*
Με χαρτιά και με μολύβια πέρασες τη ζωή σου. Κι ήσουν εσύ που είπες ότι πιο πολύ έγραφες με τη γόμα παρά με το μολύβι. Τώρα μαζεύω τούτα τα λόγια, σα να σε αντικρίζω ακόμα μία φορά σωματικά, με αυτή σου την οικία μορφή και όχι την «ετέρα» .
Έφυγες σε ώρες κρίσιμες. Την ημέρα ή μάλλον το ξημέρωμα που άφησες την τελευταία σου πνοή ολονυχτίς έβρεχε κρουνηδόν, όπως συμβαίνει συχνά στις μέρες μας, ίσως για να ξεπλύνει τους ρύπους, να μας καθαρίσει.
Έφυγες αποχωρώντας από τούτο τον κόσμο, τον ελληνικό και τον παγκόσμιο, του οποίου φανέρωσες στη διάρκεια της επίγειας μακροημέρευσής σου τα μυστικά του, ψηλάφησες τις ρωγμές του, τις ομορφιές του και τα τραύματα, φώτισες τις κρυφές και φανερές όψεις του, τονίζοντας πάντα, ωστόσο, ότι η ζωή είναι μυστήριο και καλά θα κάνουμε να μη ζητήσουμε να το καταργήσουμε.
Ο λόγος σου –γραπτός κυρίως– διασχίζει τον ελληνικό χωροχρόνο εις ώτα μή ακουόντων, λόγος που θαρρώ πρωτοφανερώθηκε το 1936 και τελευταία ακούστηκε εντελώς πρόσφατα με το «καθυστερημένο» Δοκίμιο για τον Κάλβο. Από το ’36 ως το 2004, έτος της εκδημίας σου, μετράω συμπληρωμένα 68 χρόνια: 68 ολόκληρα χρόνια διαβάζεις, γράφεις, μεταφράζεις και εκδίδεις εν μέσω μάλλον κλοιού σιωπής, που ελάχιστες φορές έσπασε για να ακουστεί ο λόγος σου, να συζητηθεί, να σχολιαστεί, μεριάζοντας την ασίγαστη φλυαρία της εποχής.
Συχνά, πολύ συχνά σε αναπολώ. Εδώ και χρόνια συναντιόμασταν αραιά, κρατούσαμε ωστόσο επαφή και ανηφόριζα που και που κατά το Κεφαλάρι. Τις περισσότερες φορές σε άφηνα να μιλάς και απολάμβανα αυτή την έξοχη στερεότητα της γλώσσας, κυριολεκτικά λέξεις-πράγματα. Μυστήριο πώς ο άνθρωπος που μιλούσε με τόσο στέρεα γλώσσα, περιφερόταν με τρομερή οικειότητα στο χώρο της ποίησης ή ερωτοτροπούσε με τη μυστική, πνευματική εμπειρία έργων και δημιουργών Ανατολής και Δύσης. Ταυτόχρονα όμως καθώς σε κοιτούσα ένιωθα πως δεν θα αργούσες να φύγεις για το μεγάλο ταξίδι και αυτό μου προξενούσε κάτι σα μετεώριση ανάκατη με βαθιά μελαγχολία. Μα ήταν και κάτι άλλο: όπως στεκόμασταν αντικριστά και παρ’ όλο που σε έβλεπα τελευταία ζαρωμένο και γερασμένο να αρθρώνεις τα λόγια σου με κόπο, έφθανε ως εμένα, σχεδόν με άγγιζε κάτι που ξεπερνούσε χώρο και χρόνο, σηκωνόταν πάνω από το γραφείο, την πολυθρόνα, τα βιβλία, υψωνόταν πάνω από την στέγη του πατρογονικού σπιτιού σου και φανέρωνε μία υπέρβαση, κάτι που αποτυπώνονταν πάνω σου ανεξάρτητα από τη σωματική σου παρουσία: ένα πλεόνασμα, μια περίσσια πνεύματος.
Το Δοκίμιό σου για τον Κάλβο κατακλείεται έτσι:
«Μαζί με τους περισσότερους Έλληνες έγραψα και εγώ ποιήματα. Αρκετά νωρίς (όχι απόλυτα) κατάλαβα πως η ποίηση δεν με προόριζε για δημιουργό της αλλά για υμνητή της. Αγαπούσα πολύ την ποίηση για να παρακούσω την απόφασή της. Από τότε βάλθηκα να κάνω όσο μπορούσα καλύτερα και όσο μπορούσα πιο τίμια τη δουλειά μου. Το πέτυχα ή δεν το πέτυχα θα το δείξει ο καιρός».
Τί έχει δείξει ο καιρός, επίτρεψέ μου να το διατυπώσω έτσι: Επιτελείς στην περιοχή του δοκιμιακού λόγου ό, τι ο Παπαδιαμάντης στην περιοχή του διηγήματος. Μεταγράφεις σε έργο περασμένο από τη διανοητική και ψυχική σου διαστολή και τη δοκιμασία της γραφής τη ρήση του Ιωάννη: «και ο Λόγος σαρξ εγένετο».
Προσλαμβάνοντας λόγους και έργα, πράξεις και θεωρίες, πραγματοποιείς μία τεράστια σύνθεση λόγου, αγάπης και φωτός, θέλοντας να ενσταλάξεις ενσάρκωση μέσα στο σώμα της γλώσσας, καθαίροντάς την και καλλίνοντάς την, ώστε και ο άνθρωπος να «ζωοποιεί τη γλώσσα» και η γλώσσα «να ζωοποιεί τον άνθρωπο» στην πορεία για έναν πανανθρώπινο πολιτισμό*.
««««««««««««««««
Σήμερα, Φεβρουάριος του 2024, είκοσι χρόνια μετά την εκδημία σου, προσθέτω δυο ακόμη γραμμές για να αναφερθώ σ’ ένα βιβλίο που δεν ανήκει στα προηγηθέντα και εκδόθηκε μεταθανάτια. Λέγεται Collectanea (Δόμος, Αθήνα 2009α), κάτι σαν συλλογή μικρών εξομολογήσεων, συμπυκνωμένων σκέψεων, αποφθεγματικών διατυπώσεων, διδαχών και όσων κρύφιων δεν είχες καταγράψει μέχρι τότε μέσα από μια παράθεση άπειρων διαβασμάτων σε μια έκταση οχτακοσίων περίπου σελίδων. Για ελάχιστο δείγμα θα μιλήσω για το coll. 930 όπου και το παρακάτω απόσπασμα:
«Τι είναι η ποίηση; Δεν έχομε εδώ μετρήματα ή μηχανισμούς, δεν έχομε διαφορετικές εξισώσεις ή αφαιρέσεις ανάλογες, δεν έχομε παρατήρηση. Εδώ έχομε δεν και δεν. Αποφατική απόκριση. Καταφατική έχομε; Μια βλέπω μοναχά, μπορεί αόριστη […]Τι είναι η ποίηση; Η ποίηση είναι ο άνθρωπος. […] Με τις αναλύσεις τίποτα δεν πιάνεις από την ποίηση και απομένεις με τα χέρια αδειανά. Αυτό σαν αρχή, με τις δύο σημασίες. Και σαν τέλος».
(Coll. απ. 930, σ. 544 και 545).
Έχεις αρχίσει εδώ να τα γράφεις αυτά παίρνοντας αφορμή από το «τ’ Αγνάντεμα» του Παπαδιαμάντη που το διάβαζες μια βραδιά και το διάβασμα γέννησε μια σειρά από σκέψεις και κρίσεις για την μοναδικότητα του ποιητή, για την μοναδικότητα του ανθρώπου:
«διαβάζοντας τ’ Αγνάντεμα’, η ποίηση είναι ο Παπαδιαμάντης… Αυτός και κανένας άλλος άνθρωπος είναι, στο προκείμενο, η ποίηση, μοναδικός –όπως κάθε άνθρωπος[…]– με τη δικιά του αντιστοιχία τη μοναδική, το αντιφέγγισμα με την ομορφιά ή με το ανώτερο, που κανένας άλλος άνθρωπος δεν μπορεί να τον αντικαταστήσει στην αντιστοιχία αυτή, στο αντιφέγγισμα […]».
Ένα κύριο χαρακτηριστικό σου θα ’λεγα είναι ο αναγνώστης. Έστρωνες έτσι ένα χαλάκι και έρχονταν κατά κύματα οι δικές σου φωνές διασταυρωμένες με το κείμενο που είχες μπροστά σου και με πλήθος άλλων διαβασμάτων παλαιότερων ή πρόσφατων, έτσι που παρουσιαζόταν μια σύνθεση νοημάτων και σημασιών εσωτερικής τάξης που θα την έλεγα ψυχοπνευματική. Διαπιστώνοντας ότι το θέμα στο αφήγημα του Παπαδιαμάντη είναι «απλό», «ο αποχαιρετισμός, από το γυναικόκοσμο του νησιού, των ναυτικών που αφήνουν τα σπίτια τους νωρίς την άνοιξη για να ταξιδέψουν» συμπληρώνεις αμέσως:
«αλλά την ποίηση δεν την κάνει το θέμα. Την ποίηση την κάνει ο άνθρωπος –ή μάλλον είναι ο άνθρωπος (το είπαμε)–που χρησιμοποιεί το θέμα. Μέσα στο θέμα αυτό αμέτρητα άλλα. Και όλα να τα σκεπάζει ένα μαγνάδι ακαθόριστο, η ποίηση, που ξέρομε να το ονομάζομε δίχως να ξέρομε τι είναι, αλλά που το υφαίνει, μισό συνειδητά και μισό ασυνείδητα, ο άνθρωπος, αν τυχαίνει να είναι ποιητής, να έχει, δηλαδή, μέσα του αυτό που μας φέρνει σε αντιστοιχία, λέγαμε, σε αντιφέγγισμα, με την ομορφιά ή με το ανώτερο» (ό.π.).
Παρακάτω σταματώντας σε λέξεις που σε άγγιξαν, βρίσκεις μια σειρά από εικόνες που δεν περιγράφουν απλώς το τοπίο αλλά «μας μεταφέρουν ξάφνου σε μια άλλη διάσταση». Μιλάς για «τα ρήματα, που είναι οι μεγάλοι μυώνες για την κίνηση της γλώσσας και για
«αράδες συνώνυμα ουσιαστικά… που μαζί με τα ρήματα τυλίγουν και ξετυλίγουν κάθε φορά, όπως στους αετούς που αμολάγαμε κάθε άνοιξη, την καλούμπα του εσωτερικού ρυθμού στη διήγηση… και που αποφασίζουν για το πλάτεμα ή το στένεμα της ανάσας του λόγου».
Ακολουθεί σειρά λεπτομερούς καταγραφής του παπαδιαμαντικού ποιητικού τρόπου γραφής που υπογραμμίζει για μια ακόμη φορά την μοναδικότητα της ποίησης και του ανθρώπου που την γράφει. Και αφήνοντας πίσω το Coll. απ. 930, προχωρείς σε απέραντο ταξίδι γνωστικό-πνευματικό-γλωσσικό-ποιητικό που δεν ξέρω πόσοι αναγνώστες έχουν την καρτερία να το παρακολουθήσουν και προπαντός να το αφομοιώσουν. Τι να πρωτοαναφέρω εδώ; Δεν είναι η στιγμή. Ωστόσο, θα κλείσω με ένα απόσπασμα που συνδέεται με τη σημασία του ονόματός σου: Ζήσιμος:
«Τα σπουδαιότερα πράγματα στη ζωή δεν τα δοκίμασα από τα βιβλία ή από το γράψιμο, τις μεγάλες ομορφιές ή τις μεγάλες (και μικρές) τραγωδίες –ας διάβασα και ας έγραψα– αλλά από την ίδια τη ζωή, μέγα καλό και πρώτο (Σολωμός). Εκείνη στάθηκε ο δάσκαλος που (μοναδική εξαίρεση από τους άλλους δασκάλους), καμιά φορά, γίνεται και μαθητής, αφού και εμείς δεν παύομε να είμαστε ένα κομμάτι δικό της. Κάθε φορά που νομίζομε πως κατέχομε σπουδαία μυστικά του σύμπαντος και της ζωής ή της αλήθειας […] τίποτα δεν κατέχομε. Ακούραστοι οδοιπόροι φτάνομε πάντα κοντά και πάντα σταματάμε μπροστά στο απροσπέλαστο: εγώ ειμί η οδός και η αλήθεια και η ζωή, ήγουν το μόνο εγώ ή JE –για να μιλήσομε τη γλώσσα του Rimbaud– που δεν είναι un autre (ένας άλλος). (Βλέπε γράμμα στον Georges Izambard, Μάης του 1871, μαζί με μια σκεπασμένη απάντηση στη φιλοσοφία του Descartes: C’ est faux de dire Je pense– είναι λάθος να λες: σκέπτομαι)».
Εδώ μας έφερες μέσα από αυτά τα τελευταία λόγια, τα δύσκολα. Στην περιοχή του Άλλου, στο μυστήριο της Ζωής, σ’ αυτά που έχουμε λησμονήσει οι άνθρωποι, σ’ αυτά που αγνοούμε οι περισσότεροι και σ’ αυτά που απορρίψαμε εδώ και χρόνια.
Αλλά ώς εδώ φτάνει.
Θα ανταμώσουμε πάλι.
ΣΩΤΗΡΗΣ ΓΟΥΝΕΛΑΣ
* Ως εδώ το κείμενο αναδημοσιεύεται από την Ίνδικτο, τεύχος 19, Απρίλιος 2005.
*
*
