*
ΠΕΡΙΠΛΑΝΗΣΕΙΣ ΜΕ ΛΟΓΟ ΚΑΙ ΕΙΚΟΝΑ | 26.Χ.23
Κείμενα – Φωτογραφίες ΗΛΙΑΣ ΚΕΦΑΛΑΣ
*
ΤΟ ΤΡΙΑΔΙΚΟ ΡΟΔΟ
Ιδού το τριαδικό ή αλλιώς το τριπλό ρόδο που δικαιώνει τις προσπάθειες της μητέρας τριανταφυλλιάς. Κάθε φορά που βλέπω αυτά τα φωτεινά άνθη να ξεπετάγονται ολάνοιχτα και να φωτίζουν τον χώρο, ευφραίνοντας όραση και όσφρηση, αναθυμάμαι το ποίημα «Ρόδου μοσκοβόλημα» του Κωστή Παλαμά, ένα από τα καλύτερα ποιήματα ολόκληρης της νεοελληνικής γραμματείας. Ο νους μου τρέχει στ’ αρχαία μονοπάτια του εθνικού βάρδου και τι δεν φέρνει έπειτα στη μνήμη μου. Ασύνδετες και θολές εικόνες μιας εντελώς πάσχουσας ανακύκλησης αναμνήσεων. «Όλα ανάκατα», όπως θα έλεγε ο άλλος μεγάλος ποιητής της Ανατολής, ο Γιαπωνέζος Ματσούο Μπάσο. Θέλω να πω ότι κι ένα ελάχιστο σημείο του πραγματικού κόσμου μπορεί να μας οδηγήσει πολλές φορές σε απειράριθμες διακλαδώσεις του ενιαίου, όπου η πραγματικότητα διαποτίζεται από τη φαντασία και αντιστρόφως.
*
*
ΜΕΣΗΜΕΡΙ
Μεσημέρι καλοκαιριού, να σε λιγώνει το φως και να σε αποχαυνώνει η ζέστη. Περπατάς μόνος μέσα στην αχλή της υγρής ατμόσφαιρας χωρίς συγκεκριμένη κατεύθυνση, ακολουθώντας απλώς τον άδειο χωματόδρομο μέσα στα περιβόλια. Τι θα βρεις μπροστά σου, τι θα συναντήσεις; Κάποιον κουρασμένο κι αργοπορημένο αγρότη, κάποιον παραστρατημένο εραστή της μοναξιάς ή τα παιδικά σου φαντάσματα; Μακάρι τα τελευταία να δω, καθώς προϊδεάζω τον εαυτό μου για μια τέτοια φανταστική πιθανότητα. Διαβάζω τις αναδεύσεις των ίσκιων, τους χωνεμένους ήχους, τα θροΐσματα των δέντρων. Ανασηκώνονται παλιές ξεχασμένες φωνές. Κάποια στιγμή αισθάνομαι ν’ ανατριχιάζω. Όλα βουλιάζουν μέσα σ’ έναν αδιάφορο και ουδέτερο χρόνο. Ωστόσο αποφασίζω. Αν πέσω πάνω στη συντροφιά του Πάνα, θα γίνω ακόλουθος. Τ’ αυτιά μου ορθώνονται για να μη μου ξεφύγει καμία απόμακρη οχλοβοή. Η ανάσα μου σχεδόν δεν υπάρχει. Τι μεσημέρι κι αυτό, τι άγιο καλοκαίρι.
*
*
Η ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΙΑ
Η μικρή τριανταφυλλιά
Δεν χορταίνει τα φιλιά
Καλημέρα καλησπέρα
Μας καλεί γλυκά από πέρα
Μ’ αν βρεθεί κάποιος κοντά
Με τ’ αγκάθια τον κεντά
Αχ κορίτσι μου μικρό
Πες μου πώς να σε χαρώ;
Πάρε με γλυκιά αγκαλιά
Χτένισέ μου τα μαλλιά
Να σε πάρω θέλω τόσο
Μα φοβάμαι μη ματώσω
*
*
ΠΟΙΟΣ
Ποιος άραγε θα κατεβεί
Από τη γέφυρα του ουράνιου τόξου;
Ποιος θ᾽ ανεβεί;
Η Σταχτοπούτα;
Ο Γανυμήδης;
Οι τρεις Μάγοι;
Ο Αντίνοος των Δελφών;
Ή ο πρίγκιπας του κεντημένου φωτός
Που φέρνει την εφτάχρωμη κορδέλα
Για να δέσει τα μαλλιά του;
*
*
ΤΑ ΛΟΥΛΑΚΙÁ ΣΟΥ ΜΑΤΙΑ
Από το πολύ μπλε τ’ ουρανού, που αναμίχθηκε με το άχρωμο δάκρυ, βάφτηκε αυτό το βλέμμα σου, που όλο και πιο πολύ απομακρύνεται από τα επίγεια.
Βάφτηκε ακόμα κι ένα σκληρό και πολυόμματο λουλούδι του καλοκαιριού, που λάμπει σαν οπάλιο μέσα στην ξηρασία.
Βάφτηκε κι ένα πικρό, ένα φαρμακερό αγκάθι με σύμμικτα ξιφίδια στους κάλυκές του που με πληγώνουν καθημερινά, όταν η μνήμη σε ανεβάζει από τα έγκατα.
Ας είναι.
Ας έρχεσαι μονάχη σου εσύ μέσα από αυτά τα λουλακιά ανθισμένα δρομάκια, που βαθαίνουν τον κόσμο, γεμίζοντάς τον με τα χάσματα των αισθημάτων.
Ας είναι να σε βλέπω μέσα από αυτή τη γαλανή ομίχλη που μας αθωώνει.
*
*
ΣΤΙΣ ΓΛΥΣΙΝΕΣ
Στης άνοιξης τη βιολετιάν ομπρέλα
Οι βότρυες της γλυσίνας με μεθούσαν
Κρυφά να πω μπορούσα μόνον «έλα»…
Όταν του κόσμου τ’ άλλα μ’ απωθούσαν
Μα συ σαν ήλθες με την ευωδιά σου
Κλαδί τ’ ονείρου και του παραδείσου
Πουλί με πήρες μέσα στην ποδιά σου
Ενώ με πρόσταζεν ο Βάκχος «γδύσου»
*
Περιπλανήσεις με λόγο και εικόνα
Επιμέλεια στήλης ΗΛΙΑΣ ΚΕΦΑΛΑΣ
*
*





