα­ρα­τη­ρή­σεις τοῦ Πα­πα­γι­ώρ­γη. Τό­σο μά­λι­στα, ποὺ ἐ­νῶ ὁ ἴ­διος μνη­μο­νεύ­ει δι­αρ­κῶς τὸν Δε­λη­γι­άν­νη, μοιά­ζει σὰν νὰ ὑ­πο­μνη­μα­τί­ζει τὸν Σο­λω­μό. Δὲν διατείνομαι ὅ­τι ὁ συγγραφέας μας τὰ ἀ­πο­σι­ω­πᾶ ὅ­λα αὐ­τὰ ἢ τὰ ἀ­γνο­εῖ, φυσικά· περισσότερο μπαί­νω στὸν πει­ρα­σμὸ νὰ ὑ­πο­θέ­σω ὅ­τι εἶ­ναι ἡ θρυ­λι­κὴ πιὰ ἀ­πο­στρο­φή του γιὰ τοὺς ποι­η­τὲς καὶ τὰ ἔρ­γα τους ποὺ τὸν κά­νει νὰ τ’ ἀ­πω­θεῖ. Ὅ­μως ἀ­κό­μη καὶ γιὰ ἕ­ναν ἄν­θρω­πο ὅπως ἐκεῖνος, ποὺ δὲν χά­νει εὐ­και­ρί­α νὰ δη­λώ­σει ὅ­τι «δὲν ἔ­χει πά­ρε δῶ­σε μὲ τὴν ποί­η­ση οὔ­τε πε­τά­ει τὴ σκού­φια του γιὰ τὰ ποι­ή­μα­τα», ὅ­σο νά ‘ναι, τὸ πράγ­μα εἶ­ναι ἀ­ξι­ο­ση­μεί­ω­το.

Τὸ ἀν­τί­στρο­φο πάν­τως δὲν ἰ­σχύ­ει. Στοὺς κύ­κλους τῶν ποι­η­τῶν, αὐ­τῶν τῶν «ἀρ­χον­το­ξε­πε­σμέ­νων» τοῦ σι­να­φιοῦ ὅ­πως ἐ­νί­ο­τε τοὺς ἀ­πο­κα­λεῖ, ὁ Πα­πα­γι­ώρ­γης εἶ­ναι ἀ­να­φο­ρὰ στα­θε­ρή. Καὶ τὰ κα­λύ­τε­ρα κεί­με­να ποὺ ἔ­χου­με γι’ αὐ­τὸν εἶ­ναι γραμ­μέ­να ἀ­κρι­βῶς ἀ­πὸ ποι­η­τές. Σκέ­φτο­μαι τώ­ρα ἕ­να πα­λιό­τε­ρο ἄρ­θρο τοῦ Ἀν­τώ­νη Ζέρ­βα, κυ­ρί­ως ὅ­μως ἕ­να πλού­σι­ο σὲ ἰ­δέ­ες, ἐφ’ ὅ­λης τῆς ὕ­λης κεί­με­νο τοῦ Ἠ­λί­α Λά­γιου, δη­μο­σι­ευ­μέ­νο τὸ 2003 στὴ Νέ­α Ἑ­στί­α. Ἂν δὲν σφάλ­λω, ἐ­κεῖ πρω­το­βρί­σκει κα­νεὶς τὴν ὑ­πό­θε­ση ὅ­τι ὁ Πα­πα­γι­ώρ­γης εἶ­ναι κα­τὰ τὸ φυ­σι­κό του συγ­γρα­φέ­ας «ρο­μαν­τι­κός». Καὶ ἐ­κεῖ ἐ­πι­χει­ρεῖ­ται γιὰ πρώ­τη φο­ρὰ νὰ το­πο­θε­τη­θεῖ ἀ­νά­με­σα στοὺς Ἕλ­λη­νες συγ­γρα­φεῖς. Ὡς συ­νή­θως, ὁ Λά­γιος δὲν μα­σά­ει τὰ λό­γι­α του. Δι­α­τεί­νε­ται προ­κλη­τι­κὰ ὅ­τι «ὁ Πα­πα­γι­ώρ­γης εἶ­ναι μα­κρὰν ὁ κα­λύ­τε­ρος πε­ζο­γρά­φος μας, τὰ τε­λευ­ταί­α τρι­άν­τα σα­ράν­τα χρό­νι­α».

Τὸ πρόσκομμα εἶναι ὅτι ὁ ὅ­ρος «πε­ζο­γρα­φί­α» εἶ­ναι πο­λὺ γε­νι­κός. Ἡ σύγ­κρι­ση τῆς γραφῆς τοῦ Πα­πα­γι­ώρ­γη μὲ τὴ κα­θαυ­τὸ ἀ­φη­γη­μα­τι­κὴ πρό­ζα, τὸ ση­με­ρι­νὸ ἑλ­λη­νι­κὸ μυ­θι­στό­ρη­μα ἢ δι­ή­γη­μα δηλαδή, σκορ­πί­ζει τό­σο τὴ συ­ζή­τη­ση ὥ­στε εἶ­ναι δύ­σκο­λο με­τὰ νὰ τὴν ξα­να­μα­ζέ­ψου­με. Ὅ­μως, ἂν στὴν ἐ­πί­μα­χη ἀ­πό­φαν­ση ἀν­τι­κα­τα­στή­σου­με τὸ πε­ζο­γρά­φος μὲ τὸ δο­κι­μι­ο­γρά­φος, ἡ κρι­τι­κὴ τόλ­μη τοῦ Λά­γιου, νο­μί­ζω, εἶ­ναι πο­λὺ πι­θα­νὸν νὰ πα­τή­σει σὲ χῶ­μα πι­ὸ στέ­ρε­ο.

Ὁ Πα­πα­γι­ώρ­γης δὲν εἶ­ναι βέ­βαι­α θε­ω­ρη­τι­κὸς δο­κι­μι­ο­γρά­φος μὲ τὴν ἔν­νοια τὴ συ­στη­μα­τι­κή, ὅ­πως ὑ­πῆρ­ξε ἐ­δῶ σὲ μᾶς πά­νω ἀπ’ ὅ­λους ὁ Πα­να­γι­ώ­της Κον­δύ­λης. Δὲν εἶ­ναι ἱ­στο­ρι­κὸς δο­κι­μι­ο­γρά­φος, συγ­κρί­σι­μος στὰ ἐ­ρευ­νη­τι­κά του κα­τορ­θώ­μα­τα μ’ ἕ­ναν Δη­μα­ρά, ἕ­ναν Σβο­ρῶ­νο. Δὲν εἶ­ναι ἀ­κό­μα κρι­τι­κὸς δο­κι­μι­ο­γρά­φος μὲ τὸν τρό­πο ποὺ εἶ­ναι τέ­τοιος ἕ­νας Βα­γε­νᾶς ἢ ὑ­πῆρ­ξε κά­πο­τε ἕ­νας Μα­ρω­νί­της. Ὅ­πως προ­σπά­θη­σα νὰ δεί­ξω, εἶ­ναι κά­τι ἄλ­λο: δο­κι­μι­ο­γρά­φος κα­θο­λι­κός, μὲ τὴ βα­θύ­τε­ρη, τὴν ἀρ­χε­τυ­πι­κὴ ἔν­νοι­α τοῦ ὄ­ρου. Τὸ εἶ­δος ποὺ καλ­λι­ερ­γεῖ, αὐ­τὴ ἡ στο­χα­στι­κή, νευ­ρώ­δης, ἐ­λευ­θε­ρό­θε­μη γρα­φὴ ποὺ πα­λιν­δρο­μεῖ δι­αρ­κῶς ἀ­νά­με­σα στὴν προ­σω­πι­κὴ ἔκ­φρα­ση καὶ τὴ γε­νι­κὴ ἑρ­μη­νευ­τι­κή, ἀ­νά­με­σα στὴ φι­λο­σο­φί­α καὶ τὴ λο­γο­τε­χνί­α, χω­ρὶς ἐν­τού­τοις νὰ λο­γο­δο­τεῖ πλή­ρως σὲ καμ­μί­α ἀπ’ αὐ­τές, τὸ εἶ­δος αὐ­τὸ ἐ­δῶ σ’ ἐ­μᾶς δὲν ἔ­χει πα­ρά­δο­ση. Πράγ­μα ποὺ μὲ τὴ σει­ρά του κα­θι­στᾶ τὴν ἀ­πο­τί­μη­ση τοῦ Πα­πα­γι­ώρ­γη καὶ τῶν κει­μέ­νων του, τὴν ἔν­τα­ξή του σὲ μιὰ εἰ­κό­να πι­ὸ ἑ­νι­αί­α, δυ­σχε­ρῆ. Ἀ­πὸ τὴ μιά, πολ­λὰ ἀπ’ τὰ ἐν­δι­α­φέ­ρον­τά του τὰ μοι­ρά­ζε­ται μὲ συγ­γρα­φεῖς εἰ­δι­κοὺς – φι­λο­σό­φους, βι­ο­γρά­φους, ἱ­στο­ρι­κούς. Ἀπ’ τὴν ἄλ­λη, πι­ὸ οὐ­σι­ώ­δης, πι­ὸ ἐ­σω­τε­ρι­κὴ φαν­τά­ζει ἡ συγ­γέ­νει­ά του μὲ τοὺς λο­γο­τέ­χνες δο­κι­μι­ο­γρά­φους μας στὴ μεί­ζο­νά τους γραμ­μὴ – ἀ­πὸ τὸν Πο­λυ­λᾶ ὣς τὸν Πα­λα­μᾶ κι ἀπ’ τὸν Σε­φέ­ρη ὣς τὸν Λο­ρεν­τζά­το. Καὶ πά­λι ἐ­δῶ ἡ εἰ­ρω­νεί­α μᾶς κλεί­νει τὸ μά­τι: στὴν οἰ­κο­γε­νει­α­κὴ φω­το­γρα­φί­α ποὺ τοῦ φτι­ά­χνου­με, ὁ Πα­πα­γι­ώρ­γης μᾶς χα­μο­γε­λᾶ ἐν μέ­σω ποι­η­τῶν καὶ ἐ­ρα­στῶν τῆς ποι­ή­σε­ως.

Κα­τὰ τὰ λοι­πά, ὁ Λά­γιος φυ­σι­κὰ ἔ­χει δί­κιο. Ὁ συγ­γρα­φέ­ας αὐ­τὸς ἀ­νή­κει στοὺς κο­ρυ­φαί­ους. Σ’ ὅ­ποια σκο­πιὰ κι ἂν βρε­θοῦ­με, ἀπ’ ὅ­ποια γω­νιὰ κι ἂν κοι­τά­ξου­με τὴν ἀ­νε­λισ­σό­με­νη κλί­μα­κα, τὸ δι­κό του τὸ σκα­λο­πά­τι στέ­κει ψηλά.

ΚΩΣΤΑΣ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗΣ

~.~

Βλ. ακόμη

*