Γεωγραφικὰ τοῦ ρωμαντισμοῦ

*

τοῦ ΓΙΩΡΓΗ ΜΑΝΟΥΣΑΚΗ

Ἐπιλογὴ καὶ ἐπιμέλεια Ἀγγελικὴ Καραθανάση

Ἔγραφα τὴν περασμένη Κυριακὴ[1] πὼς ὁ ρωμαντισμὸς ἦταν ἠ ἀντίδραση τῆς ζωντανῆς καὶ συναισθηματικῆς νιότης τῆς Εὐρώπης. Ἀντίδραση ἐνάντια στὸν κλασικισμό, πού ’χει ἀπὸ καιρὸ ἀκινητήσει τὴν τέχνη μὲ τὴν ἀδιάκοπη προσπάθεια τῆς μίμησης ἑλληνιστικῶν καὶ ρωμαϊκῶν προτύπων καὶ ἐνάντια στὸν ὀρθολογισμό, ποὺ ὄχι μόνο εἶχε κυριαρχήσει στὴ φιλοσοφία μὲ τοὺς ἐγκυκλοπαιδιστὲς καὶ τοὺς διαφωτιστές, μὰ ἀπειλοῦσε νὰ γίνει κι ὁ ρυθμιστὴς τὴς πολιτκῆς καὶ κοινωνικῆς ζωῆς.

Μὲ τὸ ρωμαντισμὸ ἡ Τέχνη τῆς Εὐρώπης ‒τῆς Εὐρώπης ποὺ βρίσκεται μακριὰ ἀπὸ τὴ Μεσόγειο‒ ξαναβρίσκει τὸ δρόμο της ἀπ’ ὅπου τὴν εἶχε ξεστρατίσει ὁ θαυμασμὸς πρὸς τὸν ἑλληνικὸ καὶ ἑλληνορωμαϊκὸ πολιτισμὸ κι ἀρχίζει νὰ ἐκφράζει τὸν ἀληθινὸ χαρακτήρα τοῦ εὐρωπαϊκοῦ ἀνθρώπου. Γιατὶ ὁ Ἄγγλος, ὁ Γερμανὸς ἢ ὁ Ρῶσος ἤτανε καὶ εἶναι στὸ βάθος τῆς ψυχῆς τους ρωμαντικοί.  Φταίει ἴσως τὸ φυσικὸ περιβάλλον. Οἱ μελαγχολικοὶ βάλτοι τῆς Ἀγγλίας κι ὁ ἀνήσυχος ὠκεανὸς ποὺ πελεκᾶ τοὺς βράχους τῶν ἀχτῶν της. Τὰ σκοτεινὰ δάση τῆς Γερμανίας. Ἡ ἀπέραντη ρωσικὴ πεδιάδα, πότε κάτασπρη, πότε μὲ τὸ χρῶμα τοῦ ξεροῦ χόρτου. Καὶ προπάντων ἐκεῖνος ὁ βαρὺς σταχτὴς οὐρανός, κοινὸς σ’ ὅλες τὶς βορεινὲς χῶρες, ποὺ κρύβει τὸν ἥλιο καὶ τυλίγει τὰ πάντα σ’ ἕνα θαμπὸ κι ἀμφίβολο φῶς καὶ σὲ κάνει ν’ ἀναρωτιέσαι ἂν ὅ,τι βλέπεις ὑπάρχει πραγματικὰ ἢ μήπως τό ’στησε μπρός σου ἡ φαντασία σου. Κάτω ἀπὸ ἕνα τέτοιον οὐρανὸ τριγυρισμένος ἀπὸ μιὰ τέτοια ἀτμόσφαιρα ὁ ἄνθρωπος τῆς βόρειας, τῆς κεντρικῆς ἢ τῆς ἀνατολικῆς Εὐρώπης κλείνεται στὸν ἑαυτό του, γίνεται μυστικιστὴς κι ὀνειροπόλος, μοναχικὸς καὶ στοχαστικός.[2]

Τὴν τελειότερη ἔκφραση τῆς ψυχῆς τοῦ βορεινοῦ Εὐρωπαίου ἀποτελοῦν οἱ μεσαιωνικὲς μητροπόλεις, τὰ θαυμαστὰ μνημεῖα μιᾶς Τέχνης, ποὺ ὁ μεσογειακὸς Ραφαὴλ τὴν ὀνόμασε μερικοὺς αἰῶνες ἀργότερα, περιφρονητικὰ «Γοτθική», γιατὶ δὲν τοῦ ἤτανε δυνατὸ νὰ τὴ νιώσει. Γενικὰ ἡ Μεσαιωνικὴ Τέχνη, μιὰ τέχνη μὲ πολλὰ στοιχεῖα ποὺ θὰ μπορούσαμε νὰ τὰ ποῦμε ρωμαντικά, εἶναι γέννημα τῆς Εὐρώπης τοῦ τεφροῦ οὐρανοῦ. Ἐνῶ ἡ Τέχνη τῆς Ἀναγέννησης εἶναι ἡ ἐπιστροφὴ τοῦ νότιου Εὐρωπαίου, κυριώτερα τοῦ Ἰταλοῦ,  στὸ γνώριμό του ἀπὸ τὴν ἀρχαία Τέχνη «θεοποιημένο κόσμο τῶν σωμάτων». Ὅταν ἡ Ἀναγέννηση προχώρησε ὣς τὶς χῶρες ποὺ δὲν ἔχουνε γνωρίσει τὸ χάδι τῆς Μεσογείου, ἄλλαξε χαραχτήρα. Ἔπαψε νὰ παίζει μὲ τὸ φῶς, τὸ γυμνό, τὴ δροσερὴ φύση, ἔπαψε νὰ ἐκφράζει τὴ χαρὰ τῆς γήινης ζωῆς.

Ὁ Σαίξπηρ, ἀκόμη κι ὅταν δανείζεται τὰ θέματά του ἀπὸ τὴν ἑλληνικὴ μυθολογία ἢ τὴ  ρωμαϊκὴ Ἱστορία, ἐλάχιστα εἶναι «κλασικός». Κι ἀκόμη λιγότερο «κλασικοὶ» εἶναι ὁ Κρίστοφερ Μάρλοου,[3] ὁ Ἔντμουντ Σπένσερ[4] ἢ ὁ «μεταφυσικὸς» Τζὼν Ντόν.[5] Τὸ ἴδιο μποροῦμε νὰ ποῦμε γιὰ τοὺς μεγάλους γερμανοὺς ζωγράφους τῆς ἐποχῆς: τὸ Ντύρερ μὲ τὴ «Μελαγχολία» του, τὸ Λουκᾶ Κράναχ, τὸ Χολμπάιν, τὸ συγκλονιστικὸ Γρύνεβαλντ. Ὅσο γιὰ τοὺς «μυστικοὺς» τῆς ἴδιας χώρας, στοχαστὲς καὶ ποιητές, ἀπὸ τὸ Νικόλαο Κουζάνο[6] καὶ τὸ Γιάκομο Μπαῖμε[7] ἴσαμε τὸν Ἄγγελο Σιλέσιο,[8] αὐτοὶ εἶναι ὁλότελα ξένοι πρὸς τὴν παγανιστικὴ μεσογειακὴ Ἀναγέννηση.

Σ’ αὐτὲς τὶς  δυὸ χῶρες ἴσα ἴσα, τὴ Γερμανία πρῶτα, τὴν Ἀγγλία λίγο ἀργότερα, ὅπου ὁ κλασικισμὸς ὑπῆρξε πάντα μιὰ ἐπιφάνεια, δίχως βαθύτερες ρίζες, πρωτοπαρουσιάζεται τὸ κίνημα τοῦ Ρωμαντισμοῦ. Κι ἀμέσως στρέφεται πρὸς τὸ Μεσαίωνα, γιατὶ αἰστάνεται τὴν πνευματικὴ συγγένειά του μ’ αὐτόν. Ὁ Μεσαίωνας εἶναι ὁ πνευματικὸς πρόγονος τοῦ Ρωμαντισμοῦ. Ἀγαποῦνε κι οἱ δυὸ τὸ «ἄπειρο ὑποκείμενο» κι ὄχι τὸ «περιορισμένο σῶμα τοῦ φωτεινοῦ ἀντικειμένου». Ὁ κόσμος τους εἶναι ὁ «ἐνσωματωμένος κόσμος τῶν πνευμάτων» κι ὄχι ὁ «θεοποιημένος κόσμος τῶν σωμάτων» κατὰ τὴν ὡραία διατύπωση τοῦ ποιητῆ καὶ αἰσθητικοῦ Ζὰν Πάουλ. Ὁ Νοβάλις κι ὁ Κλάιστ, ὁ Σατωμπριὰν κι ὁ Οὐγκώ, ὁ Μπλέικ κι ὁ Οὐῶλτερ Σκὼτ γίνονται ἀπολογητὲς τοῦ Μεσαίωνα ἢ ἐμπνέονται ἀπ’ αὐτόν.

Στὴ Γερμανία καὶ στὴν Ἀγγλία, ὅπου πρωτοφανερώθηκε ὁ Ρωμαντισμός, ἐκεῖ ἔμεινε καθαρότερος κι ἐκεῖ ἐδημιούργησε τὰ κορυφαῖα του ἔργα. Σ’ αὐτὲς τὶς δυὸ χῶρες πρέπει νὰ προστεθεῖ σὰν τρίτη ἡ Ρωσία, ὅπου μεταφυτεύτηκε τὸ ρωμαντικὸ κίνημα λίγο ἀργότερα, κυρίως μὲ τὴ μορφὴ τοῦ «βυρωνισμοῦ». Ὁ χαρακτήρας τοῦ Ρώσου, ποὺ ἀπεχθάνεται τὸ μέτρο καὶ ἕλκεται ἀπὸ τὸ ἄπειρο, εἴτε Θεὸς εἶναι εἴτε Μηδέν, ἦταν ἕνα ἔδαφος κατάλληλο γιὰ νὰ ριζώσει ὁ Ρωμαντισμὸς καὶ ν’ ἀποδώσει πλείστους καρπούς. Δὲν εἶναι λίγοι οἱ ἄξιοι ποιητὲς καὶ πεζογράφοι ποὺ γράψανε ‒καὶ ζήσανε πολλὲς φορές‒ σύμφωνα μὲ τοὺς κανόνες του: Ζουκόβσκη, Νταβίντοβ, Γρημπογιέντοβ, Μπρατίνσκη, Ρυλιέγιεβ, Καλτσόβ, Ὀντογιέβσκη, καὶ προπάντων οἱ δυὸ μεγάλοι: ὁ Πούσκιν κι ὁ Λέρμοντοβ. Ἀκόμη κι ὁ Γκόγκολ, ὁ ἀπαράμιλλος σατιριστὴς τῆς ὁρατῆς πραγματικότητας, ἤτανε στὸ βάθος ἕνας ρωμαντικός. Μέσα του εἶχε τὸ χάος. Ἀγωνιζότανε νὰ τὸ γεφυρώσει μὲ τὸ γέλιο, ὥσπου νικήθηκε καὶ χάθηκε μέσα του.

Ὅσο κατεβαίνει πρὸς τὸ νότο ὁ Ρωμαντισμὸς δέχεται καινούργια στοιχεῖα ξένα πρὸς τὸ πνεῦμα του, χάνει τὸν αὐθορμητισμό του καὶ γίνεται μανιέρα. Στὴ Γαλλία, βέβαια, ἔχομε μιὰ πλειάδα ἀπὸ ἀστέρια, ποὺ ἀκολουθοῦνε τὴ σχολή του, μὲ ὄχι μικρὴ λάμψη. Ὅμως ὁ γαλλικὸς ρωμαντισμὸς εἶναι περισσότερο μόδα, παρὰ βαθύτερη ἐσωτερικὴ ἀνάγκη. Ὁ Γάλλος εἶναι κοινωνικός ‒μᾶς λέει ἡ Κυρία ντὲ Στάλ.[9] Δὲ μπορεῖ νὰ ζήσει στὴ μοναξιά, κλεισμένος στὸν ἑαυτό του. Ἔχει ἀνάγκη τὴν κοινωνία, γιὰ ν’ ἀναπτύξει τὸ πνεῦμα του. Κι ἀκόμη εἶναι περισσότερο ὀρθολογιστὴς παρὰ μυστικιστής.

Ἔτσι συχνὰ ὁ γαλλικὸς ρωμαντισμὸς εἶναι λόγια ἐντυπωσιακά, ἕνας μεγαλόστομος σπαραγμὸς ποὺ θέλει νὰ ἐκφράσει ἀνύπαρχτους ἢ φτιαχτοὺς πόνους καὶ ἄγχη. Ὁ Ἀλφρὲ ντὲ Μυσσέ,[10] ἄλλωστε, δὲν ἐκήρυξε τὴν ἀναζήτηση, τὴν ἐπιδίωξη τῆς ἀπελπισίας; Εἶν’ ἡ ἀλήθεια πὼς  ἡ ρωμαντικὴ λογοτεχνία δημιούργησε στὴ Γαλλία κάμποσα ἀριστουργήματα, σὰν τὸν Κένταυρο τοῦ Μωρὶς ντὲ Γκερέν,[11] τὸ Θάνατο τοῦ λύκου τοῦ Ἀλφρὲ ντὲ Βινύ,[12] κάποια σονέτα τοῦ Ζερὰρ ντὲ Νερβάλ,[13] τὴ Νύχτα τοῦ Μάη τοῦ Μυσσέ, τὴ Θλίψη τοῦ Ὀλύμπιου[14] ἢ κάποια πολύ γνωστὰ πεζὰ τοῦ Οὐγκώ. Ὅμως πλάι σ’ αὐτά, πόση «θνητὴ φλυαρία!».

Στὴν Ἰταλία ὁ Ρωμαντισμὸς ἀντιπροσωπεύεται οὐσιαστικὰ ἀπὸ δυὸ ποιητές: τὸ Φόσκολο, ποὺ εἶναι μισὸς Ἕλληνας, καὶ τὸν τραγικὸ Λεοπάρντι. Ἡ συγκίνησή τους, προπάντων  τοῦ δεύτερου, εἶναι αληθινὴ μὰ ἡ φόρμα τῶν ποιημάτων τους πλησιάζει ἀρκετὰ τὸ κλασικὸ ἰδεῶδες μὲ τὴν ἁπλότητα καὶ τὴν πλαστικότητά της.

Στὴ δεύτερη πατρίδα τῆς κλασικῆς Τέχνης, τὴν Ἑλλάδα, τὸ ρωμαντικὸ κίνημα, ἂν ἔλειπε ὁ Σολωμός, δὲ θά ’χε ἀφήσει κανέν’ ἀχνάρι ἀπὸ τὸ πέρασμά του. Γιατί, βέβαια, οἱ κακότεχνες καὶ κούφιες μιμήσεις τῶν καθαρευουσιάνων τοῦ περασμένου αἰώνα εἴχανε  βυθιστεῖ στὴν ἀνυπαρξία τὴν ἑπομένη κιόλας τοῦ θανάτου τῶν δημιουργῶν τους. Ἀκόμη κι οἱ στίχοι τοῦ Βαλαωρίτη εἶναι σήμερα νεκροί. Μὰ κι ὁ Σολωμὸς εἶναι τάχα περισσότερο ρωμαντικὸς ἀπ’ ὅ,τι εἶναι κλασικός;

Ὁπωσδήποτε ἡ περίοδος τοῦ ρωμαντισμοῦ εἶναι ἀπὸ τὶς πιὸ γόνιμες ἐποχὲς τῆς Τέχνης. Κι εἶναι ἴσως ἡ μοναδικὴ περίπτωση στὰ νεώτερα χρόνια ποὺ ἕνα καλλιτεχνικὸ ρεῦμα ἐπηρέασε πλατιὰ στρώματα κοινοῦ. Ἡ ρωμαντικὴ ποίηση κι ὁ ρωμαντικὸς τρόπος ζωῆς ἤτανε τὸ ἰδανικὸ γιὰ μιὰ δυὸ γενιὲς νέων τῆς Εὐρώπης. Κι εἶναι ἀξιοσημείωτο, ὅπως παρατηρεῖ ὁ Ι. Μ. Παναγιωτόπουλος, πὼς «ἐνῶ κίνηση ἄλλη δὲν εὐνόησε τόσο πολύ τὸ ὑποκείμενο καὶ κίνηση ἄλλη δὲν ἀγαπήθηκε περισσότερο, δὲν ἀναθέρμανε πλατύτερους κύκλους». Ἡ ρωμαντικὴ Τέχνη μὲ τὸν πλούσιο συναισθηματισμό της μίλησε ἴσια στὸ παιδὶ μὲ τὴν τρυφερὴ καρδιά, στὸ δειλό, πληγωμένο παιδί, ποὺ κρύβεται ζαρωμένο σὲ κάποια ἀπόμερη γωνιὰ τῆς ψυχῆς τῶν περισσότερων ἀνθρώπων.

Ὁ ρωμαντισμὸς ἔσβησε σὰ σχολὴ ἀπ’ ὅταν ἔπαψε νά ’ναι αὐθόρμητος καὶ γνήσιος. Ἀκολούθησε τὴν τύχη ὅλων τῶν καλλιτεχνικῶν ρευμάτων. Στὴν ψυχικὴ διάθεση ὅμως ἐξακολουθεῖ νὰ ὑπάρχει καὶ στὸν αἰώνα μας σὲ κάμποσους δημιουργοὺς τοῦ λόγου καὶ τῶν εἰκαστικῶν τεχνῶν, ἀδιάφορο ἂν τὰ ἔργα τους ἐξωτερικὰ παίρνουνε μιὰ φόρμα σύγχρονη. Φτάνει νὰ θυμηθοῦμε τοὺς ἀδιάκοπα περιπλανώμενους ἥρωες τοῦ Κνοὺτ Χάμσουν, τοὺς κυνηγοὺς μιᾶς ἔντονης ζωῆς τοῦ Χεμινγκουαίη, ποὺ τόσο μοιάζουνε μὲ τὸ συγγραφέα τους, τοὺς ἀπελπισμένους τοῦ Καζαντζάκη, τοὺς ἀπροσάρμοστους τοῦ Ζὰν Ἀνούιγ. Φτάνει νὰ κοιτάξομε πάνω στὸ μουσαμᾶ τοὺς Χριστοὺς καὶ τοὺς παλιάτσους τοῦ Ζὼρζ Ρουὼ ἢ τὶς χωριάτικες ἀναμνήσεις τοῦ Μὰρκ Σαγκάλ. Θὰ καταλάβουμε τότε πὼς ὁ Ρωμαντισμός, ὄσο κι ἂν συνδέθηκε μὲ μιὰν ἐποχὴ κι ἀποτέλεσε τὴν ἔκφρασή της, δὲν εἶναι ἀποκλειστικὰ δικό της χαρακτηριστικό, μὰ μιὰ αἰώνια τάση τῆς ἀνθρώπινης ψυχῆς ‒καὶ γι’ αὐτὸ ἀληθινός.[15]

~.~

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ ΤΗΣ ΕΠΙΜΕΛΗΤΡΙΑΣ
Πρώτη δημοσίευση Κῆρυξ  Χανίων 22.4.1962
[1] Ἀναφέρεται στὴν ἐπιφυλλίδα του «Ρωμαντικὴ νιότη», Κῆρυξ 15.4.1962. Στὸ  neoplanodion.gr  ἀναρτήθηκε 3.4.2023.
[2] Μιὰ περίπου πενταετία μετὰ ἀπὸ τὴ δημοσίευση αὐτῆς τῆς ἐπιφυλλίδας, ὁ Μανουσάκης ἀποπειρᾶται νὰ συνθέσει ἕνα ποίημα, πολὺ κοντὰ στὴν εἰκόνα τοῦ βόρειου τοπίου, ποὺ ἀναφέρει ἐδῶ. Στὴν πρώτη ἑνότητα (δώδεκα στίχοι) περιγράφει ποιητικά, πιθανῶς μὲ ἀφορμὴ κάποιο πίνακα βορειοευρωπαίου ζωγράφου, που ἔβλεπε σὲ κάποιο βιβλίο μιὰ βροχερὴ ἡμέρα· στὴ δεύτερη, καὶ πιὸ σύντομη ἑνότητα (τέσσερεις στίχοι), μετέχει ὁ ἴδιος στὴ βροχερὴ  πραγματικότητα καί, ἂν καὶ προστατευμένος μέσα στὸ σπίτι του, νιώθει νὰ τὸν ἀπειλοῦν «[…] οἱ σταγόνες τῆς βροχῆς / σὰ νὰ βάλανε σημάδι τὸ πρόσωπό μου».
Στὴν πρώτη  ποιητικὴ συλλογή του Μονόλογοι (1967) δὲν συμπεριέλαβε τὸ ἄτιτλο ἐκεῖνο ποίημα, φαίνεται πὼς δὲν τὸν ἱκανοποιοῦσε καὶ τὸ ἐγκατέλειψε διὰ παντός.
Μὲ τίτλο τὸν πρῶτο στίχο τοῦ ποιήματος «[Ἕνας θαμπὸς σταχτὴς οὐρανός]», τὸ συμπεριέλαβα στὸ βιβλίο Γιώργης Μανουσάκης, Τὰ Ποιήματα 1967‒2007. Τόμος Β΄ Ἀνέκδοτα ‒ Ἀθησαύριστα, ἐκδ. Γαβριηλίδης 2013.
[3] Christopher Marlowe, Καντέρμπουρι 1564‒1593, θεατρικός συγγραφέας, πρόδρομος του Σαίξπηρ.
[4] Edmund Spenser, Λονδίνο 1552 – 1599, ποιητής.
[5] John Donne, Λονδίνο 1572 – 1631, ποιητής.
[6] Nicolaus Cusanus, Νότια Γερμανία (πόλη Cues)1401 – Ρώμη 1464, φιλόσοφος, μαθηματικός, θεολόγος επίσκοπος.
[7] Jakob Böhme, Βοημία 1575 – 1624, θεολόγος.
[8] Angelus Silesius, Σιλεσία1624 − 1677,  ποιητής, γιατρὸς και ἱερέας.
[9] Madame Germaine  de Staël, Παρίσι 1766 ‒ 1817, μυθιστοριογράφος.
[10] Alfred de Musset, Παρίσι 1810-1857, ποιητής, μυθιστοριογράφος, θεατρικὸς συγγραφέας.
[11] Maurice de Guérin, Νότια Γαλλία 1810 ‒ 1839, ποιητής. Ὁ Μανουσάκης τὸν ἀναφέρει καὶ σὲ ἄλλες δύο ἐπιφυλλίδες του (βλ. «Ἡ φύση κι ἐμεῖς» ‒ἀνάρτηση ἐδῶ 18.8.2023‒ καὶ στὴν ταξιδιωτικὴ «Τσαγκαράδα»).
[12] Alfred de Vigny, Loches 1797 ‒ Παρίσι 1863, ποιητής, μυθιστοριογράφος, θεατρικὸς συγγραφέας. Τὸ ποίημα «Ὁ θάνατος τοῦ λύκου» ἔχει μεταφράσει ὁ Ἄρης Δικταῖος, βλ. σημ. 15.
[13] Gérard de Nerval, Παρίσι 1808 ‒ 1855, ποιητὴς καὶ μεταφραστής.
[14] Τὸ ποίημα «Ἡ θλίψη τοῦ Ὀλύμπιου» ἔχει μεταφράσει ὁ Ἄρης Δικταῖος, βλ. σημ. 15.
[15] Οἱ πηγὲς τῆς ἐπιφυλλίδας αὐτῆς εἶναι κυρίως: 1. Ρενάκ Περ, Γενικὴ Ἱστορία τῆς Τέχνης (Α΄ καὶ Β΄ τόμος), μτφρ. Π. Πρεβελάκη, ἐκδ. οἶκος Ἐλευθερουδάκης Α.Ε., ἐν Ἀθήναις, 1931. 2. Παν. Καννελόπουλος, Ἱστορία τοῦ εὐρωπαϊκοῦ πνεύματος, τόμος Β΄, ἐκδ. Οἱ φίλοι τοῦ βιβλίου, 1947, (ἐνδεικτικὰ σ. 30, 178, 180). 3. Ἄρης Δικταῖος, Ἀνθολογία Παγκοσμίου Ποιήσεως, ἐκδ. Φέξης, Ἀθῆναι 1960.

~.~

*

*

*

*