της ΘΕΩΝΗΣ ΚΟΤΙΝΗ
Ηλίας Αλεβίζος,
Μεταχειρισμένο φως,
Εύμαρος, 2023
Το πρώτο βιβλίο του Ηλία Αλεβίζου φέρει την ισχυρή ταυτότητα μιας πένας που δε μετρά τις δυνάμεις της στη γλώσσα, γιατί αυτή την έχει ήδη κατακτήσει, αλλά στη ζωή της συνείδησης που παρακολουθεί άγρυπνα την αναπνοή της στον άξενο τόπο της αστικής μεγαλούπολης. Μάλλον θα ήταν καλύτερα να πω, στον άξενο τόπο που είναι η ύπαρξη βαλλόμενη από την ακατόρθωτη συνύπαρξη με τον άλλον. Ο κανιβαλισμός του κοινωνικώς υπάρχειν και η ακατανοησία του συνειδητώς υπάρχειν αποτελούν, κατά τη γνώμη μου, τις δυο αλληλοσυμπληρούμενες συνιστώσες του βιβλίου. Και το στοίχημά του, να διαρρήξει για λίγο την μεμβράνη αυτής της συσκοτισμένης περιοχής που τα διαλαθόντα ζητούν την επίγνωσή τους.
Το βιβλίο αποτελείται από δώδεκα κείμενα που, όπως διαβάζουμε στο διαφωτιστικό οπισθόφυλλο, «μορφολογικά κινούνται στον χώρο μεταξύ της σύντομης νουβέλας, του διηγήματος-μπονζάι και του πεζοποιήματος». Οργανώνονται σε τέσσερις ενότητες. Στην πρώτη παιδικές και εφηβικές εμπειρίες, στη δεύτερη όψεις της πόλης και των ανθρώπων που, σύμφωνα πάλι με το ίδιο σημείωμα, κινούνται στο περιθώριο των επίσημων αφηγήσεων του βίου. Η τρίτη οδεύει εσωτερικότερα σε ψυχεδελικά ονειρικά τοπία- εφιάλτες και η τέταρτη ελλειπτικότερη και στοχαστικότερη, επιχειρεί να περιθάλψει το άλγος της προηγούμενης περιδιάβασης στην ποιητική αναζήτηση της ψυχής, του σώματος, της αγάπης. Όλες οι ενότητες αποτελούν αρθρώσεις ενός κοινού άξονα που είναι η μοναχική τροχιά ανθρώπινων πεπρωμένων καθώς αυτοί κινούνται σαν διάττοντες στην περιφορά ενός άγρια και θαυμαστά ακατανόητου ανθρώπινου και κοσμικού γαλαξία.
Στην πρώτη ενότητα ξεκινάμε με την ανάμνηση ενός παιδικού τραύματος την ώρα της Ανάστασης όπου ένας αργοπορημένος οκτάχρονος χάνει για λίγο τους δικούς του, μένοντας μόνος στο προαύλιο της εκκλησίας με τις πυγολαμπίδες των πυροτεχνημάτων:
«Στο νυχτερινό δρόμο τώρα, οι λάμπες στέλνουν μπαλώματα φωτός πάνω στο δέρμα του σκοταδιού, εξανθήματα ζωής πάνω στα κοιλώματα και τις παρυφές ενός παχύσαρκου κενού. Στα μάτια του οι φιγούρες που εμφανίζονται στιγμιαία κάτω από τα φώτα των δρόμων και χάνονται μοιάζουν με φαντάσματα· πυγολαμπίδες κι αυτοί, που όμως χάνονται στο σκοτάδι χωρίς κανένα οργασμό φωτός, χωρίς κανένα πυρόπληκτο ξέσπασμα, σχεδόν σαν να τους μεταφέρει ήσυχα μια βάρκα στα ήρεμα νερά του Αχέροντα».
Στη συνέχεια συναντά, αντί για παρηγόρηση στην πρόωρη μοναξιά του θαυμαστού που μόλις αντίκρισε, την σκαιά υποδοχή του παππού του, εμπειρία που τα επόμενα χρόνια θα χρωματίζει τη γεύση του πανικού του:
«Μια μυρωδιά καμένου φιτιλιού ανεβαίνει κάθε φορά στα ρουθούνια του, μια μεταλλική γεύση απλώνεται στον ουρανίσκο του και τα βλέφαρά του πεταρίζουν σαν τα ανώριμα φτερά μιας εκκολαπτόμενης πεταλούδας, καθώς τα δοκιμάζει για πρώτη φορά μετά την έξοδό της από το κουκούλι: ένα από τα ελάχιστα διασωθέντα δείγματα ζωής στη μέση ενός εγκαταλειμμένου πεδίου μάχης, κρεμασμένο από την άκρη ενός καψαλισμένου κλαδιού και τυλιγμένο με τη σιωπή των νεκρών στρατιωτών και τις αναθυμιάσεις των κρατήρων.»
Η παράθεση των προηγούμενων αποσπασμάτων δείχνει ότι το διήγημα δεν κινείται στον νοσταλγικό χώρο των παιδικών αναμνήσεων, αλλά εισάγει ένα μόνιμο θέμα που το συναντούμε σε όλη τη συλλογή υπό διάφορες εκδοχές. Παντού καραδοκεί ένας υπαρξιακός τρόμος που μπορεί η προέλευσή του να εδράζεται σε συγκεκριμένες τραυματικές εμπειρίες αλλά τις υπερβαίνει βαθαίνοντας σε πιο αρχετυπικές ρίζες. Συχνά ένα περιστατικό δίνει αφορμή για ένα σχόλιο που δείχνει ότι η εστίαση της αφήγησης βρίσκεται αλλού και το διακύβευμα της γραφής είναι να εκθέσει τις υπόγειες διαδρομές που ο αντίκτυπος ενός τυχαίου ίσως ερεθίσματος διανύει μέχρι να συναντήσει την ψυχική του εκπόρευση.
Ο αφηγητής είναι συχνά ένα πρόσωπο εν κινήσει που διασταυρώνεται, σχεδόν σε μια τυχαιότητα, με άλλα πρόσωπα, στη ρευστότητα μιας διαδρομής που συλλαμβάνει ελλειπτικά τα αδρά σκιαγραφημένα προφίλ τους. Τα περιστατικά αποκεντρωμένα, ασύνδετα φαινομενικά, χωρίς σε πρώτη ανάγνωση σημαίνουσα βαρύτητα. Μέσα στην ήρεμη ακολουθία γεγονότων, αυτό που αναδεικνύεται είναι τα πρόσωπα και η συνθήκη, η ατμόσφαιρα που περιβάλλει σαν υποβλητική άλως ώρες – ώρες την όποια δράση.
Οι πρωταγωνιστές της πρώτης ενότητας, «ανέστιοι» νεαροί, ψάχνουν να ορίσουν μια περιοχή αυθεντικότητας με αυτοσχέδια τελετουργικά όπως ο Βαγγέλης στο πολύ καλό διήγημα «Ο ονειροπαγίδας». Υπάλληλος σε βενζινάδικο, μικροέμπορος πρέζας, δράστης κάποιας μικροκλοπής ενίοτε, διασχίζει σε κοπιώδη χιλιόμετρα την πόλη με το ποδήλατο επιστρέφοντας στο περίπτερο που ξάφρισε τα χρωστούμενα, και προσπαθώντας να στήσει ξόβεργα σε ένα μπαλωμένο όνειρο, μέρος του οποίου και η πεθαμένη του σκυλίτσα, η Ονειροπαγίδα.
«Θα μου μείνει για πάντα αυτό το σκυλάκι. “Η Ονειροπαγίδα μου” του είπε και του χαμογέλασε πλατιά, με χαμόγελο έκπτωτου αγγέλου, για να φανεί μια οδοντοστοιχία που της έλειπαν πια σχεδόν τα μισά δόντια».
Στο επίσης πολύ αξιόλογο διήγημα «Welcome to the Cannibal woods», δυο φίλοι στο βραδινό σχολικό προαύλιο για ένα λαθραίο μπασκετάκι συναντούν το ξεδοντιασμένο φόβητρο ενός πρώην νταή του σχολείου όπου εκτελούν μια συμβολική τελετή αποκαθήλωσής του. Μια υπόρρητη τρυφερότητα διατρέχει την αφήγηση για αυτούς τους έκκεντρους ήρωες. Γιατί αρκετοί από αυτούς είναι πράγματι εκπεσόντες «άγγελοι», όπως ο Ευγένιος της επόμενης ενότητας που πριν πεθάνει από κατάθλιψη επιχειρεί να επανασυνθέσει τα «θραύσματα της τραυματισμένης γλώσσας» της επικοινωνίας, με μια δικής του επινόησης ιδιόγλωσσα όπου π.χ. η φράση «Άνθη-Φυτά» γίνεται ανθήφυτα. Στις ίδιες παρυφές και η γυναίκα που περνά μερικά βράδια με την αφηγητή προσπαθώντας να συλλάβει με τη φωτογραφική της μηχανή το «μεταχειρισμένο φως» των προσώπων, ο άστεγος που κατασκηνώνει κάτω από το σπίτι του αφηγητή και λειτουργεί ως διπλοτυπία του, γεμίζοντας το βανάκι του με ό,τι ο άλλος αναγκάζεται να αδειάσει από τον εαυτό του.
Kοινό στοιχείο των προσώπων, του αφηγητή συμπεριλαμβανομένου, είναι ότι ανεπίγνωστα ίσως ακολουθούν το χνάρι μιας μοναχικής αναζήτησης, παραμένοντας σε μια κατάσταση εκκρεμότητας, limbo, προσπαθώντας να επουλωθούν από την προπατορική ξενότητα του κόσμου. Αυτή την ξενότητα δεν την δημιουργεί μόνο η οντολογική απορία του ανθρώπου στον κόσμο αλλά και η στρεβλή συνθήκη των κοινωνικών, οικονομικών επαγγελματικών σχέσεων. Η δουλειά στο βενζινάδικο «που είναι γαμήσι», τα λουστραρισμένα συνέδρια των πολυεθνικών, η ασχήμια της βιασμένης πόλης, η καθεστωτική εκπαίδευση, οι ψηφιακές φυλακές, οι παρίες των εκάστοτε κοινωνικών σχημάτων ή πειθαναγκασμών είναι συνιστώσες της υφέρπουσας δυσανεξίας που φέρουν τα πρόσωπα.
Ο λόγος, για να τα αναδείξει αυτά, μετέρχεται την υποβολή καθώς τα πρόσωπα και τα συμβάντα μοιάζουν να κινούνται στο λυκόφως, στο ημίφως. Το μεταίχμιο της μέρας και της νύχτας παίζει σημαντικό ρόλο στη διήγηση όπου στην αμφίβολη αυτή ώρα απελευθερώνεται μια μυστική ουσία που είτε επίβουλα εμβάλλει ανησυχία στον άνθρωπο είτε τον βυθίζει σε μια αποκαλυπτικού τύπου εμπειρία. Κι εδώ είναι που τα συμβαίνοντα μοιάζουν να έχουν την ανταπόκρισή του με τις κοσμικές λειτουργίες ενός σύμπαντος του οποίου ο αφηγητής συχνά νιώθει τους κραδασμούς, σχεδόν σωματικά. Είναι συχνή η αναφορά στους τριγμούς, τα σήματα, τις ταλαντώσεις, τις φωσφορικές αντανακλάσεις ενός κόσμου που η λειτουργία του σχολιάζει και εναρμονίζεται με τις τροπές της συνείδησης του αφηγητή.
Τέτοια σχόλια είναι εγκατεσπαρμένα σε όλη τη διήγηση, αλλά κυριαρχούν στην τρίτη ενότητα. Εδώ εγκαταλείπεται η τριτοπρόσωπη αληθοφανής αφήγηση και παρακολουθούμε την ψυχεδελική πρωτοπρόσωπη καταβύθιση στην παραισθητική εγρήγορση του ονείρου που απεικονίζει διεσταλμένα τη συναισθηματική και πνευματική ταλάντωση του αφηγητή. Η αφήγηση μοιάζει να επιδιώκει την τέλεια μάνταλα, έναν υπερσυμπυκνωμένο κύκλο του Ένσο, όπως διαβάζουμε στο τέλος του αινιγματικού «Sacratio Capitis». Σε αυτό το τρίτο μέρος, που κατά τη γνώμη μου είναι το πιο αδύναμο, φαίνεται η επιρροή από τις αναζητήσεις του συγγραφέα στους κύκλους του ανατολικού εσωτερισμού. Επίβουλο το κοσμικό ψύχος στέλνει το μήνυμά του και πολλαπλασιάζει τον παγετό της ανθρώπινης κατάστασης και άλλοτε παρηγορητικά τα γρανάζια του σύμπαντος σκέπουν τον άνθρωπο, αντιπροσωπεύοντας την πληρότητα, την αρμονία της ολότητας του εαυτού. Αυτή τη χαμένη ενότητα φαίνεται να στοχάζεται το βιβλίο, πρόβλημα απέναντι στο οποίο η απάντηση που δίνεται είναι κατ’ ουσίαν ποιητικής φύσης. Αυτή την απάντηση μοιάζει να προσφέρει και το επιλογικό τρίτο μέρος με τα «πεζοποιήματα». Εδώ η συμπιεσμένη τρυφερότητα αφήνεται πιο αλογόκριτη, όπως το «Σημείωμα προς το γιο μου» και τα πέντε μέρη του «Nicotiana mystica». Ας δούμε το δεύτερο από αυτά:
Το κάπνισμα προκαλεί γήρανση του δέρματος
Υπάρχουν τσιγάρα στοχαστικά
έσχατα καταφύγια μιας ελάχιστης ανυποταξίας.
Κάθε ρουφηξιά και μια αστοχία θυμικού
στο εργοστάσιο των ωρών.
Κιτρινισμένοι και σκαμμένοι οι τοίχοι των δαχτύλων
ανάμεσα στις κυκλοφοριακές αρτηρίες της ερειπωμένης
παλάμης.
Σε μια χειρονομία εξεγερμένης προσευχής
κουβαλάνε στις χούφτες τους τους βομβαρδισμένους δρόμους
της μνήμης
σαν μικρά κουτάβια που τα επιστρέφει η μαμά τους στη
φωλιά.
Αυτή η διακριτική ποιητικότητα είναι ένα από τα κυρίαρχα γνωρίσματα της γραφής του Ηλία Αλεβίζου και από τις μεγαλύτερες αρετές της γραφής του. Η μεταφορά διαθέτει την οξυδερκή παρατηρητικότητα ενός πρωτότυπου στοχασμού:
«Χρειάζονται χιλιάδες, εκατομμύρια χρόνια για να φτάσει το φως των αστεριών εδώ. Αυτό που φτάνει σε μας είναι το παρελθόν τους. Στεκόμαστε κάτω από έναν καταρράκτη παρελθόντος. Κι όταν αυτό το φως φτάσει εδώ, το περιμένουν αυτά τα δέντρα. Το αιχμαλωτίζουν μέσα τους. […] Αυτά τα δέντρα είναι φαναράκια παρελθόντος που φυλάνε μέσα τους ταξίδια εκατομμυρίων ετών. Εμείς ζούμε ανάμεσα σε ουρανό και δέντρα, στη χαραμάδα δύο κοσμικών παλίμψηστων».
Το ίδιο και η παρομοίωση που χαρίζει μια φωτεινή ορατότητα στην εικόνα και εισάγει στην στρωτή αφήγηση μικρές λυρικές κυμάνσεις:
«Η αρκτική εωθινή ησυχία της πόλης κρεμόταν από τις λάμπες των δρόμων όπως ο ώριμος θυσανωτός καρπός του “κλέφτη” αρπάζεται από τη βάση του άνθους του για μια τελευταία ανάσα φωτός πριν το επόμενο αεράκι τον αναγκάσει να σαλτάρει για το ταξίδι του».
Το πρώτο βιβλίο του Ηλία Αλεβίζου αποτελεί μια στιβαρή αναγνωστική πρόταση. Μας καλεί να παρακολουθήσουμε τις τροπές μιας μοναχικής αναζήτησης που όμως δεν αποκλείει τον αναγνώστη από τα μονοπάτια της γιατί μέσα σ’ αυτή υπάρχει η έγνοια για την ανθρώπινη κατάσταση που μας περικλείει όλους, Αν και υπάρχουν περιοχές που η γραφή ιδιωτεύει ριψοκίνδυνα, ο αφηγητής – συγγραφέας μέσα απ’ αυτή ομολογεί την ανεπιτήδευτη συμπόρευσή του στο ανθρώπινο πάθος, σ’ αυτό που ο καθένας αναγνωρίζεται ως δικό του διακύβευμα και ζητούμενο κέντρο.
*