
*
Εικών ειμί
Εικών ειμί
της λύπης των νηπίων
Γι’ αυτό δεν θλίβομαι
Μπροστά μου η Ακατάφλεκτη
η Βροντιανή, η Θαλασσομαχούσα
οι κίονες στους κήπους των δυνάμεων
ένα κερί στον χιονισμένο χρόνο
και ψηλά στου θόλου την παραίσθηση
ένα βλέμμα ν’ αποσοβεί γελαστικά
την άβυσσο
Κελαηδάς ή προσεύχεσαι
και του άκλιτου νόστου οι φωταψίες
ανέρχονται απ’ την ύλη
Εικών ειμί
της λύπης των νηπίων
Εικών ειμί των εσφαλμένων
Αυτός που θα πέθαινε
χωρίς να κλείσει ποτέ τα μάτια
Ο άλλος πηλός ο άπλαστος
ώς η πλαστικότητα του απεριόριστου
αφανίσει τη νοθεία των ορίων
Μια σύσταση κατάσπαρτης
ιδιοχειρίας ζώντος
~.~
Το πεπρωμένο του ονόματος *
Όχι! Δεν με λένε Μιχαήλ
Απελθέτω απ’ εμού το όνομα τούτο
Απελθέτω απ’ εμού το όνομα
Πώς ενεχυρίασες, Κύριε
το βάρος τέτοιας ομοιότητας
στον ανωφελή και παντικίβδηλον εμένα
Πώς καταπίστευσες τούτο το χρέος
εγώ σαν πίπτω
το άγγελμα να φέρνω της φυγής Σου
Κι ας ήμουν εν χου
ο πιο σωστός απ’ τους αγγέλους
Έκαιγα στην παγωνιά
και πάλευα κάθε κομμάτι μου
να μείνει πνεύμα
καθάριο, ατόφιο, αβαρές πνεύμα
Έκπτωτος οπού ’δινε στη θέση
του Κρίνου
λέξεις
*Μιχαήλ στα εβραϊκά σημαίνει
«Ποιος είναι όμοιος Θεού;»
~.~
Στοργή γήρατος (Στους γονείς)
Κάθονται. Σιωπούν
Κοιτούν με τρυφερή αμηχανία
ο ένας τον άλλον
– υποχθόνια συνωμοτική γλυκύτητα
του γήρατος –
κι ύστερα σκυθρωπάζουν
σαν να αναρωτιούνται:
Αλήθεια
εμείς είμαστε αυτοί εδώ
οι περιεστώτες
οι επιμένοντες χωρίς θέληση καμία
ραχιτικοί ίσκιοι
σε λειψανοθήκη ευγηρίας
εγκλωβισμένοι στην αποστεωμένη
σάρκα της μακροβιότητας
που μας κρατάει αιχμάλωτους
καθώς όλα γύρω μας περνούν
κι απαστράφτοντας το κλέος
του παντοτινού
αλλάζουν;
Εμείς είμαστε αυτοί εδώ
οι πολιούχοι της λήθης
εκείνοι που ξεχνούν
κι εκείνοι που τους ξέχασαν
οσιομάρτυρες του απολεσθέντος
χρόνου
που το μέλλον μάς προσάπτει
την αυτοδικία των αναχωρούντων
Οι ζηλωτές μιας στιγμής
στιγμούλας
που τους νογά απ’ το θαμπό
μονύελο του χρόνου
μια μπουκιά συνεπαρμένης
ευφροσύνης;
ΜΙΧΑΛΗΣ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ
*