Νίκος Καζαντζάκης, Μέγας Αλέξαντρος

*

Στης Νίκης το σγουρό κεφάλι ανοίγει
το ροδαλό σκουλήκι του θανάτου·
στο διάφανο κορμάκι του τυλίγει,
τυφλό, βουβό, τους νιους, τις νιες, και κάτου
βαθιά η ψυχή κατασταλάζει αγάλια
κοπριά αλαφριά στην άπατη κοιλιά του.
Κι απόψε ορθό στα ξακουστά μασγάλια,
στα λασπερά, πηχτά νερά του Εφράτη,
μες στης αθανασιάς την ούρια αγκάλια,
θωράει να ξεψυχάει τον κοσμοκράτη.
Κλαιν στις αυλές, βογκούν οι βετεράνοι
στο βραδινό, το μυρωδάτο μπάτη,
οι ρηγικές γαλέρες στο λιμάνι,
οι αϊτοί οι μακεδονίσιοι οι κοσμογύροι,
τ’ αλόγατα, οι γυναίκες, οι βαρδιάνοι,
κλαιν και κοιτούν ψηλά στο παραθύρι.
Στους σκοτεινούς θεούς της γης θυσία
το ιερό ξανθό κεφάλι του έχει γείρει
κι η χήρα το χαδεύει αθανασία.
Μες στη βαριά του ανέλπιδου ζαλάδα
το αδρό μελαχρινό της στήθι η Ασία
χτυπάει κι αναγερτή κρατάει λαμπάδα·
κι αμίλητη, κλιτή στ’ ορθό κοντάρι,
αιώνια το γιο ’ποχαιρετάς, Ελλάδα!

Κι ο νιος χλωμός στ’ ολόχρυσο κλινάρι,
το νου ως ανήλιαγο λυγάει λιοτρόπι
κι αργά μετράει το μέσα του λογάρι.
Κάστρα, βουνά, στεριές, ποτάμια, ανθρώποι,
δροσούλα στα μαλλιά, κι αχνάρι ονείρου
το φοβερό στον κάμπο ποδοκόπι.
Στα δαφνερα κρουστά μελίγγια γύρου
του Χάρου φύσηξε αλαφρό το αγέρι,
κι όλα στη χούνη χάθηκαν του απείρου.
Νεφελοκόκκαλο άσπρο περιστέρι
που κράταε αγέρα μήνυμα και χάθη·
αρώματα πνοές κι ένα πανέρι
ξαρρωστικά γαλάζια αλησμονάθη·
βράδιασε πια και σφύριξε ο τσοπάνης
και ροβολήσαν στον γκρεμό τα πάθη.
Το μέγα σώμα αλάφρωσε, κι ο αλάνης
αϊτονυχάτος νους τη γη ως χελώνα,
ψηλά πολύ απ’ τα νεφαλα της πλάνης,
οκνά την ξαμολάει μες στον αγώνα
του ανεμογκάστρωτου καιρού και πάει.
Του κάκου η ξομπλιαστή ζωή η γοργόνα
μες στα γλαυκά, τα πλανερά πελάη,
με στήθια ορθά, μαλιά χυτά, στ’ αδρά της
λαιμά αρμαθιές φαλλούς, θεούς, γελάει
και τον καλνάει ξανά στην αγκαλιά της.
Πάνω απ’ τ’ ωραίο κορμί που ελιποθύμα
τ’ αιτόχαρα φτερά του ο πρωτολάτης
απ’ της σαρκός ξεκόρμισε το μνήμα
κι άπλωσε αργά στο σούρουπο να φύγει.
’Ποχαιρετάει το εφήμερο άδειο ντύμα,
αχνή πνοούλα ακόμα τον τυλίγει
κι ανάλαφρο μαυλιστικό μεθύσι.

«Έχετε γεια!» Στην αστραπή τη λίγη
μοχτάει με βιας ο νους του να τρυγήσει
μέλι ακριβό, πηχτό, τις πιο μεγάλες
βαθιές που τού ’δωκε χαρές η ζήση.
Γιουρούσια αιματερά, βουερές αντράλες,
σα ρόγδια σκουν και χύνουνται τα κάστρα,
τσαλαβουτούν στο γαίμα οι σγουρομάλλες
ελληνοπούλες Νίκες, κι η μουδιάστρα
ξεζώνατη Ευτυχιά τον αγκαλιάζει
κάτω απ’ τα χλια, τ’ ανατολίτικα άστρα.
Όλα καπνοί δαχτυλιδιούν γαλάζοι,
και παν και παν, και μοναχά στη μνήμη,
Θε μου, μια θύμηση μικρούλα αράζει.

Πού πήγαινε μες στο καφτό το ασήμι
της ερημιάς και ποια κυνήγαε αρκούδα
γιά βασιλιά γιά το θρασό το αγρίμι,
το αθάνατο νερό στη στέρφα αμμούδα;
Κοράκιαζε απ’ τη δίψα, λέει, κι αγρίκα
όλης της γης να συσηλίζει η φλούδα.
Του Χάρου πια τον τύλιγεν η γλύκα,
σύντας σ’ ένα γκρεμό τηράει δροσάτα
σε γρια συκιά δυο μελωμένα σύκα.
Κι ως τ’ άρπαξε, ξανάνιωσεν ακράτα,
σαν κρύα νερά σε κρούσταλλες πλαγιάδες
να τρέχουν μες στις φλέβες του τα νιάτα·
κι ακόμα, νά, στου Χάρου τις ζαλάδες
με άγρια χαρά τ’ αναστοράται η σάρκα.

Κι άλλη βολά, σε απόκομες λιακάδες,
όνειρο τάχα νά ’ταν; σε μια βάρκα
τάχα χρυσή, τάχα κουπιά φιλντίσι,
σε σκοτεινά σεριάναε αγάλια πάρκα,
ανοίχτη της χαράς η μέσα βρύση,
ξεχείλισε η καρδιά, και κλει τα μάτια
γιργά γοργά να μην παραλοΐσει.
Πήχτρα χλιμίντριζαν στον όχτο τ’ άτια,
στάχυα πυκνά κυμάτιζαν τα πλήθη
κι ονειροτρέμα ανάερα τα παλάτια·
πλάνο, μαριόλο θα ’ταν παραμύθι
κι υπνοσυνεπαρσιά, κι ώρα την ώρα
θα κράξει της αυγής το ρούσο ορνίθι.
Μα ξαφνικά, χαρά μεγάλη! η πλώρα
σε βότανα μπερδεύτη ευωδιασμένα,
κι ως φύσηξε η πνοούλα η μυροφόρα
παίξαν του νιου τ’ αρθούνια λιμασμένα
κι άγια ευωδιά, γλυκιά περίσσια, Θέ μου,
βασιλικού του περεχάει τα φρένα.
Κι απ’ όλα πια τα κούρσα του πολέμου
τούτη η ευωδιά τού απόμεινε μονάχα
κι ήρθε πιστή τώρα στο χνο του ανέμου.

«Βοήθεια!» ο νιος βογγάει που ψυχομάχα,
κι ωιμέ! για κούρσα πιο τρανά βαθιά του
στη θύμηση κρυφά λαχταρομάχα.
Μα στη φριχτή σαγίτα του θανάτου
σκορπίσαν οι αντριγιές και μείναν μόνο
μύρα και πωρικά μες στην καρδιά του.
«Πλαντώ» βογκάει «πια δε βαστώ τον πόνο!
Θα κοπροσκύλιαζα, ώχου, στα σοκάκια
σα στιχουργός –απ’ την ντροπή μου λιώνω!–
κι αδιάντροπα θα τρίβουμουν στα τζάκια,
τζουτζές, να κάνω χωρατά, κι οι πλούσοι
να μου πετούν να γλείφω τα πινάκια!»
Γερτός στο αστήθι του, μοχτάει ν’ ακούσει:
«Αχού! βαθιά στα σωθικά μου νιώθω
στρατό πολύ και φοβερό γιουρούσι!»
Σφίγγει με οργή τον κοσμοκράτη γρόθο
και μάχεται να βρει στη μαύρη πάχνη
να θυμηθεί τον πιο μεγάλο πόθο.
Χύνεται η μνήμη του η τυφλή και ψάχνει·
πα σε νερά, βουνά, λαούς σαλεύει
και ρίχνει τον πλοκό της σαν αράχνη.
Σκουτάρια αχούν, χαρές, φωτιές, παλεύει
στην άβυσσο της λησμονιάς με αγκούσα
και ξάφνου απ’ τ’ άραχνα τα βύθη ανέβη
μονάχη από την έκδιψη ανερούσα,
μια θύμηση όλο αχό και γιόμωνε όλη
την ερημιά του νου πικρολαλούσα:
Ποτάμι αργό σε ροδοφεγγοβόλι,
γελούσε χορευτός ο Αποσπερίτης,
κι αχνή, χλωμή, με μελανό φακιόλι,
σιγά μια μικρομάνα στην αυλή της,
το νιο της λυγερό λυγώντας μπόι,
σε άδεια κουνούσε κούνια το παιδί της.
Και χύνουνταν ψηλά στη νέα τη χλόη,
σαν απριλιάτικη ζεστή βροχούλα,
με βούισμα τρυφερό το μοιρολόι:
«Εκεί που πας, μικρή μου αρχοντοπούλα,
την πρώτη πρώτη νύχτα στα σκοτίδια
και πώς θα τη διαβείς; Αχ, μια φωνούλα
σύρε να ’ρθώ, να πιάσω εγώ τα φίδια
και τις περίπλεχτες οχιές, χρυσό μου,
που θα φωλιούν μες στα σμιχτά σου φρύδια!»

Στην ερημιά, στην παντερμιά του τρόμου
πέφτει ο πικρός αχός στα σπλάχνα του ίσια·
μακριά ο μπαλτάς γρικήθη του λοτόμου
για την πυρά να ρίχνει κυπαρίσσια·
χλιμίντρισε ο στρατός, και στα σπαρμένα
να κλαιν κινούν τ’ αλόγατα ανθρωπίσια.
Κι ο κοσμοκράτης πια με τ’ άγρια φρένα
κινάει απ’ τη γης με πλούσια συνοδεία –
δυο σύκα μες στη φούχτα μελωμένα
κι αλαργινού βασιλικού ευωδία
κι ένα μικρό, πικρό πολύ τραγούδι.
Σα να ’ταν στιχουργός, κι η τραγωδία
το πιο αψηλό της πέταξε λουλούδι
το γαλανό, τ’ ολαδειανό, χαράς τον!
και πρόβαλε το ροδαλό μαμούδι
μες απ’ τη γης καλωσορίζοντας τον!

7 Μαρτίου 1937

Πηγή: Νίκος Καζαντζάκης, Τερτσίνες, Αθήνα 1960
Πρώτη δημοσίευση, περιοδικό Κύκλος, 1937

*

*

*