Μια γενναιόδωρη γυναίκα

*

Στα τριάντα μου ένοιωθα σιγά-σιγά να λυγίζω, εθισμένος στην παραίτηση, προδομένος απ’ τον εαυτό μου, ξεχασμένος απ’ όλους. Ήταν μια ακόμα περίοδος ανέχειας και φτώχειας – χειμώνας, με ένα επίδομα ανεργίας 360 ευρώ, πολεμούσα να κρατήσω πεντέξι κατοστάρικα στην άκρη για να ξεγελώ τον εαυτό μου και να μπορώ να πάω σε γιατρό αν κάτι σοβαρό γινόταν. Φίλοι, γνωστοί, συνάδελφοι, όλοι εξαφανισμένοι – τόσες κλήσεις αναπάντητες και κάτι τυχαίες συναντήσεις που γίνονταν υποσχέσεις που ποτέ δεν τηρήθηκαν. Δεν επέμενα – είχα και μια αξιοπρέπεια. Μακαρόνια, ψωμί, αυγά, καφές και μια φορά τη βδομάδα ένα κιλό φτηνή τροφή για τις γάτες της γειτονιάς – τίποτε άλλο δεν αγόραζα. Τα ρούχα μου μιλούσαν από μόνα τους – η φτώχεια δεν κρύβεται.

Όλη μέρα έμενα κλεισμένος στο σπίτι και το βράδυ, αν ο καιρός το επέτρεπε, έκανα μεγάλες, άσκοπες βόλτες. Αλλά ο χειμώνας ήταν σκληρός, ανελέητος, επίμονος – βροχές και κρύα εναλλάσσονταν και το κλείσιμο στο σπίτι κάποια βράδια κόντευε να με τρελάνει. Έβλεπα τηλεόραση, χανόμουν σε ρεμβασμούς, μετρούσα τις στιγμές που χάνονταν, αναρωτιόμουν γιατί ζούσα, μου φαινόταν παράξενο που υπήρχε ο κόσμος. Είχα και κάτι βιβλία, ήταν μια παρηγοριά, αλλά ήτανε στιγμές που κοίταζα γύρω μου το δωμάτιο και φούσκωναν μέσα μου δάκρυα που δεν τ’ άφηνα να κυλήσουν.

Τα βράδια κατέβαινα και τάιζα τις γάτες, σχεδόν στα κρυφά – είχαμε και κάποιους που δεν τις ήθελαν στη γειτονιά. Ανάμεσα στ’ άλλα ο ύπνος μου είχε γίνει άστατος, χαοτικός. Είχα δοκιμάσει όλα τα ωράρια ύπνου και το βιολογικό μου ρολόι ήταν στα πρόθυρα της καταστροφής. Κοιμόμουν στις έξι το πρωί και ξυπνούσα στις δύο το μεσημέρι. Ή από τις δώδεκα το μεσημέρι μέχρι το βράδυ στο κρεβάτι και μετά όρθιος όλη νύχτα μέχρι αργά το πρωί. Κάποιες μέρες κοιμόμουν με δόσεις και δεν ήξερα τι μου γινόταν. Σωματικά τις περισσότερες μέρες ήμουν ράκος και ένα πλάκωμα στο στήθος δυσκόλευε την αναπνοή και έκανε το μυαλό μου να πλέκει σενάρια ξαφνικού επικείμενου θανάτου. Τα βράδια που ο καιρός ήταν υποφερτός και έβγαινα έξω όλο και κάτι περίεργο εμφανιζόταν μπροστά μου, από τύπους που έψαχναν σεξ στα όρθια σε κάποιο πάρκο μέχρι και ένα νεαρό παιδί που το έβλεπα να μιλά με τους τοίχους – την πρώτη φορά νόμιζα πως έκανα λάθος αλλά τις επόμενες φορές που τον συνάντησα σιγουρεύτηκα ότι πράγματι μιλούσε με τους τοίχους.

Αργά ένα βράδυ, γυρνώντας σπίτι, συνάντησα στην είσοδο μια γυναίκα που φαινόταν αναστατωμένη. Την είχα ξαναδεί – έμενε στον τρίτο όροφο και από όσα είχαν πέσει στην αντίληψή μου πρέπει να ήταν χωρισμένη με ένα παιδί, ένα αγόρι μεταξύ δέκα και δώδεκα ετών. Περίμενε το ασανσέρ και μόλις με είδε βιάστηκε να κλείσει το κινητό λέγοντας με σφιγμένα δόντια σε όποιον μιλούσε «έχουμε κάνει συμφωνία, γεια!». Και στο ασανσέρ έγινε το αναπάντεχο και δεν ήξερα τι να κάνω. Μπήκαμε και οι δυο – εγώ πήγαινα στο δεύτερο, εκείνη στον τρίτο. Όταν έπεσε στην αγκαλιά μου κλαίγοντας έμεινα ασάλευτος και η σκέψη μου πήγε αμέσως σε καμιά τρελή που θα μπορούσε να με βάλει σε μπελάδες – το μυαλό μου είχε μολυνθεί με τόσα που έβλεπα καθημερινά στις ειδήσεις. «Συγνώμη κυρία, της είπα, δεν σας ξέρω, δεν…». Δεν πρόλαβα να ολοκληρώσω και την άκουσα να λέει «σε παρακαλώ αγκάλιασε με, μόνο αυτό». Υπάκουσα – η φωνή της μια παράκληση και ο τρόπος που με έσφιγγε ένδειξη απόγνωσης και αγωνίας.

Μετά από λίγο στο διαμέρισμά της πήρα μια πρώτη γεύση από την ιστορία της. Την έλεγαν Χριστίνα, ήταν σαράντα χρονών – δέκα χρόνια μεγαλύτερή μου – και η σχέση της με τον πρώην άντρα της χειρότερη και από την εποχή που ήταν παντρεμένοι. Σαν γυναίκα ήταν σε καλή κατάσταση – αφράτο πρόσωπο, γεμάτα χείλη, ανοιχτά καστανά μαλλιά και σώμα που παρά τα παραπανίσια κιλά του ήταν απολύτως ελκυστικό. Ήταν νοσοκόμα και αγαπούσε πολύ το διάβασμα – η βιβλιοθήκη της έπιανε ολόκληρο τον τοίχο του καθιστικού. Και κάπνιζε, κάπνιζε πολύ. Την έβλεπα να τινάζει την στάχτη στο τασάκι και ένοιωθα πως πολεμούσε να τινάξει από μέσα της τις στάχτες της ζωής της. Το μεγάλο της πρόβλημα ήταν το μπέρδεμα με τον πρώην άντρα της που επέμενε να της κάνει τη ζωή δύσκολη, να κάνει μήνες να της δώσει τη διατροφή, να παίρνει το παιδί όποτε ήθελε και να την κακολογεί σε ανθρώπους του κύκλου τους. Έμεινα μέχρι τα μεσάνυχτα σε κείνη την πρώτη μας συνάντηση και πριν φύγω την ρώτησα γιατί φέρθηκε τόσο αυθόρμητα σε κάποιον άγνωστο. «Σε έχω δει που ταΐζεις τις γάτες, κάτι δείχνει αυτό» ήταν η απάντησή της – μια απάντηση που την σκεφτόμουν όλη νύχτα και με έκανε να χαμογελώ.

Η γνωριμία μας συνεχίστηκε το ίδιο απρόβλεπτα όπως ξεκίνησε. Με καλούσε για φαγητό τα βράδια που έλειπε το παιδί, πηγαίναμε βόλτες με το αμάξι της, πίναμε καφέ διαβάζοντας στον καναπέ της και κάποιο βράδυ δοκιμάσαμε και το σεξ. Το σώμα της με τρέλαινε – ήταν ζουμερό, αφράτο και πάντα μοσχοβολούσε από τις κρέμες σώματος και τα αρώματα. Ήθελε να την γλύφω ατελείωτα αλλά όταν έμπαινα μέσα της μετά από λίγο την ενοχλούσε ο κόλπος της. Μου εξήγησε ότι κάποια ευαισθησία είχε που δεν την άφηνε να απολαύσει την διείσδυση και ότι μπορούσαμε αν ήθελα να της το κάνω από πίσω. Δεν έφερα αντίρρηση και το σεξ που κάναμε ήταν όνειρο – ένα όνειρο που κράτησε τρεις μήνες γιατί πάντα σχεδόν η πολυπλοκότητα της ζωής δεν αφήνει τα απλά όμορφα πράγματα να κρατήσουν πολύ και κάνει την χαρά να είναι η εξαίρεση και όχι ο κανόνας. Η κατάσταση με τον πρώην της είχε φτάσει στο απροχώρητο. Ερχόταν κάποιες νύχτες, μάλλον πιωμένος, και φώναζε κάτω από το σπίτι και μια φορά τον άκουσα να χτυπά σαν τρελός την πόρτα του διαμερίσματος της Χριστίνας που τρομοκρατημένη αναγκάστηκε να καλέσει την αστυνομία. Στην τελευταία μας συνάντηση, στη γκαρσονιέρα που έμενα, μου ανακοίνωσε την απόφασή της να φύγει. Θα πήγαινε στην πατρίδα της, κάπου στην Ήπειρο, όπου είχε τη μάνα της και τ’ αδέλφιά της και όπου εκεί θα μπορούσε να ζήσει με ασφάλεια και ηρεμία και να συγκεντρωθεί στην ανατροφή του παιδιού της.

«Δεν θα σε ξεχάσω» μου είπε την ώρα που χαλαρώναμε μετά την τελευταία ερωτική επαφή μας. Έμεινα ξάγρυπνος μέχρι το χάραμα και όλη νύχτα άκουγα συγκρατημένους θορύβους από το διαμέρισμά της – ετοιμασίες και μαζέματα για το ταξίδι. Κατά τις έξι μου χτύπησε την πόρτα για ένα τελευταίο φιλί και για να μου αφήσει μια σακούλα με βιβλία – μια χειρονομία που τόσο χρόνια μετά την θυμάμαι ακόμα με την ίδια συγκίνηση που ένοιωσα κι εκείνο το ξημέρωμα. Την ώρα που έφευγαν βγήκα στο μπαλκόνι. Είδα το αμάξι της να απομακρύνεται και πέρα μακριά στον ορίζοντα το πρώτο φως του ήλιου να προβάλλει πίσω από τις στέγες απόμακρων σπιτιών. Το αμάξι πήρε τη στροφή, χάθηκε απ’ τα μάτια μου. Ένοιωθα κιόλας την απουσία της, φανταζόμουν επεισόδια μελλοντικής μοναξιάς, με ένα άλμα έφτασα στο τέλος του επίγειου χρόνου. Δεν ήταν λύπη αυτό που ένοιωθα αλλά κάτι πιο βαθύ, πιο σπαραχτικό – μια γεύση θανάτου μέσα σε ένα μυστήριο όπου παράξενα πλάσματα μοιράζονται λίγες ώρες ύπαρξης και ύστερα χάνονται για πάντα. «Καλή τύχη Χριστίνα μου» είπα χαμηλόφωνα και μπήκα μέσα για να δω το περιεχόμενο του πολύτιμου δώρου της. Έξι βιβλία, πολύ σπουδαία, κι ανάμεσά τους ο «Μύθος του Σίσυφου» του Αλμπέρ Καμύ που το αγάπησα από την πρώτη ανάγνωση και το διάβασα αμέτρητες φορές. Έξι βιβλία: μοναδικός μάρτυρας ότι κάποτε συνυπήρξα με κείνη την γενναιόδωρη γυναίκα.

ΓΙΩΡΓΟΣ ΤΑΡΑΣΛΙΑΣ

*