*
ΠΕΡΑΣΤΙΚΑ & ΠΑΡΑΜΟΝΙΜΑ | 12:23
Καιρικά σχόλια από τον ΚΩΣΤΑ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗ
Υπάρχει θέμα δημοφιλέστερο αυτή την εποχή στη λογοτεχνία, στο σινεμά, στην τηλεόραση, στα ΜΜΕ, στην ιστοριογραφία, στις εκθέσεις κινδύνου των ειδημόνων, στις προγνώσεις της μπόρσας, στις αναλύσεις του πλανητικού ισοζυγίου ισχύος, στις προβολές των ειδημόνων του Μέλλοντος, από τη Συντέλεια του Κόσμου;
Οι κατακλυσμοί, οι λοιμοί, οι Αρμαγεδδώνες, οι Αποκαλύψεις, οι Doomsdays, ο μύχιος τρόμος εμπρός στα κραχ και τις καταρρεύσεις του πολιτισμού είναι βέβαια μοτίβο πανάρχαιο, σιόκαιρο της αυτεπίγνωσης του ανθρώπου: τα πάντα ρει, όλα θα τα ξεπλύνει το ποτάμι του χρόνου.
Όμως η έκρηξη τον τελευταίο καιρό, ειδικά την τελευταία 15ετία, είναι απαραγνώριστη. Η αλυσίδα των μεγακρίσεων (τραπεζικές και χρηματιστηριακές λοβιτούρες, νομισματικοί κλυδωνισμοί και κρατικές χρεοκοπίες, μεταναστευτικοί καταρράκτες και τρομοκρατικά κύματα, εσωτερικοί διχασμοί και ταυτοτικές συρράξεις, η δήωση της φύσης, οι πρωτόφαντες επιδημίες, οι νέοι θρησκευτικοί και ιδεολογικοί ζηλωτισμοί, οι αλλεπάλληλοι πόλεμοι), όλα αυτά έχουν, συνειδητά ή ανεπίγνωστα, ενσταλλάξει, στην πλειονότητα ίσως, την υποψία του αναπόφευκτου: ο τρόπος ζωής που ακολουθούμε δεν είναι βιώσιμος, βρισκόμαστε σε ιστορικό σταυροδρόμι.
Έναν αιώνα πρωτύτερα, οι άνθρωποι είχαν την ίδια προαίσθηση. Ο Γέητς γράφοντας τη «Δευτέρα Παρουσία» του το 1919 (κάπου διάβασα ότι πρόκειται για το συχνότερα παρατιθέμενο κείμενο της αγγλόφωνης λογοτεχνίας), είχε πίσω του έναν Παγκόσμιο Πόλεμο, imperia ολόκληρα που διαλύθηκαν, την πανδημία της ισπανικής γρίπης. Έναν κόσμο δίχως κέντρο. Και, πολύ ορθά, ψυχανεμιζόταν τη συνέχεια που ο ίδιος δεν πρόλαβε (πέθανε στα 1939): τον επόμενο, τρισχειρότερο, Παγκόσμιο Πόλεμο, τα στρατόπεδα του βιομηχανικού θανάτου, την ατομική βόμβα, το σάρωμα και των υπόλοιπων ευρωπαϊκών αυτοκρατοριών, τους ποικιλώνυμους ολοκληρωτισμούς.
Αναδρομικά, οι δεκαετίες της μεταπολεμικής ειρήνης και ευημερίας φαντάζουν περισσότερο όχι ως υπέρβαση αλλά ως περίσπαση πρόσκαιρη από τον ανήλεο νόμο της Ανάγκης, ως ιντερμέδιο παραπλανητικό, όπως η απατηλή νηνεμία πριν τη θύελλα. Ο κόσμος μετά το 1945 δεν έλυσε κανένα από τα κρίσιμα ζητήματα που γέννησαν οι Νέοι Χρόνοι και οι μεγάλοι συγγραφείς του Μεσοπολέμου απαράμιλλα περιέγραψαν. Μόλις σήμερα μάλιστα τα αντιμετωπίζουμε στην πραγματική τους έκταση. De te fabula narratur επομένως. Ο Ιρλανδός μιλάει για σένα, αδελφέ αναγνώστη.
Ναι, δύο χιλιετίες χριστιανισμού, οι δύο χιλιετίες της Μείζονος Ευρώπης, εκπνέουν, γίνονται σκόνη εμπρός στα μάτια μας. Όμως το Θηρίον που (επιτέλους!) ετοιμάζεται να υποδεχτεί αντί για τον Χριστό η Βηθλεέμ των ημερών μας, είναι ακόμη απροσδιόριστο. Το νιώθουμε να μας πλησιάζει ύπουλα, αλλά δεν διακρίνουμε το πρόσωπό του. Εκατό τόσα χρόνια αργότερα, ζούμε πάντα με αυτό το μετέωρο ερωτηματικό.
~.~
Η ΔΕΥΤΕΡΑ ΠΑΡΟΥΣΙΑ
Κάνοντας γύρους που πλαταίνουν και πλαταίνουν
πια το γεράκι δεν ακούει τον γερακάρη·
όλα σωριάζονται· το κέντρο δεν κρατάει·
πάνω απ’ τον κόσμο αναρχία ωμή ξεσπάει,
ξεσπάει του φόνου η πλημμύρα και παντού
μες στο αίμα πνίγει των αθώων τη γιορτή·
λιγοψυχούν τώρα οι καλύτεροι ενώ
είν’ οι χειρότεροι όλο έξαψη και πάθος.
Κάποια Aποκάλυψη θα επίκειται ασφαλώς·
σίγουρα επίκειται η Δευτέρα Παρουσία.
Δευτέρα Παρουσία! Πριν τον λόγο πω
ένα άμετρο όραμα απ’ το Πνεύμα του Παντός
μου καίει τα μάτια: οι αμμοθίνες μιας ερήμου,
ένα λιοντάρι που έχει ανθρώπου κεφαλή,
ένα βλέμμα κενό κι ανήλεο σαν τον ήλιο
που αργοσαλεύει, ενώ παντού στην ερημιά
φτεροκοπούν τριγύρω τα έξαλλα πουλιά.
Τα μάτια μου δύουν ξανά· όμως τώρα ξέρω
πως τούτ’ οι είκοσι αιώνες πέτρινου ύπνου
σκόρπισαν σ’ ενός λίκνου εμπρός τον εφιάλτη,
και ποιο θηρίο φρικτό, που είν’ η ώρα του επιτέλους,
προς τη Βηθλεέμ σέρνεται για να γεννηθεί;
W. B. YEATS
~.~
Βούτυρο στο ψωμί του Τραμπ είναι η, νομικά και πολιτικά, εξωφρενική ετυμηγορία του δικαστηρίου του Κολοράδο να του απαγορεύσει την κάθοδο στην πολιτεία αυτή στις προσεχείς προεδρικές εκλογές, λόγω των γεγονότων λέει της 6.1.2020 (ανάμειξη σε στάση κατά της Αρχής!). Και την αποκαλώ εξωφρενική, διότι ο Τραμπ όχι μόνο δεν έχει καταδικαστεί, αλλά ούτε καν διωχθεί ποινικά για τέτοιο αδίκημα! Ακόμη και η πολιτική μομφή που επιχειρήθηκε εναντίον του στο Κογκρέσο κατέπεσε, αφού δεν συγκεντρώθηκε η απαιτούμενη πλειοψηφία.
Το Ανώτατο Ομοσπονδιακό Δικαστήριο των ΗΠΑ είναι περίπου βέβαιο ότι θα ακυρώσει την απόφαση. Δείχνει όμως την απόγνωση στην οποία έχουν περιπέσει οι Δημοκρατικοί. Με τον Μπάιντεν να κατολισθαίνει δημοσκοπικά, η τελευταία γραμμή αμύνης τους είναι τα δικαστήρια. Ωστόσο και σ’ αυτά οι εντελώς στημένες, κάποτε και κωμικές κατηγορίες κατά του πρώην προέδρου, δεν φαίνεται να έχουν σοβαρή προοπτική ευόδωσης.
Η τακτική του Τραμπ να παρουσιάζεται ως θύμα διωκόμενο από το σύστημα, με όλα αυτά ευνοείται απίστευτα. Κάθε καινούργιο κστηγορητήριο εναντίον του αυτούς τους μήνες, του εκτόξευσε τα ποσοστά. Εννοείται δε ότι αν εκλεγεί θα φερθεί αναλόγως στους διώκτες του. Η πόλωση είναι τέτοια και το ενδεχόμενο της συμφιλίωσης τόσο ισχνό, που μόνο με την απόλυτη επικράτηση της μιας παράταξης και την συντριβή της άλλης, θα μείνουν οι ΗΠΑ κυβερνήσιμες.
Μπορεί να υπάρξει όμως τέτοια, απόλυτη, επικράτηση; Άκρως απίθανο, υπό τις τωρινές συνθήκες… Στο μεταξύ, η αμερικανική δημοκρατία και η αμερικανική δικαιοσύνη μοιάζουν όλο και περισσότερο με φάρσα.
~.~
Αν ποτέ κατορθωνόταν η αθανασία του ανθρώπου, όλη η ιστορία, όλη η τέχνη, όλη η φιλοσοφική σκέψη, όλα τα δημιουργήματα του πολιτισμού, που δεν είναι παρά μελέτη διαρκής θανάτου, θα γίνονταν μονομιάς ακατανόητα, σημάδια ανεξιχνίαστα μιας αρχαίας, για πάντα χαμένης τώρα πια γλώσσας. Το νέο είδος που θα προέκυπτε θα χρειαζόταν για όλα αυτά μετάφραση – όμως πού θα μπορούσε να τη βρει, σε ποια ψυχικά αποθέματα, σε ποιες βιοτικές αναλογίες; Παρ’ όλα αυτά, οι νέοι Αθάνατοι δεν θα ζούσαν ανέμελοι. Άλλου είδους αγωνίες θα σκίαζαν τις ατελεύτητες μέρες τους. Η πιο μεγάλη ανάμεσά τους: η αθάνατη Πλήξη.
~.~
Συνέπαιξε με κορυφαίους. Τον είδα κάμποσες φορές. Τι παράδοξο όμως, όταν εκείνος ήταν παρών στη σκηνή, κανείς άλλος δεν σου έμενε στη μνήμη. Λες και οι χειρονομίες του, οι ελιγμοί της φωνής του, το βλέμμα του, τ’ απορροφούσαν όλα τα άλλα. Μετά από εκείνον, δεν μπορώ να φανταστώ τον πιραντελλικό Ερρίκο αλλιώς. Ούτε κανένα άλλον Μπόργκμαν. Η ιλαροτραγωδία ήταν ο τρόπος του. Κι ο ίδιος ήταν -πόσο σπάνιο!- ό,τι ακριβώς επαγγελλόταν, τίποτε περισσότερο ή λιγότερο: Ηθοποιός.
*
*
~.~
Σβήνουν καταγεγραμμένες συνομιλίες, απομακρύνουν εισαγγελείς, αλλάζουν τη σύνθεση ανεξάρτητων αρχών, τώρα παρεμβαίνουν και νομοθετικά (στον Δήμο Αθηναίων) για να καλύψουν τις πράξεις τους. Όταν είσαι με τη σωστή πλευρά της ιστορίας έχεις προφανώς το ακαταδίωκτο…
~.~
«Τα είδη του λόγου δεν είναι αποκρυσταλλωμένα, ακίνητα. Εξελίσσονται. Ξεπέφτουν ή αναπτύσσονται απροσδόκητα. Δεν υπάρχει ιεραρχία ειδών. Υπάρχει ιεραρχία προσώπων.»
ΚΩΣΤΗΣ ΠΑΛΑΜΑΣ
~.~
Από τον Ηλιόπουλο και τη Βουγιουκλάκη στο Δόλωμα του Σακελλάριου (1964) ώς τον ποιητή Φανφάρα στο Ξύπνα, Βασίλη! του Ψαθά (1969), ιδίως όμως τις τελευταίες δεκαετίες (τι να πρωτοαναφέρει κανείς, τους «ποιητές-λαπάδες» του Κούβελα, τις καταπαρωδήσεις των ποιητών-δημοσίων προσώπων, Χυτήρη, Κουβέλη, Κουράκη, Μπογδάνου, την απαγγέλλουσα Ντόρα κλπ., κλπ.), για να μη φτάσουμε πίσω ώς τους καιρούς του… Δισεγγονόπουλου και του Μπιρμπιρίκου, η μοντέρνα ποίηση δικαίως ή αδίκως έχει θρέψει γενναιόδωρα τον κοινό γέλωτα.
Όσο κι αν θίγεται κανείς και αν αγανακτεί, ευλόγως κάποτε, η ουσία δεν αλλάζει. Το ερώτημα είναι γιατί άραγε συμβαίνει αυτό, γιατί δεν γελάει κανείς, λ.χ., με τους μυθιστοριογράφους ή τους μουσικούς ή τους ηθοποιούς; Ερώτημα που οι ποιητές και οι κριτικοί μας σχεδόν ποτέ δεν θέτουν.
~.~
Χριστουγεννιάτικη, υποτίθεται, γιορτή Δημοτικού κάπου στο Χαλάνδρι. Μεγάφωνα στο φουλ και σκουπιδοπόπ του ’80. Λογικό. Μ’ αυτό που σε διέπλασαν, διαπλάθεις. Η ασχήμια είναι ανίκητη, σαν τη βλακεία. Και αναπαράγεται ακατάσχετα. Μόνο η ομορφιά είναι εύθραυστη και πεθαίνει.
~.~
Από τον Προύφροκ ώς τα Κουαρτέτα, μεγάλο μέρος της ποίησης του Έλιοτ είναι έμμετρη και ομοιοκατάληκτη. Οι περισσότερες ελληνικές μεταφράσεις, ήδη φευ από τον Σεφέρη, εξαχνώνουν αυτό της το χαρακτηριστικό, εξομοιώνουν την πολυμορφία και ενοποιούν τις διαφορές.
Στην Έρημη χώρα, λ.χ., οι στίχοι 292-305 του Γ’ Μέρους είναι ένα, αυτοτελές και νοηματικά, σονέτο. Οι στίχοι αυτού του σονέτου είναι ανισομήκεις όμως οι ρίμες και οι στροφές του κανονικές. Εμπνεόμενος από την τραγική ιστορία της Πίας του Δάντη που γοήτευσε και τον Πάουντ στον Μώμπερλυ («η Σιένα μ’ έκανε, με ξέκανε η Μαρέμμα» διαβάζουμε στο Πουργατόριο), ο Έλιοτ αφηγείται εδώ την ιστορία μιας λαϊκής κοπέλας που την ξελογιάζει ένα πλουσιόπαιδο – με τη γνωστή κατάληξη (θυμίζω ότι μιλάμε για το έτος 1922).
Τα τοπωνύμια στο ποίημα είναι ταξικοί δείκτες. Από τη μια είναι οι εργατικές φτωχογειτονιές, από την άλλη τα στέκια της αριστοκρατίας. Ένας Έλληνας ποιητής του 1960 αντί για Χάιμπερυ και Μαργκέητ θα έγραφε, ας πούμε, Δραπετσώνα και Σκαραμαγκάς· αντί για Κιου, Ρίτσμοντ και Μουργκέητ, Φάληρο και Κολωνάκι.
Το Χάιμπερυ με γέννησε: τραμ, δέντρα σκονισμένα.
Με ξέκανε το Κιου το αρχοντικό.
Κάτω στο Ρίτσμοντ μού την πήρε εμένα
την παρθενιά μου αυτός σ’ ένα κανώ.
Βόλτα με πήγε στου Μουργκέητ τη χλιδή
μά την καρδιά μου ήτανε σαν να ποδοπατούσα.
Σαν έγινε, έκλαψε. Μου ’ταξε “μια καινούργια αρχή”.
Δεν είπα κάτι. Τι ωφελεί μούτρα να του κρατούσα;
Στου ταπεινού Μαργκέητ τα φύκια
το τίποτα στου τίποτα
προσθέτω τη ζωή.
Στ’ άπλυτα χέρια τα σπασμένα νύχια.
Φτωχέ λαέ μου, τίποτα
δεν προσδοκάς εσύ.
~.~
Από ποια κοιτάσματα ψυχικά, συλλογικά ή ατομικά, ξεπήδησε αυτό το μηδενιστικό αριστούργημα; Πιο εύκολα το φαντάζεται κανείς ύμνο κανενός υπαρξιστικού κλαμπ στο μεταπολεμικό Παρίσι ή εναρκτήριο ανάκρουσμα σε κωμωδία του παραλόγου. Μέσα του αντηχεί ο Γλύκων της Παλατινής, τα πάντα μηδέν, αλλά και η γλύκα της Ανατολής όπου όλα, και τα ζοφερότερα φωτίζονται από τα αχ! των ελέγων. Ο Άκης Πάνου και ο Μανώλης Ρασούλης είναι οι Μεγάλοι Γνωστικοί αυτού του θαύματος που ονομάζεται «λαϊκό τραγούδι». Τους έχουμε νιώσει, είναι αλήθεια. Όμως, δεν τους έχουμε στ’ αλήθεια σκεφτεί.
*
*

