Ένα λαθρογαμικό επεισόδιο

*

ΚΛΑΣΣΙΚΑ ΑΠΟΣΙΩΠΗΜΕΝΑ

γράφει ο Ηρακλής Δ. Λογοθέτης

 

Στον καθρέφτη μίας ορισμένης λογοτεχνικής παράδοσης η λιποθυμική συγκατάθεση σε ανοίκειες και οπωσδήποτε απρόκλητες ερωτοπραξίες, αποτελεί την πλάγια πύλη εισόδου των κυριών στον κήπο της αμαρτίας. Ακριβολογώντας, μα πάντοτε στο πνεύμα της ίδιας μεταφοράς, δεν πρόκειται καν για πύλη που εύλογα θα προσέλκυε την αδόκητη κρούση, αλλά για παραπόρτι χρόνιας αχρησίας εντοιχισμένο στον ψηλό μαντρότοιχο. Κρυμμένο πλέον από οργιώδη βλάστηση και απρόσεκτα ξεκλείδωτο, παρέχει την πρόσβαση ελέω της οποίας η τύχη γονιμοποιεί την ευκαιρία προς όφελος του δράστη ενώ η προσωρινή απώλεια των αισθήσεων εξασφαλίζει τη διαθεσιμότητα της ατυχήσασας κυρίας. Ο εισβολέας παραμερίζει τα πέπλα της απαραίτητης υπό άλλες συνθήκες προλειάνσεως του ερωτικού διαβήματος και διανύει μ’ ένα άλμα την απαγορευτική απόσταση προς την απρόσιτη Δέσποινα. Ανοίγει με μια αποφασιστική χειρονομία τα σκέλη των εθιμικών συμβάσεων και σκίζοντας την ετικέτα της αλεξιγαμίας σμίγει με την παθούσα, ανέξοδα για τον ίδιο και ανεπίληπτα για κείνη, καθώς η απαγορευμένη σκηνή συντελείται στην ηθογεωγραφικά αόριστη ζώνη προνοιακής αμέλειας και μεθεόρτιας αφέσεως κάποιων απροσδιόριστων τύψεων.

Η αυλαία μάλιστα της, έως ένα βαθμό, ανυπαίτιας ενοχής, παραμένει διακριτικά κλειστή και μόνο μέσα από την πολύπαθη σχισμή της μπορεί να κατοπτεύσει κανείς την διανοιγόμενη προοπτική σε περιστάσεις έκτακτες, όπως αυτές που σκηνοθετεί ο Χάινριχ φον Κλάιστ στις αρχές του 19ου αιώνα με φόντο την κατάληψη μίας ιταλικής πόλεως από ρωσικά στρατεύματα, παράπλευρο θύμα της οποίας υπήρξε η κόρη του διοικητή, η Μαρκησία του Ο… που εδώ μας απασχολεί. Ο συγγραφέας πάντως ουδέποτε είχε επισκεφθεί τη χώρα όπου εκτυλίσσεται η υπόθεση του έργου και με την άνεση αυτής της απόστασης προϊδεάζει τον αναγνώστη για όσα παράδοξα θα ακολουθήσουν, παρατοποθετώντας το αληθινό, όπως ισχυρίζεται, περιστατικό στο οποίο βασίζεται η ιστορία του από το Βορρά στο Νότο — και παραβλέποντας, αν και ο ίδιος είχε χρηματίσει στρατιωτικός, το ότι ένας ρωσικός στρατός στην Ιταλία θα ήταν περισσότερο αξιοπερίεργος από τους ελέφαντες του Αννίβα στις Άλπεις!

Σύμφωνα εντούτοις με την αφήγησή του, αφού προηγήθηκε σφοδρός βομβαρδισμός, τα ρωσικά στρατεύματα οργάνωσαν μία νυχτερινή επιδρομή, κατέλαβαν εξ εφόδου το φρούριο κι έφτασαν μέχρι τη φλεγόμενη αριστερή πτέρυγα του παλατιού όπου έμενε ο διοικητής με την οικογένειά του. «Η μαρκησία, προσπαθώντας να ξεφύγει από την πίσω πόρτα έπεσε κατά κακή της τύχη πάνω σε μια διμοιρία τυφεκιοφόρων που την κύκλωσαν με πρόστυχες χειρονομίες και την έσυραν στην πίσω αυλή, όπου ήταν έτοιμοι να την κακοποιήσουν με τον πιο αισχρό τρόπο, καβγαδίζοντας άγρια για την προτεραιότητα της νομής. Μα τότε, ακούγοντας τις ικετευτικές κραυγές της γυναίκας, εμφανίστηκε ένας Ρώσος αξιωματικός και με οργισμένα χτυπήματα έτρεψε σε φυγή τους αχρείους που ορέχτηκαν μια τέτοια υψηλή λεία. Στη μαρκησία φάνηκε σαν άγγελος εξ ουρανού καθώς η όψη του συνδύαζε την επιβλητικότητα με την ευγένεια, Προσφώνησε την αναξιοπαθούσα και εισέτι τρεμάμενη κυρία στα γαλλικά, της έτεινε το μπράτσο του ιπποτικά και την οδήγησε σε ασφαλή πτέρυγα του κτιρίου, όπου εκείνη αποκαμωμένη από τις συγκινήσεις έπεσε αναίσθητη στην αγκαλιά του. Εκεί προσέτρεξαν μετά από λίγο και οι φοβισμένες γυναίκες της συνοδείας της. Ο αξιωματικός τις διαβεβαίωσε πως η μαρκησία σύντομα θα συνερχόταν, έστειλε παρά ταύτα να φωνάξουν ένα γιατρό και φορώντας το πηλήκιό του γύρισε στα μάχιμα καθήκοντα που υπαγόρευε η θέση του».

Δεν υπάρχουν βάσιμοι λόγοι να αμφισβητήσουμε πως ο σωτήρας της μαρκησίας δεν φόρεσε παρά μόνο το πηλήκιό του επειδή είμαστε πεπεισμένοι ότι στο σύντομο, μερικών λεπτών διάστημα που έμεινε μόνος με τη μαρκησία δεν χρειάστηκε να βγάλει κανένα άλλο ρούχο. Θα μπορούσαμε ακόμα να δεχθούμε, πως ο αποτροπιασμός του μπροστά στον επικείμενο ομαδικό βιασμό που είχε μόλις αποσοβήσει ήταν γνήσιος. Παράλληλα όμως, όπως αποδείχθηκε στη συνέχεια, είχε εξαφθεί υπερμέτρως από το θέαμα της ανίσχυρης γυναίκας και ενέδωσε στον πειρασμό να τρυγήσει σιωπηρά εκείνα τα κάλλη που παρ’ ολίγον θα είχαν λεηλατηθεί με κραυγές. Στρατιωτικός γαρ, γνώριζε πως η βαθεία διείσδυση στην ποθητή στενωπό μπορούσε, εφόσον δεν υπήρχε γρηγορούσα άμυνα, να επιτευχθεί με μία αποφασιστική ενέργεια, χωρίς ανιχνευτικές επιψαύσεις και δίχως την πολυτέλεια προφυλακής εκείνων των θωπειών που προλειαίνουν την παράδοση αλλά καθυστερούν την έκβασή της. Οι δεδομένες συνθήκες λοιπόν δεν επέτρεπαν να γυμνωθεί τίποτε πέραν του αναγκαίου διότι η όλη επιχείρηση έπρεπε να διεξαχθεί ταχύτατα και η ρομφαία που πρόλαβε να ξαναχώσει στην περισκελίδα του πριν εμφανιστούν οι άλλες κυρίες, αρκούσε για να απολαύσει εξ υφαρπαγής τα θέλγητρα της μαρκησίας, με τα περίπλοκα εσώρουχα της οποίας ωστόσο (την φρουρά από τις κόπιτσες, τα γόρδια κορδελάκια και τις αλληλένδετες δαντέλες), είναι εύλογο να υποθέσουμε πως θα συνάντησε μερικές δυσκολίες καθώς ήταν φρόνιμο να εξασφαλιστεί ο ανισοσκελής συνδυασμός διακριτικότητας και τετελεσμένου που θα επέτρεπε στη μαρκησία να παρατείνει τη λιποθυμική της διαθεσιμότητα.

Η βούληση όμως υπερβαίνει τις δυσκολίες που ενυπάρχουν σε κάθε συναφούς φύσεως σεξουαλική διαθεσιμότητα, άλλοτε οφειλόμενη  στην έντονη ζάλη κι άλλοτε στον παραλυτικό πανικό. Ο Χένρυ Μίλλερ αίφνης στον Τροπικό του Καρκίνου εκθέτει σκωπτικά την περίπτωση μίας κυρίας που αντιδρώντας καθ’ υπερβολήν στους κεραυνούς και τις αστραπές της επερχόμενης καταιγίδας, πέφτει στη θάλασσα με ακατάληπτες κραυγές και σε κατάσταση τρομώδους αφαιρέσεως. Ο αφηγητής του επεισοδίου την ακολουθεί αναλαμβάνοντας να την καθησυχάσει με θωπείες ολοένα τολμηρότερες, τις οποίες η παθούσα δεν αντιλαμβάνεται ούτε κατ’ ελάχιστον, ακόμα και στο προκεχωρημένο στάδιο που ο ήρωας, δύσπιστος για τη βαθύτητα της αντιληπτικής αφασίας, «χώνει στο μουνί της τρία δάχτυλα και τα στριφογυρίζει σαν μεθυσμένα καρούλια», σύμφωνα με την ανάρμοστη, πλήρως καταδικαστέα, περιγραφή του αμερικανού συγγραφέα που υποχρεώνομαι εδώ να παραθέσω αυτολεξεί μόνο για λόγους πιστότητας απέναντι στην κειμενική συνθήκη. Λιγότερο τραχύς αλλά εξίσου δύσπιστος απέναντι στην ένταση του καταληπτικού φαινομένου  εμφανίζεται και ο Σκώτος συγγραφέας Γεώργιος Μακ Γκρέγκορ στον Μέγα Ανατολικό του Ανδρέα Εμπειρίκου όταν αντιλαμβάνεται τη θρησκομανή αφαίρεση στην οποία έχει περιπέσει η Ευαγγελίνη Ντυμπουά, ακούγοντας στον διάδρομο του πλοίου τις περιπαθείς της αναφωνήσεις και υποπτεύεται ότι η πόρτα είναι ανοιχτή από την συμπαιγνία τυχαίας παραλείψεως και σκόπιμης προσκλήσεως, αλλά αναβάλλει την έφοδό του αναλογιζόμενος τις βαρύτατες για την υπόληψή του συνέπειες μίας αιφνιδίου ανακτήσεως των αισθήσεών της εν εκστάσει δεσποινίδος. Παραμερίζοντας εντούτοις και τους τελευταίους δισταγμούς ενός τζέντλεμαν, εισβάλει στην καμπίνα της, επιδίδεται ανεμπόδιστος σε ανιχνευτικές θωπείες και κατασπαζόμενος τα σφαιρικά της θέλγητρα, βέβαιος πλέον πως η κόρη παραμένει βυθισμένη «εις μίαν κατάστασιν ομοιάζουσαν ως προς την αντίληψιν και συναίσθησιν του εξωτερικού κόσμου με κώμα», την διακορεύει ανταποκρινόμενος σ’ ένα κύμα γλυκασμών και απεριφράστως λυγμικών επικλήσεων του Νυμφίου. Ένα ημίωρο μετά και ενώ η unio mystica στην οποία αποβλέπει ο Άγιος Βερνάρδος του Κλαιρβώ έχει ολοκληρωθεί απογυμνωμένη από την μεταφυσική της περιβολή, ήγουν στην πεπτοκώσα, κλινήρη και απολύτως σωματική της εκδοχή, χωρίς η εισέτι σπαργώσα νεάνις να έχει ανακτήσει την αισθητήριο επαφή της με τα εγκόσμια, ο εισβολέας αναχωρεί ανενόχλητος αφού προηγουμένως τακτοποιεί κατά τον προσήκοντα τρόπο τα ενδύματα της μυστικοπαθούς κόρης.

Υποθέτουμε ότι ανάλογη στοιχειώδη μέριμνα έλαβε και ο Ρώσος αξιωματικός, αν και το ελάχιστο χρονικό περιθώριο που είχε στη διάθεσή του δεν συνηγορεί προς την αρτιότητα της ενδυματικής αποκαταστάσεως της μαρκησίας. Παρά ταύτα όταν εκείνη μετ’ ολίγον συνέρχεται και υπό το καθεστώς επιλεκτικής αμνησίας απωθεί στα μυχιότερα ψυχικά της δώματα το λαθρογαμικό επεισόδιο, έχει την συμπληρωματικώς ανεπίγνωστη πρόνοια ν’ αποδώσει στην γενικότερη κακουχία την προβληματική ατημελησία των φορεμάτων της και να παραθεωρήσει κάποια εξώφθαλμα ύποπτη υγρασία της εγκολπίου περιοχής, ν’ αγνοήσει τη σπερματική οσμή και ν’ αφήσει απαρατήρητη την ασφαλώς επίμεμπτη κατάσταση των εσωρούχων της περιμουνίδος χώρας. Τι άλλο θα μπορούσε άλλωστε να κάνει μία κυρία με την δική της υψηλή κοινωνική θέση και στη δική της ταπεινωτική κατάσταση; Αργά για να διαμαρτυρηθεί και μάταιο να αντιδράσει αφού ο πολιορκητικός κριός είχε ήδη παραβιάσει τη στενωπό, ήταν συνετότερο να περιορίσει τις ηθικές απώλειες που θα ήταν μεγαλύτερες αν η εξανάστασή της πρόδιδε πως είχε έστω και αμυδρά συνείδηση των τεκταινομένων. Στο ημίφως των όψιμων επιγνώσεων άλλωστε οι αιχμές παρόμοιων περιστατικών αμβλύνονται, η ακμή του απωθημένου συμβάντος καμπυλούται και το οδυνηρό μεταίσθημα της διαρπαγής μετριάζεται πριν φθάσει στην αποκαλυπτήρια έντασή του από την ακατασίγαστη υποψία μίας ενδεχόμενης συνενοχής του θύματος. Προς την ίδια κατεύθυνση κινείται επίσης η κρατούσα εκείνα τα χρόνια χριστιανική ηθική για την οποία «η μυστικιστική απάρνηση του εαυτού συνδέεται πλέον όχι με τη διονυσιακή μέθη αλλά με την τιθάσευση των ενορμήσεων», όπως υποστηρίζει και ο Χρήστος Μεράντζας, καταθέτοντας στο έργο του Ο Αντεστραμμένος Διόνυσος το «σχεδίασμα μιάς σωματοθεωρίας αλγαισθητικού αυτοκαταναγκασμού».

Σ’ αυτό το σημείο αξίζει να σημειωθεί πως η μετοχή στην υπνογαμική εμπειρία και η συνακόλουθη λειτουργική παθητικότητα είναι ήδη προεξοφλημένη πολύ πριν από την αστική ηθική της βικτωριανής εποχής που διαδέχεται την ελευθεριάζουσα αριστοκρατία του 18ου αιώνα. Έκτοτε όμως βρίσκεται στον πυρήνα των μητρικών συμβουλών για την γαμήλια νύχτα της κόρης: Κλείσε τα μάτια και σκέψου την πατρίδα! Η ανήξερη δεν επιτρέπεται να μάθει, να αισθανθεί συγκίνηση ή να προδώσει το ρίγος της. Οφείλει μόνο να ενδώσει, σιωπηρά  και χωρίς ποτέ να φανερώσει οργασμικό σπασμό. Η συζυγική συγκατάκλιση δεν αρχίζει με μια κραυγή αλλά τελειώνει μ’ έναν ανήκουστο λυγμό. Στην ίδια κρυπτολυγμική ακολουθία ανήκει το πολύπτυχο tableau dormant όπου η ωραία οφείλει εξάπαντος να είναι κοιμωμένη ενώ στο σχολείο των παραπειστικών ελιγμών αντιστοιχούν εύλογα τα μαθήματα των εντέχνων απωθήσεων. Οι αντιληπτικές διαλείψεις και η υπνοληπτική αφαίρεση, η επιλεκτική αμνημοσύνη και η συμφέρουσα άγνοια βρίσκονται στο επίκεντρο της υποκριτικής ηθικής, η οποία ωστόσο — και εδώ έγκειται το ενδιαφέρον —  ενσωματώνεται ενίοτε με τόση ψυχαναγκαστική πειθώ ώστε πέραν της  προσχηματικής αληθοφάνειας, αποκτά δευτερογενή χαρακτηριστικά μίας εν σπέρματι αληθείας και από την συνουσία εμπρόθετης άγνοιας και πείσμονος αποσιωπήσεως, αποδίδει όσους καρπούς αναλογούν σε κάθε αφελή πλην σταθερά πεποίθηση.

Η μαρκησία, χήρα εδώ και τρία χρόνια με ανήλικα παιδιά, ζώντας σε κλειστό περιβάλλον υπό την αυστηρή εποπτεία του πατέρα και του ανελέητου εισαγγελικού βλέμματος που στις μικρές ιδιαίτερα πόλεις ενεδρεύει άπληστο για ηδυπαθείς παρεκτροπές πίσω από κάθε γρίλια, είναι απίθανο να είχε την ευκαιρία εκτροπής των αφροδισίων πόθων σε περιστασιακές εκχυλίσεις των οποίων η σπάνις αντισταθμίζεται με τη σφοδρότητα μίας κατά κυριολεξία ανεπανάληπτης επαφής, αρτιωμένης στην παροντική της εκπλήρωση και με αόρατη την υπόσχεση δευτέρας παρουσίας. Κατά συνέπεια η θεσμικώς επιβεβλημένη κατασίγαση των ορμών της, ο έντρομος εξορκισμός του πόθου και ο ένορκος αφορισμός της κάψας, είναι φυσικό, όπως σε κάθε αλληλοπαθές ισοζύγιο, να ζητούσαν το εξοβελιστέο τους αντίκρυσμα στην αποσυμπίεση μίας επιθυμίας έστω και επ’ ουδενί βοώσας μα σιωπηρά  ικανοποιούμενης, μόλις πνευστιώσας στην επιφάνεια εκείνων των ρευμάτων τα βάθη των οποίων παραμένουν ασύλληπτα από τον ηθογραφικό φακό των επιτρόπων της δημόσιας ηθικής και τους σκυθρωπούς φύλακες του ιδιωτικού της απεικάσματος.

Ούσα καλλιεργημένη γυναίκα, μπορούμε με κάποια σχετική ασφάλεια να υποθέσουμε ότι η μαρκησία είχε κατά νουν τις μεταφορικές συνάφειες μεταξύ φρουρίου και αιδείου, εκπόρθησης και διατρήσεως, όπως και την γοερή αντιστοιχία λαφυραγωγούμενης πόλεως και υποκύπτουσας γυναίκας, την οποία άλλωστε καθιστούσε προφανή η παρούσα συγκυρία. Γνώριζε από τα δημοφιλή ιστορικά αφηγήματα και τα στυγερά μεσαιωνικά χρονικά που έχαιραν κάποιας ριγηλής υπολήψεως δίπλα στο τζάκι τις κρύες νύχτες του χειμώνα, ότι στην ανταμειπτική συνθήκη του κατακτητή περιλαμβανόταν και η (τουλάχιστον) τριήμερη λεηλασία των πάσης φύσεως αγαθών, ανάμεσα στα οποία τα γυναικεία θέλγητρα δεν ήταν τα πλέον ευκαταφρόνητα, και ίσως, επιπλέον, να ήταν ενήμερη για το ότι το ναυτιλιακό δίκαιο αναγνωρίζει σε όποιον σώζει ένα πλοίο από σίγουρη βύθιση κάποιο μερίδιο του φορτίου ή και του ιδίου του πλοίου. Δικός της σωτήρας από την απρόσμενη καταιγίδα ήταν αυτός ο ευπαρουσίαστος και καθ΄ όλα ευγενέστατος αξιωματικός. Την είχε δει με την ωχρή της όψη φλογισμένη απ’ τις ανταύγειες της πυρκαϊάς που έκαιγε την πόλη, ριγμένη κατάχαμα με τα μαλλιά λυμένα, τα φορέματά της ανάστατα, σχεδόν ανασκελωμένη με στιγμιαίες αποκαλύψεις μηριαίων λεπτομερειών και την τραχηλιά της εκτεθειμένη ερεθιστικά, το στήθος σε εντατικό αναπαλμό και την καρδιά στο στόμα, έτοιμη να υποκύψει, χωρίς ελπίδα πιά στη χυδαία ορδή. Είχε διακρίνει στα αλλοιωμένα της χαρακτηριστικά τον φόβο που τραβάει τον λύκο, την απώθηση που προσελκύει την επίθεση, το σκίρτημα φυγής που σηκώνει τη σημαία της καταδίωξης. Προς τούτοις αποτελεί κοινολεκτούμενη διαπίστωση πως η θέα της ανυπεράσπιστης καλλονής κολάζει αγίους και παρασύρει τον καθένα στη δίνη της έξαψης. Δεν είναι λοιπόν και τόσο αντιφατικό το ότι ο αξωματικός πρώτα υπερασπίζει με γενναιότητα την τιμή της μαρκησίας και λίγο αργότερα δρέπει τον τόκο της ακεραιότητας που χωρίς την παρέμβασή του θα είχε χάσει ολοσχερώς. Τη γλύτωσε από τους πολλούς που θα την έπαιρναν δημοσίως νουμεράδα (κατά την αισχρή έκφραση που με φρίκη είχε κάποτε ακούσει από το στόμα μίας υπηρετρίας), και έλαβε το αντίδωρό του, ένας αυτός, παράμερα και ιδιωτικώς, με την αρμόζουσα στην καταγωγή της διακριτική λεπτότητα. Η μαρκησία δεν υποχρεώθηκε καν ν’ αντικρύσει κατάματα, πόσο μάλλον να θωπεύσει ή έστω ν’ αγγίξει τον μονόφθαλμο κριό καθ’ όλη την (αλλοίμονο!) σύντομη διάρκεια της απαλής, σχεδόν ανεπαισθήτου διεισδύσεως στον απαγορευμένο οπωρώνα και η απότολμη επιχείρηση επερατώθει χωρίς τις βίαιες εκείνες γαμικές ωθήσεις που θα την ανάγκαζαν να συνέλθει από τη λιποθυμική κρίση.

Μετά την αποκατάσταση της τάξεως στο τρικυμισμένο σώμα της πόλεως (ου μην αλλά και στο δικό της), η μαρκησία διατυπώνει μέσω του πατέρα της το αίτημα να υποδεχθεί σε ευπρεπέστερο αυτή τη φορά περιβάλλον τον Ρώσο αξιωματικό, που έχει αποδειχθεί όντως ευγενούς καταγωγής και κατ’ εξακολούθησιν παρασημοφορημένος, όταν πληροφορείται τον θανάσιμο τραυματισμό του. Είδηση που ευτυχώς διαψεύδει αυτοπροσώπως ο σωτήρας της, όταν μετά την παρέλευση αρκετών εβδομάδων ανάρρωσης εμφανίζεται επιτέλους στο πατρικό της και αντιπαρερχόμενος με σεμνότητα τους επαίνους δηλώνει ευθαρσώς ότι σκοπός της επισκέψεώς του είναι η υποβολή προτάσεως γάμου προς τη μαρκησία. Το αίτημά του εντούτοις, βεβιασμένο και κατά παράβαση των καθιερωμένων εθιμικών συμβάσεων, αρχικά προξενεί κατάπληξη και στη συνέχεια έκδηλη αμηχανία. Ο πατέρας της μαρκησίας αναλαμβάνει να υπενθυμίσει προς τον ανυπόμονο υποψήφιο ότι αν και απολαμβάνει πλέον την εμπιστοσύνη της οικογένειας, η πρότασή του είναι κάπως πρόωρη και η πιθανή της ικανοποίηση θα προϋπέθετε τη στενότερη γνωριμία του μνηστήρα με την κόρη του. Η μαρκησία από την πλευρά της, εισέτι αγνοούσα ότι η γνωριμία, με την βιβλική τουλάχιστον έννοια, έχει ήδη συντελεστεί, εμφανίζεται εξίσου επιφυλακτική — και ο αξιωματικός απέρχεται με την αόριστη υπόσχεση της ευνοϊκής εξετάσεως του αιτήματός του ενώ την επαύριο μόλις θα πρέπει, επιφορτισμένος καθώς είναι με κάποια επίσημη αποστολή, να λείψει σε μακρύ ταξίδι.

Στους επόμενους μήνες η μαρκησία παρουσιάζει συμπτώματα εγκυμοσύνης τα οποία, παραθεωρημένα ως ανυπόστατα αρχικά, θα γίνουν οφθαλμοφανώς αδιάψευστα και περιβαλλόμενα από την διαπορούσα οδύνη της παθούσης. Φαίνεται εντούτοις κάπως παράδοξο ότι ενώ η άλωση της πόλεως συμπίπτει με τις ημέρες της συλλήψεως, η ηρωίδα παραμένει πεισματικά ανύποπτη για την ταυτότητα του πορθητή. Διαδηλώνει την αθωότητά της με τον πιό γοερό μα ελάχιστα πειστικό τρόπο, εξεγείρεται και αγανακτεί όταν οι υποψίες που την προσβάλουν αναβαθμίζονται σε κατηγορίες και εν τέλει, υπό την ανακριτική πίεση της ανάστατης οικογένειας, καθώς μάλιστα της είναι αδιανόητο να παραμείνει παθητικώς συνεργούσα στην απροσδόκητη δοκιμασία, φτάνει στο τραγελαφικό σημείο να αναζητήσει τον δράστη …με τη δημοσίευση σχετικής αγγελίας στην τοπική εφημερίδα! Παραδόξως ωστόσο η έκκληση, στην οποία η απεγνωσμένη ικεσία μορφάζει ως ηχηρώς γελοία αξίωση, έχει τα προσδοκώμενα αποτελέσματα. Ο άνδρας που στην καθορισμένη ώρα και ημέρα θα παρουσιαστεί για να αναλάβει τις ευθύνες του είναι φυσικά ο ευγενής Ρώσος αξιωματικός, τον οποίο εν μέσω γενικής καταπλήξεως η μαρκησία αποπέμπει με τη δήλωση: περίμενα έναν αχρείο αλλά όχι έναν σατανά!

Στο σημείο αυτό ο αναγνώστης οφείλει να συγκρατήσει πίσω από ένα διφορούμενο μειδίαμα την παρατήρηση ότι συχνά και οι ευσεβέστερες εξορκιστικές προθέσεις δεν έχουν την αναμενόμενη αποτελεσματικότητα, ιδιαίτερα όταν ενορμήσεις αρχικά ανεκδήλωτες στον ψυχικό καθρέφτη, αποκτούν μετά την πρόσκρουσή τους στην ωμή πραγματικότητα τεκτονική δυναμική που ανατρέπει προσφάτως ειλημμένες αποφάσεις ή απλώς τις παρακάμπτει, όπως συμβαίνει και εδώ, μέσω της κοινωνικά επιβαλλόμενης γαμήλιας οδού. Επί μακρόν βέβαια ο βίος του μετανοημένου αξιωματικού δεν θα είναι ανθόσπαρτος, καθώς επωμίζεται όλες τις ευθύνες του πατέρα χωρίς να απολαμβάνει κανένα από τα δικαιώματα του συζύγου, η νομιμότητα των οποίων διατελεί σε καθεστώς αναστολής εξαιτίας της παράνομης προεξοφλήσεώς τους. Καμιά αναστολή όμως δεν παρατείνεται επ’ αόριστον και ο ταλαίπωρος ήρως θα γίνει εν τέλει δεκτός στα ασφαλή οικογενειακά νερά και στον κόλπο της μαρκησίας η οποία σύμφωνα με τα δικά της λόγια, ουδέποτε θα ενέδιδε εάν τον διάβολο, στην πρώτη του εμφάνιση, δεν τον είχε δει σαν άγγελο.

~.~

*