*
Στης Νίκης το σγουρό κεφάλι ανοίγει
το ροδαλό σκουλήκι του θανάτου·
στο διάφανο κορμάκι του τυλίγει,
τυφλό, βουβό, τους νιους, τις νιες, και κάτου
βαθιά η ψυχή κατασταλάζει αγάλια
κοπριά αλαφριά στην άπατη κοιλιά του.
Κι απόψε ορθό στα ξακουστά μασγάλια,
στα λασπερά, πηχτά νερά του Εφράτη,
μες στης αθανασιάς την ούρια αγκάλια,
θωράει να ξεψυχάει τον κοσμοκράτη.
Κλαιν στις αυλές, βογκούν οι βετεράνοι
στο βραδινό, το μυρωδάτο μπάτη,
οι ρηγικές γαλέρες στο λιμάνι,
οι αϊτοί οι μακεδονίσιοι οι κοσμογύροι,
τ’ αλόγατα, οι γυναίκες, οι βαρδιάνοι,
κλαιν και κοιτούν ψηλά στο παραθύρι.
Στους σκοτεινούς θεούς της γης θυσία
το ιερό ξανθό κεφάλι του έχει γείρει
κι η χήρα το χαδεύει αθανασία.
Μες στη βαριά του ανέλπιδου ζαλάδα
το αδρό μελαχρινό της στήθι η Ασία
χτυπάει κι αναγερτή κρατάει λαμπάδα·
κι αμίλητη, κλιτή στ’ ορθό κοντάρι,
αιώνια το γιο ’ποχαιρετάς, Ελλάδα! (περισσότερα…)

