1947: Η ίδρυση του κράτους του Ισραήλ στη λογοτεχνία

*

Πώς αποτυπώθηκε στην εβραϊκή και την παλαιστινιακή λογοτεχνία η ίδρυση του κράτους του Ισραήλ το 1947, μετά την απόφαση 181 της Γενικής Συνέλευσης των Ηνωμένων Εθνών, και οι απαρχές της μετέπειτα σύγκρουσης; Ο Ηλίας Μαλεβίτης ανθολογεί αποσπάσματα δύο μυθιστοριογράφων: του Εβραίου Αμός Οζ και του Παλαιστίνιου Ελίας Χουρί.

~.~

Τα μεσάνυχτα, λίγο πριν τελειώσει η ψηφοφορία, ξύπνησα […] Σαν μέσα σε ένα εφιαλτικό όνειρο στέκονταν στριμωγμένες, σιωπηλές και ακίνητες, κάτω από το φως των φαναριών του δρόμου, στην αυλή μας, και στις γειτονικές αυλές, στα πεζοδρόμια, στο δρόμο, άπειρες στητές σκιές, σαν μια πελώρια συγκέντρωση από ασάλευτα φαντάσματα μέσα σε εκείνο το χλομό φως, πάνω σε όλα τα μπαλκόνια, εκατοντάδες άνδρες και γυναίκες και ούτε το παραμικρό θρόισμα, γείτονες και γνωστοί και ξένοι, άλλοι με τις πιτζάμες, άλλοι με σακάκια και γραβάτες, εδώ και εκεί μερικοί άνδρες με ρεπούμπλικες ή κασκέτα. Γυναίκες με ακάλυπτα κεφάλια και άλλες με ρόμπες και κεφαλομάντιλα, στους ώμους πολλών ήταν καβάλα κοιμισμένα παιδιά, που πάλι, κάπου στο βάθος του πλήθους μια γριά καθισμένη σε ένα σκαμνάκι ή ένας υπερήλικος που τον είχαν κουβαλήσει έξω στο δρόμο με την καρέκλα του. Όλη αυτή η κοσμοσυρροή λες και είχε πετρώσει εκεί, μέσα στην τρομακτική νυχτερινή σιωπή, σαν να μην ήταν αληθινοί άνθρωποι, αλλά εκατοντάδες σκούρες σιλουέτες ζωγραφισμένες πάνω στον καμβά του σκοταδιού που τρεμόσβηνε. Σαν να είχαν όλοι πεθάνει όρθιοι. Ούτε λαλιά ούτε βήχας μια πατημασιά. Κουνούπι δεν βούιζε εκεί. Μόνο η βαθιά και τραχιά φωνή του Αμερικανού εκφωνητή που ξεσπούσε από το ραδιόφωνο στη διαπασών και τραντάζει το νυχτερινό αέρα, ίσως να ήταν η φωνή του Οσβάλντο Αράνια από τη Βραζιλία, του προέδρου της Γενικής Συνέλευσης του ΟΗΕ. Το ένα μετά το άλλο, διάβαζε τα ονόματα των τελευταίων κρατών στη λίστα, σύμφωνα με την αγγλική αλφάβητο, κι αμέσως επανερχόταν και βροντοφώναζε στο μικρόφωνο τις απαντήσεις των εκπροσώπων τους. Γιουνάιτεντ Κίνγκντομ: άμπστενς. Γιούνιον οφ Σόβιετ Σοσιαλίστ Ρεπάμπλικς: γιες. Γιουνάιτεντ Στέιτς: γιες. Ουρουγουάη: ναι. Βενετσουέλα: ναι. Υεμένη: όχι. Γιουγκοσλαβία: απέχει.

Ύστερα η φωνή κόπηκε μεμιάς. Και ξαφνικά μια σιωπή από άλλους κόσμους κατέβηκε και πάγωσε όλο το θέαμα, μια σιωπή τρομαχτική, καταστροφική, μια σιωπή άπειρων ανθρώπων με κομμένη την ανάσα, που σαν αυτή δεν άκουσα ποτέ στη ζωή μου, ούτε πριν από εκείνη τη νύχτα ούτε μετά.

Ώσπου η παχιά φωνή, η λίγο βραχνή, ξανάρχισε να τραντάζει τον αέρα μέσα από το ραδιόφωνο και να συνοψίζει με μια τραχιά, στεγνή όμως γεμάτη ευθυμία: τριάντα τρεις υπέρ. Δεκατρείς κατά. Δέκα αποχές και μια χώρα απούσα από την ψηφοφορία. Η πρόταση εγκρίνεται.

Και με τα λόγια αυτά, η φωνή του απορροφήθηκε από ένα βρυχηθμό που ξέσπασε μέσα από το ραδιόφωνο, ξεχείλισε και ξεχύθηκε από τους εξώστες της αίθουσας του Λέικ Σαξές που ξεσάλωναν από χαρά, και μετά από δυο τρία ακόμα δευτερόλεπτα σαστιμάρας, μισάνοιχτων σαν από δίψα χειλιών και ορθάνοιχτων ματιών, στον απόμακρο δρόμο μας στις παρυφές της συνοικίας Κέρεμ Αβραάμ στη βόρεια Ιερουσαλήμ, ξέσπασε μεμιάς η πρώτη τρομερή κραυγή, που έσκισε το σκοτάδι και τα κτήρια και τα δένδρα, και διαπέρασε τον εαυτό της, μια κραυγή που δεν ήταν χαράς, που δεν έμοιαζε καθόλου με τις φωνές του πλήθους στα γήπεδα, δεν έμοιαζε με κανένα ξέσπασμα συνεπαρμένου όχλου, ήταν μάλλον σαν ένα ουρλιαχτό φρίκης και τρόμου, μια κραυγή καταστροφής, ένα ξεφωνητό που τράνταζε της πέτρες, που πάγωνε το αίμα, λες και σε όλους τους νεκρούς εκείνους που είχαν σκοτωθεί και εκείνους που θα σκοτώνονταν στο μέλλον είχε παραχωρηθεί εκείνη τη στιγμή ένα βάθρο κραυγής, που αμέσως παρακάμφθηκε, και ήδη μέσα σε μια στιγμή αντικατέστησαν την πρώτη κραυγή φρίκης και καταστροφής άπειρες κραυγές χαράς και ένα μείγμα γιορταστικών αλαλαγμών και «ο λαός του Ισραήλ ζει!» και κάποιος προσπάθησε μάταια να αρχίσει να τραγουδάει τον εθνικό ύμνο και γυναικείες στριγκλιές και χειροκροτήματα και «εδώ στην ποθητή των πατέρων μας γη», και όλο το πλήθος άρχισε να κινείται σιγά σιγά γύρω από τον εαυτό του λες και ανακατευόταν ολόκληρο σε μια τεράστια μπετονιέρα και δεν υπήρχαν πια όρια ανάμεσα στο απαγορεύεται και το επιτρέπεται. Έτσι και εγώ πήδηξα μέσα στο παντελόνι μου αγνοώντας την μπλούζα και το πουλόβερ και εκτοξεύτηκα με ένα άλμα έξω από την πόρτα μας, ενώ τα χέρια κάποιου γείτονα η ξένου με σήκωναν για να μη με ποδοπατήσουν και με μετέφεραν παραπέρα, πετώντας με από χέρι σε χέρι, μέχρι που προσγειώθηκα στους ώμους του πατέρα μου δίπλα στην πόρτα της αυλής μας: ο πατέρας μου και η μητέρα μου στέκονταν εκεί αγκαλιασμένοι και κρατώντας σφιχτά ο ένας τον άλλον σαν δυο παιδιά χαμένα στο δάσος, όπως δεν τους είχα δει ποτέ πριν από κείνη τη νύχτα ούτε θα τους έβλεπα μετά, και εγώ βρέθηκα για μια στιγμή ανάμεσά τους στη μέση της αγκαλιάς τους και ύστερα από μια στιγμή βρέθηκα πάλι στους ώμους του μπαμπά και εκείνος, ο τόσο ευγενικός και μορφωμένος, στεκόταν εκεί και φώναζε με όλη του τη δύναμη, όχι λέξεις ούτε λογοπαίγνια, όχι σιωνιστικά συνθήματα, ούτε κραυγές χαράς, αλλά ένα ουρλιαχτό μακρόσυρτο, γυμνό, όπως πριν εφεύρουν τις λέξεις.

Αμός Οζ, Ιστορία αγάπης και σκότους, μτφρ. Ιακώβ Σιμπή, Καστανιώτης.

~·~

Στεκόσουν στο γραφείο της κατασκήνωσης των αγοριών, ύστερα έπιανες την υδρόγειο σφαίρα, την περιέστρεφες ξανά και ξανά, έπειτα τη διέταζες να σταματήσει. Όταν η μικρή εκείνη μπάλα σταματούσε να γυρνάει, άπλωνες το δάχτυλό σου και έλεγες: Eκείνη είναι η Άκρα. Εδώ είναι η Τύρος. Προς τα εδώ απλώνονται τα παράλια και αποκεί είναι τα χωριά της επαρχίας της Άκρας. Εδώ είναι το Άιν αλ Ζαϊτούν και το Ντέιρ αλ Άσαντ και η Μπάρουα και Γάμπσιγια και το Κάμπρι, εδώ είναι η Ταρσίχα, εδώ είναι η Μπαμπ αλ Σαμς. Εμείς, παιδιά, είμαστε από το Άιν αλ Ζαϊτούν, ένα μικρό μέρος, το οποίο περιβάλλεται και προστατεύεται από το βουνό. Το Άιν αλ Ζαϊτούν ήταν το ομορφότερο χωριό, αλλά αυτοί το κατέστρεψαν το 1948. Πρώτα ανατίναξαν τα σπίτια και ύστερα το έσκαψαν με τις μπουλντόζες. Το εγκαταλείψαμε για το Ντέιρ αλ Άσαντ. Όσο για μένα, θεμελίωσα ένα χωριό που κανείς δεν ξέρει που είναι. Ένα χωριό μέσα στα βράχια, ο ήλιος μπαίνει και κοιμάται μέσα του. […]

Είπες ότι μετά την πτώση του Σάαμπ, κατάλαβες τι σημαίνει η λέξη πατρίδα. Πατρίδα δεν είναι πορτοκάλια και ελιές ή το τζάμι αλ Τζαζάρ στην Άκρα. Πατρίδα σημαίνει να πέφτεις στην άβυσσο, νιώθοντας πως είσαι κομμάτι του συνόλου, και να πεθαίνεις κι εσύ όποτε αυτή πεθαίνει. Σε εκείνα τα χωριά που κατηφορίζουν μέχρι τη θάλασσα, από τη βόρεια μέχρι τη δυτική Γαλιλαία, κανείς δεν είχε αντιληφθεί τότε τι σήμαινε εκείνη η πτώση. Τα χωριά έπεσαν κι εμείς τρέχαμε από το ένα στο άλλο. Λες και πλέαμε στη θάλασσα, πηδούσαμε από βάρκα σε βάρκα. Οι βάρκες βούλιαξαν, βουλιάξαμε κι εμείς.

Κανένας δεν μπόρεσε να συλλάβει τη σημασία της πτώσης. Οι άνθρωποι έπεσαν όλα είχαν πέσει. Εσύ έλεγες, έλεγες, έλεγες… Έβραζες μέσα σου και ήσουν έτοιμος να εκραγείς. Εμείς δεν είχαμε αντιληφθεί τον σκοπό σου ούτε γιατί μας είπες πως η Παλαιστίνη δεν υπήρχε πια:

Η Παλαιστίνη ήταν οι πόλεις Χάιφα, Γιάφα, Ιερουσαλήμ και Άκρα. Εκεί νιώθαμε αυτό που λεγόταν Παλαιστίνη. Τα χωριά έμοιαζαν με όλα τα άλλα χωριά. Οι πόλεις έπεσαν γρήγορα και ανακαλύψαμε πως δεν ξέραμε που βρισκόμασταν. Η αλήθεια είναι πως αυτοί που κατείχαν πια την Παλαιστίνη, μας έκαναν να ανακαλύψουμε την πατρίδα μας, ενώ τη χάναμε. Όχι όμως, το φταίξιμο δεν έπεσε μόνο στον αραβικό στρατό ή τον Αραβικό Απελευθερωτικό Στρατό. Ήμασταν υπόλογοι, επειδή είχαμε άγνοια. Όταν μάθαμε, όλα είχαν τελειώσει. Στο τέλος τα ξέραμε πια όλα.

Ακούστε: όλοι την ξεπούλησαν, δική μας επιθυμία είναι να την αγοράσουμε πάλι. Επιχειρήσαμε να την πάρουμε πίσω, μα ηττηθήκαμε κι η ήττα ήταν ολοσχερής. Ακούστε: ήταν όλοι τους περισσότερο μίζεροι πάρα προδότες, επειδή είχαν άγνοια, δεν γνώριζαν τα γεγονότα. Θα με πιστεύατε αν σας έλεγα πως κανείς μας, ούτε εγώ ούτε ο Άμπού Ισαάφ ήμασταν ενήμεροι για τα σχέδια τους; Ότι κανείς μας δεν καταλάβαινε την λογική του πολέμου τους; Κανείς μας δεν ήξερε τη διαφορά ανάμεσα στην Παλμάχ και τη Στερν.

Γιατί λοιπόν ο πόλεμος, αφού δεν πολεμάμε;

Θεωρούσαμε ότι πολεμούσαμε αμυνόμενοι για τα σπίτια μας, όχι όμως κι εκείνοι. Αυτοί δεν είχαν χωριά να υπερασπιστούν. Ήταν μόνο ένας στρατός που εφορμούσε και ύστερα οπισθοχωρούσε κατά βούληση, όπως έκαναν όλοι οι στρατοί. Δεν αμυνθήκαμε. Στο Σάαμπ ανακαλύψαμε ότι υπήρξαμε ανίκανοι να υπερασπιστούμε τα σπίτια μας. Το σπίτι μου στο Άιν αλ Ζαϊτούν τινάχθηκε στον αέρα. Όλα τα σπίτια του χωριού ανατινάχτηκαν τη στιγμή που μπήκαν μέσα. Πολέμησα στο Σάαμπ παρόλο που δεν είναι το χωριό μου.

Πολεμήσαμε, πολεμήσαμε πολύ. Μην πιστεύετε τα ψέματα της Ιστορίας. Σ’ εμάς εναπόκειται να πάμε πίσω για να πολεμήσουμε, αλλά εγώ είμαι εδώ κι αυτό αρκεί.

Ελίς Χουρί, Η πύλη του ήλιου, μτφρ. Ελένης Καπετανάκη, Καστανιώτης.

*

*