*
Μετάφραση-Σχόλια-Επιμέλεια στήλης
ΦΩΤΗΣ ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ
Ο Μπουονακόρσο ντα Μοντεμάνιο συνέθεσε την Αντιπαράθεση για την ευγένεια (Controversia de nobilitate) στη Φλωρεντία περί το 1428, λίγο πριν τον θάνατό του. Η Αντιπαράθεση υπήρξε ένα από τα δημοφιλέστερα έργα του 15ου αιώνα. Πάνω από εκατό χειρόγραφα της πραγματείας σώζονται σήμερα σε βιβλιοθήκες της Ιταλίας. Μεταφράσεις σε άλλες γλώσσες εμφανίστηκαν πολύ γρήγορα, ενώ στην αυγή του 16ου αιώνα είχε ήδη τυπωθεί στα Λατινικά, τα Γαλλικά, τα Ιταλικά, τα Γερμανικά και τα Αγγλικά. Πέρα από εκδοτικό φαινόμενο, η πραγματεία στάθηκε αφορμή να βλαστήσει μια ολόκληρη γραμματειακή παράδοση έργων περί ευγενείας. Μετά την εμφάνισή της στους φλωρεντινούς κύκλους, σχετικά κείμενα συνέθεσαν ο Μπρατσιολίνι, ο Μαρσουπίνι, ο Λεονάρδος ο Χίος, ο Αντώνιος Φεράρις και πολλοί άλλοι, ενώ η σπουδαιότητα αλλά και η καθαρότητα των ζητημάτων που ήγειρε επηρέασε τον κοσμικό-ανθρωπιστικό μα και τον αυλικό ηθικό λόγο ανά την Ευρώπη.
Το έργο αποτελεί μια declamatio : μια ρητορική «μελέτη». Μεταφερόμαστε στην κλασική Ρώμη. Η ευγενής Λουκρητία (θρυλικό ρωμαϊκό όνομα) βρίσκεται σε ηλικία γάμου. Το χέρι της διεκδικούν δύο όμορφοι μα ολότελα διαφορετικοί νέοι: ο Πόπλιος Κορνήλιος, από το ένδοξο γένος των Κορνηλίων, και ο Γάιος Φλαμίνιος, άνδρας ενάρετος μα ταπεινότερης καταγωγής. Η Λουκρητία ανακοινώνει ότι θα παντρευτεί εκείνον που υπερτερεί σε «ευγένεια» (nobilitas). Επειδή το ζήτημα είναι «καινούργιο» και έχει εξάψει τόσο το ενδιαφέρον του ρωμαϊκού λαού, η διαμάχη μεταφέρεται στη Σύγκλητο, με τους ανταγωνιστές να ανεβαίνουν στο βήμα για να αποδείξουν ότι είναι ευγενέστεροι του αντιπάλου τους. Ο Κορνήλιος θεμελιώνει την ευγένεια στον πλούτο και την καταγωγή, ενώ στον αντίλογό του –που μεταφράζεται εδώ– ο Φλαμίνιος, ο (αδήλωτος) νικητής της διαμάχης, τη στηρίζει στην αρετή και το πνεύμα.
~.~
ΜΠΟΥΟΝΑΚΟΡΣΟ ΝΤΑ ΜΟΝΤΕΜΑΝΙΟ
Περί ευγενείας
(O λόγος του Γάιου Φλαμίνιου) [1]
Είναι μεγάλη μου τιμή, έγγραφοι πατέρες[2], να προσέρχομαι ενώπιόν σας, και να απευθύνομαι σε ανθρώπους με πνεύμα τόσο ευγενές όταν το αντικείμενο της ομιλίας μου είναι η ευγένεια· διότι πουθενά αλλού δεν βρίσκει κανείς συγκεντρωμένη και εδραιωμένη τόση ευγένεια. Είναι για μένα πολύ ευχάριστο, αληθινή ευλογία, να μιλώ σε κοινό τόσο αμερόληπτο, γνωστικό και ενάρετο, από το οποίο είναι αδύνατον να εκφερθεί μια κρίση άδικη, σκοτεινή ή αναπάντεχη. Μα στη σημερινή αντιδικία, έγγραφοι πατέρες, ένα καινούργιο ζήτημα τίθεται στην κρίση σας, και πρέπει να βαδίσετε με τεταμένη την προσοχή, αφού δεν θα αποφανθείτε για ζήτημα ιδιωτικό, αλλά για κάτι το οποίο, κατά τη γενική προσδοκία, το βούλευμά σας θα αποτελέσει καθολικό και αιώνιο νόμο για όλα τα έθνη. Παρόλο που δεν το συνηθίζει, σήμερα σύσσωμος ο ρωμαϊκός λαός αναμένει εναγωνίως την κρίση σας. Η προσοχή όλων των Ρωμαίων πολιτών αλλά και όλων των ξένων είναι στραμμένη πάνω σας. Τους ενδιαφέρει αφενός να μάθουν ποιον πρέπει να παντρευτεί η Λουκρητία, αφετέρου δε, και κυρίως, ποιος πρέπει να θεωρείται ευγενής. Σας ικετεύω, λοιπόν, περιφανείς συγκλητικοί, να λάβετε σοβαρά υπόψη τη σπουδαιότητα της υπόθεσης. Παρόλο που όλες οι υποθέσεις πρέπει να αποφασίζονται με γνώμονα τη δικαιοσύνη, τούτο απαιτείται ιδιαιτέρως σε περιπτώσεις που αφορούν τα πιο σημαντικά και κρίσιμα ζητήματα.
Έγγραφοι πατέρες, θα μιλήσω σήμερα σε τόνο πολύ πιο οξύ από εκείνον που μου ταιριάζει, και που ίσως φανεί παράταιρος των αρετών και του ήθους που μου αναγνωρίζετε, εντούτοις σας ικετεύω να φανείτε μαζί μου υπομονετικοί και συγκαταβατικοί. Έχω περιέλθει σε ιδιαίτερη αμηχανία σήμερα με το να επαινώ τον εαυτό μου και να κακολογώ κάποιον άλλο. Γιατί το πρώτο προσιδιάζει σε έναν άνθρωπο που δεν έχει αίσθηση του μέτρου, και το δεύτερο προσιδιάζει σε κάποιον αναίσθητο. Καταλαβαίνω, όμως, ότι είμαι αναγκασμένος να συμπεριφερθώ κατά αυτόν τον τρόπο πρώτα από όλα εξαιτίας τούτης της ιδιαίτερης και καινοφανούς αντιδικίας, και, κατά δεύτερον, εξαιτίας της ύβρης που εξαπέλυσε ο Κορνήλιος, ο οποίος μίλησε προηγουμένως για μένα χωρίς ίχνος εντιμότητας. Και αφού αυτός δεν το είχε σε τίποτε να εκμεταλλευτεί τη μετριοπάθειά μου, δικαιολογούμαι και εγώ να ονειδίσω την ελαφρομυαλιά του.
Έγγραφοι πατέρες, ακούσατε τη Λουκρητία, που ξεχωρίζει τόσο πολύ σε ευγένεια, να εκφράζει την απολύτως συνετή της πρόθεση να επιλέξει, ανάμεσα στους δυο μας, εκείνον που υπερτερεί σε ευγένεια. Και έτσι ο Κορνήλιος, προκειμένου να καταδειχθεί ευγενής, βάλθηκε να στηρίξει την ευγένεια στην καταγωγή και τα πλούτη. Για αυτό και προέβαλε τα πεπραγμένα των προγόνων του, φροντίζοντας παράλληλα να διατυμπανίσει το μέγεθος της περιουσίας που κληρονόμησε από τους γονείς του. Σε αυτά όλα και όλα περιορίστηκε ο λόγος του. Στον εαυτό του δεν αναφέρθηκε καθόλου. Φαίνεται πως δεν θεώρησε άξιο αναφοράς το οτιδήποτε· και έτσι διεξήλθε όλη του τη ζωή και το ποιόν στη σιωπή.
Εγώ όμως δεν θεωρώ ότι η ευγένεια ενός ανθρώπου συνίσταται στη δόξα τρίτων, ούτε στα κάλπικα αγαθά που κομίζει η τύχη, αλλά στην αρετή του ίδιου μας του πνεύματος. Γιατί η ευγένεια δεν είναι τίποτε άλλο από μια αριστεία βάσει της οποίας διακρίνονται τα πιο άξια πράγματα από τα λιγότερο άξια. Όπως ακριβώς ο άνθρωπος υπερέχει όλων των άλλων ζωντανών πλασμάτων χάρις στην αριστεία του πνεύματος, το ίδιο αυτό φέγγος του πνεύματος καθιστά κάποιους ανθρώπους ευγενέστερους από άλλους. Διότι στο πνεύμα που έχει εξασκηθεί επί μακρόν στις καλύτερες τέχνες ακτινοβολούν η δικαιοσύνη, η ευσέβεια, η εγκαρτέρηση, η μεγαλοκαρδία, η αυτοκυριαρχία και η σωφροσύνη. Όταν έχει φανεί αντάξιο των αθάνατων θεών, των γονέων, των φίλων, των συγγενών και της πολιτείας· όταν έχει σμιλευθεί από την τριβή με πανίερα γράμματα, τότε καταφαίνεται ευγενέστερο, κραταιότερο, επιφανέστερο και διαπρεπέστερο άλλων. Αυτό ακριβώς τόνισε ο Κορνήλιος λίγο νωρίτερα όταν μιλούσε για τους προγόνους του. Αντιθέτως, όταν το πνεύμα έχει διαφθαρεί από τις χειρότερες τέχνες, τότε παραδίνεται στην ασωτία, την ωμότητα, τη νωθρότητα, τη δυσαρμονία, την αποχαλίνωση, την αδαημοσύνη. Όταν δεν αποδίδει την πρέπουσα προσοχή στα θεϊκά πράγματα, ή ευλάβεια απέναντι στους γονείς, ή καλοβουλία απέναντι στους φίλους, τότε θα κριθεί από όλους ως άθλιο, χυδαίο, αισχρό ή κατάπτυστο. Μπορούμε λοιπόν με βεβαιότητα να ισχυριστούμε ότι η αληθινή ευγένεια πηγάζει αποκλειστικά από την αρετή του πνεύματος. Το μέγεθος της περιουσίας ή η περιωπή της καταγωγής δεν μπορούν ούτε να απονείμουν ούτε να αφαιρέσουν την ευγένεια. Η αληθινή έδρα της ευγένειας είναι το πνεύμα, το οποίο η φύση, τούτη η ρήγισσα όλων των πραγμάτων, ενσταλάζει σε όλους τους θνητούς από τη γέννησή τους σε ίδιο βαθμό· όχι ως κάτι που κληροδοτούν οι πρόγονοι, αλλά ως το επιστέγασμα θεϊκής βουλής. Του έδωσε τη θέση κυβερνήτη στη ζωή του ανθρώπου. Και το έβαλε να λειτουργεί ως καθρέφτης· εάν προβάλλεις σε αυτό εικόνες όμορφες, τις αντανακλά ακόμα πιο όμορφες, ενώ αν προβάλλεις εικόνες κακόμορφες, θα τις κάνει να φαίνονται απαίσιες. Έτσι είναι, λοιπόν, το ανθρώπινο πνεύμα: αγνό και ελεύθερο, προσημασμένο να υποδεχθεί τόσο την ευγένεια όσο και τη χυδαιότητα. Ενώπιον αυτού του άριστου και έξοχου χαρίσματος, ουδείς δικαιούται να ψέξει τη μεγαλοδωρία της φύσης, που προσφέρει το πνεύμα ίσο σε όλους, χωρίς να λογαριάζει καταγωγή, εξουσία και πλούτη. Δεν υπάρχει κανένας τόσο άπορος, ανάξιος και αποστερημένος που, από την πρώτη του κιόλας ανάσα, να μην έχει πνεύμα ίσο με εκείνο που διαθέτουν τα τέκνα βασιλιάδων και αυτοκρατόρων· πνεύμα που μπορεί να περικοσμήσει με τη λαμπρότητα της αρετής, και, κατά συνέπεια, με τη δόξα της ευγένειας.
Και μήπως μου λείπουν τα παραδείγματα για όλα αυτά; Άφθονα είναι τούτα. Τι να πω, λόγου χάρη, για εκείνους που, αν και γεννημένοι σε τόπο ταπεινό και από γονείς κοινούς, αναδείχθηκαν στο πέρασμα του χρόνου λαμπροί και ευγενείς; Τόσα παραδείγματα έχω υπόψη που δεν μου φθάνει μια μέρα να τα διεξέλθω. Θα αναφερθώ, βέβαια, σε κάποια, και πρώτα από όλα σε ορισμένα που έρχονται από τα εωθινά χρόνια της πόλης μας. Μας διαφεύγει άραγε ότι ο Τύλλος Οστίλιος, του οποίου τη γενιά ουδείς γνωρίζει, μεγάλωσε σε ένα αγροτικό φτωχοκάλυβο; Ότι ασχολιόταν για χρόνια με την κτηνοτροφία; Και ότι, βέβαια, η ευφυΐα του ήταν τόση ώστε τον οδήγησε στην κατάκτηση της ανώτατης εξουσίας στην πόλη; Μεγάλωσε την επικράτειά της και κατέστησε υποτελείς στον ρωμαϊκό λαό τους Φιδηνάτες και τους Βηίους – λαούς που έτρεφαν μεγάλη έχθρα προς την πατρίδα μας. Ή μήπως μας διαφεύγει ότι ο Σέρβιος Τύλλιος, που γεννήθηκε στη σκλαβιά, όταν μεγάλωσε κατέκτησε την κορυφή της εξουσίας στην πόλη μας και κατόρθωσε φοβερά πράγματα; Ξεχώρισε τόσο πολύ στους αγώνες του εναντίον των Σαβίνων ώστε αξιώθηκε τρεις θριάμβους, προσέθεσε τρεις λόφους στην επικράτεια της πόλης και προσέδωσε ανυπέρβλητη αξία στα δημόσια αξιώματα.
Ο δε Μάρκος Πόρκιος Κάτων, από τον οποίο πήρε το όνομά του το γένος των Πορκίων, γεννήθηκε σε ένα χωριό του Τούσκουλου και μάλιστα στο καλύβι ενός χωρικού. Ωστόσο, τόσο μεγάλη στάθηκε η καταξίωση και το κύρος του στην πόλη, ώστε επισκίασε τους επιφανέστερους άνδρες της εποχής του. Αναμφίβολα, το γόητρό του ήταν μεγάλο και ο Κάτων προσέφερε σωτήριες υπηρεσίες στην πολιτεία μας. Ήταν εντριβής τόσο στα γράμματα όσο και στα στρατιωτικά έργα και έχαιρε τέτοιου σεβασμού ανάμεσα στους πολίτες ώστε ισχυροποίησε με τη σοφία του την τάξη των συγκλητικών και λάμπρυνε με την αίγλη του το μεγαλείο της Συγκλήτου[3]. Σάμπως πάλι δεν γνωρίζουμε την περίπτωση του Μάριου, με την τόσο χθαμαλή καταγωγή, που γεννήθηκε στο χώμα και η ανατροφή του ήταν, θαρρείς, μαύρη και άραχνη; Και όμως άνθισε μέσα του τόση χρηστότητα και αρετή, ώστε στον Ιουγουρθικό πόλεμο, όσο ήταν ύπατος ο Μέτελλος, έγινε αρχικά ταμίας ενώ στη συνέχεια αναδείχθηκε ύπατος ο ίδιος. Τόσο δε πετυχημένη ήταν η θητεία του που αρχικά κατατρόπωσε τον Ιουγούρθα και τον Βόκχο –τον βασιλιά της Μαυριτανίας που είχε προσφέρει βοήθεια στον πρώτο–, τους έτρεψε σε φυγή και στη συνέχεια κατέκτησε πολλές πόλεις της Νουμιδίας. Με αιχμάλωτο πια τον Ιουγούρθα, τον έβαλε να βαδίσει μπροστά στο άρμα του την ώρα που η πόλη του χάριζε θρίαμβο αποθεωτικό. Αργότερα δε, όταν οι Κίμβροι είχαν υπερισχύσει των Ρωμαίων, μέγας φόβος κατέβαλε τη Ρώμη, συγκρίσιμος με τον φόβο που τους είχε καταβάλει κατά την επίθεση του Αννίβα – ότι οι Γαλάτες ήταν έτοιμοι να ορμήσουν εναντίον της πόλης. Ο Μάριος εκλέχτηκε ύπατος για να αντιμετωπίσει την κιμβρική απειλή και, επειδή αυτός ο πόλεμος κρατούσε πολύ, η παραμονή του στο αξίωμα επεκτάθηκε. Τελικά, με τους Κίμβρους νικημένους και κατασκορπισμένους, ο Μάριος αξιώθηκε και δεύτερο θρίαμβο.
Ο Σωκράτης, επίσης, τούτο το απαράβλητο κόσμημα της ανθρώπινης σοφίας, με τη διδασκαλία του οποίου εμποτίστηκαν όλες οι φιλοσοφικές σχολές και ο οποίος αναδείχθηκε από χρησμό του Απόλλωνα ο σοφότερος και ελλογιμότερος όλων των θνητών, δεν ήταν και τούτος γιος μιας μαίας και ενός λιθοξόου; Και ο Ευριπίδης, ο αριστοεπής τραγωδός, και ο Δημοσθένης, ο έξοχος φιλόσοφος και ο πιο εύγλωττος από όλους τους ρήτορες, δεν γεννήθηκαν από γονείς όχι απλώς κοινούς, αλλά παντελώς άσημους; Ποιος μυαλωμένος άνθρωπος θα τολμούσε ποτέ να αποκαλέσει την αίγλη τέτοιων επιφανών ανδρών χθαμαλή και στερημένη ευγένειας; Διότι είναι αναγκαίο να παραδεχθούμε πως είτε η ευγένεια είναι κάτι ανύπαρκτο στους θνητούς, είτε πως εκείνοι που κατέκτησαν την κορυφή της ευγένειας ήταν αυτοί που είχαν αντίληψη και ορμή την οποία καλλιέργησαν με την ενασχόληση και την εντρύφηση στις ανώτατες τέχνες, και με βάση τις οποίες όχι μόνον ξεχώρισαν έναντι των άλλων, αλλά άγγιξαν σχεδόν τη θεϊκότητα. Και σίγουρα δεν μπορείς να το αρνηθείς αυτό, Κορνήλιε, αφού εσύ ο ίδιος στέριωσες την ευγένεια των προγόνων σου σε αυτές ακριβώς τις αρετές. Επομένως, την ευγένεια δεν την εξασφαλίζει η καταγωγή, μα η έμφυτη αρετή του πνεύματος. Γιατί αλλιώς, όλοι αυτοί οι άρχοντες της ευγένειας, που βέβαια κρατούσαν από γενιά άσημη και χαμηλή, δεν θα έπρεπε να λογίζονται τέτοιοι. Ούτε από την άλλη είναι δυνατόν να αμφισβητήσει κανείς πως πολλοί απόγονοι περίλαμπρων γονέων έζησαν βίο τόσο αγοραίο και άσεμνο που όχι μόνο δεν αξίζουν να ονομάζονται περίλαμπροι, αλλά περισσότερο αξίζουν να ονομάζονται ζοφεροί. Θα αναφερθώ πρώτα στην αισχύνη που κληροδότησαν οι δικοί σου πρόγονοι. Αρνείσαι μήπως ότι η λιποψυχία του Σκιπίωνα, γιου του Σκιπίωνα Αφρικανού του πρεσβύτερου, ήταν μεγαλύτερη από το σθένος του πατέρα του; Όταν τον έπιασε αιχμάλωτο ο βασιλιάς Αντίοχος, εκλιπαρούσε δουλοπρεπώς να του χαριστεί η ζωή σταυρώνοντας τα χέρια. Και παρόλο που του αποδόθηκε αργότερα το αξίωμα του πραίτορα από τον ρωμαϊκό λαό, τούτο δεν το κατόρθωσε μονάχος, μα ωφελούμενος από τον Κικερήιο, τον γραμματέα του πατέρα του. Τόση δε εύνοια είχε λάβει κάποτε από τους συγγενείς του, που τίποτα δεν τους λύπησε περισσότερο από τη συμπεριφορά του. Και καθώς φοβούνταν ότι θα ατίμαζε το δημόσιο αξίωμα με κάποιο παράπτωμα και πως θα σπιλώσει το γένος των Κορνηλίων, οι συγγενείς του δεν ήθελαν να του απονεμηθούν δικαιοδοτικά καθήκοντα ούτε να του δοθεί πραιτοριανή έδρα, γνωρίζοντας βέβαια καλά πόσο απερίσκεπτος και νωθρός ήταν. Ομοίως, ο δικός σας Πόπλιος Σκιπίων Βέστιας[4], όταν τελούσε την υπατική του θητεία στη Νουμιδία εναντίον του Ιουγούρθα (τούτος, περιφρονώντας τη βουλή της Συγκλήτου, είχε φονεύσει τον Αδέρβαλο και τον Ιέμψαλο, τους γιους του βασιλιά Μικίψα και ηγέτες πολύ φιλικούς απέναντι στον ρωμαϊκό λαό) ηγήθηκε του στρατού με τόση λιποψυχία, που ανάγκασε τους στρατιώτες μας να ζήσουν στις πιο άθλιες και εξευτελιστικές συνθήκες. Στη συνέχεια, ως ύπατος, δωροδοκημένος από τον Ιουγούρθα, συνήψε την πιο επονείδιστη ειρήνη μαζί του, την οποία, ασφαλώς, η Σύγκλητος ανακάλεσε πάραυτα· και αυτός υπέβαλε απότομα την παραίτησή του. Πες μου, Κορνήλιε, μπορείς άραγε να σκεφθείς αναισχυντία πιο μιαρή και επονείδιστη από αυτήν; Και τι να πω για εκείνον τον ανεκδιήγητο νεαρό, τον γιο του Κόιντου Φάβιου Μάξιμου Αλλοβρογικού, ο οποίος διήγε βίο τόσο ξεπεσμένο και αναξιοπρεπή, που η ενδοξότητα του πατέρα του δεν του παρέσχε το παραμικρό απάγκιο: ο Κόιντος Πομπήιος, όταν υπηρετούσε ως πραίτορας, του δήμευσε την περιουσία αντιμετωπίζοντάς τον σαν να ήταν μουρλός. Και θα αναφερθώ και στον ανηψιό του Κόιντου Ορτένσιου, ενός άνδρα που διακρίθηκε στην πολιτεία μας χάρις στο κύρος και την ευγλωττία του. Ο ανηψιός του περιήλθε σε τρομερό ξεπεσμό· παραδομένος στην τρυφηλότητα και τη φιληδονία, σύχναζε σε οίκους ανοχής και εκπορνευόταν προκαλώντας σε ανείπωτο βαθμό τα δημόσια ήθη.
Πες μου, λοιπόν, Κορνήλιε, πιστεύεις ότι τούτοι οι άνθρωποι αξίζει να λογίζονται ευγενείς, τη στιγμή που η ζωή τους υπήρξε τόσο άθλια και αντίστροφη του φωτός της ευγένειας που –θαρρείς– πάσχισαν να εξαχνώσουν; Σε τι ωφελεί τέτοιοι άνθρωποι να επικαλούνται τα μεγαλειώδη έργα των προγόνων τους; Γιατί να επιδείχνουν τις εικόνες των γονέων τους ή να αραδιάζουν συνεχώς την ποιότητα της ανατροφής που έλαβαν στο σπίτι; Είναι ποτέ δυνατόν να επαινέσουμε αυτά τα πράγματα λησμονώντας εντελώς την εξαχρείωσή τους; Δεν είναι προτιμότερο να εκθέσουμε αμείλικτα την τελευταία, ακριβώς επειδή το πρότυπο της αρετής που επέλεξαν να αγνοήσουν την καθιστά ακόμα πιο επιλήψιμη; Δεν πιστεύω ότι σε τέκνα σαν και αυτά πρέπει να αποδίδεται αξία στην πολιτεία μας επί τη βάσει των ευεργεσιών των πατέρων τους. Οι πατέρες περικοσμούσαν την πολιτεία μας ενώ τούτοι με την αναισχυντία τους την έχουν μαγαρίσει. Οι πατέρες έφεραν τιμή και ασφάλεια στην πατρίδα τους, ενώ οι δεύτεροι πυροδότησαν τη δυσανασχέτηση και τον φόβο όλων των πολιτών. Οι πατέρες, με την αρετή και τον δυναμισμό τους, έσωσαν την πατρίδα από δεινά που έκαναν τους πάντες να σπαράζουν, ή ηγήθηκαν σε εποχές που το μέλλον ήταν επίφοβο και αβέβαιο. Ενώ οι γιοι βάλθηκαν να ταράξουν και να ανατρέψουν την ειρηνική και γαλήνια πατρίδα με τόσα εγκλήματα και ανομίες. Ποια αξία έχουν τέτοιοι άνδρες σε μια καλοδιοίκητη πολιτεία; Δεν θα ήταν προτιμότερο σε μια πολιτεία τέτοιοι πολίτες να απουσίαζαν εντελώς; Δεν θα ήταν πιο ευχάριστο για τους γονείς να μην τους είχαν γεννήσει ποτέ, και η φήμη τέτοιων τέκνων να μην κοντοζύγωνε μετά θάνατον τις ψυχές τους αφού οι γονείς, όσο ζούσαν, δεν αγαπούσαν τίποτε περισσότερο από την πατρίδα; Δίχως αμφιβολία οι γονείς θα έκριναν πως τέτοια παιδιά καλό είναι να αποπεμφθούν από την κοινωνία των θνητών και να υποστούν τα πιο φριχτά μαρτύρια ως άχρηστοι και επικίνδυνοι πολίτες. Ήδη σε τούτη την πολιτεία είναι πολλά τα τέκνα που διέπραξαν εγκλήματα και καταδικάστηκαν αμείλικτα από τους ίδιους τους πατέρες τους. Θα αναφέρω πρώτα το παράδειγμα του Βρούτου, του πρώτου υπερασπιστή της ρωμαϊκής ελευθερίας, ο οποίος καταδίκασε σε θάνατο τους γιους του που είχαν συνωμοτήσει εναντίον της πατρίδας. Ομοίως ο πατέρας του Κάσσιου διέταξε να ξυλοκοπηθεί και στη συνέχεια να θανατωθεί ο γιος του, ο οποίος επιχείρησε να σφετεριστεί την εξουσία του ρωμαϊκού λαού.
Ένας άλλος εξέχων συμπολίτης μας, ο Μάνλιος Τορκουάτος[5], όταν ο γιος του, o Δέκιμος Σιλανός, κατηγορήθηκε από τη Σύγκλητο ότι καταχράστηκε χρήματα, επιδίωξε να διερευνήσει ο ίδιος την κατηγορία, και όταν διασταύρωσε πια ότι είχε όντως διαπραχθεί έγκλημα, εξέφερε την παρακάτω κρίση: «Μιας και αποδείχθηκε ότι ο γιος μου Σιλανός καταχράστηκε χρήματα στην επαρχία ευθύνης του, τον κηρύσσω –και όχι αναίτια– ανάξιο του πατρικού οίκου, ανάξιο να αναλάβει θέση ευθύνης στην πολιτεία μας, και ανάξιο να απολαμβάνει τη φιλία των πολιτών». Όχι μόνον, λοιπόν, δεν είθισται, ο άριστος πατέρας να αγαπά τα φαύλα του τέκνα, αλλά, στα αλήθεια, συμβαίνει το ακριβώς αντίθετο: τα αποδιώχνει και τα αποστρέφεται. Καμία από τις ευεργεσίες των άριστων πατέρων δεν αντοφείλεται στα τέκνα από την πατρίδα από τη στιγμή που αυτά δεν έχουν διαφυλάξει ούτε ψήγμα της πατρώας αρετής. Διότι όπως κάτι το λαμπερό ουδέποτε αστράφτει μπροστά σε καθρέφτη σκοτεινό, έτσι και η αρετή των πατέρων δεν μπορεί να λάμψει στα ολέθρια και αισχρά τέκνα τους. Ματαιοπονείς, λοιπόν, Κορνήλιε, εάν νομίζεις ότι η δόξα των προγόνων μπορεί να κληροδοτηθεί στους απογόνους ή ότι η ευγένεια μπορεί να διατεθεί λες και ήταν περιουσιακό στοιχείο. Στην πραγματικότητα η αρετή, καθώς και η σύντροφός της, η ευγένεια, κατακτάται με τον ατομικό κάματο και οπωσδήποτε δεν είναι συμβατή με τη φαυλότητα. Και οποιαδήποτε καυχησιά αυτού του είδους σφετερίζεται τον έπαινο που οφείλεται σε άλλους, χωρίς να δικαιολογεί τον οικείο. Και αν οι απόγονοι λαμβάνουν το αίμα, το σώμα και τη σάρκα των ένδοξων προγόνων τους, εις μάτην πασχίζουν να στηρίξουν πάνω τους την ευγένεια, της οποίας η πραγματική έδρα είναι το πνεύμα· γιατί κανένα μέρος του πνεύματος δεν κληροδοτείται. Εάν, πάλι, οι μορφωμένοι τους αποκαλούν αρχοντογεννημένους, τότε μόνον έχουν δίκιο, όταν οι απόγονοι είναι ακέραιοι και διάγουν βίο σύμφωνο με το παράδειγμα της καταγωγής τους. Εσύ, όμως, Κορνήλιε, παρέβλεψες το γεγονός ότι, εάν είναι αποτελματωμένοι και νωθροί, ακόμα και οι μορφωμένοι θα τους χαρακτηρίσουν εκφυλισμένους, ωσάν να ήταν ξένοι προς τη δόξα και την ευγένεια της γενιάς τους. Καθίσταται, πια, απολύτως φανερό ότι από γονείς ολωσδιόλου ευγενείς είναι δυνατόν να προκύψουν παιδιά εκφυλισμένα. Και δεν πιστεύω ότι χρειάζεται να εξετάσουμε τι πιστεύει για αυτό ο πολύς κόσμος. Οι πολλοί πέφτουν συχνά σε πολύ μεγάλα λάθη, η δε κοινή γνώμη σπάνια συνάδει με τη σοφία. Αλλά ας στραφούμε τώρα στην ευγένεια και τη δόξα που μπορεί να βρεθεί στη φτώχεια.
Ποιος ήταν πιο φτωχός από τον Μενήνιο Αγρίππα, έναν άνδρα ξεχωριστό – τον διαπρεπέστερο της πολιτείας μας στην εποχή του; Στη δημόσια απογραφή δεν βρέθηκε τίποτε στην κατοχή του που θα μπορούσε να αποτεθεί στο ταμείο. Τα έξοδα της κηδείας του Βαλέριου Ποπλικόλα, που διατέλεσε ύπατος τρεις φορές –με κάθε θητεία να αποδεικνύεται ευεργετική για την πολιτεία μας– καταβλήθηκαν δημοσία δαπάνη αφού ο ίδιος πέθανε χωρίς ίχνος περιουσίας. Και μήπως ο Λεύκιος Κοΐντιος Κιγκινάτος δεν ζούσε μια ζωή στην επαρχία, καλλιεργώντας χωράφια, όταν τον κάλεσε να αναλάβει την ανώτατη διακυβέρνηση ο ρωμαϊκός λαός; Και τόση αρετή επέδειξε που, ενώ οι Πραινεστίνοι είχαν στήσει οχυρά μπροστά στα τείχη της πόλης μας, τούτος όχι μόνον έλυσε την πολιορκία, αλλά τους απώθησε με ορμή έως τον ποταμό Άλβα. Στη συνέχεια ανάγκασε σε παράδοση οκτώ πόλεις που είχαν συμμαχήσει με τους Πραινεστίνους, και στο τέλος επιτέθηκε και υπέταξε την ίδια την Πραίνεστο – και όλα αυτά τα έκανε σε είκοσι μόλις ημέρες. Και πόσο ένδοξη ήταν η φτώχεια του Ατίλιου Σερρανού, ο οποίος δούλευε στα χωράφια όταν η Σύγκλητος τον κάλεσε να αναλάβει ύπατος· παρατώντας το αλέτρι, συνέτριψε αποφασιστικά τις δυνάμεις του εχθρού και εξασφάλισε τη σωτηρία της πολιτείας μας. Και ούτε το αξίωμα του υπάτου, ούτε οι τιμές της πολιτείας, ούτε τα λάφυρα που κέρδισε στη μάχη μπόρεσαν να τον κρατήσουν μακριά από το αγαπημένο του αγροτόσπιτο και τη δουλειά στα χωράφια. Θα χαρακτηρίζαμε άραγε αυτούς τους επιφανείς άνδρες, οι οποίοι, αν και ζούσαν στη φτώχεια και την ένδεια, διέλαμψαν σε αρετή χάρις στις ολόφωτες πράξεις τους, άθλιους και στερούμενους ευγενείας; Υπάρχει κανείς που του λείπει τόσο πολύ η λογική ώστε να μην αναγνωρίζει ως εξάπαντος ευγενείς τους άνδρες χάρις στην αξία των οποίων διατηρήθηκε η ευγένεια της πολιτείας μας; Είναι, λοιπόν, φανερό, ότι, η ευγένεια μπορεί να συνυπάρχει με τη φτώχεια, όπως και ότι η φτώχεια μπορεί να συνυπάρχει με την ευγένεια.
Και ας μην τολμήσει κανείς να πει ότι οι έντιμοι και ένδοξοι φτωχοί υστερούν σε γενναιοδωρία. Όταν αυτοί οι επιφανέστατοι άνδρες υπερασπίζονταν και επέκτειναν την επικράτεια της πατρίδας τους, όταν υπηρετούσαν τους φίλους τους ενόσω βρίσκονταν σε δημόσιο αξίωμα, όταν απωθούσαν εκείνους που επιζητούσαν το κακό των συμπολιτών τους, δεν ήταν όλα αυτά ύψιστα δείγματα γενναιοδωρίας; Εκείνος που δείχνει τη γενναιοδωρία του αξιοποιώντας μόνον τα ιδιωτικά του αγαθά, αν και δεν είναι αξιόμεμπτος, μπορεί να είναι μόνον εν μέρει γενναιόδωρος. Και μάλιστα, τόσο λιγότερο γενναιόδωρος γίνεται, όσο περισσότερο αντλεί πόρους για τη γενναιοδωρία του από την πατρική περιουσία. Αντιθέτως, εκείνος που επιδιώκει να φανεί χρήσιμος σε ιδιωτικά ή δημόσια ζητήματα μέσω της εξουσίας και του καθήκοντος, αποδεικνύεται σε καθημερινή βάση τόσο πιο γενναιόδωρος όσο μεγαλύτερο είναι το κύρος του στην πολιτεία μας και όσο μεγαλύτερη είναι η υποστήριξη που λαμβάνει από τους φίλους του χάρις στις ευεργεσίες που έχει επιδαψιλεύσει.
Μεγάλη μπορεί να είναι, λοιπόν, Κορνήλιε, η γενναιοδωρία ενός έντιμου και ένδοξου φτωχού· η ένδεια δεν του στερεί την ευγένεια. Η φτώχεια, όταν δεν είναι απόλυτη, δεν εμποδίζει την άνοδο σε οποιαδήποτε βαθμίδα αρετής. Τούτο το ωραιότατο δώρο το χαρίζει σε ίδιο βαθμό σε όλους η φύση: το να μπορεί, δηλαδή, κάθε άνθρωπος να επιδιώκει την αρετή, η έδρα της οποίας βρίσκεται στα εσώτατα μέρη του πνεύματος και όχι στα σκαμπανεβάσματα της τύχης. Καμία μοίρα δεν είναι τόσο σκληρή και πικρή που να μπορεί να σκυλεύσει από κάποιον την αρετή. Και καμιά τύχη δεν είναι τόσο ευνοϊκή και ρόδινη που να μπορεί να ντύσει κάποιον με δόξα ενώ είναι νωθρός και λιπόψυχος. Γιατί εάν η τύχη υπερίσχυε της αρετής, δεν θα υφίστατο καν η αρετή, ούτε θα της αποδιδόταν η παραμικρή αξία. Και ο δρόμος της αρετής δεν θα ήταν δική μας επιλογή, αλλά ενός άλλου. Για αυτό, λοιπόν, Κορνήλιε, πάψε να πιστεύεις ότι η αρετή, η γενναιοδωρία και η ευγένεια βασίζονται στο μέγεθος της περιουσίας. Εάν ίσχυε αυτό, τότε, όποιος έχανε την περιουσία του, θα έχανε και την ευγένειά του. Αλλά η ενδοξότητα ενός ανθρώπου δεν επηρεάζεται από τις μεταβολές της τύχης. Και εκείνοι οι έξοχοι άνδρες που μνημόνευσα παραπάνω, τα ονόματα των οποίων θα τιμώνται και θα μεγαλύνονται αιωνίως από τον ρωμαϊκό λαό, θεωρούνται ευγενείς παρά και όχι χάρις στη, φτώχεια τους.
Εάν, λοιπόν, σεβαστοί πατέρες, ορισμένοι ενδοξότατοι άνδρες ανατρέφουν φαύλα παιδιά· εάν από άσημους γονείς γεννιούνται τέκνα που τα στεφανώνει η δόξα· εάν η μέγιστη λάμψη της αρετής ακτινοβολεί σε εκείνους που ζουν στη φτώχεια και την ένδεια: τότε όλα αυτά αποδεικνύουν ότι η ευγένεια δεν έχει καμία σχέση με τον πλούτο ή την καταγωγή. Τουναντίον, ένα πνεύμα ελεύθερο και αγνό, το οποίο δεν έχουν σκλαβώσει η μοχθηρία και η φαυλότητα, και το οποίο έχει εξασκηθεί στις ελευθέριες τέχνες, πρέπει να λογίζεται αναμφισβήτητα ευγενές, υπέρτερο και κραταιό. Σε τούτη τη διαμάχη μας περί ευγενείας, όλο το ζήτημα περιστρέφεται γύρω από την αρετή. Και ως προς αυτό, σεβαστοί πατέρες, προτιμώ να αφήσω κάποιον άλλο να μιλήσει για μένα, καθώς φοβούμαι μήπως, εγκωμιάζοντας τα προσόντα μου, φανεί ότι υποκύπτω στη θρασύτητα. Είναι όμως παρήγορο να γνωρίζω ότι η κρίση σας είναι δίκαιη και η ανθρωπιά σας ολωσδιόλου φιλάγαθη, και πως όλοι σας γνωρίζετε καλά τη ζωή που έχουμε ζήσει οι δυο μας. Και έτσι ούτε θα μπω στον πειρασμό να υπερασπιστώ απέναντί σας κάτι το ψευδές, και ταυτόχρονα γνωρίζω ότι η αλήθεια δεν μπορεί να με βλάψει.
Από πολύ μικρή ηλικία, επιδόθηκα στη μελέτη των γραμμάτων – τα οποία τόσο αγαπώ. Όταν μεγάλωσα κάπως, αφιέρωσα πολύ χρόνο στη φιλοσοφία, υπέρτερη διδασκαλία της οποίας δεν νομίζω ότι μπορεί να βρει κανείς στη ζωή των θνητών. Στη φιλοσοφία δεν είχα μόνον Λατίνους δασκάλους, αλλά και Αθηναίους, αφού είχα την καλή τύχη να συναναστραφώ τους σπουδαιότερους Έλληνες δασκάλους των ελευθέριων σπουδών. Πόσο προόδευσα μαθαίνοντας από αυτούς θα αφήσω άλλους να το κρίνουν. Αυτό που μπορώ να πω, πάντως, είναι ότι ούτε μια μέρα ή νύχτα δεν πέρασε που να παραμελήσω το διάβασμα. Η αγάπη της γνώσης σπάρθηκε μέσα μου, ούτως ειπείν, από τη φύση, και τίποτε δεν μου φαινόταν πιο άξιο της ενασχόλησής μου από το να αντιλαμβάνομαι τα πράγματα ορθά. Περιτριγυριζόμουν από διάσημους δασκάλους και ακολούθους τους. Κανένα πνεύμα που διαπλάσθηκε στη σκιά της σοφίας τέτοιων ανθρώπων δεν θα μπορούσε να αποβεί νωθρό και αμαθές. Τόσο μεγάλη επίδραση άσκησαν πάνω μου η διδασκαλία και ο τρόπος ζωής τους, ώστε σήμερα μου είναι αδύνατον να επιθυμήσω οτιδήποτε το αναξιοπρεπές. Όχι μόνον τρέφω απέχθεια απέναντι στα πάθη της ζωής, αλλά, αντιθέτως, έχω μάθει να θεωρώ τις αρετές την καλύτερή μου συντροφιά. Μάλιστα, μόλις συνειδητοποίησα ότι τα προσόντα κάθε ανθρώπου καθίστανται ενδοξότερα όταν τίθενται στην υπηρεσία της πολιτείας, αφιερώθηκα αποκλειστικά στην πατρίδα μου. Ποτέ έκτοτε δεν έπαψα να συλλογίζομαι ότι πρέπει να συνεισφέρω στην ασφάλεια και την επέκτασή της, χωρίς να λογαριάζω οποιονδήποτε μόχθο και οποιονδήποτε κίνδυνο θα μπορούσε να συντελέσει στη δόξα και τη διατήρησή της. Και έτσι, όταν πριν από λίγα χρόνια οι θάλασσες είχαν γεμίσει με πειρατές και στον Γάιο Πομπήιο ανατέθηκε η αρχηγία του στόλου, αυτός παρέδωσε στην ευθύνη μου δέκα πλοία προκειμένου να ριχτώ απευθείας στη μάχη εναντίον του Ορόντη, αρχηγού ενός εχθρικού στόλου πειρατών. Σίγουρα θα θυμάστε ότι τον συνέτριψα αποφασιστικά, παρόλο που αυτός αντιστάθηκε με σθένος και ορμή. Και μήπως δεν πολέμησα ως στρατιώτης, υπηρετώντας τον ίδιο στρατηγό, στον πόλεμο εναντίον του Μιθριδάτη, γινόμενος ο πρώτος που πορθούσε τα τείχη και λαμβάνοντας τιμητικό στέφανο; Και όλες τις τιμές που μπορεί να αποδώσουν τα στρατιωτικά κατορθώματα, με εξαίρεση το αξίωμα του υπάτου, τις έλαβα. Τόσο ένδοξα υπήρξαν τα νιάτα μου που, όταν γεράσω, θα μπορώ να πω πως υπηρέτησα στο έπακρο την πολιτεία μας. Και εσείς, ακριβοί μου φίλοι, που μου συμπαραστέκεστε σήμερα, γνωρίζετε πόσο πολύ τιμώ τη φιλία. Ουδέποτε σας απογοήτευσα όταν παρουσιάζονταν οι ευκαιρίες, είτε στην αγορά, είτε στη Σύγκλητο, είτε σε ιδιωτικές ή δημόσιες υποθέσεις. Βοηθώ οποιονδήποτε ζητά την αρωγή μου, ουδέποτε δίστασα να ευεργετήσω τον οποιονδήποτε, και ήμουν πάντοτε φίλος που προσφέρει απλόχερα την εμπιστοσύνη, την εντιμότητα και την αγάπη. Ακριβώς για αυτό, και όπως συμβαίνει σε όλους που προσφέρουν αφειδώς την αγάπη, συγκέντρωσα πάνω μου την εύνοια και καλή προαίρεση όλων. Δεν γνωρίζω κανέναν σε αυτήν την πόλη, ή μάλλον, σε όλον τον κόσμο, που να με μισεί, εκτός και είναι, βέβαια, εχθρός του ρωμαϊκού λαού. Και αν έπρεπε να συνοψίσω τις αρχές πάνω στις οποίες πορεύομαι θα έλεγα ότι: προσπαθώ να είμαι πάντοτε πολύ επιμελής στις δημόσιες υποθέσεις, ευχάριστος στο σπίτι, φίλεργος στις σπουδές μου, σεβαστικός απέναντι στους γονείς μου, ευγενικός με τους γείτονές μου, πιστός στους φίλους μου, και πάντοτε πολύ ευσεβής σε ό,τι αφορά τους θεούς. Με αυτήν τη διαγωγή πίστευα πάντοτε ότι θα κατακτούσα την ευγένεια. Με αυτές τις αρετές έκρινα πως θα αποκτούσα ένα ξεχωριστό πνεύμα· πνεύμα οπωσδήποτε υπέρτερο του δικού σου, Κορνήλιε. Ποιο είναι το δικό σου ήθος; Ποιος ο τρόπος ζωής σου; Τι κατόρθωσες ποτέ εσύ που να δικαιολογεί την πεποίθησή σου ότι υπερέχεις σε ευγένεια; Ποια ευεργεσία σου αναγνώρισε ποτέ η πολιτεία μας; Εσύ έζησες έως τώρα με τρόπο που η πολιτεία αγνόησε παντελώς την ύπαρξή σου. Ποιος θνητός αξιοποίησε ποτέ εσένα ή τις υπηρεσίες σου; Σε ποιον επιδαψίλευσες τη γενναιοδωρία για την οποία τόσο καυχιέσαι, εκτός βέβαια και αν αντάμοιψες πλουσιοπάροχα πόρνες και άλλα τέτοιας λογής υποκείμενα αφού το ένδοξο σπίτι σου είναι πάντοτε κατάμεστο από έκφυλα άτομα; Θαρρείς άραγε πως γίνεσαι αξιόλογος ηγούμενος μιας συντροφιάς φαύλων ανθρώπων και περιτριγυριζόμενος διαρκώς από τον συρφετό που σιγοντάρει τη φιληδονία σου; Πότε αντιστάθηκες στις ανήθικες συναναστροφές, την επονείδιστη τρυφηλότητα και τα επαίσχυντα μεθύσια σου; Ανατριχιάζει κανείς στη σκέψη ότι, ζώντας κατ’ αυτόν τον τρόπο, τολμάς να επικαλείσαι τα υψηλά έργα των προγόνων σου! Συμφωνώ, βέβαια, ότι, στην πόλη μας, η ενδοξότητα των προγόνων σου ήταν η μεγαλύτερη και περιφανέστερη, ανακαλώντας τους όμως με τόση ασυνεσιά, εκθέτεις τον ίδιο σου τον ανάξιο χαρακτήρα. Τίποτε δεν είναι πιο απεχθές και αξιοθρήνητο από το να διάγει κανείς έναν βίο παραδομένο σε σκοτεινές και μυστικές ενασχολήσεις – μπροστά στο φως τέτοιας αρετής. Οπωσδήποτε οι πρόγονοί σου έχουν υπάρξει πρότυπο για καθετί καλό και σου έδειξαν –τοποθετώντας τον μπροστά στα ίδια σου τα μάτια– τον τρόπο να κερδίσεις τον σεβασμό της πολιτείας. Αυτό θα καθιστούσε πολύ εύκολο για σένα να ξεχωρίσεις – εσένα, που έχεις τόσους ένδοξους προγόνους. Και όμως, ενάντια σε ό,τι θα ανέμενε κανείς, εσύ αντί να στραφείς στη λάμψη τους, έριξες τον εαυτό σου στα βάθη του σκότους.
Περιμένεις στα σοβαρά να λογίζεσαι διαπρεπής στην πολιτεία χάρις στα προτερήματα των προγόνων σου τη στιγμή που εσύ την ντροπιάζεις με τις επαίσχυντες πράξεις; Περιμένεις ότι μέσω του λήθαργου, της αδράνειας, της νωθρότητας, της λαιμαργίας, της φιληδονίας και της εκφυλότητας θα εξασφαλίσεις τη δόξα που εκείνοι κατέκτησαν με τόσο κόπο, εγρήγορση, εγκράτεια, πείνα, δίψα, ζέστη, κρύο, τραύματα και κινδύνους; Δεν σου τα έχουν πει καλά. Αν επιθυμείς να αξίζεις περίλαμπρους τίτλους, πρέπει εσύ ο ίδιος να διαπρέψεις. Η αρετή δεν περιλαμβάνεται στα αγαθά που μπορούν να κληρονομηθούν. Γύρεψε να διαβάσεις απογραφές της περιουσίας τους· δεν θα βρεις να καταλογογραφείται εκεί η αρετή. Λες πως τίποτε δεν είναι πιο ευχάριστο για τις ασώματες πια ψυχές τους από την τιμή που οι ανώτατες αρχές της πολιτείας θα αποδώσουν σε εσένα, το αίμα τους το διαλεχτό. Αλλά εγώ στα αλήθεια πιστεύω ότι εάν τώρα ρίξουν το βλέμμα τους σε σένα με όλη τη λάμψη του φωτός τους, τίποτε δεν θα φανεί πιο δυσάρεστο στο ένδοξό τους πνεύμα από το γεγονός ότι για τόσο μεγάλο διάστημα η καλή τους φήμη στην πολιτεία κατέστησε ανεκτές τις επονείδιστες πράξεις σου. Εάν ζούσαν σήμερα εδώ, όλοι μαζί εν χορώ, και χωρίς ίχνος αμφιβολίας, θα σε έδιωχναν μακριά από την πατρίδα. Δεν είναι άραγε ντροπή –ω θεοί!– να μας λες ότι ανατράφηκες με αυτούς ως παράδειγμα τη στιγμή που έζησες τόσο αναξιοπρεπώς και χυδαία, λες και μεγάλωσες στα πορνεία; Μας λες ότι οι εικόνες των προγόνων σου καθρεφτίζονται στο παρουσιαστικό σου. Μα δεν καταλαβαίνεις ότι εξαιτίας της τρέλας σου εκμηδένισες τη φήμη τους; Και έτσι το φως τους δεν μπορεί να καταλάμψει στη σκιά σου. Εξυμνείς την ευγένειά σου, η οποία περικοσμείται με τεράστια παλάτια, πανέμορφες βίλες έξω από την πόλη και άφθονα κτήματα. Και με ψέγεις για το ταπεινό μου νοικοκυριό, το συνηθισμένο σπιτικό μου, το μικρό μου χωράφι, και την έντιμη φτώχεια μου. Αλλά δεν συνειδητοποιείς, αξιοθρήνητε, ότι όσα σου φαίνονται εσένα απεχθή, εμένα μου φαίνονται πανέμορφα. Διότι είναι πολύ πιο επαινετό να διαπρέπω εγώ σε μετριοπαθείς συνθήκες από το να καταντροπιάζομαι όπως εσύ μες στα πλούτη. Παρόλο που κάποιο εισόδημα το έχω εξασφαλισμένο, η αλήθεια είναι ότι θα μπορούσα να έχω καταπλουτίσει με δημόσια αξιώματα και τη στρατιωτική καριέρα. Αλλά επειδή ακριβώς δεν επιθυμώ τίποτε παραπάνω από την εντιμότητα, αισθανόμουν πάντοτε ευχαριστημένος και ευτυχής διάγοντας βίο γλυκό και λιτό. Είμαι ικανοποιημένος με το να έχω αυτά ακριβώς που επιθυμώ, και να επιθυμώ τόσα, όσα επιτάσσει η τιμιότητα. Οτιδήποτε πέραν αυτών αποτελεί σπατάλη. Τι περισσότερο πρέπει να επιδιώκεται στη ζωή από το να ζούμε με μέτρο; Ο πλούτος που επισωρεύεται μόνον για να επιδεικνύεται αντιπροσωπεύει αχρείαστο κόπο. Η αρετή, και όχι τα πλουμιστά έπιπλα, κοσμεί ένα ακτινοβόλο πνεύμα. Είναι θεμιτό ένας έξοχος άνθρωπος να λάμπει ακόμα και σε πενιχρές συνθήκες, αλλά ένας άθλιος δεν πρέπει να βυθίζεται στα πλούτη. Κανείς να μην φοβηθεί ότι θα απωλέσει την αρετή εξαιτίας της φτώχειας. Τίποτε δεν περιορίζει εκείνον που θέλει να ζήσει σωστά. Εάν ένας άνθρωπος δεν διαπρέπει, πρέπει πάνω από όλα να κατηγορήσει τον εαυτό του· άδικα τα βάζει με τη μοίρα. Περιβεβλημένος από πλούτη πάψε να καυχιέσαι για αυτά τα πράγματα, Κορνήλιε, αφού το μόνο που πετυχαίνεις είναι να κάνεις τη νωθρότητά σου πιο εμφανή. Σταμάτα να χλευάζεις την ολιγάρκειά μου, αφού αυτή καθιστά την αρετή μου πιο δοξαστή. Σταμάτα να θεωρείς την ευγένεια ένα από τα αγαθά της τύχης, γιατί αυτά είναι εφήμερα και φευγαλέα. Η ευγένεια πρέπει να πηγαίνει χέρι-χέρι με την αρετή, και η αρετή με την ευγένεια.
Και εσύ, Λουκρητία, αστέρι της εποχής μας, έχεις ιδία γνώση της αληθινής ευγένειας της αρετής, την οποία απέκτησες χάρις στο εξαιρετικό σου μυαλό. Οι κοριτσίστικες επιπολαιότητες, τα στολίδια των γυναικών, ο ακριβός καλλωπισμός, τα εντυπωσιακά ρούχα, τα ρηχά ποιήματα και τραγούδια δεν σε ευχαριστούν. Καταλαβαίνεις πως όλα αυτά δεν είναι παρά αφορμήσεις για ξεπεσμό. Με την αφοσίωσή σου στη φιλοσοφία και τις ελευθέριες σπουδές, με την εγκράτεια, τη δουλειά, τη μετριοπάθεια, την επιμέλεια και τη σωφροσύνη, διάγεις τον πιο επαινετό βίο ανάμεσα σε όλη τη νεολαία της Ρώμης. Χάρις στην ευγένειά σου και μόνον μου κίνησες το ενδιαφέρον, και για την ίδια ευγένεια, θέλω να πιστεύω, σου κίνησα το ενδιαφέρον και εγώ. Δεν υπάρχει ανάμεσα στους ανθρώπους πιο ισχυρός και προσφιλής δεσμός, από εκείνον που ενώνει όμοια πνεύματα στην επιθυμία να ζήσουν σωστά. Ουσιαστικό δέσιμο δεν μπορεί να υπάρξει σε ένα ζευγάρι όταν ο ένας επιδιώκει το ολόλαμπρο φως της αρετής, ενώ ο άλλος καταβυθίζεται στις σκοτεινές τέρψεις της κακίας. Για αυτό, μιας και διάγω βίο όμοιο με τον δικό σου, ενώ ο Κορνήλιος ακριβώς τον αντίθετο, είναι λογικό να με αγαπάς με την ίδια ένταση που απεχθάνεσαι εκείνον. Ποια χαρά στη ζωή θα μπορούσες να περιμένεις από εκείνον; Εσύ επιθυμείς να αφοσιωθείς σε ζωή γαληνή, απολαμβάνοντας τη μελέτη με την πρέπουσα σχόλη. Εκείνος, από την άλλη μεριά, αντιπαθεί τα γράμματα, αφού του διακόπτουν τη φλυαρία που συνοδεύει το μεθύσι. Εσύ λαχταράς ένα σπίτι που λάμπει από αγνότητα και τιμιότητα, ενώ εκείνος θα προτιμούσε να κηρύττει τη φαυλότητα και τη βρωμιά σε έναν συρφετό πορνών – ω, θα ήταν φοβερός ρήτορας για αυτά τα πράγματα. Ποια ειρήνη και ομόνοια μπορεί να σταθεί ανάμεσα σε πνεύματα που είναι τόσο ασύμφωνα; Άσε με να οδηγήσω τη σεμνότητά σου, γλυκιά Λουκρητία, στο ειρηνικό μου σπιτικό. Παρόλο που δεν είναι κατάφορτο με περιττά πλουμίδια, ακτινοβολεί παντού εντός του η αρετή, το ήθος, η χαρά και η αθωότητα. Πρώτα από όλα εκεί θα δεις τη βιβλιοθήκη μου γεμάτη από βιβλία, στα οποία εναπόθετα πάντοτε όλες μου τις ελπίδες. Τι ανεκτίμητη σκευή είναι αυτή! Εκεί μπορείς να διαβάσεις όποια υπομνήματα επιθυμείς, των Ελλήνων μα και των Ρωμαίων. Εκεί θα συζητάμε συχνά για τη γλυκιά μας φιλοσοφία. Θα σου μιλώ για τα υπέροχα παραγγέλματα των Αθηναίων φιλοσόφων που με δίδαξαν – από αυτές τις μνήμες αντλώ αφάνταστη χαρά. Κανένας δεν πρόκειται να σε αποσπάσει από αυτή τη ζωή φορτώνοντάς σε με τη φροντίδα του νοικοκυριού. Ένα χωραφάκι, μικρό μα γόνιμο, μου εξασφαλίζει καθημερινά φαγητό. Εάν κάποια κακοτυχία το καταστρέψει, τούτη δεν θα μου αφαιρέσει την αρετή. Η αρετή μου προσφέρει χίλιους-δυο τρόπους να εξασφαλίσω ανέσεις στη ζωή. Θα απολαύσεις λοιπόν όλη τη σχόλη που απαιτούν οι υψηλές σου σπουδές. Κανείς δεν θα βρεθεί να σε επιτιμήσει για μια ζωή δοσμένη στη σχόλη και την περισυλλογή. Δεν θα βρεις έναν όχλο πορνών, και ούτε θα έχεις ποτέ κανέναν λόγο να φοβάσαι ότι ο γάμος μας θα σπιλωθεί – πράγματα για τα οποία ακόμα και οι σεμνότερες παντρεμένες γυναίκες ανησυχούν. Και ούτε θα στερηθείς γλυκές και τρυφερές αγκαλιές – όχι από εκείνες που θα προσβάλουν την αρετή σου. Άλλωστε, στους παντρεμένους, η αγάπη που συμβαδίζει με την αρετή στρώνει δρόμο ιερό για τη διατήρηση του ανθρώπινου γένους. Εν ολίγοις, οι συνθήκες είναι ιδανικές για να εκπληρωθούν οι μεγαλύτερές σου επιθυμίες. Τι είναι πιο ευλογημένο στην ανθρώπινη ύπαρξη από μια ζωή εύτακτη, γεμάτη σχόλη, χαρά και αρετή; Τι είναι πιο ευχάριστο από το να μπορείς να καλλιεργήσεις το γόνιμό σου πνεύμα με τις καλύτερες και πιο όμορφες σκέψεις; Τι είναι πιο χαρωπό από το να ζεις στο πλάι κάποιου που ασπάζεται τις ίδιες επιθυμίες με τις δικές σου;
Σε εσάς, έγγραφοι πατέρες, πέφτει ο κλήρος να αποφασίσετε επί ενός θέματος που τροφοδότησε τόσο ενδιαφέρον. Προσπαθήστε, λοιπόν, τώρα, να εκφέρετε κρίση. Η ζωή, η τύχη, ο χαρακτήρας και οι σπουδές και των δύο μας σας ήταν γνωστά από πριν, τώρα απλώς σας τα υπενθυμίσαμε. Και ένα μόνον αποτέλεσμα μπορεί να προκύψει από αυτή τη διαμάχη. Σήμερα η αρετή συγκρούεται με τη χυδαιότητα, η εγκράτεια με την ασωτία, η μεγαλοκαρδία με τη στενοψυχιά, η μόρφωση με την άγνοια, η αριστεία με την αναξιότητα. Τι από αυτά είναι ευγενές το αφήνω τώρα δα στην κρίση σας.
~.~
[1] Για τις δύο πρώτες παραγράφους, η έκδοση αναφοράς είναι εκείνη του G. B. Casotti, De Nobilitate Tractatus, εις Prose e rime dei due Buonaccorsi da Montemagno, Φλωρεντία, 1718, 36-40. Εντεύθεν, E. Garin, De nobilitate, εις Prosatori latini del Quattrocento, Νάπολη-Μιλάνο, 1952, 143-164.
[2] Patres conscripti, οι συγκλητικοί.
[3] Πρβλ. Βαλέριος Μάξιμος, 3.4.6.
[4] Ο Μπουονακόρσο αναφέρεται στον Λούκιο Καλπούρνιο Βέστια.
[5] Διaβάζοντας Manlius αντί για Mallius – ο Μπουονακόρσο εννοεί τον Τίτο Μάνλιο Τορκουάτο.
~.~
Β Ι Β Λ Ι Ο Γ Ρ Α Φ Ι Α
C. Cannon Willard, ‘The Concept of True Nobility at the Burgundian Court’, Studies in the Renaissance, 14, 1967, 33-48.
P. O. Kristeller, ‘Humanism and Moral Philosophy’, εις A. Rabil (επιμ.), Rennaissance Humanism, Vol. 3: Humanism and the Disciplines, Φιλαδέλφεια, 1988, 271-309.
B. Mak, How the Page Matters, Τορόντο, 2011.
A. Rabil, Knowledge, Goodness, and Power: The Debate over Nobility among Quattrocento Italian Humanists, Νέα Υόρκη, 1991.
A. J. Vanderjagt, ‘Three solutions to Buonaccorso’s Disputatio de nobilitate’, εις M. Gosman & J. van Os (επιμ.), Non nova, sed nove: mélanges de civilisation médiévale, dédiés à Willem Noomen, Γκρόνιγκεν, 1984, 257-269.
~.~
*
*
*
**
