
*
Τρία ποιήματα από την ομώνυμη συμφωνική καντάτα
Μετάφραση-Επίμετρο: ΞΕΝΙΑ ΚΑΛΑΪΤΖΙΔΟΥ
~.~
«Στους αγρούς δια παντός αποσύρθηκες»
Στους αγρούς δια παντός αποσύρθηκες.
Αγιασθήτω τ’ Όνομά Σου!
Του λιογέρματος κόκκινα δόρατα
Ξανατείναν επάνω μου λόγχες.
Μοναχά στο χρυσό Σου σουραύλι,
Μαύρη μέρα, τα χείλη αποθέτω.
Κι αν παράκληση άλλη δε μένει,
Άπελπις, στον αγρό θα ξαπλώσω.
Θα διαβείς, με τη χρυσή πορφύρα,
Κάποιου άλλου πια, μάτια ν’ ανοίξεις.
Στον ενύπνιο κόσμο, μια πνοή άφησέ μου,
Τη θαμβώδη σου οδό ν’ ασπαστώ…
Την ψυχή μου, ω! πάρε, σκουριά την τρώει!
Με αγίους να με ενταφιάσεις,
Συ, στεριών και πελάγων κρατούσα
Σταθερά, με τη Χείρα λεπτή!
16 Απριλίου 1905
~.~
«Περί ζωής μιλώ, που έσβησε στη χορωδία»
Περί ζωής μιλώ, που έσβησε στη χορωδία
Στον κλήρο σου τον σκοτεινό.
Περί Παρθένου λαμπρομάτας με κρυφό μυστήριο
Πάνω απ’ το φωτισμένο ιερό.
Περί των κορασίδων των νωθρών στη θύρα,
Όπου αέναα λυκόφως με τη δόξα κατοικούν.
Περί της Μαίρης* της μακρινής, της Μαίρης της φεγγοβόλας
Που κρύβει φως στα μάτια, στις πλεξίδες καταχνιά.
Κι εσύ, θεέ, θαρρώ, μισοκοιμάσαι στην εικόνα,
Καπνό λουσμένος, των γαλάζιων καντηλιών.
Κι εγώ, ενώπιών σου, στον άμβωνα επάνω
Είμαι το λυκαυγές των αστικών οδών.
Μαζί μου στο ναό σου η άνοιξη εισήλθε
Νύφη κι έχει εμένα αρραβωνιαστικό.
Είμαι γλαυκός, καπνός θαρρείς από καντήλι
Κι εκείνη, έαρ, με ομίχλη στολιστή.
Έτσι αιωρούμαστε κάτω απ’ τον θόλο οι δυο μας
Και απλωνόμαστε στο ιερό
Και τον λαό γητεύουμε με μάγια,
Καθώς τη Μαίρη υμνούμε φωτεινή.
Τότε απ’ τη σκιώδη θύρα οι κοπέλες
Αίφνης σκορπούν σε κάθε, του ιερού, σκαλί,
Λες κι άναψε, από μια σπίθα, η Μαίρη
Πριν το βασίλεμα, μια χαραυγή.
Λεπτά μαλλιά μίας από αυτές, με πνίγουν,
Γύρω απ’ το πρόσωπο γλιστράνε και πετούν,
Καθώς στον άμβωνα, φωνή κάποιας γυναίκας
Τη Μαίρη ψάλλει δίχως τελειωμό –
Μαζί κι αυτά τα ρόδα, στην εικόνα,
Όπου αέναα λυκόφως με τη δόξα κατοικούν –
Τη μακρινή και ελεούσα, την παρθένο
Που κρύβει φως στα μάτια, στις πλεξίδες καταχνιά.
Νοέμβριος 1906
~.~
«Απ’ το βασίλειο του ύπνου εξέρχεται απελπισία»
Απ’ το βασίλειο του ύπνου, εξέρχεται απελπισία,
Ομίχλη ολούθε και αυτή, γκρίζο πουλί.
Από τον ύπνο στη ζωή, με σέρνει η απειροσύνη,
Θαρρείς αεροδίνη ορμητική.
Εδώ μπροστά, τα περασμένα χρόνια, πόνοι κι αγωνίες,
Σαν μαυροπούλια κούρνιασαν καταμεσής αγρών.
Πέρα μακριά, ανοίγει ατέρμονος γαλάζιος δρόμος,
Τόσο πλατύς που μοιάζει μ’ άνοιγμα φτερών.
Απ’ το βασίλειο του ύπνου, βροντερό πουλί θα κρώξω,
Σαν αετός θα εισχωρήσω στην αχλή.
Σ’ ακολουθία άτακτη, μαζί μου ελάτε,
Στης οπτασίας τα εσώτερα, εκεί!
17 Ιανουαρίου 1902
~.~
* Στο δεύτερο ποίημα ο Μπλοκ επιχειρεί έναν ανοίκειο νεωτερισμό, αναφερόμενος στην Παρθένο Μαρία ως «Μαίρη». Έτσι την εξανθρωπίζει, την κάνει πιο προσιτή και την εντάσσει, τρόπον τινά, στο δικό του ιπποτικό γυναικείο ιδεώδες, ενώ την αποσυνδέει από το κανονιστικό πλαίσιο της ορθόδοξης παράδοσης, προσθέτοντας μια οπτική της αγγλικής λογοτεχνίας. Η μυστηριώδης μορφή που ο Μπλοκ αποκαλεί «Μαίρη» εμφανίζεται σε διάφορα ποιήματά του (τα οποία μάλιστα εντάχθηκαν σε ομώνυμο κύκλο της τρίτομης ανθολογίας του «Η τριλογία του εξανθρωπισμού») και παραπέμπει σε ετερόκλητα γυναικεία πρότυπα: εκτός από τη μητέρα του Χριστού, όπως στη συγκεκριμένη περίπτωση, ενσωματώνει στοιχεία γυναικών της εποχής ή ομώνυμων ηρωίδων των ποιητών Αλεξάντρ Πούσκιν, Μπράιαν Πρόκτερ (Barry Cornwall) και Τζον Γουίλσον, με διακειμενικές αναφορές στην ποίηση του Λόρδου Βύρωνος.
~.~
Ο Αλεξάντρ Αλεξάντροβιτς Μπλοκ (Александр Александрович Блок, 1880-1921), ποιητής του «Αργυρού Αιώνα» της Αγίας Πετρούπολης, υπήρξε ηγέτης του ρωσικού συμβολισμού, κυρίως του δεύτερου κύματος, επονομαζόμενου και «μετασυμβολισμός». Ο μετασυμβολισμός διαμορφώθηκε πάνω στην ιστορική καμπή της Πρώτης ρωσικής επανάστασης του 1905 και του ρωσοϊαπωνικού πολέμου, με το επίκαιρο τότε αίτημα για αυθορμητισμό και αρμονία στην ποίηση, ως υπέρβαση του κλασικού συμβολισμού της «ντεκαντάνς». Ο Μπλοκ, καταγόμενος από οικογένεια πανεπιστημιακών της Πετρούπολης (όπου σπούδασε και ο ίδιος φιλολογία), πολυγραφότατος από τα παιδικά του κιόλας χρόνια και εμπνευσμένος από τη λυρική ποιητική παράδοση, επηρεάζεται από το «αιώνιο θήλυ» του Γκαίτε και αναπτύσσει μια πλατωνική θεώρηση της ιδανικής ομορφιάς, ιδωμένη μέσα από την πραγματικότητα των βιομηχανικών προαστίων της Πετρούπολης, όπως είναι εμφανές στην πρώτη του συλλογή Ποιήματα της Ωραίας Κυρίας (1902). Σταδιακά εμβαθύνει στα κοινωνικά ζητήματα και την κρίση αξιών που χαρακτηρίζει την κομβική εκείνη εποχή, υπογραμμίζοντας τις αντιφάσεις μεταξύ ιδεατού και πραγματικού, με αποτέλεσμα η συμβολιστική γραφή να εξελίσσεται πέρα από τη θεματολογία που υπαγόρευε η μποέμικη ζωή. Τις αντιφάσεις διαδέχτηκε ο ενθουσιασμός για την επανάσταση, στην οποία ο ποιητής αφοσιώθηκε ολοκληρωτικά και αυθόρμητα. Τα νέα στοιχεία στα έργα του, δάνεια από τσιγγάνικες ρομάντσες, τραγούδια του καμπαρέ και πολεμικούς σκοπούς, έκαναν την εντύπωση μιας πραγματικής λογοτεχνικής μεταμόρφωσης του Μπλοκ, με το πλέον χαρακτηριστικό έργο την ποιητική σύνθεση Δώδεκα. Ωστόσο, αυτή η ειλικρινής επαναστατικότητα τον οδήγησε στη σύλληψη ως υπόπτου για «αντισοβιετική συνωμοσία», ενώ η αισθητική και υφολογική του προσέγγιση βρισκόταν σε ασυμφωνία με το κυρίαρχο ρεύμα της εποχής, την ώρα που αναγκαζόταν να εργάζεται σκληρά για διάφορους κρατικούς οργανισμούς. Ο συνδυασμός των παραπάνω οδήγησε τον ποιητή στην απόγνωση, στην ασθένεια και, εν τέλει, στη λιμοκτονία, το 1921. Όπως είπε ο ίδιος στην τελευταία του ομιλία, σε επετειακή εκδήλωση για τον θάνατο του Πούσκιν: «Ο ποιητής πεθαίνει γιατί δεν μπορεί άλλο να αναπνεύσει κι η ζωή του έχει χάσει κάθε νόημα».
Τα τρία παρατιθέμενα ποιήματα μελοποιήθηκαν από τον Αρθούρ Λουριέ το 1919 και συναποτελούν τη σύνθεση Στον ναό των χρυσών ονείρων («In the Temple of Golden Dreams», «В кумирне золотого сна»), συμφωνική καντάτα για μικτή á cappella χορωδία: https://youtu.be/lgIzSelEqV8?si=TSXYv_i_ttAt1fvO
Ο Αρθούρ-Βενσάν Λουριέ (Arthur-Vincent Lourié, γεννηθείς ως Ναούμ Ισραήλεβιτς Λούρια, Наум Израилевич Лурья, 1891-1966) ήταν συνθέτης της μουσικής πρωτοπορίας. Γεννήθηκε στην περιφέρεια Μογκιλιόφ της σημερινής Λευκορωσίας, πέρασε τα παιδικά του χρόνια στην Οδησσό και σπούδασε στην Αγία Πετρούπολη, όμως δεν μπόρεσε να ολοκληρώσει τις σπουδές του στο κονσερβατόριο λόγω της «μη ορθόδοξης» αντίληψής του για τη μουσική σύνθεση που αντιπαρατίθεντο σε αυτή της σχολής του Ρίμσκι-Κόρσακωφ. Συνδέθηκε με τους φουτουριστές και υπήρξε μέλος του «Αριστερού Μετώπου Τεχνών» του Μαγιακόφσκι, αλλά ταυτόχρονα είχε στενή σχέση με την Άννα Αχμάτοβα, η οποία του αφιέρωσε μερικά ποιήματά της. Ένας από τους αγαπημένους ποιητές του ήταν ο Αλεξάντρ Μπλοκ, αρκετά έργα του οποίου έχει μελοποιήσει. Το 1919, ως υπεύθυνος του Μουσικού Τμήματος του Κομισσαριάτου Πολιτισμού, ίδρυσε τον «Όμιλο Σύγχρονης Μουσικής» με σκοπό την προώθηση της μουσικής καινοτομίας, ο οποίος δεν έχαιρε μεγάλης εκτίμησης στους κύκλους της σοβιετικής μουσικολογίας, καθώς οι τελευταίοι χαρακτήρισαν τον ιδρυτή του «παρακμιακό» και «εκλεκτικό». Το 1922 ο Λουριέ μετανάστευσε στο Βερολίνο, όπου έζησε για δύο χρόνια, και στη συνέχεια στο Παρίσι, το οποίο αναγκάστηκε να εγκαταλείψει το 1941 λόγω της επέλασης των Ναζί. Έκτοτε ζούσε στη Νέα Υόρκη και στο Πρίνστον, στις ΗΠΑ. Στη μουσική του, μεταξύ άλλων, επηρεάστηκε από τον Στραβίνσκι κατά την «παρισινή» του περίοδο. Επίσης, έγραψε πλήθος κειμένων σχετικά με τη μουσική θεωρία.
~.~
*
*
*