*
της ΔΗΜΗΤΡΑΣ ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ
[ Συνέχεια από το Δεύτερο Μέρος. Το Πρώτο μέρος εδώ. ]
~.~
Αναταραχή φύλου:
Μια ορθόδοξη ουσιοκρατική στο τρίτο κύμα
Η διεκδίκηση μιας θηλυκής ταυτοτικής θέσης και γραφής διά την αποδοχή της ετερότητας δεν συνεπάγεται, σ’ αυτού του τύπου την προσέγγιση, μισανδρικές θέσεις, αλλά αντίθετα μια διϋποκειμενική επαφή στηριγμένη στην αποδοχή του Άλλου στην ισοτιμία της διαφοράς του:
Καιρός να συναντηθούν
ο άνδρας και η γυναίκα
σε μιαν Άνοιξη
που τους χωρά και τους δύο
μέσα στην ξεχωριστή ομορφιά τους.
(στο Τουμαζή Ρεμπελίνα και Σαββίδου Θεοδούλου, 2015, 40)
Μπροστά στη δημοφιλία θεωριών του μεταδομισμού στο σύγχρονό της περιβάλλον, με ιδιαίτερη αναφορά στο έργο της Τζούντιθ Μπάτλερ (ενδ. 1990), με αφορμή τη δημοσίευση του κειμένου μου «Μια δική τους λογοτεχνία; Γυναικεία γραφή: Μύθοι και πραγματικότητες»,[1] το οποίο, στην πρώτη του μορφή, που εκφωνήθηκε το 2017, προκάλεσε συζητήσεις και σεξιστικές αντιδράσεις στους λογοτεχνικούς κύκλους στην Κύπρο, με σχετικό βωμολοχικό «ποίημα», μάλιστα, που γράφτηκε από μείζονα ποιητή της γενιάς της Ανεξαρτησίας και το οποίο βρίσκεται στο αρχείο της συγγραφέα Μυρτώς Αζίνα, η οποία μου το εκμυστηρεύτηκε, έπειτα το θεωρητικό μου σεμινάριο «Το θέατρο του εαυτού: Φύλο και Eπιτελεστικότητα» για την Μπάτλερ στο πλαίσιο της ΣΕΖΟΝ (18 Απριλίου 2019), η Ρεμπελίνα κλονίζεται:
Επειδή ανήκω στη δεύτερη εποχή [φεμινισμού], δεν ξέρω ακόμα πολλά πράγματα για την τρίτη, την τωρινή, τη δική σας. Έχω μια έντονη εντύπωση […] ότι κεντρική φυσιογνωμία στη νέα ματιά που επικρατεί σήμερα είναι η Judith Butler. Έχω να ξανασκεφτώ μερικά πράγματα, λαμβάνοντας υπόψη αυτή την προβληματική ανάμεσα στην ουσιοκρατία και την περφόρμανς όσον αφορά τη γυναικεία ταυτότητα… Μου φαίνονται ξένα όλα αυτά.[2]
Μέσα μου παλεύουν οι έννοιες διαφορά, αφήγηση, επιτέλεση. Η Irigaray, η Cixous, η Antoinette Fouque και η Butler. Τα φύλα και οι πολιτισμικές κατηγορίες που τα βεβαιώνουν ή τα αμφισβητούν. Η «ουσία» και η «παραστατικότητα». Παρ’ όλη την ηλικία μου τίποτα δεν έχει λυθεί και δεν έχει οριστικά απαντηθεί μέσα μου.[3]
Σε μεταγενέστερη επικοινωνία μας, η Ρεμπελίνα έχει ωστόσο καταλήξει και, κατά την ακρίβεια, εξεγείρεται εναντίον των θεωριών του βιολογικού φύλου ως κατασκευής και του αποπροσανατολισμού της θεωρίας από την υλικότητα του σώματος, με ιδιαίτερη αναφορά στην Μπάτλερ. Αισθάνεται μάλιστα «παρωχημένη» και ίσως εκ νέου εξόριστη στην εποχή του τρίτου (και κατά την ακρίβεια του τέταρτου, ως νοείται πλέον η εποχή του #MeToo[4]) φεμινιστικού κύματος, ως παραδοσιακή εκφραστής του δεύτερου, κατόπιν του σχετικού μου δημοσιεύματος (Δημητρίου 2019):
Μόνο που και τώρα –φευ– στην τωρινή εποχή είμαι και πάλι αλλιώς παρωχημένη, αφού με κατατάσσουν στο δεύτερο κύμα φεμινισμού, που επικεντρωνόταν στη διαφορά των φύλων και επικρατεί πια παντού στα εργαστήρια παραγωγής σκέψης και που ερμηνεύει όλα τα γεγονότα, όλες τις δράσεις ως περφόρμανς, αρνούμενο κάθε σταθερό πυρήνα ταυτότητας […] και δίνοντας ελάχιστη, έως καθόλου σημασία στη βιολογική σεξουαλική διαφορά. […] Έζησα στην έρημο όλη τη μακρά περίοδο της μετάβασης της κυπριακής κοινωνίας από την άγνοια στην εθελοτυφλία […]. Και σήμερα […] πάλι δεν ανήκω στη σημερινή εποχή, για την οποία είμαι ήδη ξεπερασμένη.[5]
Παρότι σέβεται το αίτημα της Μπάτλερ για δικαιοσύνη, θεωρεί ότι η προσέγγιση της τελευταίας ισοπεδώνει την ουσία, ήτοι τη διαφορά και την αποδοχή της ετερότητας των φύλων ως αρχέτυπη προϋπόθεση της αναπνοής και της ύπαρξης:
Μπόρεσα ν’ ανέβω ξανά, άρχισα ν’ αναπνέω ξανά, όταν άρπαξα από τα κέρατα το λευκό κριάρι, που με οδήγησε ολόισια στο φως του πραγματικού. Στο σημείο όπου άρχισα να διακρίνω καθαρά εκείνο που, αν και πρώτο, δεν είναι καθόλου αυτονόητο: τη διαφορά των φύλων.[6]
Συναφώς, στο ποίημά της «Ύπ-ανδρος» (Tουμαζή-Ρεμπελίνα 2022) βάλλει ενάντια σε κάθε σχηματοποίηση της ταυτότητας ως κατασκευής, που οδηγεί στην απόσβεση, κατά την άποψή της, της θηλυκότητας, στοχοποιώντας ειδικότερα τα επιστημονικά πεδία των Queer Studies, των Gender Studies ή και την ομοφυλοφιλία, ταυτίζοντας, κατά πολύ άδικο τρόπο, θα προσθέταμε, συλλήβδην τα Gender Studies με τον κονστρουκτιβισμό, το βιολογικό με το κοινωνικό φύλο και τον ομοερωτισμό με την queer –κυρίως μπατλερική– προσέγγιση και τον μεταδομισμό:
Τι κοινότοπο θεέ μου! Ζούμε σ έναν κόσμο που ανήκει στους άνδρες. Αυτοί τον διαμόρφωσαν, αυτοί τον κυβερνούν. Και όχι μόνον οι ετερόφυλοι [sic] –ας μη ξεγελιόμαστε– αλλά και οι ομοφυλόφιλοι. Γιατί ο κόσμος μας, στην ουσία του, είναι ομοφυλοφιλικός ανδρικός. Ζούμε ακόμη –και με θριαμβικό τρόπο– στην επικράτεια του διφορούμενου μεν, αλλά οπωσδήποτε φαλλοφόρου Διόνυσου. Τα υπόλοιπα είναι έπεα πτερόεντα: LGBT και QUEER Theory, GENDER studies και τα παρόμοια που ξεγελούν ασύστολα και αποπροσανατολίζουν βοηθώντας την πατριαρχία να συντηρείται και να διαιωνίζεται αλώβητη, οικειοποιούμενη κάθε αυθεντική επαναστατική παρόρμηση στους κόλπους της. Η γυναίκα ως φύλο δεν συμβολίζεται καν. Το εσωτερικό φύλο, το μη προβεβλημένο δημόσια, δεν αναγνωρίζεται ως υπαρκτό. Παραμένει εξ-ορισμού αέναα εξόριστο. Κοντολογίς, η γυναίκα δεν αναγνωρίζεται ως πραγματικό πρόσωπο, ως ένσαρκη χρονική ύπαρξη επιθυμούσα ερωτική και ολόκληρη στη διαφορά της από το άλλο φύλο – το ανδρικό. Και όμως, ζωή, μορφή, ον, δεν υπάρχει χωρίς αυτήν.
Ταυτόχρονα, παρά τη νοσταλγό επιστροφή στον Κήπο του μητρικού χώρου και της θηλυκής αρχής, το υποκείμενο στη Ρεμπελίνα δεν εγκλωβίζεται, όπως συχνά αυτό της Σιξού, στο ναρκισσιστικό πεδίο της προ-οιδιπόδειας μακαριότητας και αρνείται την εμμονή στη συμβιωτική σχέση με τη Μητέρα, καθώς προβάλλει μπροστά της ο Λόγος, η Τέχνη και ο Πολιτισμός – μολονότι καταστροφικός:
Παλεύω να ξεφύγω από το σιδερένιο χέρι, αυτό του πατρικού νόμου, αυτό του μητρικού καταβροχθίσματος […].
(Ρεμπελίνα 1981, 17)
Δεν υπάρχει αίτημα υποχώρησης σε μία παλαιότερη εποχή, μια εποχή αδιαφοροποίητης σχέσης ή συμβίωσης με τη μάνα, αλλά μάλλον υπέρβασης του πατριαρχικού ορίου, για να γίνει ορατή η ετερότητα.[7]
Σε αντίβαρο του Λόγου ως φόνου, η Ρεμπελίνα αντιπροτάσσει μια εκδοχή του Λόγου ως ωρίμανσης και ισονομίας των φύλων στη διαφορά τους. Στο σημείο αυτό –και ίσως ως προς αυτό κυρίαρχα– συναντάται πλήρως με τη Φουκ (1998, 25) ως προς την ανάγκη για δημιουργία μιας νέας συμβολικής τάξης, συμπληρωματικής της φαλλικής (ή αλλιώς μετα-φαλλικής), που δεν θα διαρρηγνύει τη σχέση της με τη γλώσσα:
H γλώσσα μάς χρειάζεται. Η γλώσσα δεν έχει φτάσει στην ωρίμανση να κάνει ένα πήδημα πέρα από τη φαλλική δομή. Χρειάζεται, αλλά πρέπει να υπάρξει το μετά, η παραγωγή της ζωής.[8]
H έμφαση της Ρεμπελίνας στην ετερότητα προβάλλει περισσότερο ως ηθική παρά ως αμιγώς βιολογικά έμφυλη στάση στον πολιτισμό μέσα από την προσέγγισή της της ζωικότητας ως συγκροτητικής της ανθρωπινότητας, απηχώντας συχνά, ρητά ή υπόδηλα, το κλασικό δοκίμιό του Ζακ Ντερριντά «L’animal que donc je suis (à suivre)» (Το ζώο που άρα είμαι/ακολουθώ (συνεχίζεται/ακολουθεί/να ακολουθηθεί) (1999). Το εν λόγω δοκίμιο εκκινεί από τη μεταφυσική του καρτεσιανού cogito και την αριστοτελική διχοτομία ανθρώπου/ζώου στη βάση του Λόγου, προκειμένου να στηλιτεύσει τον ανθρωποκεντρισμό και τον ουμανισμό, εγγενείς στη δυτική φιλοσοφία. Το ζώο, συναφώς, προβάλλει στο έργο της Ρεμπελίνας από το 1977 και εντεύθεν ως ταυτόσημο του αρχέγονου θυσιασμένου, περιθωριοποιημένου Άλλου και θεμελιωδώς της θηλυκότητας:
Τα ζώα είναι οι θεοί μας
είναι οι μαστοί που καταβροχθίζουμε
σαν αιώνια βρέφη.
(στο Ρεμπελίνα Τουμαζή και Σαββίδου Θεοδούλου 2015, 24)
Θυσία
— τελετουργικός φόνος εξευμενισμού κάποιας
θεότητας
και κρεατοφαγία.
Το προπατορικό αμάρτημα
για το οποίο πρωτίστως ευθύνεται
στις μονοθεϊστικές θρησκείες το ίδιο το σφάγιο:
Η γυναίκα.
(Τουμαζή 2023γ)
Η σχέση της Ρεμπελίνας με τη γαλλική θεωρία δεν περιορίζεται στο λογοτεχνικό της προϊόν, αλλά λειτουργεί ως βιοθεωρητική αντίληψη και υπόδειγμα βίου. Ακολουθώντας το παράδειγμα του Ντερριντά, ανέπτυξε μία οικολογική, μη ανθρωποκεντρική συνείδηση και στράφηκε πριν από ορισμένα χρόνια, όπως και ο Γάλλος φιλόσοφος, στη χορτοφαγία, ενώ αμέριστη υπήρξε στο σύνολο του βίου της η αγάπη της για τα ζώα. Όταν και εφόσον οι γάτοι που φιλοξενούσε η ίδια ως κατοικίδια πολλαπλασιάστηκαν, μερίμνησε να τους μεταφέρει σε άλλο, δικό της χώρο, προσλαμβάνοντας γι’ αυτούς ειδική φροντίστρια. Υπερασπιζόταν με σθένος μέσα από τις αναρτήσεις της τα δικαιώματα και την αναγκαιότητα για τον σεβασμό των ζώων, επαναφέροντας συνεχώς τη θέση πως ο ανθρώπινος πολιτισμός εγείρεται πάνω στο αίμα σφαγίων, θηλυκών, ζωικών και «Άλλων».
Βαθιά απογοητευμένη από τη μηδαμινή ανταπόκριση στα κείμενά της, μετά από 30 χρόνια σιωπής (1981-2011) επιστρέφει με την ποιητική συλλογή της Έρχου (2011), η οποία λαμβάνει το
Κρατικό Βραβείο Λογοτεχνίας της Κύπρου, όχι ωστόσο χωρίς το σκεπτικό της βράβευσης να της προσάψει «υπερβολικό συναισθηματισμό»[9] – μια στερεότυπη φράση στην κριτική προσέγγιση κειμένων γυναικών λογοτεχνών διαχρονικά, αλλά και εκ των σπάνιων περιπτώσεων που αρνητικά στοιχεία περιλαμβάνονται σε ένα σκεπτικό βραβεύσεως στην ιστορία του κυπριακού θεσμού. Άμα τη επιστροφή της, χρησιμοποιεί πλέον στα βιβλία της τόσο το πατρώνυμο όσο και το ψευδώνυμο, σε μία συμφιλιωτική χειρονομία: Τουμαζή Ρεμπελίνα, με ή χωρίς ενωτικό.
Αφιερώνει τη συλλογή αυτή στην Άννα Σικελιανού, η οποία είχε προλάβει, πριν από τον θάνατό της, να διαβάσει ποιήματα που περιλήφθηκαν στο βιβλίο, ενόσω ήταν ακόμα ανέκδοτα, και είχε διαμορφώσει με την ποιήτρια μια εγκάρδια σχέση.[10] Οι στίχοι της Ρεμπελίνας στο εν λόγω βιβλίο, όπως και στην πρώιμη δημιουργία της, είναι σπαραγματικοί, εικάσματα ακρωτηριασμού ψυχής, πριμοδοτούν την επιγραμματικότητα, την αφαίρεση και την πύκνωση, επιζητώντας την αισθητηριακή απόδοση του άπαξ.
Του Έρχου προηγήθηκε η έκδοση Ανάσες αληθινού ονόματος (Τουμαζή 2008), μια κατά βάση ανθολόγηση αποσπασμάτων ποίησης και λαϊκών παραμυθιών, διάστικτων ωστόσο με δικούς της στίχους και σχέδια. Το καλαίσθητο αυτό βιβλίο βρίσκεται μακριά από τις εφιαλτικές εικόνες Των σωμάτων της Χρυσόθεμης. Κυριαρχούν ονειρικές μορφές, θαλερά κορίτσια, πριγκίπισσες, πουλιά, φεγγάρια, η γραμμή είναι λεπτή και αιθέρια, επιζητώντας τη χάρη και την αρμονία (φωτ. 11). Οι μαυρόασπρες και σκληρές παραστάσεις των πρώτων βιβλίων της αντικαθίστανται από πλούσιο χρώμα και τρυφερή εκλέπτυνση. Πριμοδοτείται το μυστήριο και η ανάταση. Αυτοπροσωπογραφίες, περιστέρια και χελιδόνια σε ζεύγη, δέντρα, φύλλα και ιχθύες αναπροσδιορίζουν τη Φύση ως Παράδεισο-Μήτρα και τη γυναικεία υπόσταση ως καταρχήν θεϊκή Αρχή, εξού και τα αντίστοιχα μότο που προτάσσονται στα γαλλικά του πρωτοτύπου, παρμένα εκ νέου από τη Σιξού[11] και την Ιριγκαρέ,[12] και συγκεκριμένα από το With ou l’Art de l’innocence (Cixous 1981) και Le temps du souffle (Irigaray 1999), αντιστοίχως.
*
Φωτ. 11
To δημοσιευμένο έργο της κλείνει με τα Marginalia (2015), τα οποία υπογράφει με τη μικρασιατικής καταγωγής ποιήτρια Μόνα Σαββίδου Θεοδούλου, μια συλλογή ποιημάτων ποιητικής, συζευγμένης με τη θηλυκή ταυτότητα. Η μορφή, ολιγόστιχη, ανταποκρίνεται στην πρόθεση να αιχμαλωτίσει την ποιητική στιγμή στο περιθώριο της καθημερινότητας (πρβλ. marginalia· σημειώσεις περιθωρίου). Πρόκειται για μια σπάνια από κοινού συγγραφική συνάντηση δύο γυναικών, καθώς συνήθως και αυξανόμενα στη νέα χιλιετία συναντάμε τον διάλογο μεταξύ δύο αντρών (Χρόνης και Μπούρας (2020), Αποστολίδης και Καλφόπουλος (2020)) ή ενός άντρα και μίας γυναίκας (Μακρόπουλος και Κοφτερού (2021), Μαθιουδάκη και Σχιζάκης
(2019)), με μόνη εξαίρεση το πεζογραφικό εγχείρημα Δύο (2018) των Έλενας Μαρούτσου και Ούρσουλας Φώσκολου. Από αυτή την άποψη, η ποιητική συνάντηση της Ρεμπελίνας και της Σαββίδου Θεοδούλου υπήρξε πρωτοποριακή για τα δεδομένα της γυναικείας ποίησης, επιζητώντας την επίγνωση της ετερότητας στη γυναικεία δημιουργία.*
Η γραφή της, εκτός από το αφηγηματικότερο και ποιητικο-δοκιμιακού τύπου Παραλλαγές για τη Γη, προκρίνει την πύκνωση, την επιγραμματικότητα, τον στοχασμό και τη στιγμιαία αίσθηση. Στην όψιμη δημιουργία της, ειδικά στο Marginalia και τα ανέκδοτα ποιήματά της που δημοσίευε ως αναρτήσεις σε μέσο κοινωνικής δικτύωσης, επιδιώκει να αποδώσει με τους στίχους της τον ορισμό μιας έννοιας, η οποία λαμβάνει τη θέση του τίτλου (λ.χ. «Νόμος», «Γυναίκα», «Θυσία» κ.ά.). Η ποίησή της είναι σωματική, πυκνή, στοχαστική και αισθητηριακή. Αναζητεί τρόπους να υπερβεί τον περίγειο θάνατο, προβεβλημένο νομοτελειακά επάνω στον Άλλο, γυρεύοντας να ενωθεί με το νόημα που υπήρξε γι’ αυτήν ο Ήλιος, το Άπειρο, η Μητέρα, το Θηλυκό, η Θεότητα. Η άμεση ανάγκη για επανόρθωση της πρώιμης, επαναστατικής δημιουργίας της δίνει τη θέση της σε μια ώριμη αποδοχή της πραγματικότητας, που ρέπει πλέον όχι προς το όραμα της κοινωνικής δικαιοσύνης ‒κάτι που για τις φεμινίστριες του ’80 ήταν όχι μόνο ευκταίο αλλά και ψηλαφητό, αγγίζοντας τα όρια μιας μαρξιστικής σχεδόν τύπου διαλεκτικής‒, αλλά προς τον ατομικό αγώνα της προσωπικής υπέρβασης.
*
*
Αντί επιλόγου:
«Το σύμβολο του κάθε αρνημένου άλλου»
Η Ρεμπελίνα έσβησε μόνη και καταφρονημένη στις 25 Σεπτεμβρίου 2023, ταλαιπωρημένη από τον καρκίνο. Κατά τα τελευταία τρία χρόνια χρειάστηκε συχνά μακροχρόνια νοσηλεία για θεραπείες και εγχειρήσεις. Ο οργανισμός της αδυνατούσε να συγκρατήσει τροφή, με αποτέλεσμα να απωλέσει πολλά κιλά και να εξασθενήσει οργανικά και ψυχικά. Ένεκα της πανδημίας και των προβλημάτων με την υγεία της, από το 2020 απομονώθηκε και επικοινωνούσε μόνο με λιγοστούς της φίλους διαδικτυακά. Διά βίου, έπειτα από την επιστροφή της στην Κύπρο, υπήρξε απούσα ή εξόριστη από τα κοσμικά και τα καλλιτεχνικά, ηθελημένα και αθέλητα («ανεπαισθήτως» το είπε κάπου ο Καβάφης). Αφήνει πίσω της ένα ανολοκλήρωτο αυτοβιογραφικό έργο υπό τον τίτλο Καντάρα, που ετοίμαζε εδώ και πολλά χρόνια και στο οποίο επανήλθε εντατικά κατά τους τελευταίους μήνες της ζωής της. Εκτός από το αδιερεύνητο προς το παρόν αρχείο της, ανέκδοτα παραμένουν δεκάδες ποιήματά της τα οποία αναρτούσε διαδικτυακά από τον λογαριασμό της στο Facebook, το μόνο βήμα που διέθετε για την επαφή της με τον έξω κόσμο, όπως και ποιήματά της στον περιοδικό τύπο κατά τη δεκαετία του ’80. Ο λόγος της ακόμα και στις διαδικτυακές της αναρτήσεις διαθέτει βάθος και αξιοζήλευτη πύκνωση. Τα προσωπικά μηνύματα που αντάλλαζε με λιγοστούς της φίλους ισοδυναμούν με άξια λόγου μικρο-δοκίμια.
Συντρόφισσά της μέχρι το τέλος η Σαλονικιώτισσα ποιήτρια Ευτυχία-Αλεξάνδρα Λουκίδου, ενώ ιδιαίτερα αγαπητή υπήρξε στον βίο της από τους λογοτεχνικούς κύκλους της Λεμεσού, όπου εγκαταστάθηκε το 1982 και έζησε μέχρι το τέλος της ζωής της. Ποιήματα της αφιέρωσαν οι Μάριος Αγαθοκλέους (1988, 12), Μόνα Σαββίδου Θεοδούλου (2015, 17), Αντρέας Τιμοθέου (2019, 54),[13] Στέλλα Βοσκαρίδου (2021), Δήμητρα Δημητρίου (2021δ, 2023β)[14] και Ευτυχία-Αλεξάνδρα Λουκίδου (2023).[15] Σε αυτά προσεγγίζεται με ευαισθησία η μοναχικότητα και η ευαλωτότητά της, η έλλειψη αναγνώρισης από μέρους του περιγύρου της, η μοναδικότητα του χαρακτήρα της, αλλά και ο προδρομικός της ρόλος στη γυναικεία συνειδητοποίηση. Σκίτσα με προσωπογραφίες της ευγενούς μορφής της, όπως αποτυπώθηκε σε φωτογραφίες της, έχουν φιλοτεχνήσει οι καλλιτέχνες Νεοκλής Κυριάκου και Χρίστος Παπαδάκης. Το Κέντρο Παραστατικών Τεχνών «Μίτος», υπό τη διεύθυνση της Έλενας Αγαθοκλέους, στην πρώτη του θεατρική παραγωγή Ξετυλίγοντας το κουβάρι (2007) χρησιμοποίησε αποσπάσματα από το έργο της, ενώ η δράση του «Λογοτεχνικά Δωμάτια ΙΙ» (Οκτώβριος 2023) είναι αφιερωμένη στο βιβλίο της Τα σώματα της Χρυσόθεμης. Στην ενότητα «Στιγμή» του διαθεματικού φεστιβάλ «Σαρδάμ», που διευθύνει η Μαρία Α. Ιωάννου, παρουσιάστηκαν, επίσης, το 2017, δύο ποιήματά της μέσα από δύο βίντεο της εικαστικού Αλεξάνδρας Πάμπουκα. Συνολικά, είναι εμφανής η πρόσληψή της ως γενεαλογικής φεμινιστικής αρχής από αριθμό γυναικών στη σύγχρονη πολιτιστική ζωή της Κύπρου, ειδικά μετά από την επαναφορά της στον κριτικό λόγο κατά τα τελευταία χρόνια.[16]
*
1974. Στην αυλή του καμένου κατά το Πραξικόπημα Προεδρικού Μεγάρου. Τέλος αθωοτήτων. Καταδίκη εις θάνατον. [Η λεζάντα είναι της ποιήτριας]
Η Ρεμπελίνα ποτέ δεν αναζήτησε τη φήμη από τις σχέσεις της με τα πρωτοκλασάτα ονόματα της παγκόσμιας διανόησης. Ποτέ δεν τα χρησιμοποίησε, για να αναδειχθεί λογοτεχνικά. Αντιθέτως, στον δικό μου ενθουσιασμό απέναντι στη σχέση της με το γαλλικό κίνημα αντιδρούσε συχνά με συστολή:
Υπάρχει μόνο κάτι που θέλω να σου ζητήσω. Δεν ισχύει ότι είχα δράση στο Παρίσι πλάι στη Cixous και τη Fouque. Ήμουν μια από τις εκατοντάδες γυναίκες που παρακολουθούσαν τις διαλέξεις και τις δράσεις τους και μάλιστα είχα μεγάλη δυσκολία προσαρμογής. Είναι αλήθεια ότι η Ηélène με είχε φέρει πιο κοντά της για αρκετό καιρό ως έμπιστη, αλλά αυτό είναι ανεξάρτητο από τη σχέση μου με το κίνημα. Και είναι κάτι που εξελίχθηκε πολύ αρνητικά κι έφερε εν τέλει την απόλυτη ρήξη μου μαζί της. […] Απορροφούσα πράγματα […] τα οποία τακτοποιήθηκαν, εν μέρει, πολύ αργότερα μέσα μου. […] Η πικρή αλήθεια είναι ότι βρέθηκα μέσα σ’ ένα χάος συναισθηματικό, διανοητικό, ερωτικό, πνευματικό. Μη με εξιδανικεύεις πάνω σ’ αυτό το κομμάτι, καλή μου. […] Μια χαμένη γυναίκα ήμουνα και είμαι ακόμη.[17]
Η επαφή της ωστόσο με μείζονες προσωπικότητες της γαλλικής διανόησης, που άλλαξαν ριζικά τον ρου της ιστορίας της φιλοσοφίας και της δυτικής σκέψης, και παρά τη ρήξη και τις διαπιστωμένες από την ίδια ανθρώπινές τους αδυναμίες, μετέβαλε ριζικά τη βιοθεωρία και το πνευματικό της υπόβαθρο. Ως προς αυτή της τη σχέση και προσωπικές επαφές με τον γαλλικό χώρο, η Ρεμπελίνα συνιστά μοναδική περίπτωση στη νεοελληνική φεμινιστική λογοτεχνία. Εξάλλου, όπως και οι υπόλοιποι φορείς του γυναικείου κινήματος, η Ρεμπελίνα –ως άτομο– δεν είχε πλήρη συναίσθηση του ρόλου της στην ιστορία, τη στιγμή που τη συνδιαμόρφωνε ακτιβιστικά και λογοτεχνικά. Απέναντι στη δική της σεμνότητα, της υπενθύμιζα πως η ιστορική απόσταση επιτρέπει να περάσουμε ερευνητικά από το μαζικό του κινήματος στην εξατομίκευση και την αποτίμηση της συνεισφοράς ενός εκάστου από τους ανώνυμους δρώντες. Ορισμένες φορές συγκατένευε και αυτό της προσέφερε ένα στιγμιαίο έστω αίσθημα δικαίωσης και εγκαρδίωσης:
Έτσι όπως το θέτεις, με καθησυχάζεις και δεν μπορώ παρά να συμφωνήσω. Η κάθε εποχή μάς οδηγεί μέσα από τα ανοίγματα και τις υποσχέσεις που προσφέρει τη συγκεκριμένη στιγμή. Υπάρχει μια παρόρμηση ελευθερίας και οδηγούμαστε προς την κατεύθυνση που μας επιβάλλει η εποχή μας. Γινόμαστε όργανα της ιστορικής στιγμής και δρούμε μισοσυνειδητά-μισοασυνείδητα.[18]
Ενώ η λογοτεχνία γυναικών, με αναφορά στον φεμινιστικό λόγο στην Ελλάδα, από το 1970 μέχρι και σήμερα, με την εξαίρεση γυναικών ποιητριών της ποιητικής γενιάς του 2000 ή ορισμένων μεμονωμένων περιπτώσεων, όπως η μαρξίστρια συγγραφέας Άντζελα Δημητρακάκη ή η θιασώτρια της écriture féminine Αργυρώ Μαντόγλου, οι οποίες εμφανίστηκαν στα τέλη της δεκαετίας του ’90, δεν είναι προσανατολισμένη στη λογοτεχνική μετουσίωση της φεμινιστικής θεωρίας και κριτικής, η γραφή της Τουμαζή Ρεμπελίνας αποτελεί μοναδική εκφορά του θεωρητικά καταρτισμένου, ψυχαναλυτικού φεμινιστικού λόγου στην Ελλάδα, από τις φλέγουσες δεκαετίες του ’70 και του ’80 και σε όλο το άνυσμα του δημιουργικού της βίου. Εισήγαγε λογοτεχνικά στον ελληνικό λόγο τη συμβολική διάσταση και την παράμετρο της γλώσσας και των θεσμών στην καταπίεση των γυναικών, μιλώντας πρωτοποριακά για το γυναικείο σώμα και σεξουαλικότητα, προβάλλοντας τη σεξουαλική διαφορά ως πρωτογενή, αρχετυπική, κοσμογονική, δομική της ιεραρχικής εξόντωσης του θηλυκού, αλλά και προνομιακή για την ανατροπή της διχοτομικής εννοιολογικής τάξης εντός της οποίας το υποκείμενο παραδοσιακά σκέφτεται, μιλά, δρα και σχετίζεται. Η προσέγγισή της της γραφής, σύμφυτη με τις θέσεις του γαλλικού ψυχαναλυτικού φεμινισμού, υπήρξε καταρχήν πολιτική, φιλοσοφική και ηθική και σε δεύτερη μοίρα ή και καθόλου, για την ίδια, μια αισθητική πρόταση.
*
*
Το έργο της παραμένει αδικαίωτο κριτικά ως προς το εύρος, την ποιότητα και τα θεωρητικά του ερείσματα. Η πολιτεία και η Ένωση Λογοτεχνών Κύπρου (ΕΛΚ) παρέλειψαν να της αποδώσουν έστω ένα τιμητικό βραβείο για το σύνολο του έργου της, ενώ το σχετικό βραβείο Γ. Φ. Πιερίδη της ΕΛΚ απονεμήθηκε κατά καιρούς σε κατά πολύ κατώτερους και νεότερούς της λογοτέχνες. Η ίδια απαξίωνε την όποια όψιμη αναγνώριση, αναφερόμενη συχνά σε ανθρώπους των τεχνών, πολιτιστικούς και δημόσιους παράγοντες του κυπριακού χώρου, φίλους (και φίλες), συμπολίτες και συγγενείς, χωρίς να τους κατονομάζει, οι οποίοι, κατά την ίδια, χαίρουν εκτίμησης και μάλιστα βραβεύτηκαν για το έργο τους από την κυπριακή πολιτεία, έχοντας οικειοποιηθεί για λογαριασμό τους το γυναικείο ζήτημα, ενώ απέναντί της στάθηκαν ανελέητοι, με σημαντικές επιπτώσεις στον ψυχικό της κόσμο:
Ζητώ μόνο λίγη δικαιοσύνη απέναντι στο φριχτό μπούλινγκ που έχω υποστεί από κάποιους αξιόλογους πολίτες και πολίτισσες της Δημοκρατίας… Δεν θέλω άλλες αναγνωρίσεις. Ό,τι χάθηκε δεν επιστρέφει πίσω.[19]
Έγιναν πολλά τέτοια εγκλήματα και άνθρωποι που σήμερα θαυμάζονται για την πολιτιστική τους δράση και ασκούν πνευματική καθοδήγηση σ’αυτό τον τόπο έχουν λερωμένη τη φωλιά τους. Η ειρωνεία γίνεται ακόμη πιο μεγάλη, όταν αυτοί οι άνθρωποι παρουσιάζονται τώρα ως υπέρμαχοι της γυναικείας ελευθερίας και γίνονται οι ίδιοι παραδείγματα προς μίμηση. Όμως πολύ περιορισμένος ο τόπος μας -και ευτυχώς σ’ αυτή την περίπτωση- για να μπορούν να συνεχίζουν να κρύβονται για πολύ οι σφετεριστές της ζωής.
(Τουμαζή 2019)
Είμαι ένα πολύ δύσκολο υποκείμενο μέσα στον ρου της κυπριακής ιστορίας των γυναικών ή ένα ακανθώδες αντικείμενο για κάποιον ή κάποιαν που θέλει να μιλήσει για μένα και να με συνδέσει οργανικά με ό,τι συμβαίνει αυτή τη στιγμή σε αυτό τον τόπο. Φοβάμαι πως δεν είναι δυνατό να γίνει αυτό όσο ζω, γιατί υπάρχουν πολιτιστικοί παράγοντες αυτή τη στιγμή στην Κύπρο, που προωθούν και τα γυναικεία και τα της Αμμοχώστου, που δεν έχουν κανένα υποσυνείδητο συμφέρον να φανερωθώ στις πραγματικές μου διαστάσεις, […] επειδή τότε θα πρέπει να θέσουν σε ερώτημα τη σχέση τους μ’ εμένα, τις κατά καιρούς κινήσεις τους και πράξεις ως προς εμένα και ως προς την εγγραφή μου στην ιστορία […]. […] «Όταν μια γυναίκα μένει μόνη, πεθαίνει…», το παράπονό μου είναι ότι θα φύγω και δεν θα έχει γίνει ορατό τίποτα πραγματικά από όσα έχουν συμβεί στη ζωή μου, τίποτα από όσα την καθόρισαν εν σχέσει με την κυπριακή πολιτεία.[20]
Παρά ταύτα και παρά την οργανική και ψυχική της εξουθένωση, η επίγνωση της ετερότητας ως αυτογνωσίας την προίκιζε με σθένος και φωτεινές εκλάμψεις απέναντι στον πόνο και την απόγνωση, αρνούμενη πεισματικά, απέναντι στη δική μου πολύ συχνά σύνθλιψη, τη νομοτέλεια των συμβολικών δομών:
Υπάρχουν πού και πού λαμπερές ψυχές που σώζουν από την απόγνωση. Υπάρχουν στιγμές μικρής και φωτεινής αλήθειας.[21]
Εκεί που νομίζουμε ότι αγγίζουμε τα όρια των αντοχών μας, εκεί ξαφνικά διανοίγονται νέες εσωτερικές θύρες προς την ελευθερία και την ολοκλήρωση. Σε κανέναν δε θα κάνουμε πια τη χάρη να απαρνηθούμε τους εαυτούς μας.[22]
Ναι, το θέμα του βιασμού του συμβολικού και της υποκειμενικότητας είναι κάτι που σηκώνει ώρες συζητήσεων. Έτσι όπως το θέτεις, μου δημιουργεί ένα συναίσθημα καταδίκης και τραγικότητας… Έχω μιαν επείγουσα ανάγκη να αναζητήσω μιαν άλλη οδό συμβολοποίησης και συμβολισμού… Γυρεύω ένα διαφορετικό πέρασμα…[23]
Αρμένη πάνω από τα συντρίμμια της, η γραφή της εξακοντίζεται προσπερνώντας μας δυναμικά προς το μέλλον, σε ένα κάλεσμα για αποδοχή της γυναίκας και του Άλλου που ηχεί ακόμα και σήμερα ξένο και αδιανόητο, αλλά και θλιβερά ουτοπικό απέναντι στη ναρκισσιστική υπερδιόγκωση του ατόμου, την επανάληψη του συμβολικού φόνου σε κάθε πλαίσιο διαφοράς και τις θλιβερές πραγματικότητες της διεθνούς πολιτικής σκηνής:
Γράφοντας σε θυμούμαι. Σας θυμούμαι. Τόσην ώρα μιλώ σ’ έναν καθρέφτη και ο λόγος μου στεγνός και αυτοερωτικός. Μιλώ σε μένα, στο σώμα μου και στο κενό που αφήνουν οι εκτρώσεις των σχέσεων. Της τρυφερότητας που έχει κάθε φορά μετατραπεί σε ποτάμι αίματος που κυλά από ένα κομμένο λαιμό. Μιλώ κάμνοντας μιαν ύστατη προσπάθεια ύπαρξης παρ’ όλα αυτά. Γιατί; Γιατί ακόμα αδιόρατα σε περιμένω. Και θέλω να κρατηθώ στη ζωή μόνο γι’ αυτή την πιθανή συνάντηση που θα γίνει σε ανύποπτο χώρο και χρόνο.
(Ρεμπελίνα 1981, 25)
~.~
ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
[1] Δημητρίου (2019α).
[2] Προσωπικό γραπτό μήνυμα, 11 Μαΐου 2019.
[3] Προσωπικό γραπτό μήνυμα, 11 Ιουλίου 2019.
[4] Βλ. σχετ. Δημητρίου (2021γ).
[5] Τουμαζή (2021).
[6] «Βιογραφικό σημείωμα», στο Τουμαζή (2008, 95).
[7] Προσωπικό γραπτό μήνυμα, 4 Σεπτεμβρίου 2022.
[8] Προσωπική τηλεφωνική επικοινωνία, 13 Αυγούστου 2022.
[9] «Κρατικά Βραβεία Λογοτεχνίας για εκδόσεις του έτους 2011», 22 Νοεμβρίου 2012, Αρχείο των Πολιτιστικών Υπηρεσιών του Υφυπουργείου Πολιτισμού.
[10] «Στην αρχόντισσα Άννα Σικελιανού, που η ύπαρξή της είναι δικαιοσύνη που επουλώνει ανέγνωρες πληγές» (Τουμαζή-Ρεμπελίνα 2011, 7).
[11] «Mais ce cri, je me demande maintenant, est-ce que ce n’était pas Natura elle-même, l’âme d’Aura, son souffle coffré, encapsulé?» (στο Τουμαζή 2008, 7).
[12] «Il semble que la femme soit en quelque sorte divine de naissance. […]» (στο Τουμαζή 2008, 7).
[13] Ο Τιμοθέου εισάγει περαιτέρω το σύνολο της εν λόγω συλλογής με μότο από τη Ρεμπελίνα.
[14] Πρόκειται για το ποίημα «Δεύτερη Άλωση» (2021δ), το οποίο ενσωματώθηκε μετέπειτα στη συλλογή Αγωνίες (2023α)· και στο επιθανάτιο «Μικρή παραλλαγή ρω» (2023β), που ανοίγει έναν θρηνητικό και δοξαστικό διάλογο με τις Παραλλαγές για τη Γη.
[15] Πρόκειται για τον συγκλονιστικό επικήδειο της Λουκίδου, που ακούστηκε μαγνητοφωνημένος στην κηδεία της εκλιπούσας, Ιερός Ναός Αγίας Τριάδος, Λεμεσός, 28 Σεπτεμβρίου 2023.
[16] Βλ. σημ. 5 και 6.
[17] Προσωπικό γραπτό μήνυμα, 23 Μαρτίου 2021.
[18] Προσωπικό γραπτό μήνυμα, 23 Μαρτίου 2021.
[19] Προσωπικό γραπτό μήνυμα, 4 Σεπτεμβρίου 2022.
[20] Προσωπικό γραπτό μήνυμα, 7 Φεβρουαρίου 2021.
[21] Προσωπικό γραπτό μήνυμα, 9 Σεπτεμβρίου 2022.
[22] Προσωπικό γραπτό μήνυμα, 28 Μαΐου 2021.
[23] Προσωπικό γραπτό μήνυμα, 9 Αυγούστου 2023.
~.~
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
Αβδελά, Έφη. 1993. «Ιστορία των γυναικών, ιστορία του φύλου, φεμινιστική ιστορία: μεθοδολογικές διεργασίες και θεωρητικά ζητήματα». Δίνη, τχ. 6: 12-30.
Αγαθοκλέους, Μάριος. 1988. «Αργά σε μπυραρία». Στο Ηδονοβλεψίας, 12. Λεμεσός: Θεμέλιο.
Αποστολίδης, Ανδρέας και Κώστας Καλφόπουλος. 2020. Ένα φέρετρο για τη Σοφία. Αθήνα: Άγρα.
Βαγενάς, Νάσος. 2002. Μεταμοντερνισμός και λογοτεχνία. Αθήνα: Πόλις.
Βοσκαρίδου, Στέλλα. 2021. «Η Στέλλα Βοσκαρίδου γράφει στην Κεμπελίνα της Έλενας Τουμαζή». Στο Με τα λόγια [γίνεται], επεισ. 11: «Μέλισσα! Περιμένω να φανείς!», επιμ. Παυλίνα Μάρβιν. 15 Νοεμβρίου. Μέλισσα! Περιμένω να φανείς! – YouTube.
Δαμανάκη, Μαρία. 1995. Το θηλυκό πρόσωπο της εξουσίας. Αθήνα: Καστανιώτης.
Δημητρίου, Δήμητρα. 2019α. «Μια δική τους λογοτεχνία; Γυναικεία γραφή: Μύθοι και πραγματικότητες». Ακτή, τχ. 118 (Άνοιξη): 193-219.
⸻. 2019β. «Ο Χαραλαμπίδης και η “Γενιά του 70”: Από την ιστορική ταξινομία στην εθνική επιβίωση». Θέματα, τχ. 32-33 (Μάιος-Δεκέμβριος): 90-102.
⸻. 2021α. «Εξιστορήσεις» γυναικών: Έμφυλες επιστροφές στο έργο της Λουκίας Νικολαΐδου». Fractal, 2 Φεβρουαρίου. https://www.fractalart.gr/existoriseis-gynaikon/.
⸻. 2021β. «Φεμινισμός και πολιτική στην ποίηση της Neşe Yaşın: Μια γενναία φωνή από την Κύπρο». Fractal, 11 Μαΐου. https://www.fractalart.gr/nese-yasin/.
⸻. 2021γ. «Λογοτεχνικό #MeToo: Λογοτεχνία για επιβίωση». Ο Αναγνώστης, 5 Νοεμβρίου. Λογοτεχνικό #MeToo (γράφει η Δήμητρα Δημητρίου) | ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ Ο ΑΝΑΓΝΩΣΤΗΣ ΓΙΑ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΚΑΙ ΤΙΣ ΤΕΧΝΕΣ (oanagnostis.gr).
⸻. 2021δ. «Δεύτερη Άλωση». Fractal, τχ. 82 (Μάρτιος). Ποίημα: “Δεύτερη Άλωση” • Fractal (fractalart.gr).
⸻. 2021/2. «Διδώ/Ελίσσα: Γυναικεία μυθοποιητική στο έργο της Μαγδαλένας Ζήρα». Αριάδνη 28: 147-162.
⸻. 2022. «Η Κίτρινη ταπετσαρία: Απελευθερώνοντας τη γυναίκα του φόντου». Avant–garde, 15 Δεκεμβρίου. Απελευθερώνοντας τη γυναίκα του φόντου (avant-garde.com.cy).
⸻. 2023α. Αγωνίες. Αθήνα: Σμίλη.
⸻. 2023β. «Μικρή παραλλαγή ρω». Νέο Πλανόδιον, 2 Οκτωβρίου. Μικρή παραλλαγή ρω | ΝΕΟ ΠΛΑΝΟΔΙΟΝ (neoplanodion.gr).
Ελύτης, Οδυσσέας. 2008. Ποίηση. Αθήνα: Ίκαρος.
Ζήρας, Αλέξης. 1996. «Η κυπριακή ποίηση. Θεματικές, γλωσσικές και υφολογικές διαστρωματώσεις της». Σημείο, τχ. 4: 225-246.
Ιωάννου, Γιάννης. 2013. Η ποιητική γενιά του ’74 στην Κύπρο: Η γενεαλογία και η έκφραση της αμφισβήτησης. Λευκωσία: Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κύπρου.
Καλιόρης, Γιάννης. 1979. Η ισότητα της διαφοράς: Σκέψεις για την ισότητα των φύλων. Αθήνα: Διογένης.
Κεχαγιόγλου, Γιώργος και Λευτέρης Παπαλεοντίου. 2010. Ιστορία της νεότερης κυπριακής λογοτεχνίας. Λευκωσία: Κέντρο Επιστημονικών Ερευνών.
Λαμπρόπουλος, Βασίλης. 2018. «Η ποίηση ως διαρκές γίγνεσθαι». Επίμετρο στο Αμανατίδης κ.ά., Μια συζήτηση για την ποίηση τώρα, 209-213. Αθήνα: Φρμκ.
Λεκλέρ, Αννί. 1979. Γυναικείες κουβέντες. Μτφ. Νίκος Σιδέρης. Αθήνα: Καστανιώτης.
Λ[ουκάκου], Χ[αρά]. 1982. «Παραλλαγές για τη Γη». Διαβάζω, τχ. 49 (Ιανουάριος): 91.
Λουκίδου, Ευτυχία-Αλεξάνδρα. 2023. «Η Κύπρος σήμερα θρηνεί, η Άνω Αμμόχωστος αγαλλιάται». Επικήδειος. Ιερός Ναός Αγίας Τριάδος, Λεμεσός, 28 Σεπτεμβρίου.
Μακρόπουλος, Μιχάλης και Ελένη Κοφτερού. 2021. Άρης. Αθήνα: Κίχλη.
Μαθιουδάκη, Εύα και Κωστής Σχιζάκης. 2019. Ο φταίχτης. Αθήνα: Καστανιώτης.
Μαρούτσου, Έλενα και Ούρσουλα Φώσκολου. 2018. Δύο. Αθήνα: Κίχλη.
Μέλμπεργκ, Μαργαρίτα. 1980. «Η γυναικεία λογοτεχνία στην Ελλάδα». Αντί, τχ. 151 (9 Μαΐου): 36-38.
Μερακλής, Μιχάλης Γ. 1987. Σύγχρονη ελληνική λογοτεχνία: 1945-1980. Αθήνα: Πατάκης.
Μιχαήλ, Πωλίνα. 2019. Το γυναικείο αντικατοχικό κίνημα της Κύπρου. Θεματικό αφιέρωμα στο Χρονικό [εφ. Πολίτης], τχ. 54 (10 Μαρτίου).
Μιχοπούλου, Άννα. 1995/6. Τα πρώτα βήματα της φεμινιστικής θεωρίας στην Ελλάδα και το περιοδικό Σκούπα, Για το γυναικείο ζήτημα (1979-1981). Ανάτυπο από το περ. Δίνη, τχ. 8: 30-72.
Νικολαΐδης, Παναγιώτης. 2020. Έλενα Τουμαζή Ρεμπελίνα: Εισαγωγή στο έργο της. Λευκωσία: Διόραμα.
Παπαγεωργίου, Κώστας Γ. και Βαγγέλης Χατζηβασιλείου. 2013. Ανθολογία της ελληνικής ποίησης. 20ός αιώνας. Τόμ. Δ΄, (1970-2000). Αθήνα: Κοτίνος.
Παπαλεοντίου, Λευτέρης. 2010. «Τέσσερα αξιόλογα βιβλία (Εκδόσεις «Αφή)». Άνευ, τχ. 37 (Ιούνιος-Αύγουστος): 93-100.
Παστάκας, Σωτήρης και Σταύρος Γκιργκένης. 2020. Το άλλο μισό του ουρανού: Ελληνίδες ποιήτριες του εικοστού αιώνα. Θεσσαλονίκη: Ζήτρος.
Περικλέους Παπαδοπούλου, Ευριδίκη. 1998. «Η μετά την εισβολή γυναικεία ποίηση και πώς έχει επηρεαστεί από τα γεγονότα του 1974». Στο Chypre et l’Europe, επιμ. Andréas Chatzisavas, 381-396. Μπεζανσόν: Éditions Praxandre.
Πετρίδης, Ανδρέας. 2010. Ποιητές και ποιήματα: Μια εμπειρική αισθητική. Χ.τ. [Κύπρος]: Βιβλιοεκδοτική.
Ρεμπελίνα. 1996. «Γυνή, όχι “ανδρίς”». Ο Φιλελεύθερος, 8 Μαρτίου: 15.
Ρεμπελίνα, Έλενα. [1977]. Tα σώματα της Χρυσόθεμης μετά το δημόσιο αποκεφαλισμό της στα τέλη του 20ού αιώνα μετά Χριστόν. Χ.τ.: χ.ε.
⸻. 1981. Παραλλαγές για τη Γη. Αθήνα: Εκδοτική Ομάδα Γυναικών.
Ρίτσος, Γιάννης. 1972α. Η Ελένη. Αθήνα: Κέδρος.
⸻. 1972β. Χρυσόθεμις. Αθήνα: Κέδρος.
⸻. 1972γ. Τέταρτη Διάσταση. Αθήνα: Κέδρος.
Ρούσσου, Βαρβάρα. 2023. «Σύγχρονη κυπριακή γυναικεία ποίηση». Ο Αναγνώστης, 27 Σεπτεμβρίου. https://www.oanagnostis.gr/sygchroni-gynaikeia-kypriaki-poiisi-proto-meros-tis-varvaras-royssoy/
Σαββίδου-Θεοδούλου, Μόνα, επιμ. 2003. Η μπαλάντα της πόλης μου. Λεμεσός: Εκδ. Ανδρέας Νεοκλέους.
¾. 2015. «Στην Έλενα». Στο Τουμαζή Ρεμπελίνα και Σαββίδου-Θεοδούλου (2015, 17).
¾. 2021. Ο άλλος χρόνος: Κριτικά κείμενα. Χ.τ. [Κύπρος]: χ.ε.
Σβάρτσερ, Άλις. 1979. Η μικρή διαφορά και οι μεγάλες της συνέπειες. Μτφ. Λήδα Μοσχονά. Αθήνα: Εκδοτική Ομάδα Γυναικών.
Σταυρίδης, Φοίβος. 1978. «Ροδίζει κυπριώτικη “ποιητική άνοιξη”». Ο Ανεξάρτητος, 16 Ιανουαρίου: 6.
Στίγκας, Γιάννης και Νικόλας Ευαντινός. 2021. Κωμωδία. Αθήνα: Άγρα.
Τιμοθέου, Αντρέας. 2019. «Επαφή». Στο Πλανόδιος στα σύνορα της Εδέμ, 54. Λεμίθου [Κύπρος]: Παράκεντρο.
Τουμαζή, Έλενα. [1972]. Ο μικρός τυφλοπόντικας και ο ήλιος. Χ.τ.: χ.ε.
⸻. 2008. Ανάσες αληθινού ονόματος. Λεμεσός: Αφή.
⸻. 2019α. «Μια ΜΑΡΤΥΡΙΑ-ΙΣΤΟΡΙΑ. Γράμμα προς τις γυναίκες της Κύπρου» [ανάρτηση]. Facebook, 13 Νοεμβρίου. https://www.facebook.com/profile/1537488367/search/?q=%CF%83%CF%86%CE%B5%CF%84%CE%B5%CF%81%CE%B9%CF%83%CF%84%CE%AD%CF%82.
⸻. 2019β. [Ανάρτηση]. Facebook, 2 Οκτωβρίου. https://www.facebook.com/profile/1537488367/search/?q=%CE%9C%CE%AD%CE%B4%CE%BF%CF%85%CF%83%CE%B1.
⸻. 2021. [Ανάρτηση]. Facebook, 27 Μαρτίου. Ελενα Τουμαζη | Facebook.
⸻. 2022. «Ύπ-ανδρος». Στο Φάντη (2022).
⸻. 2023α. [Ανάρτηση]. Facebook, 24 Φεβρουαρίου. (1) Facebook.
⸻. 2023β. «Θυσία» [ανάρτηση]. Facebook, 22 Φεβρουαρίου. https://www.facebook.com/profile/1537488367/search/?q=%CE%B8%CF%85%CF%83%CE%AF%CE%B1.
⸻. 2023γ. [Ανάρτηση]. Facebook, 28 Ιανουαρίου.
https://www.facebook.com/profile/1537488367/search/?q=%CE%B3%CF%85%CE%BD%CE%B1%CE%B9%CE%BA%CF%8E%CE%BD%20%CF%80%CE%BF%CF%85%20%CE%B5%CF%80%CE%B9%CF%83%CF%84%CF%81%CE%AD%CF%86%CE%BF%CF%85%CE%BD.
Τουμαζή-Ρεμπελίνα. 2011. Έρχου. Λεμεσός: Αφή.
Τουμαζή Ρεμπελίνα, Έλενα και Μόνα Σαββίδου Θεοδούλου. 2015. Marginalia: Δύο γυναικείες φωνές. Λεμεσός: Αφή.
Φάντη, Χρύσα, επιμ. 2022. «Μην παραιτείσαι». Στη στήλη «Λόγος Ύπαρξης: Τι σημαίνει να είσαι γυναίκα», Fractal, 18 Οκτωβρίου. https://www.fractalart.gr/ti-simainei-na-eisai-gynaika-min-paraiteisai//.
Ο Φιλελεύθερος. «Μια εκπομπή της ΕΤ2». 19 Αυγούστου, 1989: 6.
Φραντζή, Άντεια κ.ά. 1990. Υπάρχει λοιπόν γυναικεία ποίηση; Αθήνα: Ίδρυμα Μωραΐτη.
Χαραυγή. «Ποιητική βραδιά στο Σπίτι της Κύπρου». 1 Οκτωβρίου, 1992: 4.
Χρόνης, Βαγγέλης και Κωνσταντίνος Μπούρας. 2020. Μελλοντική ελευθερία. Αθήνα: Καστανιώτης.
Beaton, Roderick. 1996. Εισαγωγή στη νεότερη ελληνική λογοτεχνία. Μτφ. Ε. Ζούργου και Μ. Σπανάκη. Αθήνα: Νεφέλη.
Beauvoir, Simone de. 1949. Le deuxième sexe. Παρίσι: Gallimard.
Bloom, Harold. 1973. The Anxiety of Influence. Νέα Υόρκη: Oxford University Press.
Μπάτλερ, Judith. 1990. Gender Trouble: Feminism and the Subversion of Identity. Νέα Υόρκη: Routledge.
Cixous, Ηélène. 1975α. «Sorties». Στο Catherine Clément και Ηélène Cixous, La jeune née, 114-246. Παρίσι: 10/18.
⸻. 1975β. «Le rire de la Méduse». L’Arc, τχ. 61: 39-54.
⸻. 1981. With ou l’ Art de l’ innocence. Παρίσι: Des Femmes.
⸻. 2005. «Γράφοντας (στα) τυφλά». Μτφ. Ευγενία Γραμματικοπούλου. Ποίηση, τχ. 25 (Άνοιξη-Καλοκαίρι): 206-220.
¾. 2010. Le rire de la Méduse et autres ironies. Παρίσι: Galilée.
¾. 2018. Το γέλιο της Μέδουσας. Μτφ. Γωγώ Κατσούλη, Τζένη Κουντούρη Τσιάμη, Ειρήνη Σπανοπούλου. Αθήνα: Τοποβόρος.
Demetriou, Demetra. 2013. La femme et la poésie engagée: Louis Aragon, Pablo Neruda, Yannis Ritsos. Διδακτορική διατριβή. Παρίσι: Πανεπιστήμιο Paris-Sorbonne (Paris IV).
⸻. 2015. «“I Defend Anarchism”: Deconstructing Authority or Mythicizing Terrorism in Greece’s Metapolitefsi: The Poetry of Katerina Gogou». Forum for Modern Language Studies 51 (1): 68-84.
⸻. 2017. «Myth, the Mask, and the “Masquerade” of Femininity: Performing Gender in Yannis Ritsos’ “Ismene”». Στο Debating with the Eumenides: Aspects of the Reception of Greek Tragedy in Modern Greece, επιμ. V. Liapis, Α. Κ. Petrides και Μ. Pavlou, 39-62. Newcastle-upon-Tyne: Cambridge Scholarly Publishing.
⸻. 2018. «Persephone’s “Revolt”: Towards the Acquisition of Femininity in Yannis Ritsos’ “Persephone”». International Journal of the Classical Tradition 25 (4): 384-408.
⸻. 2021. «The Myth of Lorca: International Lorquismo and Lorca’s Reception in Cyprus and the Hellenic World». Comparative Literature Studies 58 (1): 176-206.
⸻. 2022. «“Je m’appelle Ève”: Écriture féminine et réécriture de la Bible dans Beauté superflue de Nasia Dionysiou». Cahiers balkaniques, τχ. 49: 87-125.
Derrida, Jacques. 1999. «L’animal que donc je suis (à suivre)». Στο L’animal autobiographique: Autour de Jacques Derrida, επιμ. Marie-Louise Mallet, 251-301. Παρίσι: Galilée.
Fouque, Antoinette. 1995. Il y a deux sexes. Παρίσι: Gallimard, Παρίσι.
⸻. 1998. Υπάρχουν δύο φύλα. Mτφ. Έλενα Ζει. Λεμεσός: Γιασεμί.
Freud, Sigmund. 1955 [1922]. «Medusa’s Head». Στο The Standard Edition of the Complete Psychological Works of Sigmund Freud, επιμ. και μτφ. J. Strachey. Τόμ. 18, Beyond the Pleasure Principle, Group Psychology and Other Works, 273-274. Λονδίνο: Hogarth Press και The Institute of Psychoanalysis.
⸻. 1961 [1931]. «Female Sexuality». Στο The Standard Edition of the Complete Psychological Works of Sigmund Freud, επιμ. και μτφ. J. Strachey. Τόμ. 21, The Future of an Illusion Civilization and its Discontents, 225-243. Λονδίνο: Hogarth Press και The Institute of Psychoanalysis.
—. 1964 [1933]. «Femininity». Στο The Standard Edition of the Complete Psychological Works of Sigmund Freud, επιμ. και μτφ. J. Strachey. Τόμ. 22, New Introductory Lectures on Psychoanalysis, 112-135. Λονδίνο: Hogarth Press και The Institute of Psychoanalysis.
Guillaumin, Colette. 1979. «Question de différence». Questions féministes, τχ. 6 (Σεπτέμβριος): 3-21.
Irigaray, Luce. 1974. Speculum de l’autre femme. Παρίσι: Les Éditions de Minuit.
⸻. 1977. Ce sexe qui n’en est pas un. Παρίσι: Les Éditions de Minuit.
⸻. 1987. Sexes et Parentés. Παρίσι: Éditions de Minuit.
⸻. 1989. Le Temps de la différence: Pour une révolution pacifique. Παρίσι: Librairie Générale Française.
⸻. 1999. Le temps du souffle. Ρύσελχαϊμ: Christel Göttert Verlag.
Leclerc, Annie. 1974. Parole de femme. Παρίσι: Grasset.
Regard, Frédéric. 2010. «Aa!». Πρόλογος στο Cixous (2010, 9-22).
Schwarzer, Alice. 1975. Der kleine Unterschied und seine großen Folgen. Βερολίνο: S. Fischer Verlag.
Van Dyck, Karen. 1998. Kassandra and the Censors: Greek Poetry since 1967. Ίθακα/Λονδίνο: Cornell University Press.
Vitti, Mario. 1992. Ιστορία της νεοελληνικής λογοτεχνίας. Μτφ. Μ. Ζορμπά. Αθήνα: Οδυσσέας.
~.~
*





